Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού, Αρ. Υπόθεσης: 22003/09, 22 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B62 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22003/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Xριστοφή Παναγιώτου, εκ Λεμεσού Κατηγορούμενου --------------------- Ημερομηνία: 22 Μαρτίου, 2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν ο κ. Σωφρονίου Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος, κατόπιν παραδοχής του, κρίνεται ένοχος σε συνολικά 4 κατηγορίες. Οι πρώτες δύο αφορούν τα αδικήματα της άσκησης βίας στην εν διαστάσει σύζυγο του που προκάλεσε άμεσα πραγματική σωματική βλάβη σε αυτή και της πράξης βίας στην παρουσία ανήλικου μέλους της οικογένειας, αντίστοιχα, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)
(3)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000, Ν. 119(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 212(Ι)/
- Η τρίτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της εγκληματικής επέμβασης, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και η τέταρτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Κεφ.
- Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα. Στις 23.5.2009 και ώρα 22.25 προσήλθε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων η Χριστίνα Μεταξά, παραπονούμενη, και σε γραπτή της κατάθεση κατάγγειλε ότι την ίδια μέρα και γύρω στις 22.10 ο εν διαστάσει εδώ και 11/2 χρόνο σύζυγος της, ο κατηγορούμενος, μετέβη στην οικία της με σκοπό, όπως της ανέφερε ο ίδιος, να μιλήσουν. Η παραπονούμενη του ζήτησε να φύγει από την οικία της, αλλά αυτός παρέμεινε εκεί και, ενώ της μιλούσε, με το δεξί του χέρι την άρπαξε από το αριστερό της χέρι, προκαλώντας της εκδορές, και στην συνέχεια την χαστούκισε στο αριστερό και δεξιό μάγουλο. Ενώ ο κατηγορούμενος έφευγε από την οικία, απείλησε την παραπονούμενη λέγοντας της ότι αν την κόψει με άλλον θα την σκοτώσει. Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου, παρόν ήταν και το ανήλικο παιδί τους, ηλικίας 2 ετών, το οποίο άρχισε να κλαίει. Η παραπονούμενη μετέβη στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, όπου εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι γιατρό, και διαπιστώθηκε ότι αυτή είχε εκδορά αριστερού αντιβραχίονα. Ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε και δεν εντοπίστηκε, και εναντίον του εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης. Στις 26.5.2009 ο κατηγορούμενος συνελήφθη, και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Εν έκαμα τίποτε». Λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, στην οποία παραδέχεται ότι έδωσε 2 χαστούκια στα μάγουλα της παραπονούμενης και αναφέρει ακόμα ότι η παραπονούμενη τον κτύπησε με τα χέρια της σε διάφορα μέρη του προσώπου του και των χεριών του προκαλώντας του εκδορές. Ακολούθως ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και, αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι τις κατηγορίες εναντίον μου. Το μόνο πράγμα της έδωσα δύο χαστούκια στο πρόσωπο για να προστατεύσω τον εαυτό μου». Κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης, και με την σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής, για τον σκοπό επιβολής ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνεται υπόψη η υπόθεση αρ. 26190/2010 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην οποία ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε συνολικά 6 κατηγορίες. Αυτές αφορούν τα αδικήματα της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του, της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης, της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, της απειλής βιαιοπραγίας, της δημόσιας εξύβρισης και της ανησυχίας. Τα γεγονότα που αφορούν την εν λόγω υπόθεσης είναι τα ακόλουθα. Στις 30.3.2010 και περί ώρα 04.00 μέλη της Τροχαίας Λεμεσού μετέφεραν τον κατηγορούμενο στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας αφού τον συνέλαβαν για υπόθεση οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης. Αφού κατηγορήθηκε γραπτώς και απολύθηκε, αυτός, αντί να αποχωρήσει από τον σταθμό, παρέμεινε ζητώντας επίμονα να του δοθούν τα κλειδιά του αυτοκινήτου του για να πάει σπίτι. Οι αστυνομικοί του είπαν ότι δεν γίνεται να οδηγήσει επειδή ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης και δεν καλυπτόταν από ασφάλεια. Αυτός επέμενε φωνάζοντας «Αν τα σπάσω ούλλα εν να μου τα δώσετε». Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος εξέφρασε την επιθυμία να μεταφερθεί στο σπίτι του και έτσι κλήθηκε στον σταθμό περίπολο της Άμεσης Επέμβασης για να τον μεταφέρει αλλά αυτός αρνήθηκε και παρέμεινε στον προθάλαμο του σταθμού ξαπλώνοντας στον καναπέ. Περί ώρα 06.00 ο κατηγορούμενος σηκώθηκε από τον καναπέ και αφού εισήλθε στο Γραφείο Παραπόνων είπε «Εν να μου τα δώσετε ή εν να τα σπάσω ούλλα δαμέσα». Ο αστ. 1775 Α. Γεωργίου του είπε να του καλέσει ταξί για να πάει σπίτι του αλλά αυτός αρνήθηκε και άρχισε να περιφέρεται στους διαδρόμους του σταθμού φτύνοντας κατά διαστήματα αίμα στο πάτωμα και λέγοντας ότι είναι άρρωστος. Όταν ο αστ. 1775 τον πλησίασε για να δει τι συμβαίνει, αυτός χωρίς λόγο έσπρωξε τον αστ. 1775 με τα χέρια στο στήθος και στην συνέχεια τον έπιασε με το αριστερό του χέρι από την αριστερή μεριά του τρικού του τραβώντας τον και φωνάζοντας «Φύε που δαμέ ρε καραγκιόζη, δώσμου το αυτοκίνητο μου να φύω». Αμέσως ο αστ. 1775 τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη, και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός δεν έδωσε απάντηση και συνέχισε να φωνάζει. Επειδή ο κατηγορούμενος ήταν επιθετικός, ο αστ. 1775 φώναξε τον αστ. 2677 Γ. Αριστείδου, και χρησιμοποιώντας την ανάλογη υπό τις περιστάσεις βία, αφού ο κατηγορούμενος αντιστεκόταν, κλωτσούσε και προσπαθούσε να αποφύγει την σύλληψη του, κατάφεραν να τον ακινητοποιήσουν και να του τοποθετήσουν χειροπέδες. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο Γραφείο Παραπόνων και κάθισε σε μία καρέκλα κοντά στο παράθυρο. Μετά πάροδο 10 λεπτών, και στην παρουσία του αστ. 2677 και άλλου αστυνομικού, ο κατηγορούμενος σηκώθηκε από την καρέκλα και με μία απότομη κίνηση κτύπησε το κεφάλι του στα 2 γυαλιά του παραθύρου του Γραφείου Παραπόνων που βρισκόταν πίσω του με αποτέλεσμα να τα σπάσει και ο ίδιος να πέσει στο πάτωμα. Από το κεφάλι του έτρεχε αίμα και αμέσως ειδοποιήθηκε ασθενοφόρο το οποίο τον μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Η ζημιά επιδιορθώθηκε και το ύψος της ανέρχεται στα 50 ευρώ. Την ίδια μέρα ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και, αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Τέλος, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με 3 προηγούμενες καταδίκες, ως ακολούθως: 1) Αρ. Υπόθεσης 23748/2007 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην οποία στις 21.2.2008 επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 4 μηνών με 3ετή αναστολή και κηδεμονευτικό διάταγμα 3 ετών για διάρρηξη εκκλησίας και κλοπή, ποινή φυλάκισης 3 μηνών με 3ετή αναστολή για απόπειρα διάρρηξης εκκλησίας, και ποινή φυλάκισης 1 μηνός με 3ετή αναστολή για κακόβουλη ζημιά, οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. 2) Αρ. Υπόθεσης 9266/2008 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην οποία στις 30.6.2008 επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 μηνών με 3ετή αναστολή για διάρρηξη εκκλησίας και κλοπή, 2 μηνών με 3ετή αναστολή για κακόβουλη ζημιά, και 4 μηνών με 3ετή αναστολή σε 5 κατηγορίες για διάρρηξη εστιατορίου και κλοπή. 3) Αρ. Υπόθεσης 3500/2008 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην οποία την 1.9.2008 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2 μηνών με 3ετή αναστολή για κλοπή. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος του κατηγορούμενου αρχικά κατέθεσε διάφορα έγγραφα. Συγκεκριμένα κατατέθηκαν η κατάθεση του κατηγορούμενου στην αστυνομία ημερ. 26.5.2009, στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης 22003/2009, Τεκμήριο Α, Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τον κατηγορούμενο ημερ. 24.11.2010, Τεκμήριο Β, Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τον κατηγορούμενο ημερ. 15.3.2010, Τεκμήριο Γ, Ιατρικό Πιστοποιητικό του Δρος Νεόφυτου Θεοδωρίδη, Ψυχίατρου, ημερ. 27.11.2008, Τεκμήριο Δ, Εξιτήριον Ασθενή του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού με ημερομηνία εισόδου 30.3.2010 και εξόδου 2.4.2010, Τεκμήριο Ε, και Ιατρική Βεβαίωση του Δρος Π. Καίμη, Ψυχίατρου του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, ημερ. 12.1.2011, Τεκμήριο Στ. Στο Τεκμήριο Α, ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι την επίδικη μέρα πήγε στο σπίτι της εν διαστάσει συζύγου του για να μιλήσουν, και αυτή επίσης επιτέθηκε εναντίον του κατηγορούμενου, ενώ ο ίδιος παραδέχεται ότι της έδωσε 2 χαστούκια και της είπε ότι αν την πιάσει με τον φίλο της θα σκοτώσει και τους δύο. Στα Τεκμήρια Β και Γ, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 38 ετών, ασθενής, η πρώην σύζυγος του είναι 27 ετών, πωλήτρια και έχουν 2 παιδιά, ηλικίας 7 και 3 ετών. Ο κατηγορούμενος συντηρείται από δημόσιο βοήθημα, πληρώνει ενοίκιο για τη βοηθητική κατοικία που ενοικιάζει και διαμένει, ενώ έχει χρέος από δάνειο για την επιδιόρθωση της κατοικίας της εν διαστάσει συζύγου του και προστίματα για τα οποία καταβάλλει μηνιαία δόση. Οι γονείς του κατηγορούμενου είναι Κύπριοι, που διέμεναν στο Λονδίνο, και απέκτησαν 4 παιδιά. Το 1989 χώρισαν λόγω του ότι ο πατέρας κακοποιούσε την σύζυγο και τα παιδιά του. Μετά τον χωρισμό η μητέρα μαζί με τα 4 παιδιά, επέστρεψαν στην Κύπρο για μόνιμη εγκατάσταση. Ο κατηγορούμενος γεννήθηκε στο Λονδίνο και είναι απόφοιτος Τεχνικής Σχολής στον κλάδο Ηλεκτρολογίας. Μετά την επιστροφή του από το Λονδίνο, εργαζόταν περιστασιακά ως πλασιέ. Λόγω των ψυχιατρικών του προβλημάτων, ψύχωσης, διέμενε με τη μητέρα του η οποία τον φρόντιζε. Το 2002 παντρεύτηκε την παραπονούμενη με την οποία απέκτησαν τα εν λόγω 2 παιδιά. Από το 2006 βρίσκονται σε διάσταση, και το 2009 πήραν διαζύγιο. Διατηρεί συχνή επικοινωνία με τα παιδιά του, τα οποία διαμένουν με τη μητέρα τους. Κατά διαστήματα ο κατηγορούμενος νοσηλεύεται στο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας. Σε ηλικία 27 ετών, άρχιζε να παρουσιάζει προβλήματα υγείας που αφορούν την κυκλοφορία του αίματος, και καθημερινά του χορηγείται ενέσιμο φάρμακο, για αποφυγή θρόμβωσης. Συντηρείται αποκλειστικά από το δημόσιο βοήθημα που λαμβάνει αφού είναι μόνιμα ανίκανος για εργασία, λόγω των χρόνιων προβλημάτων υγείας και ψύχωσης. Στο Τεκμήριο Δ αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος παρακολουθείται λόγω ιστορικού καταθλιπτικής διαταραχής με ψυχωσικόμορφες εκδηλώσεις. Στο παρελθόν αναφέρεται χρήση ουσιών, αλλά ο ασθενής παραμένει καθαρός τον τελευταίο 11/2 χρόνο. Ο ασθενής συμμορφώνεται με τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής, και πρόσφατα νοσηλεύτηκε για ένα μήνα στην Παθολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού λόγω πνευμονικής εμβολής. Είναι ικανός να έχει συναναστροφές, κοινωνική επαφή και να φροντίσει τα παιδιά του. Η κοινωνική επαφή με τα παιδιά του τον βοηθά στη βελτίωση της ψυχοκοινωνικής κατάστασης του. Στο Τεκμήριο Ε αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος υπέστη ξυλοδαρμό, είχε κάκωση κεφαλής και κοιλίας. Τέλος, στο Τεκμήριο Στ αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στην Ψυχιατρική Κλινική αιτιώμενος έντονη αυπνία, ανησυχία, αίσθημα εσωτερικής τάσης και ευερεθιστότητα, καθώς επίσης αστάθεια με διακύμανση κατά τη διάρκεια του 24ώρου. Νοσηλεύτηκε από τις 1.1.2011 μέχρι τις 12.1.
- Παρουσίασε βελτίωση της ψυχικής του υγείας με ύφεση της συμπτωματολογίας. Υπήρξε ήρεμος και συνεργάσιμος ως ασθενής κατά την παραμονή του στην Κλινική, ενώ δέχθηκε μετά το εξιτήριο να έχει τακτική ψυχιατρική παρακολούθηση και να συμμορφώνεται πλήρως με την τακτική λήψη φαρμακευτικής αγωγής. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου αναφέρθηκε στα δύσκολα παιδικά χρόνια του κατηγορούμενου και στις άσχημες εμπειρίες που έχει βιώσει, καθώς και στα προβλήματα που ο ίδιος αντιμετωπίζει. Ο κ. Σωφρονίου είπε ότι τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε σε σχέση με τις προηγούμενες καταδίκες του αφορούσαν την ανάγκη του για εξεύρεση χρημάτων για να αγοράσει ναρκωτικά, ενώ είναι άξιο θαυμασμού ότι ο κατηγορούμενος βρήκε και τη δύναμη και τη θέληση και παρέμεινε παντελώς εκτός ναρκωτικών από τότε. Ήταν η θέση του κ. Σωφρονίου ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε μια διαταραχή λόγω της φαρμακευτικής του αγωγής, η οποία μάλιστα κάποτε τον παραλύει και του μειώνει δραστικά την αντίληψη των πράξεων του. Ο κ. Σωφρονίου επεσήμανε ότι κατά το επίδικο επεισόδιο και η σύζυγος του επιτέθηκε στον ίδιο, εξ ου και αυτή αντιμετωπίζει ποινική υπόθεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ενώ από τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων μέχρι σήμερα, έχει εκδοθεί το διαζύγιο με την παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος δεν έχει επιδείξει παρόμοια συμπεριφορά. Αναφορικά με την υπόθεση που λαμβάνεται υπόψη, ο κ. Σωφρονίου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο κατηγορούμενος, δηλαδή μεθυσμένος, να έχει αιμόπτυση και να φέρει τραύματα, όπως επιβεβαιώνει το Τεκμήριο Ε. Ήταν η εισήγηση του κ. Σωφρονίου ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να τύχει της ίδιας αντιμετώπισης όπως και στις προηγούμενες καταδίκες του, δηλαδή με την επιβολή ποινών φυλάκισης με αναστολή, εν όψει των προσωπικών του συνθηκών. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση στα περιστατικά βίας στην οικογένεια, που κοινωνικά αποτελεί ένα απαράδεκτο φαινόμενο, και γι΄ αυτό κατέστη αναγκαία η θέσπιση Νόμου που να προνοεί πιο αυστηρές ποινές. Στη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Γεωργίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 464, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η σοβαρότητα εγκλημάτων βίας στην οικογένεια είναι αυτόδηλη. Εκτός από το τραύμα που επιφέρουν, τείνουν να πλήξουν τη συνοχή της οικογένειας και την υπόσταση των μελών της. Χρήση βίας από το σύζυγο κατά της συζύγου του αποτελεί ιδιαίτερη πτυχή εγκλημάτων βίας στην οικογένεια, τα οποία έχουν ως γενεσιουργό αιτία τη χρήση βίας ως μέσο επιβολής της θέλησης του συζύγου επί της συζύγου και την κυριαρχία του στην οικογένεια, με έρεισμα τη σωματική του δύναμη. Η βία αντικαθιστά το λόγο και η ισχύς τη λογική. Εξαρθρώνεται το κλίμα ισότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει τις σχέσεις των συζύγων - (βλ. Κούλλουρος v. Κούλλουρου & άλλου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 50). Η άσκηση βίας από το σύζυγο εις βάρος της συζύγου του αποτελεί ανάθεμα για τις συζυγικές σχέσεις και πλήττει καίρια τον πυρήνα της οικογένειας. Τέτοια συμπεριφορά δεν γίνεται ανεκτή. Πρέπει να εκριζωθεί από την οικογένεια.» Ενδεικτικές για τον τρόπο αντιμετώπισης τέτοιας φύσης αδικημάτων είναι οι υποθέσεις Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575 και Κωνσταντίνος Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση αρ. 28/2010, ημερ. 7.5.2010. Αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνω υπόψη τους τραυματισμούς που ο κατηγορούμενος προκάλεσε στην εν διαστάσει τότε σύζυγο του, και μάλιστα στην παρουσία του ανήλικου παιδιού τους, προκαλώντας σε αυτό ψυχική βλάβη, και περαιτέρω ότι ο ίδιος την απείλησε για τη ζωή της. Φυσικά δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι κατά τη διάρκεια του επεισοδίου και η παραπονούμενη επιτέθηκε στον κατηγορούμενο, το οποίο ο κατηγορούμενος κατάγγειλε στην αστυνομία, και εκκρεμεί ποινική υπόθεση εναντίον της στο Δικαστήριο. Οι περιστάσεις της υπόθεσης καταδεικνύουν επίσης ότι, παρόλο που ο ίδιος πήγε στο σπίτι της παραπονούμενης, εν τούτοις δέχθηκε και κάποιου είδους πρόκληση από την παραπονούμενη αφού και αυτή του επιτέθηκε. Σημαντικό θεωρώ τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, καθότι αυτά διαπράχθηκαν σχεδόν πριν 2 χρόνια, και από τότε έχει εκδοθεί το διαζύγιο του κατηγορούμενου με την παραπονούμενη και δεν έχει επαναληφθεί παρόμοια τέτοια συμπεριφορά. Διαφαίνεται ότι αυτό αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό. Βέβαια, ο κατηγορούμενος προέβη στη διάπραξη των αδικημάτων που αφορούν την υπόθεση αρ. 26190/2010, που λαμβάνεται υπόψη, στις 30.3.2010, ένα χρόνο αργότερα, και που δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση. Η σοβαρότητα των αδικημάτων της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης και της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης είναι αρκετά σοβαρά, και αυτό φαίνεται όχι μόνο λόγω της αυστηρής ποινής που προβλέπει ο Νόμος αλλά και από την ίδια τη φύση των αδικημάτων αφού τείνουν να υπονομεύσουν την έννοια του νόμιμου κράτους. Επίθεση εναντίον αστυνομικού κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του καταδεικνύει πλήρη ασέβεια προς το Νόμο τον οποίο την συγκεκριμένη στιγμή εκπροσωπεί το όργανο της τάξης. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπογραμμίζει την σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, ως ακολούθως: «Οι Αστυνομικές Αρχές στην εκτέλεση του καθήκοντός τους είναι φορείς της εξουσίας του δικαίου. Αντιστράτευση και υπονόμευση του έργου τους κάτω από τις συνθήκες που είχε διαπραχθεί το αδίκημα δε μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως πράξη εξαιρετικής σοβαρότητας.» Μάλιστα, αναφορικά με την εν λόγω υπόθεση, λαμβάνω υπόψη ως μετριαστικό παράγοντα για τον κατηγορούμενο ότι αυτός βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και ότι η παρατεταμένη παραμονή του στον σταθμό και η κατάσταση της υγείας του (αιμόπτυση) έφεραν τον κατηγορούμενο σε τέτοια κατάσταση, που ενεργώντας πλέον κάτω από τη φόρτιση της δεδομένης στιγμής, ο κατηγορούμενος προέβη στη διάπραξη των αδικημάτων. Από την αξιόποινη συμπεριφορά του υπέστη τραυματισμούς, και ευτυχώς η ζημιά που προκάλεσε ήταν μικρής αξίας. Ακόμα λαμβάνω υπόψη την άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου στην τέταρτη κατηγορία της κυρίως υπόθεσης, την παραδοχή του, έστω και σε αυτό το στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης, για τη διάπραξη των υπόλοιπων αδικημάτων και κυρίως τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες αδιαμφισβήτητα τον θέτουν σε τέτοια κατάσταση που είναι αδύναμος να χειριστεί και ελέγξει τον ίδιο του τον εαυτό. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα υγείας αλλά και ψυχικά, για τα οποία όχι μόνο χρειάστηκε να νοσηλευτεί αλλά και να λαμβάνει τακτή φαρμακευτική αγωγή. Τέλος, λαμβάνω υπόψη τις προηγούμενες καταδίκες με τις οποίες βαρύνεται και οι οποίες, σύμφωνα με τη νομολογία, του στερούν το δικαίωμα να τύχει κάθε δυνατής επιείκειας από το Δικαστήριο. Είναι εμφανές ότι ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει σωρεία αδικημάτων. Τα αδικήματα που αφορούν οι προηγούμενες καταδίκες είναι εντελώς διαφορετικής φύσης με αυτά των 2 υποθέσεων, και μάλιστα αυτά είχαν διαπραχθεί σε χρόνο κατά τον οποίο ο κατηγορούμενο έκανε χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, ενώ εδώ και 3 χρόνια περίπου είναι εντελώς καθαρός. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βέβαια δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος συστηματικά δείχνει μια ροπή στο έγκλημα, για την οποία θα πρέπει να τύχει και της ανάλογης μεταχείρισης από το Δικαστήριο. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, καταλήγω ότι η σοβαρότητα των αδικήματων που διέπραξε ο κατηγορούμενος και οι προηγούμενες καταδίκες με τις οποίες βαρύνεται δεν αφήνουν άλλη επιλογή στο Δικαστήριο παρά την επιβολή ποινής φυλάκισης ως τη μόνη κατάλληλη ποινή. Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες που αναφέρονται πιο πάνω, και κυρίως οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, δεν είναι ικανοί να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής, θα αντανακλούνται όμως στην έκταση αυτής. Ως εκ τούτου στον κατηγορούμενο επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στη δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην τρίτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Στην τέταρτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν. Κατά την επιβολή ποινής στην παρούσα υπόθεση λήφθηκε υπόψη η υπόθεση αρ. 26190/2010 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η ενεργοποίηση των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί σε όλες τις προαναφερόμενες υποθέσεις που αποτελούν τις προηγούμενες καταδίκες του κατηγορούμενου, καθότι η διάπραξη των αδικημάτων που αφορούν τις υποθέσεις 22003/2009 και 26190/2010 έγινε εντός της 3ετούς περιόδου αναστολής όλων των προηγούμενων καταδικών. Το γεγονός ότι δεν έγινε ενεργοποίηση σε προηγούμενες υποθέσεις δεν ενέχει σημασία και δεν επηρεάζει την απόφαση του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Το άρθρο 4
(1)του περί Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτέλεσης Ποινής Φυλάκισης εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε, δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την εκτέλεση της ανασταλείσας ποινής για την περίοδο για την οποία επιβλήθηκε ή για μικρότερη περίοδο, την τροποποίηση του αρχικού διατάγματος όσον αφορά την περίοδο εφαρμογής του διατάγματος ή να μη λάβει κανένα μέτρο σχετικά με την ανασταλείσα ποινή. Στην υπόθεση Λουκά v. Αστυνομίας
(1986)2 Α.Α.Δ. 141, λέχθηκε ότι όταν γίνεται παράβαση των όρων της αναστολής, το πρωταρχικό ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση είναι κατά πόσο η παράβαση αυτή είναι για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητα μειώνεται εξ αιτίας οποιωνδήποτε περιπτώσεων. Η ενεργοποίηση δεν συνδέεται με την ομοιότητα των αδικημάτων. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευαγγέλου v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 52, η ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής διατάσσεται κατά κανόνα εκτός αν αυτό θα ήταν άδικο, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων. Ακόμα, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη ότι η συνολική ποινή, δηλαδή η ποινή για τη βασική υπόθεση και η ενεργοποιημένη ποινή, δεν πρέπει να είναι υπερβολική - βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 546. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρουν επίσης οι υποθέσεις Βασιλειάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409 και Χριστοφίδης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148. Η συχνότητα διάπραξης και η φύση των αδικημάτων που αφορούν τις προηγούμενες καταδίκες είναι τέτοιες που καταδεικνύουν ότι κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος επιδιδόταν σε διαρρήξεις και κλοπές για να πάρει χρήματα και να αγοράσει ναρκωτικά, κάτι το οποίο φαίνεται να έχει εκλείψει εφόσον ο κατηγορούμενος δεν έχει διαπράξει παρόμοιας φύσης αδικήματα από τότε και κυρίως ο λόγος που τον ώθησε στο να τα πράξει δεν υφίσταται πλέον, εφόσον ο κατηγορούμενος επιτυχώς έχει μείνει εκτός ναρκωτικών. Η διάπραξη των αδικημάτων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και αυτή που λαμβάνεται υπόψη εντοπίζεται εντός της περιόδου αναστολής, και ενώ βρισκόταν σε ισχύ κηδεμονευτικό διάταγμα, όμως θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη η φύση των αδικημάτων, οι λόγοι που τον ώθησαν να προβεί σε αυτά και κυρίως η διαφοροποίηση των δεδομένων του σε σχέση με την παραπονούμενη και η κατάσταση στην οποία βρισκόταν τη δεδομένη στιγμή στον αστυνομικό σταθμό, χωρίς να έχει προσχεδιάσει τις ενέργειες του. Θεωρώ ότι υπό αυτές τις περιστάσεις, θα ήταν άδικο για τον κατηγορούμενο να ενεργοποιήσω τις προηγούμενες ποινές που του έχουν επιβληθεί. Τέλος, θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης για αναστολή της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του Νόμου 95/72 με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Θεωρώ χρήσιμο ν' αναφερθώ αρχικά στις υποθέσεις Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ. 21 , στις οποίες η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί αναστάληκε ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων των εν λόγω υποθέσεων κατά χρόνο μάλιστα που η ευχέρεια του Δικαστηρίου ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186 (Ι)/03, αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323 και ειδικότερα Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, ικανοποιούμαι ότι οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Αυτές συνίστανται στα χρόνια προβλήματα ψύχωσης που αντιμετωπίζει και για τα οποία έτυχε νοσηλείας, και τώρα λαμβάνει συστηματική φαρμακευτική αγωγή, αλλά και τα προβλήματα υγείας του που είναι σοβαρά και για τα οποία και πάλι χρήζει καθημερινής αγωγής. Τα δύσκολα χρόνια που βίωσε στην οικογένεια του, το μεγάλωμα με τη μητέρα του μόνο, η οποία είναι η μόνη που τον βοηθά και στηρίζει, η θέληση του κατηγορούμενου να ξεφύγει από ναρκωτικές ουσίες, η δημιουργία οικογένειας και η διάλυση αυτής, συμβαδίζουν με τα υπόλοιπα προβλήματα που αντιμετωπίζει και αναφέρονται πιο πάνω. Θεωρώ ότι η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο πρέπει να ανασταλεί υπό αυτές τις περιστάσεις, για να δοθεί η ευκαιρία στον κατηγορούμενο να συνεχίσει τη φαρμακευτική του αγωγή αλλά και την επικοινωνία με τα παιδιά του, η οποία φαίνεται να έχει πολύ θετική επίδραση στον ίδιο. Ως εκ τούτου, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Υπ.) .................. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Ποινή Αναφορά: Βία στην Οικογένεια cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο