← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αχιλλέα Καρεκλά, Αρ. Υπόθεσης: 22343/10, 21 Μαρτίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αχιλλέα Καρεκλά, Αρ. Υπόθεσης: 22343/10, 21 Μαρτίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22343/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αχιλλέα Καρεκλά, εκ Λεμεσού Κατηγορούμενου - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 21 Μαρτίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Κατηγορούμενος παρών γι' αυτόν ο κ. Κωνσταντινίδης Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος, κατόπιν παραδοχής του, κρίνεται ένοχος για το αδίκημα της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος, μεταξύ της 12ης και 13ης Σεπτεμβρίου 2009, στη Λεμεσό, έκλεψε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ABR 015, αξίας 2500 ευρώ, περιουσία του Δήμου Μέσα Γειτονιάς. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα. Στις 12.9.2009 και ώρα 19.30, ο κ. Μορφής Μορφάκης πήγε στον περιφραγμένο χώρο του Δημαρχείου με σκοπό να ταίσει τους σκύλους που διατηρεί εντός του χώρου. Όταν πήγε εκεί, το εν λόγω όχημα βρισκόταν στη θέση του, όπου είχε τοποθετηθεί από την αρχή. Στις 13.9.2009 και ώρα 05.00 ο κ. Μορφάκης ξαναπήγε στον εν λόγω χώρο, για να πάρει τους σκύλους περίπατο, και διαπίστωσε ότι η καγκελόπορτα του χώρου ήταν ανοικτή και είχε παραβιαστεί η αλυσίδα μαζί με 2 κλειδωνιές που την κρατούν κλειστή, και το προαναφερόμενο όχημα απουσίαζε από τη θέση του. Ο κ. Μορφάκης κατάλαβε ότι αυτό προφανώς είχε κλαπεί και τηλεφώνησε στο ΤΑΕ Λεμεσού για να καταγγείλει την υπόθεση. Στην σκηνή μετέβη ο αστ. 461 Χρ. Κωνσταντίνου για εξετάσεις, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στις 24.11.2009 ο αστ. 255 Π. Μαυρουδής, της αστυνομίας των Βρεττανικών Βάσεων, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του κ. Ανδρέα Κάιζερ, μαζί με άλλα μέλη της αστυνομίας των Βάσεων, ερεύνησαν τα υποστατικά της εταιρείας «KA Freeway Spare Parts Ltd», και έξω από τον περιφραγμένο χώρο της πιο πάνω εταιρείας εντοπίστηκε το προαναφερόμενο κλοπιμαίο αυτοκίνητο, το οποίο ήταν αποσυναρμολογημένο και από αυτό απουσίαζαν διάφορα μέρη και εξαρτήματα του. Ο κ. Κάιζερ δεν γνώριζε ποιού ήταν το εν λόγω όχημα. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, μετέβη στο μέρος ο κατηγορούμενος, ο οποίος ανέφερε στον αστ. 255 ότι το εν λόγω όχημα το αγόρασε ο ίδιος. Ο αστ. 255 τον συνέλαβε για το αδίκημα της κλεπταποδοχής και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε «Εφέραν μου το δκυο Αράπηδες τζιαι πλήρωσα 200 ευρώ, πριν κανένα δκυο μήνες». Ακολούθως ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στον αστυνομικό σταθμό Βρετανικών Βάσεων Ακρωτηρίου. Το κλοπιμαίο όχημα μεταφέρθηκε στις εγκαταστάσεις του σταθμού, όπου τέθηκε υπό φύλαξη. Από εξετάσεις που έγιναν, διαπιστώθηκε ότι από αυτό απουσίαζαν οι 4 πόρτες των επιβατών, η πισινή πόρτα, τα καθίσματα, το ταμπλό, προφυλακτήρες, ένας μπροστινός τροχός και διάφορα άλλα εξαρτήματα του. Την ίδια μέρα ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, όπου ανακρινόμενος, εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση. Σε αυτή ο κατηγορούμενος ομολόγησε ότι ο ίδιος έκλεψε το αυτοκίνητο από τη μάντρα φύλαξης οχημάτων του Δήμου Μέσα Γειτονιάς, και αφού το τράβηξε με δικό του όχημα, το πήρε έξω από την οικία του. Στην συνέχεια έδωσε το εν λόγω όχημα στον κ. Ευγένιο Κάιζερ, που έχει τη μάντρα εξαρτημάτων όπου εντοπίστηκε το όχημα, με σκοπό αυτός να του επιδιορθώσει ένα δικό του αυτοκίνητο, το οποίο ήταν κτυπημένο μετά από δυστύχημα. Ακολούθως ο αστ.461 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της κλοπής του αυτοκινήτου, και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Παραδέχομαι, αφού έκλεψα το εγώ». Σε κατάθεση του στην αστυνομία, ο κ. Κάιζερ αναφέρει ότι το κλοπιμαίο αυτοκίνητο του το πούλησε ο κατηγορούμενος για το ποσό των 1500 ευρώ. Συμφώνησαν όπως ο κατηγορούμενος του δώσει το εν λόγω αυτοκίνητο και ο κ. Κάιζερ επιδιορθώσει το δικό του, το οποίο χρειαζόταν επιδιόρθωση μετά από δυστύχημα. Ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι είχε αγοράσει το αυτοκίνητο με μαγκωμένη μηχανή και η τιμή θεωρήθηκε λογική. Αφού συμφώνησαν, ο κ. Κάιζερ έστειλε τον οδηγό πλατφόρμας/ρυμουλκού στην οικία του κατηγορούμενου, παρέλαβε το όχημα και το μετέφερε έξω από τη μάντρα του. Το άφησε εκεί και περίμενε τον κατηγορούμενο να του φέρει το πιστοποιητικό εγγραφής του, πράγμα το οποίο δεν έγινε και τελικά το αυτοκίνητο εντοπίστηκε από την αστυνομία των Βρετανικών Βάσεων. Στις 18.11.2009 ο αστ. 4845 Χ. Μπέρος παρέλαβε το όχημα από τον αστυνομικό σταθμό των Βάσεων και αυτό επιστράφηκε στους δικαιούχους, δηλαδή παραδόθηκε στον οδηγό πλατφόρμας/ρυμουλκού, ο οποίος το μετέφερε στη μάντρα φύλαξης οχημάτων του Δήμου Μέσα Γειτονιάς, από όπου είχε κλαπεί και το παρέδωσε στον κ. Μορφάκη. Λόγω της άσχημης κατάστασης του, το όχημα πουλήθηκε ως παλιοσίδερα, σε μάντρα ανακύκλωσης και επεξεργασίας παλαιών μετάλλων, στον Ύψωνα. Τέλος, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος του κατηγορούμενου αναφέρθηκε αρχικά στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Ο κ. Κωνσταντινίδης είπε ότι το εν λόγω όχημα βρισκόταν στον περιφραγμένο χώρο του Δήμου Μέσα Γειτονιάς, αφού ο Δήμος το περισυνέλεξε καθότι αυτό ήταν εγκαταλειμμένο. Ο κατηγορούμενος αναζήτησε τον ιδιοκτήτη του, ο οποίος είχε αποβιώσει, και μίλησε με τον γιο του αποβιώσαντα για να ζητήσει άδεια να πάρει το αυτοκίνητο. Ο γιος του είπε να κάνει ό,τι θέλει, και εσφαλμένα τότε ο κατηγορούμενος πήρε το αυτοκίνητο από τη μάντρα, διαπράττοντας το αδίκημα της κλοπής. Ο κ. Κωνσταντινίδης υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, στην οποία αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 31 ετών, μπογιατζής αυτοκινήτων και η σύζυγος του, 29 ετών, οικοκυρά. Έχουν 2 παιδιά, ηλικίας 7 και 6 ετών. Τα εισοδήματα της οικογένειας προέρχονται από τις εβδομαδιαίες απολαβές του κατηγορούμενου ως υπάλληλου σε εταιρεία ως μπογιατζής αυτοκινήτων, που είναι 285 ευρώ, και το ετήσιο επίδομα τέκνου από το Υπουργείο Οικονομικών, που ανέρχεται στο ποσό των 1100 ευρώ. Ο κατηγορούμενος προέρχεται από πολυμελή φτωχή οικογένεια. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λευκωσία, και μετά εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό μαζί με την οικογένεια του. Φοίτησε μέχρι τη Δ΄ τάξη Δημοτικού. Διέκοψε τη φοίτηση του λόγω χαμηλής επίδοσης, και ακολούθως ασχολείτο με τον πατέρα του ως μπογιατζής αυτοκινήτων με σκοπό την εκμάθηση του επαγγέλματος. Υπηρέτησε κανονικά την στρατιωτική του θητεία και μετά συνέχισε την εργασία του μπογιατζή αυτοκινήτων που ασκεί μέχρι σήμερα. Παντρεύτηκε το
  2. Η σύζυγος του κατηγορούμενου προέρχεται από πολυμελή οικογένεια μέτριας οικονομικής κατάστασης. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου, και φοίτησε σε σχολή κομμωτικής. Εργάστηκε για πολύ μικρό χρονικό διάστημα ως κομμώτρια, και τώρα είναι οικοκυρά λόγω του ότι ανέλαβε τη φροντίδα των παιδιών. Οι σχέσεις της οικογένειας είναι αρμονικές. Αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες με αποτέλεσμα η σύζυγος να ψάχνει τώρα εργασία. Επίσης ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε σε προβλήματα υγείας και παρακολουθεί φαρμακευτική αγωγή. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου επεσήμανε την άμεση παραδοχή του, το λευκό ποινικό μητρώο του, μετέφερε την απολογία και μεταμέλεια του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του αδικήματος, και κάλεσε το Δικαστήριο να τον κρίνει με κάθε δυνατή επιείκεια δίνοντας του ακόμα μια ευκαιρία. Το αδίκημα της κλοπής παρουσιάζει έξαρση έτσι ώστε η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να αντιμετωπίζει τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές, που συνήθως είναι αυτές της φυλάκισης. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Ψύλλας v. Αστυνομίας

(1991)2 Α.Α.Δ. 430, στην οποία επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή ποσών Λ.Κ. 350 και Λ.Κ. 20, και Hassan v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 71, στην οποία επικυρώθηκε ποινή 15 μηνών για κλοπή αντικειμένων αξίας Λ.Κ. 1000. Στην υπόθεση Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104, τονίστηκε ότι αδικήματα εναντίον της περιουσίας, όπως κλοπές και αλλά ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν κάμψη. Αντίθετα σημειώνεται έξαρση στη διάπραξη τους. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη. Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης λαμβάνω υπόψη τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, και ότι το εν λόγω όχημα βρισκόταν στον περιφραγμένο χώρο του Δήμου Μέσα Γειτονιάς, και θεωρείται περιουσία του Δήμου, εφόσον ο Δήμος είχε εξουσία να το παραλάβει ως εγκαταλειμμένο. Δεν μου διαφεύγει η αξία του εν λόγω αυτοκινήτου, και ότι ο κατηγορούμενος το έκλεψε με πρόθεση να χρησιμοποιήσει εξαρτήματα αυτού για να επιδιορθώσει το δικό του αυτοκίνητο που είχε κτυπηθεί σε δυστύχημα. Ακόμα, λαμβάνω υπόψη ότι το εν λόγω αυτοκίνητο ανευρέθηκε, φυσικά όχι στην ίδια κατάσταση που βρισκόταν όταν κλάπηκε, και ότι τελικά πουλήθηκε σαν παλιοσίδερα. Δεν μου διαφεύγει επίσης ο χρόνος διάπραξης του αδικήματος. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για τον κατηγορούμενο λαμβάνω υπόψη την άμεση παραδοχή και απολογία του προς την αστυνομία για τη διάπραξη του αδικήματος, και το γεγονός ότι ο ίδιος, μέσα από τη θεληματική του κατάθεση, απεκάλυψε τη διάπραξη του αδικήματος από τον ίδιο και περιέγραψε τον τρόπο δράσης του. Επίσης λαμβάνω υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του. Έχω υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, και αναφέρονται πιο πάνω, και ειδικότερα ότι ο κατηγορούμενος είναι χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, οικογενειάρχης με 2 ανήλικα παιδιά, και βιοπαλαιστής, εν όψει των οικονομικών δυσκολιών της οικογένειας, για τα οποία μάλιστα η σύζυγος του τώρα αναζητεί εργασία. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, και εν όψει της σοβαρότητας του αδικήματος και του στοιχείου της αποτροπής που προέχει, καταλήγω ότι η αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, η έκταση της οποίας θα αντανακλά όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που εκτίθενται πιο πάνω. Ως εκ τούτου στον κατηγορούμενο επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 4 μηνών στην πρώτη κατηγορία. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του Νόμου 95/72 με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Θεωρώ χρήσιμο ν' αναφερθώ αρχικά στις υποθέσεις Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ. 21 , στις οποίες η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί αναστάληκε ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων των εν λόγω υποθέσεων κατά χρόνο μάλιστα που η ευχέρεια του Δικαστηρίου ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186 (Ι)/03, αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323 και ειδικότερα Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, ικανοποιούμαι ότι οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής που του έχει επιβληθεί. Αυτές συνίστανται στο χαμηλό μορφωτικό επίπεδο του κατηγορούμενου, το γεγονός ότι είναι ο μόνος που εργάζεται και συντηρεί την οικογένεια του, καθότι η σύζυγος του σταμάτησε να εργάζεται για να μεγαλώσει τα παιδιά τους, που είναι ακόμα πολύ μικρά, όμως η οικονομική τους κατάσταση είναι δυσχερής σε βαθμό που τώρα η σύζυγος του αναζητεί εργασία, ενώ φαίνεται ότι η οικογένεια ζει αρμονικά. Θεωρώ ότι υπό αυτές οι περιστάσεις ο κατηγορούμενος δικαιούται να αποδείξει και έμπρακτα τη μεταμέλεια για την αξιόποινη του συμπεριφορά και να παραμείνει κοντά στην οικογένεια του συνεχίζοντας τον αγώνα στήριξης και οικονομικής ενίσχυσης της. Ως εκ τούτου η έκτιση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Υπ.) ................ Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Ποινή Αναφορά: Πλαστογραφία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.