Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Άριστος Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 5277/09, 23 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5277/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Άριστος Νικολάου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 23 Μαρτίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ρ. Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 9.12.2007 παρά την έξοδο του αυτοκινητόδρομου Πάφου - Λεμεσού που οδηγεί στον κυκλικό κόμβο Μακαρίου Γ' της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΜΧ536, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο του Ηρόδοτου Χριστοδούλου τέως από τη Λεμεσό. Η κατηγορούσα αρχή προς υποστήριξη της κατηγορίας παρουσίασε επτά μάρτυρες κατηγορίας και δη τον Λοχ. 4756 Μ. Γεωργίου (ΜΚ1), τον Α/Αστ. 1872 Π. Χριστοδούλου (ΜΚ2), τον Υπαστυνόμο Αι. Καφφά (ΜΚ3), τον Αστ. 3165 Στ. Μαντοβάννης (ΜΚ4), την Δέσπω Ρωσίδου (ΜΚ5), τον Βίκτωρα Ερωτοκρίτου (ΜΚ6) και τον Χριστάκη Παπαιωάννου (ΜΚ7). Επιπρόσθετα οι δύο πλευρές εκ συμφώνου, κατέθεσαν γραπτή δήλωση παραδεκτών γεγονότων τα οποία αποτελούν συναφώς ευρήματα του Δικαστηρίου ως ακολούθως: «
- Στις 9/12/2007 και περί ώρα 10:35, ο κατηγορούμενος Άριστος Νικολάου, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΜΧ536 στον αυτοκινητόδρομο Πάφου - Λεμεσού με κατεύθυνση τη Λεμεσό, τηρώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας στην έξοδο που οδηγεί στον κυκλικό κόμβο Μακαρίου Γ'.
- Την ίδια ημερομηνία και ώρα ο πεζός Ηρόδοτος Χριστοδούλου (θύμα) ηλικίας 45 χρόνων βρισκόταν στο ασφάλτινο παγκέτο της πιο πάνω αναφερόμενης εξόδου πίσω από αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΝΕ908 και προσπαθούσε να επιδιορθώσει το πισινό δεξιό σπασμένο ελαστικό του εν λόγω οχήματος.
- Το θύμα ενώ ήταν εγκλωβισμένο κάτω από το αυτοκίνητο του εξετάστηκε από τη νοσηλευτική λειτουργό, μάρτυρα 4 στο κατηγορητήριο, Δέσπω Ρωσσίδου, η οποία διαπίστωσε ότι δεν ανταποκρινόταν και δεν είχε παλμούς.
- Στη σκηνή του δυστυχήματος έφθασε ασθενοφόρο όπου το θύμα με την συνοδεία της μάρτυρας 5 στο κατηγορητήριο, νοσηλεύτριας Αναστασίας Χριστοφόρου, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου παραδόθηκε στην μάρτυρα 6 στο κατηγορητήριο, Δρ Χρυσούλλα Κυριάκου, όπου εξετάστηκε και διαπίστωσε το θάνατο του και εξέδωσε σχετική βεβαίωση θανάτου.
- Επίσης από τη σκηνή του δυστυχήματος μεταφέρθηκε τραυματισμένος στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, ο κατηγορούμενος με την συνοδεία της μάρτυρας 4 στο κατηγορητήριο, όπου κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του έλαβε δείγμα αίματος όπου παραδόθηκε στο λοχία 4756 Μ. Γεωργίου και στην συνέχεια στο αστυφύλακα 3100 Στ. Κυριάκου μάρτυρα 12 στο κατηγορητήριο όπου το μετέφερε στο Κρατικό Χημείο όπου το παρέδωσε στη μάρτυρα 9 στο κατηγορητήριο Ιατρό Δρ. Μαρία Αυξεντίου.
- Τα δύο οχήματα, τόσο του θύματος όσο και του κατηγορούμενου μεταφέρθηκαν στην τροχαία Λεμεσού για μηχανικό έλεγχο. Το όχημα του κατηγορούμενου δεν κατέστη δυνατό να εξεταστεί καθ' ότι λόγω της σύγκρουσης και της πτώσης του σε χαντάκι υπέστη εκτεταμένες ζημιές οι οποίες δεν επέτρεπαν περαιτέρω μηχανικό έλεγχο.
- Στις 10/12/2007 και περί ώρα 09:00 στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού η μάρτυρας 7 στο κατηγορητήριο, Ιατροδικαστής Δρ Ελένη Αντωνίου, διενήργησε την νενομισμένη νεκροψία επί της σωρού του θύματος και αποφάνθηκε ως αιτία θανάτου «Πολυτραυματισμός συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος». Την αναγνώριση της σωρού του θύματος κατά την διάρκεια της νεκροψίας έκαμε ο μάρτυρας 8 στο κατηγορητήριο Γεώργιος Γεωργίου, κουνιάδος του θύματος και φωτογραφίες της νεκροψίας έλαβε ο μάρτυρας 13 στο κατηγορητήριο αστυφύλακας 1239 Κ.Σάββα.» Επιπρόσθετα, τα πιο κάτω γεγονότα είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, είτε πηγάζουν από αναντίλεκτη ενώπιόν μου μαρτυρία. Στις 9.12.2007 και περί ώρα 10:35 π.μ. στην έξοδο του αυτοκινητόδρομου Πάφου - Λεμεσού προς κυκλικό κόμβο Μακαρίου Γ' επεσυνέβη δυστύχημα στο οποίο ενεχόμενα οχήματα ήταν το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος με αρ. εγγραφής ΕΜΧ536 με ανατολική κατεύθυνση και το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΝΕ908 το οποίο ανήκε στον Ηρόδοτο Χριστοδούλου (το θύμα) και το οποίο ήταν σταθμευμένο εντός του αριστερού ασφάλτινου παγκέτου του δρόμου στον οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος το όχημα του. Σε κάποια χρονική στιγμή και ενώ ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, το όχημα του κατηγορούμενου παρεξέκλινε της πορείας του και κατευθύνθηκε αριστερά και συγκρούστηκε στην πισινή δεξιά γωνία του οχήματος του θύματος. Συνεπεία του δυστυχήματος ήταν τα ενεχόμενα οχήματα να υποστούν ζημιές και το θύμα να τραυματιστεί θανάσιμα. Τα μόλις πιο πάνω γεγονότα επίσης αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Εκείνο που προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα μου, είναι ότι τα πιο κάτω ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα και για την απάντηση των οποίων είναι αναγκαία η αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Ερωτήματα: · Πού βρισκόταν το θύμα τη στιγμή που συγκρούστηκε το όχημα του κατηγορούμενου με το όχημα του; · Πέραν της σύγκρουσης του οχήματος του κατηγορουμένου με το σταθμευμένο όχημα του θύματος, συγκρούστηκε ο κατηγορούμενος και με το θύμα; · Αν η απάντηση στο ακριβώς πιο πάνω ερώτημα είναι καταφατική, πού βρισκόταν το θύμα όταν το όχημα του κατηγορούμενου συγκρούστηκε επ' αυτού; · Ποια η πορεία του οχήματος του κατηγορούμενου πριν αυτό παρεκκλίνει της πορείας του και κατευθυνθεί αριστερά και ποια ήταν η εν γένει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, οδηγική συμπεριφορά του κατηγορουμένου; Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας, θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ότι ο κατηγορούμενος, στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, κλήθηκε σε απολογία και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να παραμείνει σιωπηλός. Σκοπός της παρούσας δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κάτι τέτοιο δεν πιστεύω ότι θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό. Αναφορά στη μαρτυρία θα γίνει όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο στο στάδιο της αξιολόγησής της. Ο ΜΚ1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Κατέθεσε τα τεκμήρια από 1 - 4 στα οποία εμπεριέχεται το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής καθώς επίσης και δέσμη φωτογραφιών που λήφθηκαν στη σκηνή του δυστυχήματος αλλά και στους χώρους όπου μεταφέρθηκαν τα ενεχόμενα οχήματα μετά το δυστύχημα. Η μαρτυρία του στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση και οι ερωτήσεις που τέθηκαν στην αντεξέταση ήταν διευκρινιστικού παρά αντιπαραθετικού χαρακτήρα. Πρόκειται για το πρόσωπο καθ' υπόδειξη του οποίου ο ΜΚ2 ετοίμασε το Τεκμήριο 2 (πρόχειρο σχέδιο της σκηνής). Επιπρόσθετα ο ΜΚ1 έλαβε διάφορες καταθέσεις συμπεριλαμβανομένων και δύο εκ των καταθέσεων του κατηγορουμένου (Τεκμήρια 3 Α και 3 Β). Ο ΜΚ1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ήρθε στο Δικαστήριο και κατέθεσε την αλήθεια. Αν και τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στο σύνολο της, αυτή δεν είναι βοηθητική για να μπορώ να καταλήξω σε ευρήματα ως προς το σημείο σύγκρουσης αλλά και ως προς το κατά πόσο ο κατηγορούμενος συγκρούστηκε μόνο με το όχημα του θύματος ή και με το ίδιο το θύμα. Ο ΜΚ2 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια όπως ο ίδιος την αντιλήφθηκε, πράγμα το οποίο και έπραξε. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας του εν λόγω μάρτυρα ήταν και η αποδοχή, στο στάδιο της αντεξέτασης του, της θέσης της υπεράσπισης ότι τα ίχνη τροχοπέδησης που παρουσιάζονται επί του ασφάλτινου παγκέτου με σήμανση Α1 επί του σχεδίου επί κλίμακας (Τεκμήριο 6), έστω και αν έχουν τεθεί σε αυτό από τον ίδιο, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο αυτά να αφέθησαν από άλλο όχημα και σε άλλο χρόνο, άσχετο με το υπό διερεύνηση δυστύχημα. Συμφώνησε δε με το συνήγορο υπεράσπισης ότι τα εν λόγω ίχνη τροχοπέδησης δεν είναι ορατά στις φωτογραφίες (Τεκμήριο 4), παρά το γεγονός ότι σε αυτές φαίνεται το μέρος εκείνο του ασφάλτινου παγκέτου στο οποίο ο ίδιος κατά την παρουσία του στη σκηνή βρήκε να έχουν αφεθεί επ' αυτού ίχνη τροχοπέδησης. Αναφορικά με τα ίχνη τροχοπέδησης επί του χωμάτινου παγκέτου, με βόρεια κατεύθυνση, τα οποία ο ΜΚ2 έθεσε επί του Τεκμηρίου 6 ως συνέχεια των ιχνών τροχοπέδησης του ασφάλτινου παγκέτου, παρατηρώ ότι αυτά δεν είναι ορατά ως υποδεικνύονται στο Τεκμήριο 6, στις φωτογραφίες Τεκμήριο
- Συγκεκριμένα, όπως φαίνεται ξεκάθαρα στις φωτογραφίες 2, 3, 6 και 20 τα εν λόγω ίχνη σε κάποιο σημείο ενώνονται και σταματούν περίπου στη μέση του χωμάτινου παγκέτου και δεν επεκτείνονται ως δύο διαφορετικά ίχνη μέχρι και το χείλος του αυλακιού του αναχώματος ως αυτά παρουσιάζονται στο Τεκμήριο
- Αξίζει να σημειωθεί ότι στον ΜΚ2 υποδείχθηκε το Τεκμήριο 4 και αναγνώρισε σε αυτό τη σκηνή του δυστυχήματος καθώς επίσης και ότι πρόκειται για φωτογραφίες οι οποίες λήφθηκαν στη σκηνή του δυστυχήματος, σε χρόνο στον οποίο και ο ίδιος βρισκόταν εκεί. Οι μετρήσεις του μάρτυρα, ως αυτές εμφαίνονται στο Τεκμήριο 6, καθώς επίσης και το όλο περιεχόμενο τούτου, με μόνη εξαίρεση το σημείο σύγκρουσης και τα ίχνη τροχοπέδησης, δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Έχοντας δε κατά νου ότι για να καταλήξει στο σημείο Χ, ο ΜΚ2 συνυπολόγισε και την έναρξη των ιχνών τροχοπέδησης, ίχνη που ως ανωτέρω αναφέρω αποδέχθηκε και ο ίδιος ότι πιθανόν να είναι άσχετα με την υπό εξέταση υπόθεση και τα οποία υπενθυμίζω ότι δεν είναι καν ορατά στο Τεκμήριο 4, κρίνω ότι ούτε αυτός ο μάρτυρας με τη μαρτυρία του με βοήθησε στο να μπορέσω να καταλήξω σε ασφαλές εύρημα ως προς το σημείο σύγκρουσης του οχήματος του κατηγορουμένου είτε με το θύμα - αν συγκρούστηκε - είτε και με το όχημα του τελευταίου. Με εξαίρεση το σημείο Χ, καθώς επίσης και τα ίχνη τροχοπέδησης ως αυτά εμφαίνονται επί του Τεκμηρίου 6, το υπόλοιπο περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου αποτελεί πραγματική μαρτυρία με βάση την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης και ελέγχει τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας. Επιπρόσθετα, το σχέδιο αποτελεί θεμέλιο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το δυστύχημα. (Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Τη μαρτυρία του, με εξαίρεση τις αναφορές του ως προς τα ίχνη τροχοπέδησης και το σημείο Χ για τους λόγους που ανάφερα ανωτέρω, την αποδέχομαι. Ο ΜΚ3 είναι το πρόσωπο που έλαβε τις φωτογραφίες που εμπεριέχονται στο Τεκμήριο 4. Στο στάδιο της αντεξέτασης του εξέφρασε τη γνώμη ότι στο χωμάτινο παγκέτο, στο σημείο που παρουσιάζονται ίχνη τροχοπέδησης να ενώνονται μεταξύ τους, πρέπει το όχημα που άφησε τα εν λόγω ίχνη να συγκρούστηκε με κάτι. Η πιο πάνω γνώμη του δεν συνοδεύτηκε από οποιαδήποτε μαρτυρία που να καθιστά τον ΜΚ3 εμπειρογνώμονα ο οποίος να μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με αναπαραστάσεις δυστυχημάτων και ή εν γένει για δυστυχήματα. Η εν λόγω γνώμη του τέθηκε με τρόπο γενικό. Ανάφερε ακόμα ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο το πλαστικό πορτοκαλί κομμάτι, προφανώς κομμάτι από δείκτη οχήματος το οποίο βρέθηκε στο σημείο που τα εν λόγω ίχνη τροχοπέδησης ενώνονται, ανήκει σε οποιονδήποτε από τα ενεχόμενα οχήματα. Εν πάση περιπτώσει, η θέση του ότι τα εν λόγω ίχνη τροχοπέδησης αφέθηκαν από το όχημα του κατηγορούμενου και ότι στο συγκεκριμένο σημείο επήλθε σύγκρουση του εν λόγω οχήματος με κάποιο αντικείμενο και/ή υποκείμενο, πέραν των λόγων που αναφέρονται πιο πάνω, δεν γίνεται δεκτή και για το λόγο ότι δεν υποστηρίζεται από καμία άλλη ενώπιον μου πραγματική ή μη, αποδεκτή μαρτυρία. Στην περίπτωση δε που η εν λόγω θέση του ΜΚ3 θα ιδωθεί ως σχετιζόμενη με ενδεχόμενη σύγκρουση του οχήματος του κατηγορούμενου με το όχημα του θύματος, τότε η εν λόγω θέση συγκρούεται άμεσα με τα παραδεκτά γεγονότα που θέτουν το όχημα του θύματος εντός του ασφάλτινου παγκέτου και όχι στο χωμάτινο. Είναι προφανές από τα όσα αναφέρω ανωτέρω, ότι ούτε αυτού του μάρτυρα η μαρτυρία ήταν βοηθητική αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης του οχήματος του κατηγορουμένου με το θύμα - αν συγκρούστηκε - ή με το όχημα του τελευταίου. Ο ΜΚ4 απλά κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 μία εκ των καταθέσεων του κατηγορουμένου η οποία λήφθηκε από τον ίδιο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε καθόλου από την υπεράσπιση. Δεν έχω αμφιβολία ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στην ολότητά της. Η ΜΚ5 περιορίστηκε απλά στο να αναφέρει ότι είναι νοσοκόμα και ότι με ασθενοφόρο επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος όπου στο κάτω μέρος του οχήματος του θύματος βρήκε το θύμα το οποίο δεν ανταποκρίνετο και δεν είχε παλμούς καθώς επίσης και ότι με το ίδιο ασθενοφόρο μετέφερε τον κατηγορούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού αφού ο τελευταίος παραπονιόταν για άλγος στο στέρνο. Δεν έτυχε οποιασδήποτε ουσιαστικής αντεξέτασης ως προς τους πιο πάνω ισχυρισμούς της και εν πάση περιπτώσει η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας της. Οι οποιεσδήποτε μικροαντιφάσεις που παρουσιάζει η μαρτυρία της συγκρινόμενη με άλλη ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία είναι επουσιώδεις και δεν είναι ικανές να διαφοροποιήσουν την πιο πάνω κατάληξη μου. Την μαρτυρία της, την αποδέχομαι. Ο ΜΚ6 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του. Η αντεξέταση του περιορίστηκε σε διευκρινιστικές περισσότερο ερωτήσεις. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο ήρθε να πει την αλήθεια ως ο ίδιος την αντιλήφθηκε. Πρόκειται για τον οδηγό οχήματος που κινείται με ίδια κατεύθυνση με τον κατηγορούμενο, πλην όμως στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και σε απόσταση περίπου 15 μ. πίσω από τον τελευταίο. Βασική διαφωνία μεταξύ υπεράσπισης και θέσεων του μάρτυρα, αποτέλεσε η θέση της υπεράσπισης ότι προτού το όχημα του κατηγορούμενου κατευθυνθεί προς τα αριστερά, κινήθηκε δεξιότερα και συνεπεία κορναρίσματος του ΜΚ6 ή άλλου οδηγού που ακολουθούσε τούτον, αναγκάστηκε ο κατηγορούμενος να οδηγήσει το όχημα του προς τα αριστερά. Την εν λόγω θέση ο ΜΚ6 δεν αποδέχθηκε, επιμένοντας στη σταθερή του θέση ότι καθώς ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με ανατολική κατεύθυνση, ξαφνικά, οδήγησε το όχημα του προς τα αριστερά, εξήλθε της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, εισήλθε στο παρακείμενο ασφάλτινο παγκέτο και συγκρούστηκε με το θύμα και το όχημα του τελευταίου. Οφείλω να παρατηρήσω ότι οι πιο πάνω θέσεις της υπεράσπισης παρέμειναν ως θέσεις που τέθηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης και καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε προς υποστήριξη των εν λόγω θέσεων. Τη μαρτυρία του ΜΚ6 την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο ΜΚ7 στην ουσία δεν βοήθησε το Δικαστήριο καθ' οιονδήποτε τρόπο να αντιληφθεί τα διαδραματιζόμενα εκείνης της ημέρας. Αποτέλεσε ισχυρισμό του ότι τα όσα ανάφερε στο Δικαστήριο αναφορικά με το πού βρισκόταν το όχημα του θύματος πριν τη σύγκρουση, ποια η πορεία και/ή αντίδραση του εν λόγω αυτοκινήτου συνεπεία της σύγκρουσης, σε ποιο σημείο του οδικού δικτύου συγκρούστηκαν τα δύο οχήματα, πως κινήθηκε το όχημα του κατηγορουμένου μετά τη σύγκρουση και γενικά αναφορές του σχετικές με τη σκηνή του δυστυχήματος, ήταν αποτέλεσμα γνώμης που απεκόμισε ο ίδιος από έρευνες τις οποίες ο ίδιος προέβη μετά που επεσυνέβη το δυστύχημα όταν επισκέφθηκε τη σκηνή. Αποδέχθηκε όμως ότι δεν έχει οποιαδήποτε γνώση ή επιστημονική κατάρτιση ή έστω πείρα που να τον καθιστά ικανό, αφενός να σχηματίζει και αφετέρου να εκφράζει γνώμη επί τέτοιων θεμάτων. Πέραν τούτου, κατά το στάδιο της αντεξέτασης και επανεξέτασης, όχι μόνο εξέφρασε γνώμες διαφορετικές από τις αρχικές του αλλά έθεσε και τη θέση ότι δεν μπορεί να είναι σίγουρος για την ορθότητα των γνωμών του. Είναι πασιφανές ότι η μαρτυρία του δεν ήταν καθόλου διαφωτιστική. Όσον αφορά γραπτές καταθέσεις ενός κατηγορουμένου, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτές. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) και στην αγγλική απόφαση Findlay Duncan, 73 Cr. App. Re. 359, σχετικά με την εκτίμηση της κατάθεσης ενός κατηγορούμενου, αναφέρθηκε ότι κάθε μέρος αυτής που γίνεται δεκτό αποτελεί μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται, και όχι μόνο στο μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Κάθε μέρος όμως μιας τέτοιας κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη, και το Δικαστήριο προβαίνει σε εκτίμηση των ισχυρισμών που προβάλλονται. Μπορεί όμως να δώσει όπως αυτό κρίνει ότι επιβάλλεται διαφορετική βαρύτητα σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης ή και μικρότερη σημασία ή και να απορρίψει ένα ή περισσότερα μέρη αυτής. Είναι με άλλα λόγια η εκτίμηση κατάθεσης, θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου, στη διακριτική ευχέρεια του κριτή των γεγονότων της υπόθεσης. Δεν παραγνωρίζω ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως, το δικαίωμα της σιωπής. Από την άλλη όμως ενώπιον μου, ως μέρος του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή προς υποστήριξη της θέσης της ότι ο κατηγορούμενος ενέχεται στο αδίκημα που αντιμετωπίζει, είναι και 3 καταθέσεις του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα τα Τεκμήρια 3Α, 3Β και 8, οι οποίες καταθέσεις κατατέθηκαν άνευ οιασδήποτε ενστάσεως από την υπεράσπιση. Στα εν λόγω τεκμήρια, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι την 9.12.2007 το πρωί και ενώ οδηγούσε το όχημα του στην έξοδο του αυτοκινητόδρομου που οδηγεί στον κυκλικό κόμβο Μακαρίου Γ', στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, αντιλήφθηκε στα αριστερά του και εντός του αριστερού παγκέτου ένα όχημα σκούρου χρώματος να είναι σταθμευμένο και έναν άντρα να στέκεται πίσω ή στο πλάι του εν λόγω αυτοκινήτου. Στο δε Τεκμήριο 8, το οποίο να σημειωθεί λαμβάνεται 3 ώρες περίπου μετά το δυστύχημα και αποτελεί και την πρώτη χρονικά κατάθεση του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι τη στιγμή που βλέπει το θύμα, ο τελευταίος αλλάζει τον δεξιό πίσω τροχό του αυτοκινήτου του. Επειδή ακριβώς βλέπει το θύμα να ενεργεί με τον συγκεκριμένο τρόπο, χωρίς να ελέγξει κατά πόσον δεξιά του κινούνται άλλα οχήματα και χωρίς να θέσει σε λειτουργία τον δείκτη του για να υποδείξει την πρόθεση του να κινηθεί προς τα δεξιά, αποφασίζει να κατευθύνει το όχημα του δεξιότερα προφανώς για να μην αποτελέσει ο ίδιος κίνδυνο για το θύμα. Όταν κατευθύνει το όχημα του προς τα δεξιά ακούει ήχο κόρνας και φοβούμενος ότι θα προκαλέσει δυστύχημα με διερχόμενο εκ δεξιών του όχημα, στρίβει το τιμόνι του προς τα αριστερά με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο του να κατευθυνθεί προς το σημείο που άλλαζε το θύμα τον τροχό του οχήματος του. Η απόσταση των οχημάτων, ως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος στις καταθέσεις του, ήταν τέτοια που δεν μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα του θύματος. Στο Τεκμήριο 8 δε, ο ισχυρισμός του είναι ότι όταν τελικά κινείται προς τα αριστερά συγκρούεται με το θύμα χρησιμοποιώντας ειδικά την ακόλουθη φράση «κτύπησα του ανθρώπου που άλλαζε το λάστιχο και μετά έπεσα στο χαντάκι». Η εν λόγω τελευταία θέση του κατηγορούμενου είναι σε συμφωνία τόσο με τα όσα ανέφερε ο ΜΚ6 για το πού βρισκόταν το θύμα τόσο πριν όσο και κατά τη σύγκρουση όσο και με τα παραδεκτά γεγονότα που τοποθετούν το θύμα στο πίσω μέρος του οχήματος του, στα πλαίσια αλλαγής του πισινού δεξιού ελαστικού του. Επιπρόσθετα, η θέση αυτή, υποστηρίζεται και από τη σήμανση «Η» του Τεκμηρίου 6, που αφορά σε βίδες τροχού του αυτοκινήτου του θύματος. Οι εκφρασθείσες θέσεις του κατηγορουμένου, στη γραπτή του κατάθεση Τεκμήριο 8 ως προς το πού βρίσκεται το θύμα και με τι ασχολείται τόσο αρχικά όσο και κατά τη στιγμή της σύγκρουσης και στις υπόλοιπες του καταθέσεις, ως προς το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την παρουσία του θύματος προτού οδηγήσει το όχημα του διαγωνίως αριστερά, γίνονται δεκτές από το Δικαστήριο ως αποτελούσες πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν εκείνη την ημέρα τη στιγμή που συμβαίνει το δυστύχημα. Οι οποιεσδήποτε θέσεις του κατηγορούμενου στις καταθέσεις του, περί μη αντίληψης του για το ακριβές σημείο που βρίσκεται το θύμα την στιγμή της σύγκρουσης και ως προς το κατά πόσον συγκρούστηκε και με το θύμα και όχι μόνο με το όχημα του τελευταίου, δεν γίνονται δεκτές αφού τις θεωρώ δεύτερες σκέψεις σε μια προσπάθεια του κατηγορούμενου να προσδώσει ευθύνη και στο ίδιο το θύμα επί το ότι έθεσε τον εαυτό του εντός του δρόμου και όχι στο παγκέτο που βρισκόταν το όχημα του. Εν πάση περιπτώσει οι εν λόγω θέσεις του κατηγορούμενου βρίσκονται στην κατάθεση του Τεκμήριο 3Α η οποία λαμβάνεται τρεις ολόκληρες ώρες μετά που λαμβάνεται η κατάθεση του Τεκμήριο 8, στην οποία προβαίνει σε ρητή αναφορά ότι κτύπησε με το όχημα του το θύμα. Ευρήματα Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, καθώς επίσης και τις αρχές που διέπουν τα θέματα, πραγματικής μαρτυρίας, παραδεκτών γεγονότων και γραπτών καταθέσεων κατηγορουμένου, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 9.12.2007 και περί ώρα 10:35 π.μ. στην έξοδο του αυτοκινητόδρομου Πάφου - Λεμεσού προς κυκλικό κόμβο Μακαρίου Γ' επεσυνέβη δυστύχημα στο οποίο ενεχόμενα οχήματα ήταν το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος με αρ. εγγραφής ΕΜΧ536 με ανατολική κατεύθυνση και το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΝΕ908 το οποίο ανήκε στον Ηρόδοτο Χριστοδούλου (το θύμα) και το οποίο ήταν σταθμευμένο εντός του αριστερού ασφάλτινου παγκέτου του δρόμου, στην αριστερή λωρίδα του οποίου, οδηγούσε ο κατηγορούμενος το όχημα του. Σε κάποια χρονική στιγμή και ενώ ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και ενώ προηγουμένως είχε αντιληφθεί τόσο το θύμα όσο και το όχημα του τελευταίου να βρίσκονται στο αριστερό ασφάλτινο παγκέτο και το θύμα να αλλάζει το πισινό δεξιό λάστιχο, για λόγους που δεν έγιναν γνωστοί στο Δικαστήριο, οδήγησε το όχημα του διαγωνίως αριστερά με αποτέλεσμα να εξέλθει της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, να εισέλθει στο παρακείμενο αριστερό ασφάλτινο παγκέτο και να συγκρουστεί τόσο με το θύμα, που τη στιγμή εκείνη άλλαζε το δεξιό πίσω τροχό του οχήματος του, όσο και με το όχημα του τελευταίου. Μετά τη σύγκρουση, το όχημα του κατηγορούμενου οδηγήθηκε βορειότερα και κατέληξε σε παρακείμενο αυλάκι βάθους 2,80μ. Συνεπεία του δυστυχήματος το θύμα τραυματίστηκε θανάσιμα, ο κατηγορούμενος τραυματίστηκε στο στέρνο, τα δε οχήματα υπέστησαν σοβαρές υλικές ζημιές. Νομική Πτυχή Η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Στην περίπτωση της αμελούς οδήγησης εκείνο που ελέγχεται είναι κατά πόσο ο οδηγός επέδειξε χαμηλότερο επίπεδο προσοχής και φροντίδας από αυτό που αναμένεται να υποδειχθεί από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην περίπτωση της επικίνδυνης οδήγησης αυτό που ελέγχεται είναι κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη η συμπεριφορά του οδηγού ήταν επικίνδυνη. Η απόδειξη από την κατηγορούσα αρχή μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν είναι αρκετή. Θα πρέπει αυτή την επικίνδυνη κατάσταση να αποδειχθεί ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Αυτό δεν εξ' υπακούει ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο οδηγός ήταν απερίσκεπτος (reckless) ή ότι είχε πρόθεση να οδηγήσει με τρόπο ασυμβίβαστο με το αποδεχτό επίπεδο οδήγησης. Το σφάλμα θα πρέπει να εμπεριέχει την ύπαρξη αποτυχίας να επιδειχθεί η φροντίδα ή η δεξιότητα ενός ικανού και πεπειραμένου οδηγού πάντοτε σε συνδυασμό με τον τρόπο οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η γραμματική έννοια της λέξης ¨επικίνδυνη¨ σημαίνει την πράξη η οποία εγκυμονεί κίνδυνο ή προκαλεί φόβο ή απειλή για τους άλλους (βλέπε R v Gosney
(1971)55 Cr. App.R.502, Μιχαλάκης Πέτρου ν Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ σελ.233, Στέλιος Σάββα ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ σελ 115 και Γεν. Εισαγγελέας ν Ανδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ σελ.118). Αλόγιστη είναι η μη λελογισμένη συμπεριφορά ή πράξη και δη κάθε ενέργεια ή παράλειψη η οποία διενεργείται η παραβλέπεται να διενεργηθεί με τρόπο ασυμβίβαστο με την κοινή λογική (βλ. Κώστας Ζυπίτης κ.α. ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελ. 220). Σε ότι δε αφορά την ερμηνεία του όρου ¨απερίσκεπτη¨ το κριτήριο δεν είναι μόνο αντικειμενικό αλλά και υποκειμενικό και θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με την οδήγηση του κατηγορουμένου. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με τέτοιο τρόπο που εγκυμονούσε εμφανή η σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιο άλλο ο οποίος τυχών θα χρησιμοποιούσε το οδικό δίκτυο ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημίας σε περιουσία. Επιπλέον θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε με αυτό τον τρόπο χωρίς να σκεφτεί την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή ότι ενώ αντιλήφθηκε την ύπαρξη του, εντούτοις ενέργησε με τον τρόπο που ενέργησε διακινδυνεύοντας (βλέπε R v Lawrence [1981] 1 ALL E. R. 974, R v Reid [1992] 3 ALL E. R. 673 και Γεν. Εισαγγελέας ν Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ.1)
(2002)2 ΑΑΔ σελ.473). Βασική προϋπόθεση αποτελεί πάντοτε η θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή τον θάνατο άλλου προσώπου. Θέματα τα οποία έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τέτοια θέματα, εκτός βέβαια στις περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 120, 125). Κατάληξη Εκείνο που προκύπτει από τις πιο πάνω νομικές αρχές είναι ότι για να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με απερίσκεπτο και/ή επικίνδυνο τρόπο, είναι απαραίτητη η απόδειξη ύπαρξης κινδύνου. Εκείνο που προκύπτει, από τα πιο πάνω ευρήματα μου, είναι ότι ο κατηγορούμενος ενώ είχε αντιληφθεί την παρουσία του θύματος εντός του ασφάλτινου παγκέτου, να αλλάζει το λάστιχο του αυτοκινήτου του, οδήγησε το όχημα του προς το θύμα, με τρόπο που διακινδύνευε να συγκρουστεί μαζί του, με αποτέλεσμα εν τέλει να συγκρουστεί με το θύμα και να το τραυματίσει θανάσιμα. Είναι ξεκάθαρο ότι η ρηθείσα οδηγική συμπεριφορά του κατηγορούμενου αποτελεί απερίσκεπτη οδήγηση. Εξετάζοντας κατά πόσο ο κατηγορούμενος οδήγησε με επικίνδυνο τρόπο, κρίνω ότι η οδήγηση του οχήματος από τον κατηγορούμενο με τον τρόπο που περιγράφεται ανωτέρω δεν μπορεί παρά να αποτελεί και επικίνδυνη οδήγηση και αυτό γιατί, αφενός, η οδήγηση του οχήματος προς το σημείο που ευρίσκετο το θύμα ήταν οδήγηση που εμπεριείχε υπαρκτό κίνδυνο να προκαλέσει υλική ζημιά και ή τραυματισμό και η έλλειψη οποιασδήποτε λήψης μέτρων αποφυγής και ή αποτροπής της σύγκρουσης, αποτελεί σφάλμα του κατηγορούμενου. Κρίνω επίσης ότι η πιο πάνω αναφερόμενη οδηγική συμπεριφορά του κατηγορούμενου αποτελεί και αλόγιστη συμπεριφορά. Και αυτό γιατί το να οδηγήσει το όχημα του προς το σημείο που βρισκόταν το θύμα, του οποίου την παρουσία είχε αντιληφθεί προηγουμένως, αποτελεί οδηγική συμπεριφορά που δεν συμβιβάζεται με την κοινή λογική. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επομένως ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο