Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κυριακής Χριστάκη, Αρ. Υπόθεσης 1233/10, 23.3.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 1233/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κυριακής Χριστάκη Κατηγορουμένης ------------------------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23.3.2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αβρααμίδης Για την Κατηγορούμενη: κ. Κονής Κατηγορούμενη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η H κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα καθώς και την κατηγορία της εγκληματικής επέμβασης, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα. Η κατηγορούσα αρχή, προς απόδειξη της υπόθεσής της παρουσίασε στο δικαστήριο τους ακόλουθους μάρτυρες: την αστυφύλακα 480 Θ. Δαυλιώτη (Μ.Κ.1), την παραπονούμενη Υβόνη Χρήστου (Μ.Κ.2) και τέλος, τη γιατρό Δέσπω Πρωτοπαπά (Μ.Κ.3). Η κατηγορούμενη Κυριακή Χριστάκη, αφού κλήθηκε σε απολογία και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της κατάθεσε κι αυτή ενόρκως, χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπισή της. Η εκδοχή της παραπονούμενης - και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής - αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής της στην Αστυνομία, ημερομηνίας 10.8.2009 (βλ. το τεκμήριο 4). Ειδικότερα: Στον ουσιώδη χρόνο, η παραπονούμενη διέμενε μαζί με το σύζυγό της σε σπίτι που βρίσκεται στην οδό Μαχάτμα Γγκάντι στη Λεμεσό. Στις 10.8.2009 και περί ώρα 08:45, ενώ καθόταν στη βεράντα της και προγευμάτιζε άκουσε δυνατό θόρυβο να έρχεται από τη μικρή αυλή της κουζίνας της. Συνεπεία αυτού έτρεξε αμέσως προς την κουζίνα, οπότε είδε την κατηγορούμενη, η οποία διαμένει στο διπλανό σπίτι, να στέκεται στη μέση της μικρής της αυλής και να την εξυβρίζει επανειλημμένα με τη λέξη «πουτάνα». Όταν τη ρώτησε τι γυρεύει στην αυλή της και αν αυτή έριξε την καρέκλα και τις μπογιές που χύθηκαν στο έδαφος, η κατηγορούμενη, που ήταν αγριεμένη, της επιτέθηκε κτυπώντας τη με τη σκούπα που κρατούσε, δύο φορές, στο δεξιό βραχίονα, με αποτέλεσμα να μελανιάσει το χέρι της. Όταν της επιτέθηκε η κατηγορούμενη, της έμεινε το σκουπόξυλο στο χέρι, ενώ η βούρτσα πετάχτηκε στην κουζίνα της. Συνεπεία αυτού τραβήχτηκε αμέσως προς τα πίσω και μπήκε στην κουζίνα της. Παρότι η κατηγορούμενη έτρεξε προς το μέρος της, ωστόσο, πρόλαβε και έκλεισε την πόρτα. Η κατηγορούμενη συνέχισε να τη βρίζει με τις εξής φράσεις: «Πουτάνα, έναν βάλλεις και ένα βκάλεις», «εχώρισες τον άνθρωπο που την γυναίκα του, επήρες τον πλούσιο να σε ταϊζει». Μετά από αυτά, κάλεσε αμέσως την Αστυνομία. Η κατηγορούμενη, αφού πετάχτηκε τον τοίχο που χωρίζει τα σπίτια τους πέρασε στη δική της αυλή, λέγοντάς της: «Επήρετε τον πλούσιο τον Κατσικίδη να σας ταϊζει, πουτάνες». Με τη σειρά της, η κατηγορούμενη, η οποία αρνείται όσα της καταμαρτυρεί η παραπονούμενη, με την ανακριτική της κατάθεση, ημερομηνίας 23.8.2009 (βλ. το τεκμήριο 2), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτή για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται τα εξής: Στον ουσιώδη χρόνο, γύρω στις 08:30 άνοιξε την πόρτα της κουζίνας της, η οποία συνορεύει με την κουζίνα της παραπονούμενης. Όταν είδε φύλλα, από τα κυπαρίσσια που παρεμβάλλονται ως φραμός μεταξύ των δύο σπιτιών άρχισε να τα σκουπίζει. Καθώς σκούπιζε, άκουσε την κόρη της παραπονούμενης, Σύλια, να φωνάζει, «Έτην, εν τούτη που τα έσειρε κάτω». Εκείνη τη στιγμή βγήκαν από την πόρτα τους η παραπονούμενη και ο σύζυγός της και άρχισαν να της φωνάζουν «πουτάνα». Μετά, επειδή δεν έδωσε σημασία στην παραπονούμενη, αυτή άρχισε να φωνάζει στο γείτονα, με αναφορά στην ίδια, «κύριε Χριστάκη, κυρία Παναγιώτα, τούτη έκλεψε τα χρυσαφικά μου και τα μαχαιροπίρουνά μου». Τότε, έβαλε τη σκούπα στη θέση της, μπήκε στο σπίτι της και δεν έδωσε σημασία. Ούτε πήγε στο σπίτι της παραπονούμενης, ούτε της επιτέθηκε. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τις τρείς μάρτυρες καθώς και την κατηγορούμενη, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 και Mohammed Jaber Akil v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 60/06, ημερομηνίας 27.2.2009, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων, η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά, γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Σε σχέση με αξία της ιατρικής μαρτυρίας, παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51). Η ουσία της μαρτυρίας της Μ.Κ.1, αστυφύλακα 480 Θ. Δαυλιώτη (βλ. την κατάθεσή της - τεκμήριο 1 -) έγκειται στο γεγονός, ότι, στις 23.8.2009 πήρε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη για την παρούσα υπόθεση, ενώ, την ίδια μέρα, την κατηγόρησε γραπτώς. Δεν αμφισβητήθηκε η μάρτυρας, σε σχέση με οτιδήποτε έχει αναφέρει. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Η γιατρός Δέσπω Πρωτοπαπά (Μ.Κ.2), στον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Ατυχημάτων του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 7 (παραπεμπτικό Αστυνομίας και έκθεση ιατρού και τα δύο, ημερομηνίας 10.8.2009) ότι, στις 10.8.2009 εξέτασε την παραπονούμενη και διαπίστωσε ότι έφερε αιμάτωμα στην εσωτερική πλευρά του δεξιού βραχίονα. Ο ακτινολογικός έλεγχος, δεν έδειξε οποιοδήποτε κάταγμα. Η μάρτυρας, μολονότι αντεξετάστηκε ούτε καν επιχειρήθηκε αμφισβήτησή της σε σχέση με οτιδήποτε έχει αναφέρει. Κατά συνέπεια δέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολό της. Συγκρατώ από αυτή τα εξής, πέραν όσων αναφέρει στη σχετική έκθεση που ετοίμασε: Η παραπονούμενη της είπε ότι δέχθηκε επίθεση. Δε θυμάται πόσο μεγάλο ήταν το αιμάτωμα, το οποίο είναι μωλωπισμός των εσωτερικών μορίων και χρώματος μωβ σκούρο. Το αιμάτωμα μπορεί να δημιουργηθεί και σε λίγα λεπτά, γιατί σπάζουν τα υποδόρια αγγεία. Αν υποτεθεί ότι κάποιος επισκεφθεί το νοσοκομείο μετά από 5 με 10 ώρες, πάλι θα είναι το ίδιο. Αντιπαραβάλλοντας - επί της ουσίας - την εκδοχή της παραπονούμενης, με την αντίστοιχη της κατηγορούμενης, χωρίς ενδοιασμό δέχομαι την εκδοχή της πρώτης, η οποία είναι και πιο λογική, συν τοις άλλοις. Η παραπονούμενη μου έκανε αρκετά καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Κατάθεσε με αμεσότητα, απλότητα και ειλικρίνεια και απαντούσε αυθόρμητα σ' όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν χωρίς να υποπέσει σε καμιά σοβαρή αντίφαση. Μολονότι αντεξετάστηκε ικανά από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της κατηγορούμενης κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία της, επί της ουσίας όσων ανάφερε. Σίγουρα, εντοπίζω κάποιες αντιφάσεις στη μαρτυρία της, ωστόσο, δεν αποδίδω μεγάλη σημασία σ' αυτές, επειδή τις θεωρώ ασήμαντες, οι οποίες αφορούν σε μικρολεπτομέρειες, οπότε, αυτές, όχι μόνο δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της παραπονούμενης, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν, αφού, αν αποδεικνύουν κάτι είναι ότι κατάθεσε στο δικαστήριο αυθόρμητα και χωρίς προσχεδιασμό. Ούτε και μου διαφεύγει ότι η εκδοχή της, σε σχέση με την πιο ουσιαστική πτυχή της μαρτυρίας της, αλλά και της υπόθεσης, που άπτεται του ισχυρισμού της ότι της επιτέθηκε και την τραυμάτισε η κατηγορούμενη ενισχύεται και σε κάποιο βαθμό επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, η οποία, καθώς ήδη έχει αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία (βλ. τη Γεωργίου, ανωτέρω) συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Και κάτι ακόμη. Η μαρτυρία της παραπονούμενης, σε κάποιο βαθμό ενισχύεται ακόμη και από τη μαρτυρία της κατηγορούμενης, η οποία, για παράδειγμα παραδέχεται ότι στον ουσιώδη χρόνο κρατούσε τη σκούπα, ως επίσης και ότι μια καρέκλα της παραπονούμενης ήταν αναποδογυρισμένη. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης, επί της ουσίας γίνεται αποδεκτή. Η κατηγορούμενη ως μάρτυρας, δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνταν λογικής, ούτε καν επιχείρησε να αντιμετωπίσει το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, η οποία την εκθέτει είτε ακόμη, να αποδώσει κάποιο κίνητρο στην κατηγορούμενη για όσα της καταμαρτυρεί. Ακολουθεί ότι, η μαρτυρία της, με εξαίρεση εκείνο το μέρος που αποδεικνύεται και/ή επιβεβαιώνεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και ψευδής. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται η κατηγορούμενη στην ανακριτική της κατάθεση (το περιεχόμενο της οποίας, για να επαναλάβω υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης), ότι, όταν η παραπονούμενη άρχισε να φωνάζει στο γείτονα, με αναφορά στην ίδια «κύριε Χριστάκη, κυρία Παναγιώτα, τούτη έκλεψε τα χρυσαφικά μου και τα μαχαιροπίρουνά μου» έβαλε τη σκούπα της στη θέση της, μπήκε μέσα στο σπίτι της και δεν της έδωσε σημασία. Αντεξεταζόμενη, όμως, όχι μόνο φέρει το γείτονα της παραπονούμενης να τη ρωτά, με αρνητικό ύφος, όπως ανάφερε, τι θέλει, αλλά, όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, αν θύμωσε όταν άκουσε την παραπονούμενη να της αποδίδει απευθυνόμενη στο γείτονα, ότι είναι τρελή και ότι της έκλεψε τα μαχαιροπίρουνα και τα χρυσαφικά της, απάντησε ως εξής: «Όχι συνέχιζα να τελειώσω το σκούπισμα, μετά βγήκε ο σύζυγός της και φώναζε αισχρόλογα για μένα». Συγκεκριμένα, την αποκάλεσε πουτάνα. Οι αντιφάσεις είναι ολοφάνερες. Ωστόσο, η παραπάνω απάντησή της περικλείει ακόμη δύο σοβαρές αντιφάσεις, που είναι οι εξής: Στην ανακριτική της κατάθεση φέρει την παραπονούμενη και το σύζυγό της να βγαίνουν μαζί από την πόρτα τους και να τη βρίζουν «πουτάνα» και όχι μόνο το σύζυγο της παραπονούμενης (πρώτη αντίφαση). Έπειτα φέρει και τους δυο, πρώτα να τη βρίζουν και ακολούθως την παραπονούμενη να συνομιλεί με το γείτονα (δεύτερη αντίφαση). Ούτε και θεωρώ λογικά όσα είπε υπό μορφή απάντησης, σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν περί το τέλος της αντεξέτασής της. Ειδικότερα: Στην ερώτηση αν κατάγγειλε το σύζυγό της παραπονούμενης για το γεγονός ότι την αποκάλεσε «πουτάνα», απάντησε ως εξής: «Όχι κύριε, δεν είμαστε ούτε για καβγάδες ούτε για ρεζιλίκια. Εγώ έβαλα τη σκούπα στη θέση της και μπήκα μέσα. Έκλεισα την πόρτα μου». Η αμέσως επόμενη ερώτηση που της υποβλήθηκε ήταν η εξής: «Πόσες φορές να αντέξεις να σου κάμνει τόσα πράγματα και να μην κάνεις έστω και ένα παράπονο»; Και η απάντηση της: «Εγώ έχω αρχές από τους γονείς μου και κάποιες συμβουλές τις τηρώ». Διερωτώμαι ειλικρινά ποιες αρχές και ποιες γονικές συμβουλές - ειρήσθω εν παρόδω, δεν τις συγκεκριμενοποίησε η κατηγορούμενη - υπαγορεύουν επίδειξη ανοχής έναντι κάποιου ο οποίος αποκαλεί κάποιο άλλο «τρελό», «κλέφτη» και «πουτάνα». Και κάτι ακόμη, που αποτελεί επίσης αντίφαση. Δεν μπορεί να ισχυρίζεται η κατηγορούμενη, ότι μετά το 2005 αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις της με την παραπονούμενη και λίγο αργότερα, ότι, από το ίδιο έτος και μετά είχε συχνά προστριβές με την παραπονούμενη, αποδίδοντάς της ότι την εξύβριζε. Η προσπάθειά της να με πείσει ότι δεν εισήλθε μα ούτε και μπορούσε να εισέλθει στην οικία της παραπονούμενης, μέσω του διαχωριστικού τοίχου, την οδήγησε στο να προβάλλει αφύσικους και παράλογους ισχυρισμούς. Αυτό έκανε όταν ισχυρίστηκε ότι ο κενός χώρος στο σημείο του τοίχου κοντά στο θάμνο έχει τόσο πλάτος, όσο φαίνεται στις φωτογραφίες (βλ. τα τεκμήρια 5 και 6). Δηλαδή, ένα με δύο εκατοστά και τούτο, τη στιγμή που προσδιορίζει το ύψος του διαχωριστικού τοίχου, από 2 περίπου μέτρα μέχρι 1.20 μ. το χαμηλότερο σημείο. Δε νομίζω να χρειάζονται γνώσεις ειδικού, για να διαφανεί το μέγεθος της υπερβολής και του ψεύδους της κατηγορούμενης. Το περιεχόμενο και των δύο φωτογραφιών μιλά από μόνο του. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι, η κατηγορούμενη, καθώς ήδη έχει αναφερθεί εκτίθεται σοβαρά και από το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, η οποία, ταυτόχρονα ενισχύει και σε σημαντικό βαθμό επιβεβαιώνει την παραπονούμενη στην πλέον ουσιαστική πτυχή της υπόθεσης, που είναι ο ισχυρισμός της, ότι η κατηγορούμενη της επιτέθηκε χτυπώντας την με τη σκούπα, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της στο χέρι. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα στον ουσιώδη χρόνο, διαδραματίστηκαν σύμφωνα με την εκδοχή της παραπονούμενης. Ειδικότερα: Στον ουσιώδη χρόνο, η παραπονούμενη διέμενε μαζί με το σύζυγό της σε σπίτι που βρίσκεται στην οδό Μαχάτμα Γγκάντι στη Λεμεσό. Στις 10.8.2009 και περί ώρα 08:45, ενώ καθόταν στη βεράντα της και προγευμάτιζε άκουσε δυνατό θόρυβο να έρχεται από τη μικρή αυλή της κουζίνας της. Συνεπεία αυτού έτρεξε αμέσως προς την κουζίνα, οπότε είδε την κατηγορούμενη, η οποία διαμένει στο διπλανό σπίτι, να στέκεται στη μέση της μικρής της αυλής και να την εξυβρίζει επανειλημμένα με τη λέξη «πουτάνα». Όταν τη ρώτησε τι γυρεύει στην αυλή της και αν αυτή έριξε την καρέκλα και τις μπογιές που χύθηκαν στο έδαφος, η κατηγορούμενη, που ήταν αγριεμένη, της επιτέθηκε κτυπώντας τη με τη σκούπα που κρατούσε, δύο φορές, στο δεξιό βραχίονα, με αποτέλεσμα να μελανιάσει το χέρι της. Όταν της επιτέθηκε η κατηγορούμενη, της έμεινε το σκουπόξυλο στο χέρι, ενώ η βούρτσα πετάχτηκε στην κουζίνα της. Συνεπεία αυτού τραβήχτηκε αμέσως προς τα πίσω και μπήκε στην κουζίνα της. Παρότι η κατηγορούμενη έτρεξε προς το μέρος της, ωστόσο, πρόλαβε και έκλεισε την πόρτα. Η κατηγορούμενη συνέχισε να τη βρίζει με τις εξής φράσεις: «Πουτάνα, έναν βάλλεις και ένα βκάλεις», «εχώρισες τον άνθρωπο που την γυναίκα του, επήρες τον πλούσιο να σε ταϊζει». Μετά από αυτά, κάλεσε αμέσως την Αστυνομία. Η κατηγορούμενη, αφού πετάχτηκε τον τοίχο που χωρίζει τα σπίτια τους πέρασε στη δική της αυλή, λέγοντάς της: «Επήρετε τον πλούσιο τον Κατσικίδη να σας ταϊζει, πουτάνες». Η παραπονούμενη, την ίδια μέρα μετέβη στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Ατυχημάτων του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, όπου εξετάστηκε από τη γιατρό Δέσπω Πρωτοπαπά, η οποία διαπίστωσε ότι έφερε αιμάτωμα στην εσωτερική πλευρά του δεξιού βραχίονα. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα καθώς και την κατηγορία της εγκληματικής επέμβασης, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα. Το αδίκημα της κοινής επίθεσης δημιουργεί το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα και στοιχειοθετείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου, είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα. Στην υπόθεση R. v. Vienna
(1975)3 All E.R. 788 τέθηκαν οι νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης, δε χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος «επίθεση» χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί και χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο [βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445]. Βλ. επίσης το σύγγραμμα Archbold Pleading and Practice, 40η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1280. Όταν ως αποτέλεσμα της επίθεσης, υπό την έννοια όσων αναφέρονται πιο πάνω, προκαλείται πραγματική σωματική βλάβη, τότε στοιχειοθετείται το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα. Στο σύγγραμμα Russel on Crime στη σελ. 629 αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ορισμός της πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ σημειώνεται ότι αυτή μπορεί να σημαίνει εσωτερικές ή εξωτερικές κακώσεις. Ωστόσο, στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 56 αναφέρεται ότι μια επιπόλαια εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα, ήταν αρκετά για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Το αδίκημα της εγκληματικής επέμβασης δημιουργεί το άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα. Έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας, για να καταδικαστεί η κατηγορούμενη σ' αυτή, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι στον ουσιώδη χρόνο: πρώτο, εισήλθε στην αυλή της οικίας της παραπονούμενης, δεύτερο, με σκοπό να την ενοχλήσει. Παρατηρώ τα εξής: Όταν η κατηγορούμενη εισήλθε στην αυλή της οικίας της παραπονούμενης ήταν απρόσκλητη, εισήλθε δηλαδή παράνομα. Το γεγονός ότι την εξύβρισε και της επιτέθηκε αποδεικνύει και το σκοπό της εισόδου της, που αποτελεί τουλάχιστον, ενόχληση της παραπονούμενης. Η κατηγορούμενη, όχι μόνο δεν ισχυρίστηκε ότι εισήλθε στην αυλή της οικίας της παραπονούμενης για οποιοδήποτε νόμιμο σκοπό, αλλά, αντίθετα, αρνήθηκε ότι συνέβη κάτι τέτοιο, δηλαδή, ότι στον ουσιώδη χρόνο εισήλθε στην αυλή της οικίας της παραπονούμενης. Όταν επιτέθηκε της παραπονούμενης, χτυπώντας τη με τη σκούπα στο χέρι άσκησε εναντίον της πραγματική βία, δηλαδή επίθεση, η οποία εκδηλώθηκε εκ μέρους της με πρόθεση, προφανώς παράνομα και χωρίς τη συγκατάθεση της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη, εξαιτίας της επίθεσης που δέχθηκε από την κατηγορούμενη υπέστη αιμάτωμα στην εσωτερική πλευρά του δεξιού βραχίονα, που αποτελεί πραγματική σωματική βλάβη. Η κατηγορούμενη ούτε καν υπαινίχθηκε ότι το υπό αναφορά τραύμα της παραπονούμενης οφείλεται σε οποιαδήποτε άλλη αιτία. Ακολουθεί ότι η ευθύνη της για τη διάπραξη και των δυο αδικημάτων στοιχειοθετείται πλήρως. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή της κατηγορούμενης και στις δύο κατηγορίες, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη, τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη κατηγορία. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΠ Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά: Επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, εγκληματική επέμβαση - συστατικά στοιχεία -, μαρτυρία -ιατρική, ενισχυτική-.). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο