Δημοκρατία ν. Διονύσιος Μπουντογιάννης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8265/10, 18 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2011:12 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΕΜΕΣΟ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Μ. Αμπίζα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8265/10 Μεταξύ: Δημοκρατία v.
- Διονύσιος Μπουντογιάννης
- Παναγιώτης Παπουτσής
- Πανίκος Ξυδάς Κατηγορουμένων ---- Ημερομηνία: 18 Μαρτίου, 2011 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Ιωαννίδου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Παυλίδης Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Χ΄΄ Λοίζου Κατηγορούμενοι: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν αδικήματα κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα κατηγορούνται ότι μεταξύ του μηνός Ιανουαρίου 2010 και της 30ης Μαρτίου 2010 στη Λεμεσό, της επαρχίας Λεμεσού είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, δηλαδή 9.090,4677 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (1η κατηγορία), ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, δηλαδή 7 φυτά του γένους κάνναβης, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (2η κατηγορία), ότι κατείχαν τα προαναφερθέντα ναρκωτικά με σκοπό να τα προμηθεύσουν σε άλλα πρόσωπα (3η και 4η κατηγορία αντίστοιχα) και ότι παράνομα καλλιεργούσαν 7 φυτά του γένους κάνναβης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (5η κατηγορία), με σκοπό να τα προμηθεύσουν σε άλλα πρόσωπα (6η κατηγορία). Επιπρόσθετα ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι στις 30 Μαρτίου 2010 στον ίδιο τόπο κάπνισε φυτό κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη (8η κατηγορία). Πρέπει να λεχθεί ότι η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη και για τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, και συγκεκριμένα προτού αγορεύσουν οι συνήγοροι, ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να αλλάξει απάντηση και παραδέχθηκε τις κατηγορίες 1-6 που αντιμετώπιζε από κοινού με τους κατηγορούμενους 2 και 3, καθώς και την 7η κατηγορία που αφορά μόνο τον ίδιο για κάπνισμα φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Ως προς τον κατηγορούμενο 1 η υπόθεση παρέμεινε, με κοινή εισήγηση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής και του συνηγόρου του, για γεγονότα και επιβολή ποινής μετά την έκδοση της παρούσας απόφασης. Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής προέρχεται από επτά μάρτυρες κατηγορίας. Οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους επέλεξαν ο μεν 2 να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και ο κατηγορούμενος 3 κατέθεσε ενόρκως, χωρίς οποιοσδήποτε από αυτούς να καλέσει μάρτυρες υπεράσπισης. Θα παραθέσουμε αρχικά τη μαρτυρία του Αστ. 193 Δήμου Σωκράτους (ΜΚ3), που υπηρετεί στην ΥΚΑΝ Λεμεσού. Στη γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 15.4.2010, την οποία υιοθέτησε (Έγγραφο Γ) περιγράφει την πορεία της υπόθεσης μετά τη λήψη πληροφορίας ότι ο κατηγορούμενος 3, που οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΝ 311, είχε στην κατοχή του μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, τις οποίες απέκρυβε σε σπίτι ηλικιωμένου άγνωστου άνδρα, Ελληνικής καταγωγής με συγκεκριμένη περιγραφή. Στις 30.3.10 και περί τις 17:00, ο ΜΚ3 με τους Αστ. 360, 1794, 2075, 2469, 2996, 3437 και 3827 εντόπισαν το όχημα του κατηγορούμενου 3 να είναι σταθμευμένο έξω από την οικία του στη Λεμεσό και το έθεσαν υπό συνεχή και διακριτική παρακολούθηση. Ο κατηγορούμενος 3 θεάθηκε να επιβιβάζεται στο υπό αναφορά όχημα και αναχωρώντας μετέβη στην οδό Πέτρου Ολυμπίου αρ. 7, στην Αγία Φύλα Λεμεσού, από όπου παρέλαβε ένα ηλικιωμένο άνδρα που ομοίαζε με τον περιγραφέντα στην πληροφορία. Ακολούθως οι δύο άντρες, αφού διακινήθηκαν σε διάφορα σημεία της επαρχίας Λεμεσού, επέστρεψαν στην οδό Πέτρου Ολυμπίου και επειδή οι κινήσεις τους θεωρήθηκαν ύποπτες, ανακόπηκαν από την πιο πάνω αστυνομική δύναμη για έλεγχο στις 18:
- Ο ΜΚ3 πλησίασε το προαναφερθέν όχημα από την πλευρά του συνοδηγού και μετά την υπόδειξη στο συνοδηγό της αστυνομικής του ταυτότητας, τον κάλεσε να εξέλθει από το αυτοκίνητο για έλεγχο. Τότε διεπίστωσε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο
- Ταυτόχρονα ο Αστ. 1794 (ΜΚ6) προσέγγισε τον οδηγό του οχήματος, δηλαδή τον κατηγορούμενο 3 και τον κάλεσε να κατεβεί από το αυτοκίνητο για έλεγχο. Ακολούθησε έρευνα στο εν λόγω αυτοκίνητο στην παρουσία των κατηγορουμένων 1 και 3, όπου ο Αστ. 1794 βρήκε στις 18:35, μέσα σε θήκη στη δεξιά πόρτα, ένα νάιλον διαφανές σακουλάκι, το οποίο περιείχε άσπρη ουσία για την οποία του εγέρθηκαν υποψίες ότι επρόκειτο για ναρκωτική ουσία και συνέλαβε τον κατηγορούμενο 3 για αυτόφωρο αδίκημα. Ο ΜΚ3 στη συνέχεια ερεύνησε σωματικά τον κατηγορούμενο 1 και στις 18:45 βρήκε στην κατοχή του ένα κινητό τηλέφωνο. Αφού παρέλαβε το κινητό τηλέφωνο και την sim card MTN που υπήρχε εντός αυτού ως τεκμήρια, τα υπέδειξε στον κατηγορούμενο 1 και πληροφορώντας τον για τις υποψίες που είχε ότι πιθανόν να τα χρησιμοποιούσε για τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, του επέστησε την προσοχή στο Νόμο λαμβάνοντας την απάντηση «είναι το προσωπικό μου τηλέφωνο». Ζητώντας από τον κατηγορούμενο 1 να του πει πού διαμένει για να ερευνήσουν την οικία του, αυτός του ανέφερε ότι ήρθε στην Κύπρο από την Ελλάδα πριν δύο μέρες και διαμένει ως φιλοξενούμενος του κατηγορούμενου 3 στην οδό Αντιφωνητού στην Αγία Φύλα Λεμεσού. Ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος 3 προηγουμένως θεάθηκε να εξέρχεται από την οικία της οδού Πέτρου Ολυμπίου 7 και βάσει της αρχικής πληροφορίας καθώς και των επιτόπιων εξετάσεων που διενήργησε ο ΜΚ3 στην περιοχή, εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα έρευνας για την εν λόγω οικία. Ο ΜΚ3 ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 και του έδωσε τα προσωπικά του κλειδιά και πληροφορώντας τον για τις υποψίες του ότι τα κλειδιά αυτά πιθανόν να είναι τα κλειδιά της οικίας της οδού Πέτρου Ολυμπίου 7, όπου πιθανόν να απεκρύβετο ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο χωρίς να λάβει οποιαδήποτε απάντηση. Στη συνέχεια ο ΜΚ3 με τον κατηγορούμενο 1 και τον Λοχ. 804 καθώς και τους Αστ. 360, 2690, 2996 και 3490, μετέβησαν στην υπό αναφορά οικία για έρευνα, όπου και διαπιστώθηκε ότι ένα από τα κλειδιά που είχε στην κατοχή του ο κατηγορούμενος 1 ήταν το κλειδί της εισόδου της οικίας. Στις 19:25 όλη η αστυνομική ομάδα εισήλθε στην οικία για έρευνα, όπου έφτασε και ο κατηγορούμενος 2, που ανέφερε ότι διέμενε με τον κατηγορούμενο 1 στην οικία αυτή. Κατά την έρευνα που διεξήχθηκε στην παρουσία των κατηγορουμένων 1 και 2 από τις 19:30 μέχρι και τις 20:50 ανευρέθησαν διάφορα αντικείμενα που περιείχαν ναρκωτικές ουσίες και άλλα που χρησιμοποιούντο για ζύγισμα ναρκωτικών και για καλλιέργεια φυτών κάνναβης, τα οποία υποδεικνύοντο στους κατηγορούμενους 1 και 2 με σχετική πληροφόρηση για το απαγορευμένο της κατοχής και μετά την επίστηση της προσοχής τους στο Νόμο οι κατηγορούμενοι δεν έδιδαν οποιαδήποτε απάντηση. Συγκεκριμένα, στις 19:30 ο ΜΚ3 βρήκε μέσα σε ερμαράκι πάνω από τον πάγκο της κουζίνας δύο μεταλλικά κυλινδρικά κουτιά με την επιγραφή Nescafe Classic, εντός των οποίων, αφού τα άνοιξε, διαπίστωσε ότι υπήρχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Υποδεικνύοντας τα ανευρεθέντα στους κατηγορούμενους 1 και 2 και πληροφορώντας τους ότι η κατοχή της εν λόγω ουσίας απαγορεύεται, μετά τη μη λήψη οποιασδήποτε απάντησης από αυτούς κατόπιν της επίστησης της προσοχής τους στο Νόμο, τους συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκημα, εξηγώντας τους το λόγο σύλληψης και εφιστώντας τους τη προσοχή τους στο Νόμο, χωρίς να δώσουν οποιαδήποτε απάντηση. Αμέσως μετά δε τους ενημέρωσε για τα νομικά τους δικαιώματα ως κρατουμένων. Τα ανευρεθέντα κατά την έρευνα αντικείμενα κατατέθηκαν ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου από τον ΜΚ3, ο οποίος ήταν ο χειριστής τεκμηρίων και είχε ετοιμάσει τόσο το έντυπο Αστ. 161, που αποτελεί την αίτηση για επιστημονική εξέταση τεκμηρίων (Τεκ. 6) όσο και κατάλογο τεκμηρίων (Τεκ. 7). Στην προσπάθεια της κατηγορούσας αρχής να κατατεθούν τα ανευρεθέντα στην οικία αντικείμενα ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρξε ένσταση της υπεράσπισης αναφορικά με το νομότυπο της έρευνας στην οικία της οδού Πέτρου Ολυμπίου 7 και κατ΄ επέκταση της παραλαβής των τεκμηρίων, μετά δε τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 21.12.10 έκρινε ότι η είσοδος στην οικία του κατηγορούμενου 1 και η έρευνα που διεξήχθη σ΄ αυτήν ως αποτέλεσμα της οποίας παραλήφθηκαν τα υπό αναφορά αντικείμενα έγιναν στη βάση εκδοθέντος εντάλματος έρευνας από Δικαστή και όχι κατά παράβαση των συνταγματικών και νομίμων δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. Ακολούθως ο ΜΚ3 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήρια που ανευρέθηκαν στην οικία της οδού Πέτρου Ολυμπίου 7 τα ακόλουθα: Ένα μεταλλικό κυλινδρικό κουτί με την επιγραφή Nescafe classic εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης με διακριτικά Δ.Σ.1 (που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 1) ως Τεκ.
- Ένα μεταλλικό κυλινδρικό κουτί με την επιγραφή Nescafe classic εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης με διακριτικά Δ.Σ.2 (που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 2) ως Τεκ.
- Ένα άσπρο πλαστικό κυλινδρικό δοχείο με την επιγραφή Τρίμμα Πίττας με κόκκινο πώμα που περιείχε άσπρη ουσία με διακριτικά Δ.Σ.3 (που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 3) ως Τεκ.
- Ένα άσπρο πλαστικό κυλινδρικό δοχείο με την επιγραφή Τρίμμα Πίττας με κόκκινο πώμα που περιείχε άσπρη ουσία με διακριτικά Δ.Σ.4 (που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 4) ως Τεκ.
- Ένας φάκελος χρώματος άσπρου με την επιγραφή Mail Lite με διακριτικά Δ.Σ. 5 (που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 5) ως Τεκ.
- Ένα διαφανές νάιλον σακούλι με την επιγραφή MEPHEDRONE που περιείχε άσπρη σκόνη με διακριτικά Δ.Σ.5 Α (που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 6) ως Τεκ.
- Μια ζυγαριά ακρίβειας χρώματος μαύρου με ITEM No 1322 BLK που περιείχε ίχνη άσπρης σκόνης με διακριτικά Δ.Σ.6 (που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 7) ως Τεκ.
- Μια ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας με διακριτικά Δ.Σ.7 (που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 8) ως Τεκ.
- Ένα δοχείο πολυστερίνης χρώματος άσπρου εντός του οποίου υπάρχει τεμάχιο υγρό βαμβάκι και υπήρχαν μια ξύλινη οδοντογλυφίδα και 25 σπόροι με διακριτικά Δ.Σ.8 (που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 9) ως Τεκ.
- Δεκαέξι νάιλον διαφανή σακουλάκια που περιείχαν το καθένα ξεχωριστά σπόρους καθώς επίσης δύο κυλινδρικά φιαλίδια με άσπρο πώμα που επίσης περιείχαν σπόρους με διακριτικά Δ.Σ. 9 (που αναγράφονται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 10) ως Τεκ.
- Σύμφωνα με το ΜΚ3 τα πιο πάνω Τεκ. 8-17 ανευρέθηκαν στην κουζίνα της υπό αναφορά οικίας, άλλα σε ερμαράκι και άλλα πάνω στον πάγκο της κουζίνας. Σε αποχωρητήριο στην εν λόγω οικία ανευρέθηκαν τα ακόλουθα και κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από το ΜΚ3 ως ακολούθως: Δύο πλαστικές καφέ γλάστρες, η μια μέσα στην άλλη και μέσα σ' αυτές ένα νάιλον σακούλι με την επιγραφή GARTENGOLD Blumenerde το οποίο περιέχει χώμα με διακριτικά Δ.Σ.10 (που αναγράφονται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 11) ως Τεκ.
- Δεκαέξι πλαστικές γλάστρες χρώματος καφέ και χρώματος μαύρου σε χάρτινο κιβώτιο, που σύμφωνα με τον ΜΚ3 αρχικά οι πέντε και ακολούθως μετά από αναλύσεις οι εννέα, περιείχαν φυτό με χώμα με διακριτικά Δ.Σ. 11 (που αναγράφονται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 12) ως Τεκ.
- Στο υπνοδωμάτιο της εν λόγω οικίας ανευρέθηκαν και κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από το ΜΚ3 τα ακόλουθα: Ένα γκρίζο πλαστικό κιβώτιο με την επιγραφή CYPROFRESH εντός του οποίου υπάρχουν δεκατρείς πλαστικές γλάστρες χρώματος καφέ και χρώματος μαύρου που περιέχουν χώμα και αρχικά περιείχαν και φυτό, όπου με διακριτικά Δ.Σ.12 (που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 13) ως Τεκ.
- Ένα γκρίζο πλαστικό κιβώτιο με την επιγραφή CYPROFRESH εντός του οποίου υπάρχουν δώδεκα πλαστικές γλάστρες χρώματος καφέ και χρώματος άσπρου που περιέχουν χώμα και αρχικά περιείχαν και φυτό με διακριτικά Δ.Σ 13 (που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 14) ως Τεκ.
- Ένα γκρίζο πλαστικό κιβώτιο με την επιγραφή CYPROFRESH εντός του οποίου υπάρχουν δεκατέσσερις πλαστικές γλάστρες χρώματος καφέ, μαύρου και άσπρου που περιέχουν χώμα και αρχικά οι δώδεκα από αυτές περιείχαν και φυτό, με διακριτικά Δ.Σ. 14 (που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 15) ως Τεκ.
- Κατατέθηκαν επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου τα ακόλουθα τα οποία σύμφωνα με το ΜΚ3 ανευρέθηκαν κάτω από το κρεβάτι του κατηγορούμενου 1 στην υπό αναφορά οικία. Ένα τεμάχιο μπλε νάιλον με διακριτικά Δ.Σ15 (που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 16) ως Τεκ.
- Νάιλον διαφανές σακούλι χρώματος άσπρου και όλο μαζί περιτυλιγμένο με καφέ κολλητική ταινία που αρχικά, σύμφωνα με τον ΜΚ3, περιείχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης με διακριτικά Δ.Σ.15 α (που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 17) ως Τεκ. 24, που βρισκόταν εντός του Τεκ.
- Νάιλον σακούλι χρώματος πράσινου και όλο μαζί περιτυλιγμένο με καφέ κολλητική ταινία που σύμφωνα με το ΜΚ3, αρχικά περιείχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης με διακριτικά Δ.Σ.15β (που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 18) ως Τεκ. 25, που βρισκόταν εντός του Τεκ.
- Νάιλον σακούλι χρώματος γκρίζου σφραγισμένο με κολλητική ταινία χρώματος καφέ, με διακριτικά Δ.Σ.16 (που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 19) ως Τεκ.
- Νάιλον διαφανές σακούλι και όλο μαζί περιτυλιγμένο με κίτρινη κολλητική ταινία που αρχικά, σύμφωνα με το ΜΚ3 περιείχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης, με διακριτικά Δ.Σ 16α, (που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 20) ως Τεκ. 27, που βρισκόταν εντός του Τεκ.
- Νάιλον διαφανές σακούλι και όλο μαζί περιτυλιγμένο με κίτρινη κολλητική ταινία εντός του οποίου, σύμφωνα με το ΜΚ3, υπήρχε αρχικά ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης, με διακριτικά Δ.Σ 16β(που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 21) ως Τεκ. 28, που βρισκόταν εντός του Τεκ.
- Νάιλον άσπρο διαφανές σακούλι με την επιγραφή E&S με διακριτικά Δ.Σ.17 (που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 22) ως Τεκ.
- Δύο νάιλον διαφανή σακούλια χρώματος άσπρου με την επιγραφή Plus, που όπως ανέφερε ο ΜΚ3 αρχικά περιγράφηκε ως ένα και διαχωρίστηκε κατά την επιστημονική εξέταση, εντός των οποίων , σύμφωνα με το ΜΚ3, περιείχετο ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης με διακριτικά Δ.Σ.17α (που αναγράφονται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 23) ως Τεκ. 30, που βρίσκονταν εντός του Τεκ.
- Πέντε νάιλον σακούλια, που όπως ανέφερε ο ΜΚ3 αρχικά περιγράφηκε ως ένα, εντός των οποίων σύμφωνα με τον ΜΚ3 υπήρχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης με διακριτικά Δ.Σ. 17β (που αναγράφονται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 24) ως Τεκ. 31, που βρίσκονταν εντός του Τεκ.
- Τρία νάιλον διαφανή σακούλια, που όπως ανέφερε ο ΜΚ3 αρχικά περιγράφηκε ως ένα, εντός των οποίων σύμφωνα με το ΜΚ3 υπήρχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης με διακριτικά Δ.Σ. 18 (που αναγράφονται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 25) ως Τεκ.
- Οι ναρκωτικές ουσίες που ανευρέθηκαν στην οικία κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως ακολούθως: Δύο μαύρα νάιλον σακούλια σφραγισμένα από το Γενικό Χημείο με αριθμούς 1852, 1853, 1931 ‑1937, μέσα στο καθένα από τα οποία περιέχεται ένα σφραγισμένο σακούλι και εντός αυτού σε ξεχωριστά σακούλια το περιεχόμενο των Τεκ. 8, 9, 24, 25, 27, 28, 30, 31 και 32, ως Τεκ. 33 (α) και 33 (β) αντίστοιχα. Ένα πράσινο νάιλον διαφανές σακούλι εντός του οποίου υπάρχει σφραγισμένο σακούλι από το Γενικό Χημείο με αριθμούς 1938 και 1854‑1875, το οποίο περιέχει το περιεχόμενο των Τεκ. 10, 11, 13, 14, 15, 16 και 17 και το περιεχόμενο του σακουλιού με διακριτικά Δ.Σ. 20 που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 27, ως Τεκ.
- Επίσης ο ΜΚ3 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκ. 35, μια δέσμη κλειδιών αποτελούμενη από τρία κλειδιά, ένα νυχοκόπτη και όλα μαζί σε μπρελόκ με τα διακριτικά Δ.Σ. 19 (που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 26). Ως Τεκ. 36 κατέθεσε ένα νάιλον σακούλι εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα άσπρης σκόνης με τα διακριτικά Δ.Σ. 20 (που αναγράφεται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 27), που είχε ανευρεθεί μέσα σε θήκη στην πόρτα του οδηγού του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΕΝΝ
- Παρεμβάλλεται σ΄ αυτό το σημείο η μαρτυρία του Αστ. 2690 Αντρέα Παντελή, ΜΚ1, της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Όπως αυτός ανέφερε στη γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 14.4.10 (Έγγραφο Α), στις 30.3.10 μεταξύ των ωρών 19:30 - 20:50 στην παρουσία και καθ΄ υπόδειξη του Αστ. 193 (ΜΚ3) και στην παρουσία των κατηγορουμένων 1 και 2 έλαβε αριθμό φωτογραφιών στην οικία της οδού Πέτρου Ολυμπίου
- Αργότερα την ίδια ημέρα μεταξύ των ωρών 22:00-22:15 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού στην παρουσία και καθ΄ υπόδειξη του Αστ. 193 (ΜΚ3) και στην παρουσία των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 φωτογράφισε όλα τα τεκμήρια που ανευρέθηκαν στην εν λόγω οικία. Τις υπό αναφορά φωτογραφίες κατέθεσε σε βιβλιάριο με 36 φωτογραφίες ως Τεκ.
- Κατέθεσε επίσης ως Τεκ. 2 βιβλιάριο με 20 φωτογραφίες συγκεκριμένων τεκμηρίων της υπόθεσης, τις οποίες έλαβε στην παρουσία και καθ΄ υπόδειξη του Αστ. 193 (ΜΚ3) μεταξύ των ημερομηνιών 1.4.10 και 5.4.
- Όπως ανέφερε προφορικά ο ΜΚ1 έλαβε κατάθεση από τον ιδιοκτήτη της υπό αναφορά οικίας, ο οποίος του παρέδωσε ένα ενοικιαστήριο έγγραφο σε φωτοτυπία που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκ. 3 καθώς και δύο αποδείξεις είσπραξης του ενοικίου ημερομηνίας 4.3.10 και 3.2.10 σε φωτοτυπία, που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκ. 4 (α) και (β) αντίστοιχα. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας της οικίας της οδού Πέτρου Ολυμπίου 7 στις 30.3.10, ο ΜΚ3 μαζί με τους Αστ. 3490 (ΜΚ4) και 2690 (ΜΚ1) μετέφεραν τους κατηγορούμενους 1 και 2 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού για την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Εκεί ο Αστ. 1794 (ΜΚ6) παρέδωσε στο ΜΚ3 αντικείμενα τα οποία παρέλαβε ως τεκμήρια από τον κατηγορούμενο 3, μεταξύ των οποίων ήταν και το αντικείμενο με διακριτικά Δ.Σ. 20 δηλαδή το Τεκ. 36 και η άσπρη σκόνη που κατατέθηκε ως μέρος του Τεκ.
- Κατέθεσε στη συνέχεια ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΚ3 τα παρειακά επιχρίσματα των κατηγορουμένων που του παραδόθηκαν στις 31.3.10 και ώρα 00:50 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού από τον Αστ. 3490 (ΜΚ4) ως ακολούθως: Δύο παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου 1 με διακριτικά Δ.Σ. 26 (που αναγράφονται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 38) ως Τεκ.
- Δύο παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου 2 με διακριτικά Δ.Σ. 27 (που αναγράφονται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 39) ως Τεκ. 38 και Δύο παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου 3 με διακριτικά Δ.Σ. 28 (που αναγράφονται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 40) ως Τεκ.
- Όλα τα τεκμήρια που είχε παραλάβει ο ΜΚ3 κατά την έρευνα της οικίας καθώς και από τους κατηγορούμενους 1 και 2 αλλά και όσα του παρεδόθησαν από τους Αστ. 1794 (ΜΚ6) και 3490 (ΜΚ4), τα συσκεύασε και τα σφράγισε στην παρουσία και των τριών κατηγορουμένων υπογράφοντας στις σφραγίσεις τόσο ο ίδιος όσο και οι κατηγορούμενοι. Στις 31.3.10 ο ΜΚ3 μετέφερε τα τεκμήρια με διακριτικά Δ.Σ. 10-14 στο ΤΑΕ Λεμεσού όπου έγινε δειγματοληψία γενετικού υλικού για επιστημονικές εξετάσεις και τα τεκμήρια ξεσφραγίστηκαν και επανασφραγίστηκαν. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό η μαρτυρία του Αστ. 4063 Λάζαρου Αυγουστή, ΜΚ2, της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Όπως ανέφερε στη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο Β) στις 31.3.10 μετέβη στο ΤΑΕ Λεμεσού, όπου μεταξύ των ωρών 10:00-11:30 καθ΄ υπόδειξη και στην παρουσία του ΜΚ3 έλαβε αριθμό φωτογραφιών κατά το άνοιγμα των σφραγίσεων των εν λόγω τεκμηρίων φωτογραφίζοντας και την επανασφράγιση τους. Ο ΜΚ2 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκ. 5 βιβλιάριο με 19 φωτογραφίες. Κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από το ΜΚ3 σχετικά τα ακόλουθα: Swab από δύο γλάστρες καφέ, με διακριτικά Δ.Σ. 10 Α ως Τεκ.
- Swab από γλάστρα μικρή, πλαστική, μαύρου χρώματος, με διακριτικά Δ.Σ. 11Α ως Τεκ.
- Swab από πλαστικές γλάστρες με διακριτικά Δ.Σ.14Α ως Τεκ.
- Swab από πλαστικές γλάστρες με διακριτικά Δ.Σ.12Α ως Τεκ.
- Swab από πλαστικές γλάστρες με διακριτικά Δ.Σ. 13Α ως Τεκ.
- Τα Τεκ. 40-44 αναγράφονται στο Τεκ. 7 με αύξοντα αριθμό 41-45 αντίστοιχα. Όπως επεξήγησε ο ΜΚ3 έθεσε όλα τα πιο πάνω τεκμήρια υπό την ασφαλή του φύλαξη και μετά τη μεταφορά τους για επιστημονικές εξετάσεις στο Αρχηγείο Αστυνομίας, στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας καθώς και στο Γενικό Χημείο τα παρέλαβε εκ νέου θέτοντας τα υπό την ασφαλή του φύλαξη. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι κατέστη παραδεκτό γεγονός της υπόθεσης που εγκρίθηκε από το Δικαστήριο στις 2.2.2011 (Τεκ. 63) ότι τα Τεκ. 8-34 και Τεκ. 36-44 λήφθηκαν από την αστυνομία και διακινήθηκαν από και προς όλα τα αρμόδια τμήματα για επιστημονικές εξετάσεις νομότυπα και χωρίς κανένα μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να επέμβει ή να αλλοιώσει αυτά. Κατά την προφορική του μαρτυρία ο ΜΚ3 ανέφερε ότι κρίθηκε ότι οι κινήσεις των κατηγορουμένων 1 και 3 ήταν ύποπτες όταν διακινούντο με το όχημα, επειδή μετέβησαν σε ένα σπίτι που ανήκει σε πρόσωπο που απασχόλησε πολλές φορές στο παρελθόν την αστυνομία όπου παρέμειναν για δέκα λεπτά περίπου. Κατά την ανακοπή τους οι κατηγορούμενοι 1 και 3 ήταν ανήσυχοι και ξαφνιασμένοι και όταν ο κατηγορούμενος 1 ρωτήθηκε για το χώρο διαμονής του απάντησε ότι διαμένει ως φιλοξενούμενος στην οικία των γονιών του κατηγορούμενου 3 που βρίσκεται στην οδό Αντιφωνητού στην Αγία Φύλα καθώς και ότι αφίχθηκε στην Κύπρο πριν δύο-τρεις μέρες. Ο ΜΚ3 περιέγραψε την οικία της οδού Πέτρου Ολυμπίου 7, διευκρινίζοντας ότι τα τρία πλαστικά γκρίζα κιβώτια που παραλήφθηκαν ως τεκμήρια βρίσκονταν πίσω από το τέλος του κρεβατιού της αριστερής πλευράς του δωματίου, το οποίο ήταν το κρεβάτι που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος 1, όπως αυτός του ανέφερε. Σε συνάρτηση με τα ανευρεθέντα φυτά διευκρίνισε ότι αυτά ήταν ζωντανά, «δηλαδή δεν ήταν πεσμένα στο χώμα, έστεκαν κανονικά και τα φύλλα τους ήταν πράσινα». Όταν ανευρέθηκαν τα παραληφθέντα από την οικία αντικείμενα οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν ανήσυχοι και ισχυρίζονταν ότι δεν γνώριζαν για την ύπαρξη τους. Τέλος ο ΜΚ3 ανέφερε ότι ο λόγος που ξεσφραγίστηκαν κάποια από τα τεκμήρια όπως παρατέθηκε πιο πάνω, ήταν για να διευκολυνθούν τα αρμόδια εργαστήρια όπου θα γίνοντο οι επιστημονικές εξετάσεις και έγινε η δειγματοληψία στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού λόγω του ότι ήταν δύσκολη η μετακίνηση των τεκμηρίων στη μορφή που αυτά είχαν. Ο Αστ. 3490, Γερόλεμος Γερολέμου, ΜΚ4, στη γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 14.4.10 (Έγγραφο Δ) περιγράφει τα γεγονότα της ανακοπής του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου 3 και της έρευνας στην οικία της οδού Πέτρου Ολυμπίου 7, όπως έχουν ήδη παρατεθεί στη μαρτυρία του ΜΚ
- Μετά το τέλος της έρευνας της οικίας, μαζί με τον Αστ. 193 (ΜΚ3) και τον Αστ. 2690 (ΜΚ1), μετέφεραν τους κατηγορούμενους 1 και 2 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού για την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης, όπως είχε αναφέρει και ο ΜΚ
- Ο ΜΚ4 ορίστηκε ως ανακριτής της υπόθεσης και στις 21:10 ο Αστ. 1794 (ΜΚ6) του παρέδωσε τον κατηγορούμενο
- Την ίδια μέρα, στις 21:15, 21:20 και 21:25 στο ίδιο μέρος πληροφόρησε γραπτώς τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3 αντίστοιχα για τα νομικά τους δικαιώματα (Τεκ. 45, 47 και 49 αντίστοιχα). Στις 31.3.10 στις 00:35, 00:40 και 00:45 παρέλαβε από τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3 αντίστοιχα με γραπτή τους συγκατάθεση (Τεκ.46, 48 και 50 αντίστοιχα) τα παρειακά τους επιχρίσματα, τα οποία αφού συσκεύασε και σφράγισε τα υπέγραψε τόσο ο ίδιος όσο και οι κατηγορούμενοι, τα παρέδωσε δε στις 00:50 στο ΜΚ
- Παρεμβάλλεται εδώ ότι κατέστη παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι τα Τεκ. 37, 38 και 39 περιέχουν τα παρειακά επιχρίσματα των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 αντίστοιχα που τους λήφθηκαν από τον ΜΚ
- Στη συνέχεια στις 01:00, 01:05 και 01:10, ο ΜΚ4 συνέλαβε τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3 αντίστοιχα με δικαστικά εντάλματα (Τεκ. 51
(1)-
(4)) και αφού τους εξήγησε τους λόγους σύλληψης τους και τους επέστησε την προσοχή στο νόμο απάντησαν, ο μεν κατηγορούμενος 1 «τα ναρκωτικά είναι του Πανίκου του Ξυδά», ο κατηγορούμενος 2 «δεν έχω καμία σχέση με όλα αυτά που αναφέρατε» και ο κατηγορούμενος 3 «δεν έχω καμία σχέση». Ακολούθως και μεταξύ των ωρών 01:25-02:30, 02:55-03:55 και 04:20-06:00 έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3 αντίστοιχα (Τεκ. 52, 53 και 54 αντίστοιχα). Στις 3.4.10 και μεταξύ των ωρών 14:20 - 15:30 έλαβε συμπληρωματική ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 (Τεκ. 55) και μεταξύ των ωρών 16:00-16:50 έλαβε συμπληρωματική ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 (Τεκ. 56). Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι στην προσπάθεια της κατηγορούσας αρχής να κατατεθούν ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου οι ανακριτικές καταθέσεις του κατηγορούμενου 1 υπήρξε ένσταση της υπεράσπισης με τους ισχυρισμούς ότι οι καταθέσεις αυτές είναι αποτέλεσμα πιέσεων και υποσχέσεων που δόθηκαν σ΄ αυτόν ότι δεν θα διώκετο ποινικά και θα διευθετείτο η επιστροφή του στην Ελλάδα καθώς και ότι λήφθηκαν κατά παράβαση των άρθρων 5, 8, 9 και 11 του Ν. 163
(1)/2005 και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθότι πριν ξεκινήσει να δίδει κατάθεση ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε να έρθει σε επικοινωνία με την πρεσβεία της Ελλάδος και με δικηγόρο, πράγμα το οποίο δεν του επετράπη από τις ανακριτικές αρχές. Με τις ενδιάμεσες αποφάσεις του ημερομηνίας 14.1.2011 και 31.1.2011, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι προβληθέντες ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι και ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη θεληματικότητα και το νομότυπο της λήψης των εν λόγω ανακριτικών καταθέσεων. Όπως διευκρίνισε προφορικά ο ΜΚ4, χρειάστηκε να λάβει συμπληρωματικές ανακριτικές καταθέσεις από τους κατηγορούμενους 1 και 2 επειδή από τη λήψη των πρώτων καταθέσεων προέκυψαν κάποια ερωτήματα που έπρεπε να απαντηθούν. Ως εξεταστής της υπόθεσης φρόντισε να ληφθεί μια κατάθεση από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΝΝ 311, όπου αναφέρετο ότι το αυτοκίνητο αυτό το οδηγούσε αποκλειστικά ο κατηγορούμενος
- Σε σχέση με τον Αναστάσιο Μακρή που αναφερόταν ως ενοικιαστής της οικίας της οδού Πέτρου Ολυμπίου 7 στο ενοικιαστήριο έγγραφο (Τεκ. 3) έκανε εξετάσεις για τον εντοπισμό του αλλά το πρόσωπο αυτό δεν εντοπίστηκε. Κατέθεσε επίσης ως Τεκ. 57 φωτοαντίγραφο αποφυλακιστηρίου που του παρέδωσε ο κατηγορούμενος 1 σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι εξέτισε ποινή φυλάκισης στην Ελλάδα. Ο Α/Αστ. 1794 Αντώνης Δημητρίου, ΜΚ6, της ΥΚΑΝ Λεμεσού, στη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο Ε) αναφέρθηκε στα γεγονότα αναφορικά με την πληροφορία που οδήγησε στην ανεύρεση και ανακοπή του οχήματος στο οποίο επέβαιναν οι κατηγορούμενοι 1 και 3, όπως έχουν ήδη παρατεθεί στη μαρτυρία του ΜΚ
- Κατά την έρευνα του υπό αναφορά αυτοκινήτου, ο ΜΚ6 βρήκε στις 18:35 μέσα σε θήκη στη δεξιά πόρτα του οχήματος ποσότητα άσπρης σκόνης μέσα σε διαφανές νάιλον σακουλάκι πιστεύοντας ότι είναι ναρκωτική ουσία. Υποδεικνύοντας αυτήν στους κατηγορούμενος 1 και 3 τους επέστησε την προσοχή τους στο Νόμο και ο κατηγορούμενος 3 απάντησε «εν δικό μου τζιαι εν ποτούτον που εν όπως την κοκαΐνη που απαγορεύτηκε τελευταία» και ο κατηγορούμενος 1 απάντησε «δεν είναι δικό μου κύριε». Ακολούθως συνέλαβε τον κατηγορούμενο 3 για αυτόφωρο αδίκημα και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και τα νομικά του δικαιώματα και του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε «εντάξει». Στις 18:40 βρήκε μέσα σε θήκη της πόρτας του οδηγού του οχήματος ένα κινητό τηλέφωνο που ο κατηγορούμενος 3 του ανέφερε ότι είναι δικό του και όταν τον πληροφόρησε ότι θα παραληφθεί για να γίνουν εξετάσεις κατά πόσο αποτελεί τεκμήριο σε υπόθεση παράνομης κατοχής ναρκωτικών του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και ο κατηγορούμενος 3 απάντησε «τσιάκαρέ τα». Στη συνέχεια, ο ΜΚ6 μαζί με τους Αστ. 2075, 2469 και 3827 μετέβηκαν στην πατρική οικία του κατηγορούμενου 3 στην οδό Αντιφωνητού 3 όπου διενήργησαν έρευνα μεταξύ των ωρών 19:25-19:45 στην παρουσία του κατηγορούμενου 3 κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης, όπου δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε το παράνομο. Αργότερα και μεταξύ των ωρών 19:55-20:45 διενεργήθηκε έρευνα κατόπιν δικαστικού εντάλματος στην οικία του κατηγορούμενου 3, στην παρουσία του ίδιου. Τα τρία κινητά τηλέφωνα με τις sim card αυτών που ανευρέθηκαν στην εν λόγω οικία τα υπέδειξε στον κατηγορούμενο 3, ο οποίος ανέφερε ότι είναι δικά του. Ο ΜΚ6 τα παρέλαβε και πληροφορώντας τον κατηγορούμενο 3 ότι θα γίνουν εξετάσεις κατά πόσο αποτελούν τεκμήρια σε υπόθεση παράνομης κατοχής ναρκωτικών, του επέστησε την προσοχή στο Νόμο και ο κατηγορούμενος 3 απάντησε «τσιάκαρέ τα». Όλα τα πιο πάνω τεκμήρια τα παρέδωσε στον ΜΚ
- Προφορικά ο ΜΚ6 ανέφερε ότι μετά την έρευνα του οχήματος ο ΜΚ3 επικοινώνησε μέσω τηλεφώνου με τη Γ/Αστ. 4820 και της έδωσε πληροφορίες για να εκδοθούν εντάλματα έρευνας των οικιών της οδού Πέτρου Ολυμπίου 7 και της οδού Θεογνίδος
- Η Γ/Αστ. 4820 ήρθε στη σκηνή της ανακοπής και έφερε δύο δικαστικά εντάλματα έρευνας τα οποία παρέδωσε στο ΜΚ3 και ο ΜΚ6 παρέλαβε το ένα από αυτά από το ΜΚ3 και αναχώρησε για τις υπόλοιπες έρευνες, όπως είχε οδηγίες. Η έρευνα στην οικία της οδού Αντιφωνητού 3 έγινε επειδή ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι φιλοξενείτο από τον κατηγορούμενο 3 στην πατρική του οικία στην εν λόγω οδό, που απείχε ένα με δύο λεπτά από το σημείο ανακοπής του οχήματος. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ6 από το συνήγορο του κατηγορούμενου 3, κατατέθηκε ως Τεκ. 62 η γραπτή συγκατάθεση για έρευνα που υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο 3 στις 30.3.
- Ο Α/Λοχ.2566 Μιχάλης Σάββα, ΜΚ5, εργάζεται στο εργαστήριο διερεύνησης της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών στο Αρχηγείο Αστυνομίας και είναι ειδικός στη λήψη, ταξινόμηση, ταξιθέτηση και σύγκριση δακτυλικών αποτυπωμάτων καθώς και στη χημική επεξεργασία αντικειμένων και ανεύρεση αποτυπωμάτων. Κατέθεσε την έκθεση του ημερομηνίας 16.4.10 ως Τεκ.
- Επεξήγησε τη μεθοδολογία που ακολούθησε για να καταλήξει στην ετοιμασία συγκριτικών πινάκων (Τεκ. 60 και 61) με τα αποτυπώματα που ανηύρε στα τεκμήρια Μ.Σ. 7 και Μ.Σ. 20 τα οποία σύγκρινε με τα αποτυπώματα των δακτυλοσκοπικών δελτίων και των τριών κατηγορουμένων (Τεκ. 59
(1)-
(3)αντίστοιχα). Σύμφωνα με το αποτέλεσμα της εξέτασης το αποτύπωμα με διακριτικό Μ.Σ. 7 (α) αναγνωρίστηκε ότι ανήκει στον κατηγορούμενο 3 και το αποτύπωμα με διακριτικό Μ.Σ.20 (α) αναγνωρίστηκε ότι ανήκει στον κατηγορούμενο
- Η τελευταία αυτή αναφορά του μάρτυρα κατέστη παραδεκτό γεγονός με τη διευκρίνιση ότι το αντικείμενο στο οποίο ανευρέθη αποτύπωμα του κατηγορούμενου 3 είναι το Τεκ. 26 και αυτό στο οποίο ανευρέθη αποτύπωμα του κατηγορούμενου 2 είναι το Τεκ.
- Ο Χριστόφορος Νεοφύτου, ΜΚ7, ιδιοκτήτης της οικίας της οδού Πέτρου Ολυμπίου 7 στην Αγία Φύλα στη Λεμεσό, στη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο Στ) ανέφερε ότι ενοικίασε την εν λόγω οικία στις 23.12.2009 σε κάποιο Αναστάσιο Μακρή από την Ελλάδα έναντι του ποσού των €400 το μήνα. Ο Αναστάσιος αρχικά έμενε μόνος του. Στις 3.2.2010 ο ΜΚ7 μετέβη στην οικία που ενοικίαζε για να πληρωθεί το ενοίκιο, όπου βρήκε εκτός από τον Αναστάσιο τους κατηγορούμενους 1 και
- Όπως του είπε ο Αναστάσιος, ο κατηγορούμενος 1 θα έμενε μαζί του για λίγες μέρες και μετά ο Αναστάσιος θα έφευγε από το σπίτι, στο οποίο θα συνέχιζε να μένει ο κατηγορούμενος
- Του είπε επίσης να μην αλλάξει το συμβόλαιο γιατί θα ερχόταν και αυτός κάποτε εκεί για επισκέψεις. Όπως του είπε ακόμη ο Αναστάσιος, ο κατηγορούμενος 3 ήταν φίλος του. Ο κατηγορούμενος 3 του έδωσε €400 και του είπε ότι είναι για το ενοίκιο του σπιτιού. Ο ΜΚ7 τον ρώτησε αν ήθελε να βγάλει την απόδειξη στο όνομα του κατηγορούμενου 3 αλλά ο τελευταίος του είπε να βγάλει τις αποδείξεις στο όνομα του Αναστάσιου και του έδωσε τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου, όπως του ζήτησε ο ΜΚ7 για να το έχει σε περίπτωση που θα χρειαστεί κάτι σε σχέση με το σπίτι. Ο ΜΚ7 μαζί με τον αριθμό τηλεφώνου του κατηγορούμενου 3 έγραψε και το όνομα Νίκος πάνω στο αντίτυπο της απόδειξης που του έδωσε (Τεκ. 4(β)), επειδή δεν άκουσε καλά το όνομα του όταν του τον σύστησε ο Αναστάσιος. Στις 4.3.10 πήγε στο μαγαζί του ο κατηγορούμενος 3 μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και ο κατηγορούμενος 3 του έδωσε €400 για το ενοίκιο οπότε ο ΜΚ7 του έδωσε πάλι τη σχετική απόδειξη (Τεκ. 4(α)). Στις 30.3.10 ενημερώθηκε από την αστυνομία για το συμβάν και μετέβη στην οικία όπου έξω από αυτήν βρίσκονταν αρκετοί αστυνομικοί και ο κατηγορούμενος 1 καθώς και ένας άντρας 35 ετών περίπου που έβλεπε για πρώτη φορά εκεί και όπως του είπαν διέμενε μαζί με τον κατηγορούμενο 1 στην οικία και πρέπει, όπως ο ΜΚ7 ανέφερε προφορικά στο Δικαστήριο, να είναι ο κατηγορούμενος
- Είχε παραδώσει στην αστυνομία και αναγνώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο το ενοικιαστήριο έγγραφο (Τεκ. 3) όσο και τις δύο αποδείξεις (Τεκ. 4(α) και (β)). Αποτέλεσαν παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης, που εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα (Τεκ. 63): Ο Δρ. Μάριος Καριόλου, εμπειρογνώμονας στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου εξέτασε επιστημονικά τα αντικείμενα της παρούσας υπόθεσης όπως αναφέρονται στην έκθεση του με αριθμό 2033/10 ημερομηνίας 21.6.10, η οποία κατατέθηκε ως Τεκ. 64
(2), ενώ το βιογραφικό του σημείωμα κατατέθηκε ως Τεκ. 64
(1). Τα αντικείμενα αριθμούμενα ως 2033-1 μέχρι 2033-10 αποτελούν τα Τεκ. 8-17 αντίστοιχα, τα αντικείμενα αριθμούμενα ως 2033 -16 μέχρι 2033-25 αποτελούν τα Τεκ. 23-32 αντίστοιχα και τα αντικείμενα αριθμούμενα ως 2033-32 μέχρι 2033-39 αποτελούν τα Τεκ. 37-44 αντίστοιχα. Η Κατερίνα Κονάρη, Χημικός 1ης Τάξης στο Γενικό Χημείο του Κράτους παρέλαβε με το περιεχόμενο τους και εξέτασε τα Τεκ. 8-11 (δηλαδή τα υπ΄ αρ. 1852/F/10 - 1855/F/10 στην έκθεση της), Τεκ. 13-17 (1856/F/10-1875/F/10), Tεκ. 19-22 (1876/F/10-1930/F/10), Τεκ. 24-25 (1931/F/10-1932/F/10), Tεκ. 27-28 (1933/F/10-1934/F/10), Τεκ. 30-32 (1935/F/10-1937/F/10) και Τεκ. 36 (1938/F/10). Τα Τεκ. 33 (α) - (β) και 34 συσκευάστηκαν και σφραγίστηκαν από την ίδια ενώ το περιεχόμενο των Τεκ. 19-22 κρατήθηκε και χρησιμοποιήθηκε για την εξέταση από το Χημείο. Στο Τεκ. 19 οι 9 από τις 16 πλαστικές γλάστρες περιείχαν φυτό με χώμα (1876/F/10-1891/F/10). Στο Τεκ. 22 οι 13 από τις 14 πλαστικές γλάστρες περιείχαν χώμα με φυτό (1917/F/10-1930/F/10). Τα επιστημονικά ευρήματα της Κατερίνας Κονάρη αναφέρονται στην έκθεση της ημερομηνίας 14.4.10 που κατατέθηκε ως Τεκ.
- O κατηγορούμενος 2 στην ανώμοτη του δήλωση ανέφερε τα ακόλουθα επί λέξει: «Κύριοι Εντιμότατοι, σεβαστό Δικαστήριο, τα όσα έχω αναφέρει στις δύο μου καταθέσεις δεν είναι αλήθεια, είναι όλα από υποσχέσεις της Αστυνομίας που μου έδωσαν και θα με διώχνανε για Ελλάδα. Εγώ δεν έχω καμιά σχέση με τα ναρκωτικά που βρέθηκαν στο σπίτι και ούτε μπορούσα να πάρω ελεύθερα από αυτά και να διακινήσω και να κάνω οτιδήποτε. Λυπάμαι πραγματικά που έμπλεξα τον Πανίκο Ξυδά στις καταθέσεις μου και γιατί βρέθηκα και εγώ μπλεγμένος σε μια υπόθεση που δεν έχω σχέση. Τον Πανίκο Ξυδά τον γνώρισα στις φυλακές Ναυπλίου και μόλις αποφυλακίστηκα τον πήρα τηλέφωνο για να έρθω στην Κύπρο γιατί λόγω κρίσεως στην Ελλάδα δεν είχαμε πολλή δουλειά. Πράγματι ήρθα στην Κύπρο, με πήρε από το αεροδρόμιο της Λάρνακας και με πήγε στην Πέτρου Ολυμπίου 7 στην Αγία Φύλα να μείνω προσωρινά μέχρι να βρω κάπου να μείνω. Επίσης με βοήθησε οικονομικά και στο ενοίκιο. Εγώ έπιασα δουλειά 18 Γενάρη. Τα τρόφιμα που παίρναμε για το σπίτι τα μοιραζόμαστε γιατί έπιασα δουλειά γρήγορα, αυτός ήταν ο σκοπός μου να πιάσω... για δουλειά. Όσον αφορά το δακτυλικό αποτύπωμα που βρέθηκε σε κάποιο σακούλι, είναι επειδή ψωνίζαμε από τα διάφορα supermarket, που είχα χρησιμοποιήσει για να μεταφέρω τα τρόφιμα στο σπίτι. Δε γνωρίζω πώς το σακούλι βρέθηκε μέσα σε άλλα σακούλια τα οποία περιείχαν ναρκωτικά... Δεν έχω τίποτε άλλο να πω. Σας ευχαριστώ.» Παραθέτουμε σ΄ αυτό το στάδιο την εκδοχή του κατηγορούμενου 2 όπως προβάλει στις ανακριτικές του καταθέσεις. Στην πρώτη ανακριτική του κατάθεση (Τεκ. 53), ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι κατάγεται από την Πάτρα Ελλάδας και είναι μπογιατζής αυτοκινήτων. Γνώρισε τον κατηγορούμενο 3 στην Ελλάδα πριν δύο χρόνια όταν του έφτιαξε το αυτοκίνητο του και τότε του έδωσε το τηλέφωνο του. Αρχές Ιανουαρίου του 2010 τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 3 και τον παρακάλεσε να του βρει δουλειά στην Κύπρο. Μετά από λίγες μέρες ο κατηγορούμενος 3 του τηλεφώνησε και του είπε ότι του βρήκε δουλειά. Στις 15.1.10 ο κατηγορούμενος 2 ήρθε στην Κύπρο και ο κατηγορούμενος 3 τον παρέλαβε από το αεροδρόμιο Λάρνακας και τον μετέφερε στο σπίτι στην Αγία Φύλα, όπου του είπε να μείνει με τον κατηγορούμενο 1 μέχρι να μπορέσει να φύγει. Στις 18.1.10 άρχισε δουλειά στην Αγία Φύλα. Τη δεύτερη ημέρα που ήταν στην Κύπρο, ο κατηγορούμενος 3 του είπε ότι είχε κάποια πράγματα στο σπίτι και θα τα έπαιρνε μετά από λίγο καιρό και να μην ανησυχεί. Μετά από λίγες μέρες ο κατηγορούμενος 1 του είπε να φύγουν από το σπίτι διότι θα έβρισκαν το μπελά τους. Ο κατηγορούμενος 2 του είπε να μείνουν λίγο καιρό μέχρι να μπορέσουν να ενοικιάσουν αλλού σπίτι και να έφευγαν μετά το Πάσχα. Πριν μια εβδομάδα περίπου, όταν γύρισε από τη δουλειά του το βράδυ πρόσεξε κάτι φυτά σε γλάστρες δίπλα από το κρεβάτι του κατηγορούμενου 1 και όταν τον ρώτησε τι φυτά ήταν, αυτός του είπε ότι τα έφερε ο κατηγορούμενος 3 και ήταν χασίσι. Ο κατηγορούμενος 2 του είπε ότι δεν άντεχε άλλο αυτή την κατάσταση και θα έφευγαν αμέσως μετά το Πάσχα. Όπως αναφέρει στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος 2 δεν ήξερε τι να κάνει και πού να αποταθεί. Φοβόταν επειδή είναι ξένος στην Κύπρο και δεν ξέρει σχεδόν κανένα. Πήγαινε στη δουλειά του και δεν είδε ποτέ τους άλλους κατηγορούμενους να παίρνουν στο σπίτι τις ποσότητες των ναρκωτικών ή να ποτίζουν τα φυτά. Για πρώτη φορά, την ημέρα εκείνη, είδε τα σπόρια και την άσπρη ουσία που βρέθηκε στην έρευνα και δεν άγγιξε ποτέ τα ναρκωτικά που ήταν κάτω από το κρεβάτι του κατηγορούμενου
- Τη μεγάλη ζυγαριά την είδε μια μέρα στο ντουλάπι της κουζίνας αλλά δεν έδωσε σημασία. Δεν είναι χρήστης ναρκωτικών και δεν έχει σχέση με τέτοια πράγματα, όντας θύμα στην όλη υπόθεση. Έδωσε €200 για τον προηγούμενο μήνα και άλλα τόσα για τον τρέχοντα μήνα στον κατηγορούμενο 3 και τα υπόλοιπα τα συμπλήρωνε ο ίδιος και πλήρωνε το ενοίκιο. Δεν γνωρίζει τον αριθμό τηλεφώνου του κατηγορούμενου 3, ο οποίος κάποτε περνούσε από το σπίτι, έπιναν καφέ και έφευγε. Όταν ο κατηγορούμενος 3 του είπε ότι είχε κάποια πράγματα στο σπίτι τον ρώτησε τι ήταν και αυτός του είπε ότι είχε μεγάλη ποσότητα «χόρτο, χασίσι» κάτω από το κρεβάτι του κατηγορούμενου
- Ο κατηγορούμενος 2 από περιέργεια σήκωσε το κρεβάτι αργότερα και είδε μεγάλα πακέτα τυλιγμένα με ταινίες. Τότε κατάλαβε ότι μέσα σ΄ αυτά υπήρχαν ναρκωτικές ουσίες. Στη συμπληρωματική του ανακριτική κατάθεση (Τεκ. 55), ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι έχοντας ηρεμήσει και αφού μίλησε με το δικηγόρο του θέλει να ξεκαθαρίσει ότι η αφορμή για να έρθει στην Κύπρο, όπως ξαναείπε, ήταν ο κατηγορούμενος 3, τον οποίο γνώρισε το 2007 στις φυλακές Ναυπλίου που είχε καταδικαστεί σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση για κατοχή και μεταφορά 884 γραμμαρίων κάνναβης. Ο κατηγορούμενος 2 αποφυλακίστηκε το Σεπτέμβριο του 2009 ενώ ο κατηγορούμενος 3 είχε αποφυλακιστεί περίπου 6 μήνες νωρίτερα. Κοντά στα Χριστούγεννα του 2009 τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 3 για να του ευχηθεί και αυτός του είπε ότι μόλις θα του έβρισκε δουλειά στην Κύπρο θα του τηλεφωνούσε. Πράγματι ο κατηγορούμενος 3 του τηλεφώνησε στις αρχές Ιανουαρίου 2010 ότι του βρήκε δουλειά και στις 15.1.10 ο κατηγορούμενος 2 ήρθε στην Κύπρο. Μεταφέροντας τον ο κατηγορούμενος 3 στο σπίτι στην Αγία Φύλα, του γνώρισε τον κατηγορούμενο 1 και του είπε ότι θα έμενε μαζί του στο σπίτι αυτό που ο κατηγορούμενος 3 είχε ενοικιασμένο στο όνομα του. Την ίδια μέρα ο κατηγορούμενος 3 τον πήρε στον ισιωτή αυτοκινήτων που τον προσέλαβε για να ξεκινήσει δουλειά στις 18.1.
- Το ίδιο βράδυ ο κατηγορούμενος 1, όταν ήταν μόνοι τους, του είπε ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε ναρκωτικά κάτω από το κρεβάτι του κατηγορούμενου 1 και ότι σύντομα θα τα έφευγε από εκεί. Επειδή ένιωθε υποχρεωμένος έναντι του κατηγορούμενου 3, δέχθηκε αυτό που συνέβαινε αλλά όταν είδε τον κατηγορούμενο 3 μετά από δύο μέρες και τον ρώτησε τι θα γίνει με τα ναρκωτικά, αυτός του είπε να κάνει υπομονή γιατί θα τα έπαιρνε σε λίγες μέρες και να κάνει χρήση χασίσι, αν ήθελε, από αυτό που είχε δώσει στον κατηγορούμενο 1, να μην κάνουν όμως κατάχρηση. Ο κατηγορούμενος 2 είχε προσέξει τις σακούλες με το χορτάρι που ήταν κάτω από το κρεβάτι του κατηγορούμενου 1 αλλά δεν τις άγγιξε καθόλου. Μετά από δύο εβδομάδες πήγε ο κατηγορούμενος 3 στο σπίτι και πήρε από τα ναρκωτικά που ήταν κάτω από το κρεβάτι ποσότητα που έβαλε σε δύο-τρία σακουλάκια. Ο κατηγορούμενος 2 υπολόγισε με το μάτι ότι έβαλε περίπου τριάντα γραμμάρια σε κάθε ένα από τα δύο-τρία σακουλάκια, αλλά δεν τον ρώτησε τίποτε. Είχε δει επίσης κατά διαστήματα τον κατηγορούμενο 3 να παίρνει από το σακουλάκι με την άσπρη ουσία κάποια γραμμάρια και να τα ζυγίζει αλλά δεν γνωρίζει τι έκανε ο κατηγορούμενος 3 τόσο το χόρτο όσο και την άσπρη ουσία που έπαιρνε από το σπίτι. Συνέχεια οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έλεγαν στον κατηγορούμενο 3 να πάρει το χόρτο και τα άλλα ναρκωτικά από το σπίτι αλλά αυτός τους έλεγε να κάνουν υπομονή. Γνώρισε τη γυναίκα του κατηγορούμενου 3 στο ασφαλιστικό γραφείο που δουλεύει και δεν πήγε ποτέ στο διαμέρισμα τους. Ήταν κουρασμένος μετά τη δουλειά του και συνήθως δεν έβγαινε από το σπίτι, κάπνιζε μόνο ένα τσιγάρο με χασίσι κάθε βράδυ και κοιμόταν μέχρι το επόμενο πρωί. Δεν κατήγγειλε τον κατηγορούμενο 3 στην αστυνομία επειδή ένιωθε υποχρεωμένος προς αυτόν. Περίπου δέκα-δεκαπέντε μέρες πριν τον συλλάβουν είδε τα σπόρια που έφερε ο κατηγορούμενος 3 στο σπίτι, τα οποία, όπως του είπε, έφερε μέσω ταχυδρομείου από την Αγγλία. Μετά από δύο μέρες είδε τις γλάστρες με τα φυτά κάνναβης και ο κατηγορούμενος 1 του είπε ότι τα έφερε ο κατηγορούμενος 3 στο σπίτι. Ο κατηγορούμενος 3 πέρασε το ίδιο βράδυ να τους δει και του είπε ότι τα φυτά θα τα έπαιρνε κάποιος Ελλαδίτης και μέχρι να έρθει αυτός τα φυτά θα έμεναν στο σπίτι να μεγαλώσουν. Ο κατηγορούμενος 3 καταθέτοντας ενόρκως υιοθέτησε αρχικά την ανακριτική του κατάθεση (Τεκ. 54). Στην εν λόγω κατάθεση αναφέρει ότι διαμένει περιστασιακά στην διεύθυνση Αντιφωνητού 3 στην Αγία Φύλα με τη σύζυγο του από τον Μάρτιο του 2009, που αποφυλακίστηκε από την Ελλάδα μετά την καταδίκη του το έτος 2005 σε οκτώ χρόνια φυλάκισης για μεταφορά δέκα κιλών περίπου κάνναβης. Οι όροι αποφυλάκισης του περιελάμβαναν να υπογράφει μηνιαίως σε αστυνομικό σταθμό στην Αθήνα και ως εκ τούτου τον τελευταίο χρόνο πήγαινε κάθε μήνα στην Ελλάδα όπου και παρέμενε για αρκετό χρονικό διάστημα. Κατά τη διάρκεια που ήταν στη φυλακή στην Ελλάδα γνώρισε τους κατηγορούμενους 1 και 2, οι οποίοι νομίζει ότι ήταν στη φυλακή για ναρκωτικά. Μετά την αποφυλάκιση του είχε τηλεφωνικές επικοινωνίες μαζί τους και όταν πήγαινε στην Ελλάδα επισκεπτόταν μόνο τον κατηγορούμενο 1 καθότι ο κατηγορούμενος 2 αποφυλακίστηκε μετά από αυτόν. Και οι δύο του έλεγαν συνεχώς ότι ήθελαν να έρθουν στην Κύπρο για δουλειά επειδή στην Ελλάδα υπήρχε ανεργία. Στις αρχές Ιανουαρίου του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 1 για να έρθει στην Κύπρο, όπως και έγινε και τον παρέλαβε από το αεροδρόμιο Πάφου. Τον μετέφερε στο πατρικό του σπίτι στην οδό Αντιφωνητού 3 στην Αγία Φύλα όπου τον φιλοξένησε για μια νύχτα. Την επόμενη μέρα τον μετέφερε με το αυτοκίνητο του σε ένα εστιατόριο στην Αγία Φύλα και ανεχώρησε για το σπίτι του. Όταν βρέθηκαν το απόγευμα ο κατηγορούμενος 1 του είπε ότι βρήκε σπίτι στην Αγία Φύλα και το ενοικίασε προς €400 από κάποιο Χριστάκη. Στη συνέχεια τον μετέφερε στο σπίτι αυτό, το οποίο έβλεπε για πρώτη φορά. Κάθε μέρα επισκεπτόταν τον κατηγορούμενο 1 και τον έπαιρνε και πήγαιναν για ποτό. Στο σπίτι αυτό ο ίδιος μετέφερε καναπέδες, τραπεζάκι, πιάτα, καρέκλες και το κρεβάτι που κοιμόταν ο κατηγορούμενος 1 και αυτά ήταν δικά του. Μετά από μια-δυο εβδομάδες του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 2 ότι θα ερχόταν στην Κύπρο. Του βρήκε δουλειά και την ημέρα που ήρθε, τον παρέλαβε από το αεροδρόμιο Λάρνακας και αφού συνεννοήθηκε με τον κατηγορούμενο 1 τον μετέφερε στο σπίτι του για να μείνουν μαζί και να μοιράζονται το ενοίκιο. Ο κατηγορούμενος 3 συνέχισε να έχει σχέσεις μαζί τους, να πηγαίνει να τους βλέπει, να τους παίρνει περίπατο και να βγαίνουν για ποτό αλλά σταμάτησε να έχει σχέσεις μαζί τους πριν μια εβδομάδα όταν τους επισκέφθηκε και είδε «τα δεντρούδκια κανναουρκάς». Όταν ρώτησε τον κατηγορούμενο 1, που ήταν μόνος του στο σπίτι, αυτός του είπε ότι ήθελε να δοκιμάσει κάτι και θα τα έβγαζε. Ήταν περίπου 20 μικρές γλάστρες μέσα σε δύο κάσιες στο αποχωρητήριο και τα φυτά ήταν 3-4 πόντους περίπου. Δεν είχε καμία σχέση με τις συσκευασίες που είδε στο γραφείο της ΥΚΑΝ την ώρα που σφραγίζοντο και που όπως του είπαν είχαν εννιάμιση κιλά κάνναβη μέσα, τα οποία πρώτη φορά έβλεπε. Πρώτη φορά έβλεπε επίσης τα ναρκωτικά που ήταν μέσα στα δύο κουτιά του Nescafe και την άσπρη ουσία που ήταν μέσα σε τρεις ξεχωριστές συσκευασίες και δεν έχει σχέση με αυτά. Τη μεγάλη ζυγαριά την αγόρασε ο ίδιος για τον κατηγορούμενο 1 που του την ζήτησε πριν 15 μέρες. Την αγόρασε από κάποιο πλασιέ που βρήκε έξω από το σπίτι του για το ποσό των €80 και την ίδια μέρα την πήρε στον κατηγορούμενο 1, χωρίς να τον ρωτήσει για ποιο λόγο την ήθελε. Τη μικρή ζυγαριά την είδε τυχαία στο σπίτι του κατηγορούμενου 1 την ημέρα που του πήρε την άλλη ζυγαριά. Τους σπόρους κάνναβης τους είδε πριν μια εβδομάδα περίπου στο σπίτι του κατηγορούμενου 1 δίπλα από τη ζυγαριά. Κατέχει δύο τηλέφωνα με κυπριακούς αριθμούς κλήσης και άλλα δύο με ελληνικούς αριθμούς. Όσον αφορά την άσπρη ουσία που βρέθηκε στην πόρτα του οδηγού του αυτοκινήτου του είναι από αυτές που πουλούσαν στα περίπτερα και απαγορεύτηκαν τελευταίως, την είχε δε για δική του χρήση. Μετά την αποφυλάκιση του δεν έκανε χρήση οποιουδήποτε ναρκωτικού παρά μόνο πριν μια εβδομάδα από την ίδια ουσία, που, όπως και αυτή που βρέθηκε στο αυτοκίνητο του, του την είχε δώσει ο κατηγορούμενος 1 χωρίς να του δώσει χρήματα. Γύρω στις 5:00-6:00 το απόγευμα της 30.3.10 πήγε και έπιασε τον κατηγορούμενο 1 από το σπίτι του για να πάνε περίπατο με το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής ΕΝΝ 311, που οδηγά αποκλειστικά ο ίδιος. Αφού πήγαν σε ένα φίλο του στη Λεμεσό, του οποίου δεν θέλει να πει το όνομα, κατέβηκε μόνο αυτός από το αυτοκίνητο και αφού συνομίλησε μαζί του για πέντε λεπτά επέστρεψαν πίσω στο σπίτι του κατηγορούμενου 1 για να τον αφήσει και εκείνη τη στιγμή τους ανέκοψε η αστυνομία. Δεν έχει καμία σχέση με τις ναρκωτικές ουσίες και τα άλλα αντικείμενα που βρέθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας της οικίας της οδού Πέτρου Ολυμπίου 7 και δεν είναι δικά του, πρώτη φορά δε τα είδε στα γραφεία της ΥΚΑΝ που του τα έδειξαν. Πριν ένα μήνα περίπου ο κατηγορούμενος 1 του ζήτησε και του αγόρασε τέσσερις καφέ τέλλες προς 0.80 σεντ. Τον ιδιοκτήτη του σπιτιού που έμεναν οι κατηγορούμενοι 1 και 2, τον γνώρισε προς τα τέλη του Φεβρουαρίου του 2010 που τους πήρε και του πλήρωσαν το ενοίκιο και ο Χριστάκης, δηλαδή ο ιδιοκτήτης, τους είπε ότι ήθελε να τους κάνει συμβόλαιο και του είπαν εντάξει. Δεν θυμόταν κατά πόσο πλήρωσε ο ίδιος τον Χριστάκη ή οι κατηγορούμενοι 1 και
- Κατά την προφορική του μαρτυρία ο κατηγορούμενος 3 πρόσθεσε ότι την πρώτη μέρα που πήγε με τον κατηγορούμενο 1 στην οικία της οδού Πέτρου Ολυμπίου 7, συνάντησε τον άνθρωπο που έμενε μαζί με τον κατηγορούμενο 1 που ήταν από την Ελλάδα και ονομαζόταν Αναστάσιος, ο οποίος του είπε ότι ενοικίασε το σπίτι και θα έμεναν προσωρινά μαζί με τον κατηγορούμενο
- Τον Χριστάκη, τον ιδιοκτήτη του σπιτιού, τον είδε δύο φορές δηλαδή περί τα μέσα Φεβρουαρίου που ήρθε τυχαία στο σπίτι για να πάρει το ενοίκιο, όπου και τον γνώρισε και μετά όταν πήγαν να του πληρώσουν το επόμενο ενοίκιο. Πλήρωσε ο ίδιος το ενοίκιο επειδή οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν είχαν λεφτά όταν ήρθαν στην Κύπρο και έπρεπε να τους βοηθήσει εφόσον ο ίδιος τους είπε να έρθουν. Τους συντηρούσε μέχρι να πιάσουν δουλειά και να του δώσουν τα χρήματα που θα τους δάνειζε τόσο για το σπίτι όσο και για τα άλλα τους έξοδα και τα ψώνια στο supermarket. Πήγαιναν μαζί και τους ψώνιζε ό,τι χρειάζονταν γι΄ αυτό και βρέθηκε το DNA του σε σακούλες που ψώνιζαν μαζί από το supermarket καθώς και σε κουτί Nescafe εφόσον όταν πήγαινε στο σπίτι τους και έκανε φραπέ ίσως να άγγιξε το κουτί αυτό. Οι σπόροι που είχε δει δίπλα από τη ζυγαριά ήταν σε μικρά νάιλον σακούλια, τα οποία στην αρχή δεν κατάλαβε τι ήταν και όταν τα άγγιξε και τα είδε είπε στον κατηγορούμενο 1 να τα πετάξει γιατί θα δημιουργηθεί πρόβλημα. Ως προς το αποτύπωμα του που ανευρέθηκε σε ένα γκρίζο νάιλον σακούλι με κομμάτια καφέ κολλητικής ταινίας ανέφερε τα εξής «Είναι από αυτά που πηγαίναμε στο supermarket και η κολλητική ταινία ήταν αυτές που μου είχε ζητήσει κάτι κολλητικές ταινίες παλιά ο Σάκης που του είχα πάρει.» Οι συνήγοροι αγορεύοντας με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Παρόλο που στις επί μέρους εισηγήσεις των συνηγόρων θα γίνει αναφορά όπου χρειάζεται πιο κάτω, συνοπτικά μπορεί να λεχθεί ότι η κα Ιωαννίδου εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία αποκαλύπτει ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν άμεση σχέση και γνώση για τα ναρκωτικά που ανευρέθηκαν στην οικία της οδού Πέτρου Ολυμπίου 7, καθώς και φυσικό έλεγχο επ' αυτών, ενόψει δε της ποσότητας τους τεκμαίρεται ότι προτίθεντο να τα προμηθεύσουν σε άλλα πρόσωπα, χωρίς να ανατρέψουν το εν λόγω νομικό τεκμήριο. Το Δικαστήριο κρίνοντας πλήρως αξιόπιστους τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής μπορεί να καταδικάσει τους κατηγορούμενους 2 και 3 με βάση και τη μαρτυρία που σχετίζεται με την ανεύρεση του γενετικού υλικού και των αποτυπωμάτων τους στις σακούλες και σε αντικείμενα εντός των οποίων ανευρέθησαν τα ναρκωτικά, εφόσον οι ανακριτικές καταθέσεις του κατηγορούμενου 2 και η μαρτυρία του κατηγορούμενου 3, συνεκτιμώμενες με την προσαχθείσα μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, δεν αφήνουν αμφιβολία περί της ενοχής τους. Αντίθετα ο κ. Παυλίδης εισηγήθηκε ότι παρόλο που ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε, όπως παραδέχθηκε στις καταθέσεις του, για την ύπαρξη των ναρκωτικών στην εν λόγω οικία, όπου και ο ίδιος διέμενε, δεν είχε δικαίωμα κατοχής τους ή επέμβασης σ' αυτά ούτε τα φύλαττε. Δίδοντας δε εξηγήσεις ο κατηγορούμενος 2 για τους λόγους ανεύρεσης του δακτυλικού του αποτυπώματος στο τεκμήριο που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, που η ύπαρξη του δημιουργεί υποψία μη ικανή να οδηγήσει σε εύρημα ενοχής, θα πρέπει να απαλλαγεί των κατηγοριών που αντιμετωπίζει δεδομένου και του ότι η κατηγορούσα αρχή δεν καθορίζει στις λεπτομέρειες των αδικημάτων ότι η κατοχή των ναρκωτικών ήταν κοινή με τους λοιπούς κατηγορούμενους. Ο κ. Χ''Λοίζου από την πλευρά του εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε κατοχή ή έλεγχο επί των ανευρεθέντων ναρκωτικών ούτε και διέμενε στην εν λόγω οικία, ως προς δε την επιστημονική μαρτυρία που τον συνδέει με αυτά έδωσε ικανοποιητικές εξηγήσεις και με βάση τη μαρτυρία του, που ήταν ειλικρινής, θα πρέπει να απαλλαγεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η αξιολόγηση της προσαχθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας είναι μια λεπτή και παράλληλα σημαντική εκδήλωση της δικαστικής κρίσης γιατί μέσα από αυτή το Δικαστήριο αφού μορφώσει άποψη για την ποιότητα της και την αξιοπιστία των μαρτύρων θα διαμορφώσει τη θέση του και θα οδηγηθεί στα συμπεράσματα του ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Το Εφετείο στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 επανέλαβε τις παραμέτρους μέσα στις οποίες πρέπει να κινηθεί το Δικαστήριο ασκώντας τη λειτουργία του στο στάδιο αυτό. Η αξιολόγηση, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω υπόθεση, πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας και επίσης με βάση τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Παράλληλα η δυνατότητα αποδοχής μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και η απόρριψη άλλου, είναι, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 1 θεμελιωμένη με τον κυρίαρχο ρόλο του Δικαστή ως κριτή γεγονότων. Στην υπόθεση Ομήρου (πιο πάνω) γίνεται επίσης επίκληση της πιο πάνω αρχής, αλλά τονίζεται ταυτόχρονα η αναγκαιότητα αιτιολόγησης από πλευράς Δικαστηρίου μιας τέτοιας μερικής αποδοχής (βλ. σχετικά και την πρόσφατη απόφαση Μιχάλης Αριστείδου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 223/09, ημερομηνίας 15.2.2011). Έχουμε παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες στη ζωντανή τους παρουσία ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχαμε επίσης την ευκαιρία να εξετάσουμε με προσοχή το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας περιλαμβανομένων και των τεκμηρίων. Περαιτέρω έχουμε μελετήσει το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου 2. Τα γεγονότα που έχουν γίνει παραδεκτά με την έγκριση του Δικαστηρίου αποτελούν και δικά μας ευρήματα. Ως προς τη σημασία των παραδεκτών γεγονότων σχετική είναι η υπόθεση Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498 όπου τονίστηκε ότι όταν ένα γεγονός καταστεί παραδεκτό γεγονός καθίσταται όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο ουσιαστικά σε δεδομένο, το οποίο έχει τέτοια σημασία που, ακόμα και σε περίπτωση μαρτυρίας η οποία αντίκειται προς αυτό, η μαρτυρία εκείνη να κρίνεται ανάλογα. Ξεκινώντας από τη μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ7, κρίνουμε αυτούς τους μάρτυρες πλήρως αξιόπιστους. Ο ΜΚ7 υπήρξε σαφής και συνεπής μάρτυρας, η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση και γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Ο ΜΚ1 μας έκανε καλή εντύπωση ως άτομο ερχόμενο στο Δικαστήριο με πρόθεση να εκθέσει με ειλικρίνεια τα γεγονότα που γνώριζε, χωρίς να διστάζει να δηλώσει την άγνοια του για γεγονότα για τα οποία δεν είχε άμεση εμπλοκή. Ουσιαστικά η μαρτυρία του περιορίστηκε στη κατάθεση των Τεκ. 1-4, εκ των οποίων τα Τεκ. 1-2 είναι οι φωτογραφίες που έλαβε ενώ τα Τεκ. 3-4(α) και (β) είναι τα έγγραφα που παρέλαβε από τον ΜΚ
- Ανάλογη είναι η αντίληψη μας και για τον ΜΚ2 του οποίου η μαρτυρία ήταν περιορισμένης έκτασης και σημασίας και ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Οι ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΚ6 είχαν μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη εμπλοκή στην υπόθεση. Ο καθένας από αυτούς μας έχει δημιουργήσει θετική εικόνα ως προς την αξιοπιστία του και κρίνουμε ότι οι μάρτυρες αυτοί προσήλθαν στο Δικαστήριο για να παραθέσουν τα γεγονότα όπως τα έχουν διαπιστώσει. Προσεκτική εξέταση της μαρτυρίας τους καταδεικνύει ότι προέβησαν στις πιο πάνω παρατεθείσες ενέργειες τους, που σχετίζονται με την διερεύνηση της υπόθεσης και που δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση ότι έγιναν, με επάρκεια και συνέπεια και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία τους στην ολότητα της. Δεν θεωρούμε ανατρεπτικό της θετικής εντύπωσης που μας δημιούργησαν κατά τη ζωντανή παρουσία τους στο Δικαστήριο το ότι δεν είχαν περιλάβει στις γραπτές καταθέσεις τους όπως τους τέθηκε κατά την αντεξέταση τους, ο μεν ΜΚ3 την περιγραφή των κατηγορουμένων 1 και 2 ως ανήσυχων και ότι του ανέφεραν ότι δεν γνώριζαν για την ύπαρξη των ναρκωτικών που βρέθηκαν κατά την έρευνα της οικίας που διέμεναν, ο δε ΜΚ6 για τη διαδικασία έκδοσης και παράδοσης των ενταλμάτων έρευνας της οικίας, την ώρα που ανεχώρησε από το σημείο της ανακοπής ή την ώρα λήψης της γραπτής συγκατάθεσης για έρευνα από τον κατηγορούμενο
- Οι εξηγήσεις που έδωσαν άλλωστε ικανοποιούν ότι δεν πρόκειται περί παραλείψεων αλλά οι σχετικές αναφορές τους ενώπιον του Δικαστηρίου οφείλονται σε ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν. Ως προς δε το ΜΚ5, η μαρτυρία του γίνεται πλήρως αποδεκτή δεδομένου ότι τα αποτελέσματα της εξειδικευμένης εξέτασης του έγιναν παραδεκτό γεγονός και αυτός δεν αντεξετάστηκε. Από την επιστημονική μαρτυρία που αφορά τις εξετάσεις γενετικού υλικού και συγκεκριμένα με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης του Δρ. Μάριου Καριόλου (Τεκ.64
(1)) που κατατέθηκε ως μέρος των παραδεκτών γεγονότων συνάγεται ότι το γενετικό υλικό τόσο του κατηγορούμενου 2 όσο και του κατηγορούμενου 3 βρέθηκε σε τεκμήρια της υπόθεσης που εξετάστηκαν. Συγκεκριμένα στο Τεκ. 11, σε επίχρισμα από την εξωτερική πλευρά του κουτιού με την επιγραφή Τρίμμα Πίττας που περιείχε άσπρη ουσία, απομονώθηκε πάρα πολύ μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού, στην οποία υπήρχαν αλλήλια του γενετικού προφίλ του κατηγορούμενου
- Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3 στο Τεκ. 8, σε επίχρισμα από την εξωτερική πλευρά του κουτιού με την επιγραφή Nescafe classic εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης, απομονώθηκε πολύ μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού στο οποίο υπήρχαν ορισμένα αλλήλια του γενετικού του προφίλ, όπως και στο Τεκ. 17 σε επίχρισμα από ένα από τα σακουλάκια εξωτερικά και στο Τεκ. 23 σε επίχρισμα από το τεμάχιο νάιλον χρώματος μπλε εξωτερικά καθώς και στο Τεκ. 24 σε επίχρισμα στο νάιλον διαφανές σακούλι χρώματος άσπρου που ήταν περιτυλιγμένο με καφέ κολλητική ταινία και περιείχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 3 είναι δότης μέρους του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε σε επίχρισμα της εξωτερικής πλευράς του πώματος του κουτιού με την επιγραφή Nescafe classic (Τεκ. 9) καθώς και σε επίχρισμα από ένα σακουλάκι εξωτερικά του Τεκ. 17 ως επίσης και σε επίχρισμα από την νάιλον τσάντα χρώματος άσπρου με την επιγραφή «Αθηαινίτης» του Τεκ.
- Επιπρόσθετα το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου 3 ταυτίστηκε με το γενετικό προφίλ της κύριας συνεισφοράς του μικτού γενετικού υλικού σε επίχρισμα από την εξωτερική πλευρά του κουτιού με την επιγραφή Nescafe classic (Τεκ. 9) εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η μαρτυρία για ύπαρξη γενετικού υλικού που να συνδέει τον κατηγορούμενο με τη διάπραξη αδικήματος αποτελεί περιστατική μαρτυρία. Στην υπόθεση Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143, λέχθηκε ότι ο εντοπισμός του γενετικού υλικού αποτελεί γεγονός σχετικό με την διάπραξη του αδικήματος. Δεν οδηγεί από μόνο του στην απόδειξη της ενοχής του κατηγορούμενου αλλά καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος ήλθε σε επαφή με το συγκεκριμένο αντικείμενο σε μια δεδομένη στιγμή. Συνεκτιμούμενο ωστόσο μαζί με άλλα περιστατικά του εγκλήματος, μπορεί σωρευτικά να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ενοχής εφόσον τα συγκεκριμένα περιστατικά δεν επιδέχονται λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης εκτός από την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. και Σάββας Πλαστήρα Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Γρηγόρης Σίμου Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 571 και Hussein Vedat ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 102/2010 ημερομηνίας 21.1.2011). Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νικολάου, Ποιν. Έφ. Αρ. 212/2009 ημερομηνίας 10.11.10, όπου ανατράπηκε η πρωτόδικη αθωωτική απόφαση και κρίθηκε ότι η μοναδική μαρτυρία που είχε στην κατοχή της η κατηγορούσα αρχή και ενέπλεκε τον κατηγορούμενο ήταν η ύπαρξη του γενετικού του υλικού, που βάσει της μαρτυρίας του μοριακού γενετιστή ταυτιζόταν με τον κατηγορούμενο ώστε να μην παρέχεται άλλη εξήγηση εκτός του ότι ο κατηγορούμενος ήταν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ο δράστης, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί ότι η περιστατική μαρτυρία δεν είναι υποδεέστερη της άμεσης τοιαύτης, όταν δε είναι «... συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους.».(δέστε Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 σελ. 119-120 και Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746). Περιστατική μαρτυρία δε που προέρχεται από επιστημονικές εξετάσεις, όπως αυτές σε επίπεδο μοριακής γενετικής, είναι ιδιαιτέρως σημαντική ως προς τη δυναμική που αναπτύσσει λόγω της φύσης της ώστε να επαρκεί στην κατάλληλη περίπτωση να θεμελιώσει ενοχή. (R. v. Melias The Times 14.11.87, Σάββας Πλαστήρας Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 571). Παρά τη δυναμική της δεν έχει βεβαίως οποιοδήποτε εγγενές διαφοροποιητικό στοιχείο που να την διακρίνει από οποιαδήποτε άλλης φύσεως περιστατική μαρτυρία και κατά συνέπεια πρέπει, δίχως άλλο, να είναι δυνατή η σύνδεση της με την ενοχή του κατηγορουμένου κατά τρόπο άμεσο και ταυτόχρονα ασυμβίβαστο με άλλη λογική ερμηνεία επ΄ αυτής. (Fournides v. Republic
(1986)2 CLR 73).» Σε σχέση με τα δακτυλικά αποτυπώματα, στην υπόθεση Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225, λέχθηκε ότι : «Η άρνηση ενοχής συναρτάται και εκτιμάται σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επαφή με το αντικείμενο του εγκλήματος. Ανάλογα δε με την εξήγηση που μπορεί να υπάρχει για την ύπαρξη τους, η παρουσία δακτυλικών αποτυπωμάτων είναι δυνατή και από μόνη της να στηρίξει καταδίκη (βλ. μεταξύ άλλων Charitonos v. Republic
(1971)2 C.L.R. 40, Mantis v. Police
(1981)2 C.L.R. 234, Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174 και Ιωάννου άλλως Τίτος κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, σελ. 418-419).» Όσον αφορά τις θέσεις της υπεράσπισης, ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε όπως προβεί στην πιο πάνω παρατεθείσα ανώμοτη δήλωση, όπως άλλωστε είναι δικαίωμα του, χωρίς αυτό να αποτελεί στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να επενεργήσει εναντίον του. Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. R v Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284), το Δικαστήριο οφείλει να προσδώσει στην ανώμοτη δήλωση το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη προτού καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι αυτό που λέγεται σε μια τέτοια δήλωση, δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα, με μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, μπορεί όμως να κάνει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Ανάλογος τρόπος προσέγγισης υιοθετήθηκε και στην υπόθεση R v Cambell
(1979)69 Cr. App. R.221) στην οποία λέχθηκε ότι « μια ανώμοτη κατάθεση του κατηγορούμενου, με την πρακτική που επικρατεί σήμερα, φαίνεται να πήρε κάπως σκιερό χαρακτήρα που βρίσκεται στο μισό δρόμο, σε ότι αφορά αξία και βάρος, ανάμεσα σε ένορκη κατάθεση και απλή εξ΄ ακοής μαρτυρία. Δεν μπορεί να λέγεται στους ενόρκους ότι οφείλουν να την αγνοήσουν εξ΄ ολοκλήρου. Πρέπει να τους λέγεται ότι μπορούν να της δώσουν το βάρος που νομίζουν ότι της αξίζει, αλλά ότι δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία, όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση.» Με την ανώμοτη του δήλωση ο κατηγορούμενος 2 προσπαθεί να αποποιηθεί κάθε ευθύνης για την υπόθεση, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε καμία σχέση με τα ναρκωτικά που βρέθηκαν στην οικία που διέμενε. Ισχυρίζεται ότι όσα είχε αναφέρει στις καταθέσεις του στην αστυνομία οφείλονται σε υποσχέσεις που του δόθηκαν ότι θα «τον έδιωχναν για Ελλάδα». Βέβαια σ' αυτόν τον όψιμο ισχυρισμό καμία αξία δεν μπορεί να δοθεί δεδομένου ότι οι καταθέσεις του στην αστυνομία (Τεκ. 53 και 55), κατατέθηκαν χωρίς οποιαδήποτε ένσταση στο ανάλογο στάδιο της διαδικασίας, όπως εύστοχα παρατήρησε και η κα Ιωαννίδου. Η στάση του κατηγορούμενου 2 είναι ενδεικτική των μεταπτώσεων στις θέσεις του, όπως άλλωστε αυτό φαίνεται και από το περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων του και κάθε άλλο παρά πειστική μπορεί να θεωρηθεί η τελικά διαμορφωθείσα εκδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Ανάλογα κρίνεται και η εξήγηση που δίδει για την ανεύρεση του δακτυλικού του αποτυπώματος στο Τεκ. 32. Δεν μας διαφεύγει επί του προκειμένου ότι, όπως αναφέρθηκε από το ΜΚ3, ο κατηγορούμενος 2 ήταν ανήσυχος κατά την αρχική έρευνα της εν λόγω οικίας και ισχυρίζετο ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη των ανευρεθέντων ναρκωτικών. Αυτή η θέση όμως του κατηγορούμενου 2, πέραν του ότι δεν συνάδει με τις μεταγενέστερες τοποθετήσεις του όπως ήδη παρατέθηκαν, αφήνει μετέωρη και χωρίς αξία την εξήγηση που δίδει για την ανεύρεση του δακτυλικού του αποτυπώματος στο σακούλι του supermarket. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να χρησιμοποιηθούν από τον προηγούμενο ενοικιαστή της οικίας σακούλες που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος 2 ψωνίζοντας, την στιγμή που ο κατηγορούμενος 2 δεν ανέφερε σε οποιοδήποτε στάδιο, τόσο κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης όσο και μετέπειτα, ότι διέμενε κατά το ίδιο χρονικό διάστημα στην υπό αναφορά οικία με τον προηγούμενο ενοικιαστή. Επισημαίνουμε, επίσης, ότι ο κατηγορούμενος 2 ουδέποτε αναφέρθηκε στην ύπαρξη του Αναστάσιου Μακρή παρόλο που σύμφωνα με τον ΜΚ3 κατά την έρευνα της οικίας από την αστυνομία στην παρουσία του κατηγορουμένου 2, ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε στο ΜΚ3 ότι πιθανόν τα ανευρεθέντα ναρκωτικά να τα είχε τοποθετήσει ο ιδιοκτήτης της οικίας προτού μετακομίσουν οι ίδιοι. Αυτό που προβάλλει από τις καταθέσεις του κατηγορούμενου 2 είναι η γνώση του για την ύπαρξη των ναρκωτικών που ανευρέθηκαν στην οικία που διέμενε. Η σημασία της ομολογίας έχει τονιστεί στην υπόθεση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166 όπου στη σελ. 172 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής..»(βλ. επίσης Χαραλαμπίδη ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330 και Γρηγόρη Γρηγορίου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 14/2008 ημερ. 12.7. 2010). Θα πρέπει να εξεταστεί συνεπώς κατά πόσο το περιεχόμενο της ομολογίας είναι πραγματικό, κάτι που απαιτεί εξέταση του υπολοίπου μαρτυρικού υλικού (βλ. Αντώνης Προκοπίου Κίτας ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 209). Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία όπως έγινε αποδεκτή πιο πάνω, το περιεχόμενο της συμπληρωματικής κατάθεσης του κατηγορούμενου 2 (Τεκ. 55) ως προς τα ουσιώδη σημεία που αφορούν την γνώση του για την ύπαρξη των ναρκωτικών στην οικία κρίνεται ως πραγματικό και η ανώμοτη του δήλωση δεν γίνεται αποδεκτή. Από μόνη της η εν λόγω κατάθεση θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων ως προς τα γεγονότα. Σημειώνουμε στο σημείο αυτό τη θέση της νομολογίας ότι η κατάθεση ενός κατηγορουμένου λειτουργεί ως μαρτυρία εναντίον αυτού που την έδωσε και όχι εναντίον συγκατηγορουμένου του (βλ. Αντώνης Προκοπίου Κίτα (Αλ Καπόνε) ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (πιο πάνω), και Malik ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 36, 45). Βέβαια στη παρούσα περίπτωση η ισχύς της είναι ανεξάρτητη και επιπρόσθετη της υπόλοιπης μαρτυρίας από την οποία εν πάση περιπτώσει μπορούμε να καταλήξουμε σε συμπεράσματα που θα παρατεθούν στη συνέχεια. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 3, κάθε άλλο παρά ειλικρινής και αξιόπιστος μάρτυρας θα μπορούσε να κριθεί. Η εντύπωση που μας δημιούργησε είναι ότι από την πρώτη στιγμή της σύλληψης του προσπάθησε να αποποιηθεί κάθε ευθύνης για την ανάμιξη του στην υπόθεση ακριβώς αντίθετα με την πραγματικότητα. Η όλη ιστορία που αφηγήθηκε τόσο στη γραπτή του κατάθεση όσο και κατά την ένορκη μαρτυρία του πόρρω απέχει από την αλήθεια και ως θα διαφανεί στη συνέχεια είναι επιτηδευμένη. Η ευκολία με την οποία διαφοροποιούσε τις θέσεις του είναι εντυπωσιακή όπως θα αναλυθεί πιο κάτω. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να αναφέρει ότι δεν έδωσε γραπτή συγκατάθεση για την έρευνα της πατρικής του οικίας, ενόσω το σχετικό έντυπο κατατέθηκε ως Τεκ. 62, χωρίς να τεθεί οποιοδήποτε τέτοιο θέμα από την υπεράσπιση στο ανάλογο στάδιο. Θεωρούμε δε πρέπον να αναφέρουμε ότι οι προβληθείσες θέσεις του σε επί μέρους θέματα αποτελούν προσβολή της νοημοσύνης ενός μέσου λογικού ανθρώπου. Είναι γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν απέκρυψε τον τρόπο γνωριμίας του τόσο με τον 1ο όσο και με τον 2ο κατηγορούμενο και οι σχέσεις του μαζί τους δεν θα μπορούσε εκ προοιμίου να θεωρηθεί ότι τον ενοχοποιούν. Δεν απέκρυψε άλλωστε ούτε και την πολυετή καταδίκη του στην Ελλάδα για υπόθεση ναρκωτικών. Παρουσίασε την έλευση των κατηγορουμένων 1 και 2 στην Κύπρο λόγω της επιθυμίας τους να εργασθούν και ο ίδιος τους βοήθησε να εκπληρώσουν την επιθυμία τους βρίσκοντας μάλιστα δουλειά για τον κατηγορούμενο
- Αναμενόμενο επίσης ήταν και να τους παραλάβει από το αεροδρόμιο κατά την άφιξη τους στην Κύπρο. Παρατηρούμε ότι η θέση του κατηγορούμενου 3 ότι ο κατηγορούμενος 1 βρήκε μόνος του και ενοικίασε την οικία της οδού Πέτρου Ολυμπίου 7 κατά το μεσημέρι της επομένης της άφιξης του στην Κύπρο, δεν συνάδει με τη θέση του κατηγορούμενου 1 στην πρώτη του ανακριτική κατάθεση (Τεκ. 52), όπου ο τελευταίος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 3 μόλις τον παρέλαβε τον μετέφερε στην εν λόγω οικία. Παρεμβάλλεται εδώ ότι στην ανώμοτη του δήλωση, που έγινε προτού παραδεχθεί, ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει μεταξύ άλλων και το γεγονός αυτό διαφοροποιημένο ώστε να συνάδει με τη θέση του κατηγορούμενου
- Πέραν του ότι με την τροπή που πήρε η υπόθεση με την παραδοχή του κατηγορούμενου 1, η ανώμοτη του δήλωση δεν είναι ορθό να εξεταστεί υπό το φως των αρχών που διέπουν την αξία μιας τέτοιας δήλωσης σε σχέση με τον δηλούντα, δεν θεωρούμε ότι θα πρέπει να της αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα ούτε σε σχέση με τον κατηγορούμενο
- Εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορούμενου 3 όχι μόνο αντίκειται στη λογική αλλά και ελεγχόμενος με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ7, κρίνεται αναληθής. Πώς μπορεί να γίνει πιστευτό ότι ο κατηγορούμενος 1 ερχόμενος για πρώτη φορά στην Κύπρο βρήκε σε διάστημα λίγων ωρών οικία να ενοικιάσει στην οποία θα διέμενε μαζί με ένα άγνωστο πρόσωπο, το οποίο για πρώτη φορά συνάντησε σε μια ψησταριά και πώς ήταν σε θέση να καθοδηγήσει τον κατηγορούμενο 3 στην εν λόγω οικία, σε μια περιοχή που για πρώτη φορά επισκεπτόταν ; Πέραν αυτού στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκ. 54) ο κατηγορούμενος 3 ουδόλως αναφέρεται στον Αναστάσιο Μακρή και τη σχέση του με την εν λόγω οικία. Γνώρισε δε, όπως ανέφερε στην εν λόγω κατάθεση του, τον ιδιοκτήτη του σπιτιού προς τα τέλη Φεβρουαρίου παίρνοντας τους κατηγορούμενους 1 και 2 σ' αυτόν για να του πληρώσουν το ενοίκιο και δεν θυμόταν αν πλήρωσε ο ίδιος τον ιδιοκτήτη ή οι κατηγορούμενοι 1 και
- Όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση για το θέμα αυτό ανέφερε ότι ρωτήθηκε τώρα και λέει αυτά που ξέρει. Υποστήριξε κατά τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ότι γνώρισε τον ιδιοκτήτη του σπιτιού όταν ο τελευταίος επισκέφθηκε την οικία για να πάρει το ενοίκιο όπου λέχθηκε στον ιδιοκτήτη ότι είχε φύγει ο Μακρής και ο ιδιοκτήτης είπε στον κατηγορούμενο 1 να τους κάνει άλλο ενοικιαστήριο. Όπως προβάλλει όμως από την αναντίλεκτη και αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ7, ο κατηγορούμενος 3, την πρώτη φορά που συναντήθηκαν, του παρουσιάστηκε ως φίλος του Αναστάσιου Μακρή, του ενοικιαστή της υπό αναφορά οικίας, που ανέλαβε στην παρουσία του Μακρή με τον ερχομό του κατηγορούμενου 1, να πληρώνει το ενοίκιο της οικίας, ζητώντας του να εκδίδει τις αποδείξεις στο όνομα του Μακρή, ο οποίος θα έφευγε μεν από το σπίτι αλλά θα ερχόταν κάποτε για επίσκεψη. Τα γεγονότα φανερώνουν ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε άμεση σχέση με την ενοικίαση της οικίας και ανέλαβε την πληρωμή του ενοικίου όχι για να διευκολύνει τους κατηγορούμενους 1 και
- Το μόνο εύλογο συμπέρασμα που συνάγεται από τη στάση του κατηγορούμενου 3 κατά τη μετάβαση του ΜΚ7 στην οικία όσο και από τη μεταγενέστερη μετάβαση του στο μαγαζί του ΜΚ7 για τη πληρωμή του επόμενου ενοικίου, είναι, κατά την αντίληψη μας, ότι ο κατηγορούμενος 3 συμμετείχε ενεργά στην ενοικίαση της οικίας με στόχο τη χρησιμοποίηση της ως τόπου απόκρυψης των ναρκωτικών που βρέθηκαν σ' αυτή. Βέβαια ο κατηγορούμενος 3 παρουσίασε τον εαυτό του μόνο ως συμπαραστάτη και βοηθούντα οικονομικά τους κατηγορούμενους 1 και 2 λόγω της προσπάθειας τους να εγκατασταθούν στην Κύπρο, κάτι για το οποίο ωστόσο δεν είναι πειστικός και λόγω της εξέλιξης των γεγονότων όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια. Όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος 3 ήταν καθημερινός επισκέπτης της οικίας όπου ανευρέθηκαν τα ναρκωτικά. Η επίπλωση της ουσιαστικά έγινε από τον ίδιο. Η συναναστροφή του με τους ενοίκους της οικίας ήταν συνεχής και η βοήθεια του απεριόριστη. Είναι μέσα σ' αυτά τα πλαίσια που ο κατηγορούμενος 3 προέβαλε ενόρκως τον ισχυρισμό ότι ψώνιζε μαζί με τους κατηγορούμενους 1 και 2 και αυτό για να δικαιολογήσει την ύπαρξη του γενετικού του υλικού και του δακτυλικού του αποτυπώματος σε σακούλες που περιείχαν τα ανευρεθέντα στην οικία ναρκωτικά. Αλλά και για την ύπαρξη του γενετικού του υλικού σε κουτί Nescafe ισχυρίστηκε ότι οφείλεται στο γεγονός ότι ψώνιζαν μαζί και ίσως άγγιξε το κουτί όταν έκανε φραπέ. Είναι δύσκολο βέβαια να γίνει αντιληπτό πώς θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο αν τα ναρκωτικά είχαν αφεθεί στην οικία από τον Αναστάσιο Μακρή, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος 1 του είχε αναφέρει ότι ο Μακρής άφησε κάποια πράγματα στην οικία όταν έφυγε. Και αυτό το αναφέρουμε επειδή ο κ. Χ''Λοίζου εισηγήθηκε ότι η κατηγορούσα αρχή είχε υποχρέωση να ανεύρει τον Αναστάσιο Μακρή εφόσον είναι υπαρκτό πρόσωπο και υπάρχει μαρτυρία που τον συνδέει με τα αδικήματα, το κενό δε αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος του κατηγορούμενου
- Πέραν του ότι δεν συμμεριζόμαστε αυτή τη θέση, δεν μας διαφεύγει ότι η ενοχοποίηση του Μακρή σε σχέση με τα ανευρεθέντα ναρκωτικά έγινε με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 1 ενόσω κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης το πρόσωπο αυτό αναζητήθηκε από την αστυνομία επειδή αναφερόταν ως ενοικιαστής της οικίας και δεν ανευρέθηκε, χωρίς ωστόσο να ενοχοποιείται από οποιονδήποτε εμπλεκόμενο με τις καταθέσεις που είχαν τότε δοθεί στην υπόθεση για την κατοχή των ναρκωτικών. Η εφευρετικότητα του κατηγορούμενου 3 στο να πλάθει γεγονότα είναι καταφανής, κατά την αντίληψη μας, στις αναφορές του κατά την αντεξέταση του στους λόγους για τους οποίους αγόρασε τη μεγάλη ζυγαριά κατόπιν απαίτησης του κατηγορούμενου
- Ενώ στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκ. 54) ο κατηγορούμενος 3 είχε αναφέρει ότι δεν ρώτησε τον κατηγορούμενο 1 για ποιο λόγο ήθελε τη ζυγαριά, κατά την αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε κατά πόσο ρώτησε τον κατηγορούμενο 1 για ποιο σκοπό ήθελε αυτή τη ζυγαριά απάντησε τα ακόλουθα: «Να σου πω, όταν πήγαμε μια μέρα σε μια υπεραγορά εκεί δίπλα πιο κάτω από το σπίτι του, δημιουργήθηκε ένα πρόβλημα με το. πήγε να φέρει πορτοκάλια ο άνθρωπος και του είπε «να μας βάλεις 2kg» και του φάνηκαν λίγα του Σάκη και έγινε μια συζήτηση με τον άνθρωπο εκεί και όταν φύγαμε εγώ του είπα να πληρώσουμε να φύγουμε και όταν βρήκα τον άνθρωπο τέλος πάντων αυτόν που είχε την ζυγαριά του, την πήρα τη ζυγαριά του Σάκη και γι΄ αυτό το λόγο--». Με παρόμοιο τρόπο κρίνεται και η θέση του κατηγορούμενου 3 όταν κατά την αντεξέταση του προσπάθησε να δικαιολογήσει την ύπαρξη του δακτυλικού του αποτυπώματος στο Τεκ.
- Ενώ κατά την κυρίως εξέταση του σε παρόμοια ερώτηση του συνηγόρου του, χωρίς να του επιδειχθεί το εν λόγω τεκμήριο, ανέφερε ότι το γενετικό του υλικό βρέθηκε στις νάιλον σακούλες επειδή ψώνιζαν όλοι μαζί από το supermarket, κατά την αντεξέταση όταν του επιδείχθηκε το Τεκ. 26, που υπενθυμίζουμε ότι είναι νάιλον σακούλι γκρίζου χρώματος σφραγισμένο με κολλητική ταινία χρώματος καφέ, ανέφερε τα ακόλουθα: «Δε λέω τίποτε άλλο. Είναι από το supermarket που πηγαίναμε ή όταν τελειώναμε από το supermarket παίρναμε τα πράγματα τις τσάντες στο χέρι και τα βάζαμε πάνω στο πάγκο και τα έπιαναν τα παιδιά, ο Σάκης και ο Παναγιώτης, τα έβαζαν στα ράφια. Μπορεί εγώ να άνοιξα το συρτάρι από κάτω στον πάγκο και ήταν μέσα τα σακούλια όλα και τα έβαζαν από κάτω. Εγώ, ήταν εκεί, ήταν σακούλια σκουπιδιών εκεί. Και κάτι άλλο να αναφέρω για τα σκουπίδια. Το σπίτι εκεί δεν έχει κάλαθο μεγάλο έξω για τα σκουπίδια και πολλές φορές τα παιδιά στην αρχή που δεν ήξεραν για τα σκουπίδια τις μέρες που περνά αυτοκίνητο μικρό και τα μαζεύει είχαν πρόβλημα με τους γείτονες. Τα έβαζαν έξω από το σπίτι και δεν μάζευαν τα σκουπίδια, έμεναν εκεί στο δρόμο και πολλές φορές έπαιρνα εγώ τα σκουπίδια από το δρόμο, από αυτά τα σακούλια και τα έβαζα στο αυτοκίνητο μου και τα πέτασσα εγώ σε κάλαθο μεγάλο.» Τόσο οι πιο πάνω αναφορές του κατηγορούμενου 3, που δεν χρειάζονται οποιοδήποτε σχολιασμό, όσο και οι λοιπές αναφορές του για τα αντικείμενα που ανευρέθηκαν στην οικία, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την συσκευασία των ναρκωτικών, καταδεικνύουν την προσπάθεια του να αποσυνδέσει τον εαυτό του από την ενοχή του στην υπόθεση και οι θέσεις του είναι απορριπτέες ενόψει του συνόλου της μαρτυρίας του. Δεν είναι αποδεκτοί επίσης οι ισχυρισμοί του ότι δεν είχε σχέση με τους σπόρους και τα φυτά κάνναβης που ανευρέθηκαν στην οικία. Όλη η εικόνα που παρουσίασε με την καθημερινή του παρουσία στην οικία είναι αντίθετη με τον ισχυρισμό του ότι δεν είδε ποτέ τα ναρκωτικά παρά μόνο τα φυτά κάνναβης μια βδομάδα πριν την επιχείρηση της αστυνομίας, η οποία έγινε, όπως έχει ήδη λεχθεί, λόγω της πληροφορίας ότι ο κατηγορούμενος 3 κατείχε μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών που απέκρυβε σε οικία. Όπως ήδη έχει αναφερθεί οι επιστημονικές εξετάσεις κατέδειξαν την ύπαρξη γενετικού υλικού του κατηγορούμενου 3 σε αντικείμενα που εξετάστηκαν και εντός των οποίων υπήρχαν ναρκωτικά. Οι εξηγήσεις που δόθηκαν από τον ίδιο ως προς το πώς ανευρέθηκε το γενετικό του υλικό στα πιο πάνω τεκμήρια δεν είναι αποδεκτές μέσα στα πλαίσια της ευρύτερης αξιολόγησής του ως μάρτυρα. Δεν θα ήταν δυνατό άλλωστε να υπάρχει το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου 3 σε αντικείμενα και συσκευασίες που περιείχαν τα ναρκωτικά αν μπορούσε να ευσταθήσει η όψιμη θέση του ίδιου, την οποία υποστήριξε και ο κ. Χ"Λοϊζου στην αγόρευση του κάνοντας σχετική αναφορά και στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 1, ότι τα ανευρεθέντα ναρκωτικά τα είχε αφήσει στην οικία ο προηγούμενος ενοικιαστής της. Παρόμοια αντικρύζεται και η ύπαρξη του δακτυλικού αποτυπώματος του κατηγορούμενου 3 που όπως είναι παραδεκτό ανευρέθηκε στο Τεκ.
- Ενόψει των λεχθέντων θεωρούμε ότι η εκδοχή του κατηγορούμενου 3 αποτελεί σκέψεις εκ των υστέρων και δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα. Η προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν είχε καμία ανάμειξη στα αδικήματα που αντιμετωπίζει, δίδοντας μια διαφορετική διάσταση στα γεγονότα, είναι ανεπιτυχής και οι ισχυρισμοί του κρίνονται ανυπόστατοι. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και έχοντας δεχθεί τη μαρτυρία των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής στο σύνολο της βρίσκουμε ότι τα γεγονότα, που είναι περιφερειακά της υπόθεσης, έχουν διαδραματιστεί όπως αυτά περιγράφηκαν από τους εν λόγω μάρτυρες και προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα. Περαιτέρω κρίνουμε ότι πέραν των παραδοχών του κατηγορούμενου 2, η ύπαρξη του δακτυλικού του αποτυπώματος σε μια από τις συσκευασίες των ναρκωτικών στο Τεκ. 32, δεδομένου ότι η εξήγηση που έδωσε ο ίδιος γι' αυτήν δεν είναι αποδεκτή, αποτελεί στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας εναντίον του. Με τα δεδομένα αυτά μπορούμε να οδηγηθούμε στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι στην επίδικη οικία υπήρχαν ναρκωτικά. Ως προς τον κατηγορούμενο 3, η μαρτυρία του κρίθηκε παντελώς αναξιόπιστη και οι εξηγήσεις του για την ύπαρξη του δακτυλικού του αποτυπώματος και του γενετικού του υλικού δεν είναι αποδεκτές. Τόσο η ύπαρξη του δακτυλικού του αποτυπώματος σε μία από τις συσκευασίες των ναρκωτικών στο Τεκ. 26 όσο και η ανεύρεση του γενετικού του υλικού σε σωρεία αντικειμένων που περιείχαν ναρκωτικά αναμφίβολα μας οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα. Από το σύνολο δε των γεγονότων εύλογα συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε ουσιαστικό ρόλο στην απόκρυψη των ναρκωτικών στην επίδικη οικία, έχοντας ο ίδιος αναλάβει τα έξοδα ενοικίασης της αλλά και συντήρησης των κατηγορουμένων 1 και 2 που διέμεναν σ' αυτήν και επισκεπτόταν επί καθημερινής βάσεως την οικία λόγω ακριβώς της ύπαρξης των ναρκωτικών μέσα σ' αυτήν. Οι κατηγορίες 1 και 2 εδράζονται στην παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου κατά παράβαση του άρθρου 6
(1)
(2)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/77όπως τροποποιήθηκε, σύμφωνα με το οποίο η κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου συνιστά αδίκημα. Η κατοχή τέτοιου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο ή άλλα πρόσωπα επίσης συνιστά αδίκημα σύμφωνα με τα άρθρα 5
(1)(β) και 6
(1)
(3)του ιδίου νόμου (3η και 4η κατηγορία). Το ίδιο και η καλλιέργεια φυτού του γένους κάνναβης σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)(α)
(2)του νόμου (5η κατηγορία). Σύμφωνα δε με το άρθρο 30 Α του νόμου εφόσον αποδειχθεί ότι πρόσωπο καλλιέργησε τρία ή περισσότερα φυτά του γένους κάνναβης θεωρείται ότι τα καλλιέργησε με σκοπό να τα προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο, εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο (6η κατηγορία). Το κάπνισμα κάνναβης αποτελεί επίσης αδίκημα σύμφωνα με το άρθρο 10(α) του εν λόγω νόμου (8η κατηγορία). Το αδίκημα της κατοχής έχει δύο συστατικά στοιχεία. Το πρώτο είναι η κατοχή με την έννοια της φυσικής κατοχής και το δεύτερο είναι η γνώση του περιεχομένου του παράνομου αντικειμένου. Το θέμα αναλύθηκε στην υπόθεση Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289. Περαιτέρω στην υπόθεση Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 201 αναφέρθηκε ότι η κατοχή εν τη εννοία του νόμου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής. Άμεση μαρτυρία για την ύπαρξη της απαραίτητης γνώσης του mens rea, σπάνια υπάρχει και κατά κανόνα συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 21, Queiss v. Republic
(1987)2 CLR 49, Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 492). Όπως προκύπτει από το άρθρο 2
(3)του πιο πάνω νόμου του 1977 και όπως η νομολογία αναγνωρίζει, πρόσωπο θεωρείται ότι έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε αντικείμενα που τελούν υπό τον έλεγχο του έστω και αν αυτά βρίσκονται στη φύλαξη άλλου προσώπου (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388, Victor Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211). Περαιτέρω η κατηγορούσα αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει ότι το βρισκόμενο ενώπιον του Δικαστηρίου ελεγχόμενο φάρμακο είναι της απαγορευμένης μορφής. Μια τέτοια υποχρέωση αν δεν ικανοποιηθεί τότε δεν αποδεικνύεται το αδίκημα. Σχετική είναι η υπόθεση R. ν. Hunt
(1987)AC
- Στην προκείμενη περίπτωση έγινε αποδεκτή η έκθεση της χημικού του Γενικού Χημείου του Κράτους Κατερίνας Κονάρη (Τεκ. 65) ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη συνολικού βάρους 9.090,4677 γραμμαρίων που ανευρέθηκε στην επίδικη οικία, όπως περιγράφηκε πιο πάνω (Τεκ. 33(α) και 33(β)), είναι κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. Τα 7 δε φυτά εκ των εξετασθέντων τεκμηρίων, ως περιγράφονται στην εν λόγω έκθεση, είναι φυτά κάνναβης από τα οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί εύρημα μας ότι τα ναρκωτικά, τόσο η κάνναβης όσο και τα φυτά κάνναβης, που βρέθηκαν στην επίδικη οικία, βρίσκονταν εκεί εν γνώσει των κατηγορουμένων 2 και
- Ο κατηγορούμενος 2 διέμενε στην οικία και, όπως ο ίδιος ανέφερε στην κατάθεση του (Τεκ. 55), «κάπνιζε χασίσι» κάθε βράδυ ενόσω διέμενε εκεί. Τα γεγονότα αυτά επιβεβαιώνουν τη γνώση του για την ύπαρξη των ναρκωτικών αλλά και φανερώνουν ότι είχε και έλεγχο επ' αυτών. Ο κατηγορούμενος 3 είχε αναλάβει τα έξοδα ενοικίασης της οικίας, συντηρούσε ουσιαστικά τους κατηγορούμενους 1 και 2 και επισκεπτόταν επί καθημερινής βάσεως την οικία. Η γνώση του για την ύπαρξη των ναρκωτικών και ο έλεγχος που είχε επ' αυτών επιβεβαιώνεται από το σύνολο των ενεργειών του σε σχέση με την επίδικη οικία. Με τα δεδομένα αυτά αποτελεί κατάληξη μας ότι η κατοχή των ναρκωτικών από όλους τους κατηγορούμενους ήταν κοινή. To κριτήριο της κοινής κατοχής όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Σίφουνας κ.α. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91, στη σελ. 95 «συνίσταται στο κατά πόσο τα ναρκωτικά αποτελούν μια κοινή παρακαταθήκη (common pool) από την οποία όλοι οι εμπλεκόμενοι, σ΄ αυτή την περίπτωση οι δύο κατηγορούμενοι, είχαν το δικαίωμα να προβούν σε ανάληψη κατά βούληση (βλέπε R. ν. Searle [1971] Crim. L.R. 592)» (βλ. επίσης Blackstone' s Criminal Practice, 2007, σελ. 912). Δεν συμμεριζόμαστε επί του προκειμένου την εισήγηση του κ. Παυλίδη ότι η κατηγορούσα αρχή δεν καθορίζει στις λεπτομέρειες των αδικημάτων ότι η κατοχή των ναρκωτικών ήταν κοινή για τους κατηγορούμενους. Στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1-6, αναγράφεται ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι κατηγορούνται για τα συγκεκριμένα αδικήματα. Σημειώνουμε δε ότι η υπεράσπιση δεν ήγειρε θέμα λεπτομερειών σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Πέραν αυτού ωστόσο, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν λάμβανε ο ίδιος ναρκωτικά από αυτά που υπήρχαν στην οικία, το γεγονός ότι εν γνώσει του αυτά τοποθετήθηκαν και καλλιεργούντο σ' αυτήν τον καθιστά συνεργό στα πλαίσια του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο αναγράφεται στην έκθεση των αδικημάτων. Συνεπεία των ως άνω, σε συνάρτηση με την πρώτη και τη δεύτερη κατηγορία, τα γεγονότα όπως τα έχουμε αναλύσει πιο πάνω καθώς και το γεγονός ότι ανευρέθηκαν τα ναρκωτικά μέσα στην οικία της οδού Πέτρου Ολυμπίου 7 μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατά τον επίδικο χρόνο είχαν κατοχή, εντός της εννοίας του νόμου, της ποσότητας των 9.090,4677 γραμμαρίων κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη και των 7 φυτών του γένους κάνναβης. Το Άρθρο 30 Α του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/77όπως τροποποιήθηκε, έχει θεσπίσει μαχητό τεκμήριο απόδειξης της κατοχής των ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο. Σύμφωνα με τη νομοθετική αυτή διάταξη εφόσον καταδειχθεί ότι πρόσωπο κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο η ποσότητα του οποίου υπερβαίνει την υπό του νόμου καθοριζόμενη, τότε αυτός θεωρείται ότι κατείχε το φάρμακο με σκοπό να το προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο. Για την περίπτωση κατοχής κάνναβης η ποσότητα η οποία δημιουργεί το εν λόγω τεκμήριο είναι 30 ή περισσότερα γραμμάρια. Η κατοχή των ναρκωτικών από τους κατηγορούμενους 2 και 3 με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (τρίτη και τέταρτη κατηγορία) αποδεικνύεται τόσο από τη μορφή που είχε μέρος των ανευρεθέντων ναρκωτικών και την ανεύρεση των ζυγαριών στην οικία όσο και από τη σχετική πρόνοια του άρθρου 30 Α του προαναφερθέντος νόμου. Η ποσότητα της ανευρεθείσας κάνναβης υπερβαίνει κατά πολύ το όριο της ποσότητας κάνναβης που προνοείται στο νόμο αλλά και ο αριθμός των φυτών κάνναβης είναι μεγαλύτερος του αναφερομένου στο νόμο, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης και δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε άλλη εξήγηση από τους κατηγορούμενους 2 και 3 προς ανατροπή του πιο πάνω τεκμηρίου. Αναφορικά με την πέμπτη κατηγορία από τα γεγονότα της υπόθεσης όπως τα έχουμε αποδεχθεί πιο πάνω, έχοντας υπόψη και την μορφή που είχαν τα ανευρεθέντα φυτά κάνναβης σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ3, αποδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατά τον επίδικο χρόνο καλλιεργούσαν τα φυτά κάνναβης που αναγράφονται στο κατηγορητήριο. Σύμφωνα δε με το άρθρο 30 Α του νόμου και εφόσον ο αριθμός των ανευρεθέντων φυτών είναι μεγαλύτερος του προνοουμένου που δημιουργεί το τεκμήριο, αποδεικνύεται και η έκτη κατηγορία καθότι θεωρείται ότι η καλλιέργεια των πιο πάνω φυτών έγινε με σκοπό να τα προμηθεύσουν σε άλλα πρόσωπα. Όσον αφορά την όγδοη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2 , το γεγονός ότι κάπνιζε κάνναβη προκύπτει από τη δική του θέση. Βέβαια ο χρόνος κατά τον οποίο κατηγορείται ότι προέβη στην ενέργεια αυτή είναι αυτός του εντοπισμού της επίδικης οικίας και της έρευνας που διεξήχθη από την αστυνομία. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν θεωρούμε ότι ο χρόνος διάπραξης του αδικήματος είναι ουσιώδης και το αδίκημα διαπράχθηκε ανεξάρτητα από την λανθασμένη αναφορά του χρόνου. Συνεπώς ο κατηγορούμενος 2 μπορεί να καταδικαστεί, βάσει της μαρτυρίας που έχουμε αποδεχθεί, και για το αδίκημα της όγδοης κατηγορίας, χωρίς να απαιτείται η τροποποίηση του κατηγορητηρίου, δυνάμει του άρθρου 85
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγουμε ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 1 μέχρι 6 και οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κρίνονται ένοχοι σ' αυτές, ο δε κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος και για την 8η κατηγορία που επιπρόσθετα αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............. Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............ Μ. Αμπίζας, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. Subject: Criminal/Assize/Final. Αναφορά: Τελική - Ναρκωτικά cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο