Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ειρήνης Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 3642/10, 24 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B66 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3642/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.
- Ειρήνης Δημητρίου, από τη Λεμεσό
- Χρίστου Σαριδάκη, από την Ελλάδα
- Μύριας Παρεκλησιώτη, από τη Λεμεσό
- Ελένης Δημητρίου, από τη Λεμεσό Κατηγορουμένων --------------------- Ημερομηνία: 24 Μαρτίου, 2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Κατηγορουμένη 1 παρούσα, αυτοπροσώπως Π Ο Ι Ν Η Η πρώτη κατηγορουμένη, κατόπιν παραδοχής της, κρίνεται ένοχη στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αυτές αφορούν τα αδικήματα της άσκησης βίας στην κόρη της που προκάλεσε άμεσα πραγματική σωματική βλάβη σε αυτή, και της άσκησης βίας στην κόρη της που προκάλεσε άμεσα ψυχική βλάβη σε αυτή, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)
(3)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία) Θυμάτων Νόμου του 2000, Ν. 119(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 212(Ι)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των αν λόγω κατηγοριών, τα αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν εναντίον της Κυριακής Χ"Φιλίππου, ηλικίας τότε 15 ετών. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα. Στις 30.11.2009 και περί ώρα 17.00 η Κυριακή Χ"Φιλίππου, ενώ βρισκόταν στην οικία της, δέχθηκε επίσκεψη από την εγγονή της, Κυριακή Χ"Φιλίππου (παραπονούμενη) και τη θεία της, οι οποίες της ανέφεραν ότι στις 29.11.2009 και περί ώρα 21.00 στην οικία της η παραπονουμένη κτυπήθηκε από τη μητέρα της και άλλα πρόσωπα. Σύμφωνα με την παραπονούμενη, αυτή ήθελε να φύγει από το σπίτι και δεν την άφηναν, με αποτέλεσμα διάφορα πρόσωπα να της επιτεθούν και να την κτυπήσουν σε διάφορα μέρη του σώματος της. Η πρώτη κατηγορουμένη την κούρεψε με μηχανή κουρέματος ενώ άλλο πρόσωπο την κλώτσησε στα γεννητικά της όργανα προκαλώντας της ελαφριά αιμορραγία. Η γιαγιά της παραπονουμένης είδε ότι το χέρι της ήταν πρισμένο και τα μαλλιά της κομμένα. Οι δύο τους επισκέφθηκαν το Γραφείο Ευημερίας όπου ανέφεραν τα γεγονότα και ακολούθως πήγαν στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας, και κατάγγειλαν την υπόθεση. Ακολούθως η παραπονούμενη επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου εξετάστηκε από γιατρό, ο οποίος διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη έφερε εκχυμώσεις και εκδορές σε διάφορα μέρη του σώματος της και τα μαλλιά της ήταν κομμένα σε ακανόνιστο σχήμα. Λήφθηκε οπτικογραφημένη κατάθεση από την παραπονούμενη, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι η πρώτη κατηγορουμένη την έγδαρε στο πρόσωπο και της έκοψε τα μαλλιά ενώ άλλα άτομα της κρατούσαν τα χέρια και πόδια. Στις 3.12.2009, η πρώτη κατηγορουμένη συνελήφθη στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας και αφού πληροφορήθηκε τους λόγους σύλληψης της αυτή απάντησε ότι δεν την κτύπησε. Λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από την πρώτη κατηγορουμένη, στην οποία αναφέρει ότι κούρεψε την παραπονούμενη με ξυριστική μηχανή και όταν αυτή σταμάτησε να δουλεύει χρησιμοποίησε ένα ψαλιδάκι. Η πρώτη κατηγορουμένη κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε επίσης Έγγραφη Δήλωση της παραπονούμενης ημερ. 7.2.2011, στην οποία αναφέρεται ότι αποσύρει οποιανδήποτε καταγγελία εναντίον της μητέρας της που αφορά την παρούσα ποινική υπόθεση και ότι δεν επιθυμεί την συνέχιση της διαδικασίας καθότι έχουν συμφιλιωθεί. Τέλος, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι η πρώτη κατηγορουμένη δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Η πρώτη κατηγορουμένη ανέφερε στο Δικαστήριο ότι αυτό που έκανε στην παραπονούμενη είναι το λιγότερο, παρόλο που μετάνιωσε για ό,τι έκανε. Είπε ότι η παραπονούμενη ήθελε να φύγει από το σπίτι, έμπλεξε και με άλλα, και αυτό ήταν μηδαμινό μπροστά στα υπόλοιπα. Αναφέρθηκε τέλος στην συμφιλίωση της με την κόρη της. Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφέρονται τα ακόλουθα. Η πρώτη κατηγορουμένη είναι ηλικίας 36 ετών, ασθενής, λήπτρια δημόσιου βοηθήματος. Η παραπονούμενη είναι τώρα ηλικίας 161/2 ετών, η οποία διέκοψε τη φοίτηση της στο σχολείο. Ο πρώην σύζυγος της είναι ο Παναγιώτης Χ"Φιλίππου, 38 ετών, ηλεκτρολόγος αυτοκινήτων. Η πρώτη κατηγορουμένη έχει επίσης ακόμα ένα παιδί, 5 ετών, και ο πατέρας του παιδιού είναι ο Χρίστος Σαριδάκης, 31 ετών. Η πρώτη κατηγορουμένη διαμένει με τη μικρή της κόρη σε ενοικιαζόμενη οικία. Τα εισοδήματα της προέρχονται από το δημόσιο βοήθημα που ανέρχεται στα 1.016,92 ευρώ μηνιαίως, και το ΜΚΣ Μονογονιού που είναι 136,69 ευρώ μηνιαίως. Πληρώνει 450 ευρώ ενοίκιο και 250 ευρώ για τον παιδοκομικό σταθμό που φοιτά η κόρη της μηνιαίως. Έχει χρέη ύψους 6.366 ευρώ για αγορά αυτοκινήτου για το οποίο δεν καταβάλλεται η δόση και 12.347,86 ευρώ ως εγγυήτρια συγγενικών προσώπων του πατέρα του δεύτερου παιδιού της. Η πρώτη κατηγορουμένη γεννήθηκε στην Ελλάδα από Ελλαδίτες γονείς. Σε ηλικία 4 ετών ήρθε στην Κύπρο μαζί με τη μητέρα της και έκτοτε διαμένει εδώ. Έχει ακόμα δύο αδέλφια. Είναι απόφοιτος Τεχνικής Σχολής στον κλάδο των Ξενοδοχειακών. Στην συνέχεια σπούδασε για ένα χρόνο αισθητικός σε ιδιωτική σχολή. Οι γονείς της χώρισαν όταν αυτή ήταν 8 μηνών. Ο πατέρας της διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα αλλά δεν διατηρούν επικοινωνία, και η μητέρα της αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και συντηρείται από δημόσιο βοήθημα. Σε ηλικία 16 ετών η πρώτη κατηγορουμένη διατηρούσε δεσμό με τον Παναγιώτη Χ"Φιλίππου και έμεινε έγκυος, έτσι παντρεύτηκαν το
- Σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά τον γάμο τους χώρισαν αφού αντιμετώπιζαν προβλήματα στις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Το 2006 πήραν διαζύγιο. Με την παραπονούμενη αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα από μικρή ηλικία, και αυτή τώρα διαμένει με άντρα βουλγαρικής καταγωγής και μεγαλύτερης ηλικίας. Το 2006 η πρώτη κατηγορουμένη απέκτησε το δεύτερο παιδί της από την σχέση που διατηρούσε με τον Χρίστο Σαριδάκη ο οποίος αναγνώρισε το παιδί. Η πρώτη κατηγορουμένη δεν εργάζεται λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας. Παρακολουθείται από κυβερνητικό ψυχίατρο και σύμφωνα με πρόσφατη ιατρική βεβαίωση πάσχει από «συναισθηματική διαταραχή» και κρίνεται μόνιμα ανίκανη για εργασία. Η πρώτη κατηγορουμένη στο παρελθόν δεν είχε σταθερή εργασία. Εργάστηκε πολύ λίγο και περιστασιακά. Αντιμετώπιζε από το παρελθόν προβλήματα ψυχικής υγείας και παρακολουθείτο από ψυχίατρο. Από το 2002 συντηρείται από δημόσιο βοήθημα και σήμερα συνεχίζει να λαμβάνει δημόσιο βοήθημα ως μονογονέας με εξαρτώμενη την 5χρονη κόρη της. Κατά την επιβολή ποινής το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι το δημόσιο συμφέρον που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα του πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πική «Sentencing in Cyprus», σελ. 3, και στην υπόθεση Republic v. Georghiou 22 C.L.R.
- Η προβλεπόμενη από το Νόμο μέγιστη ποινή είναι ενδεικτική της σοβαρότητας των εν λόγω αδικημάτων, και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής - βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ιωάννου
(2003)2 Α.Α.Δ.
- «Η ιδιαίτερη αυστηρότητα με την οποία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται η άσκηση βίας σε μέλος της οικογένειας κατηγορουμένου, τονίστηκε και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Γεωργίου, Ποιν. Έφ. 7012, ημερ. 11.4.
- Είναι αδιανόητο κάποιος να κακοποιείται στο οικογενειακό σπίτι που αποτελεί το καταφύγιο του και όπου θα έπρεπε να βρίσκει προστασία και στοργή.» Στην εν λόγω υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272, το Ανώτατο Δικαστήριο αρχικά επεσήμανε την αύξηση που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια στα περιστατικά βίας που ασκείται από μέλος οικογένειας προς άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας, και αναφερόμενο στις αυστηρότερες ποινές που προνοούνται από τον περί Βίας στην Οικογένεια Νόμο, καταλήγει ως εξής: «Η διάκριση είναι εμφανής. Η αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου προς τους ενόχους αδικημάτων βίας στην οικογένεια εκφράζεται μέσω της αυστηρότερης ποινής που προβλέπει ο νόμος, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκεται, μέσω της ποινής, και η εξυπηρέτηση του στοιχείου της αποτροπής. Η εξατομίκευση της ποινής αποτελεί σημαντική διεργασία η οποία στοχεύει στην επιβολή δίκαιης ποινής η οποία στο τέλος, πρέπει να αρμόζει όχι μόνο στο έγκλημα αλλά και στο άτομο του συγκεκριμένου δράστη. Το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί είτε στην ουδετεροποίηση του νόμου είτε στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής.» Η σοβαρότητα των αδικημάτων της βίας στην οικογένεια είναι δεδομένη. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση όπου έχουμε μια μητέρα που χρησιμοποίησε βία έναντι του ανήλικου παιδιού της. Η πράξη της πρώτης κατηγορουμένης προς την κόρη της, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 15 ετών, να πάρει την ξυριστική μηχανή και να κουρέψει τα μαλλιά της ενώ άλλα άτομα την ακινητοποίησαν κρατώντας την από τα χέρια και πόδια, πράγματι προκαλεί απέχθεια αλλά και δημιουργεί ένα αίσθημα αποστροφής για τη βιαιότητα της μητέρας προς την κόρη η οποία υπέστη τον εξευτελισμό και τη μείωση της υπόληψης και προσωπικότητας της. Μάλιστα η κατηγορουμένη δεν δίστασε να πάρει το ψαλιδάκι και να συνεχίσει το κούρεμα της κόρης της όταν σταμάτησε να δουλεύει η ξυριστική μηχανή, κάτι που δείχνει τον ζήλο της στο να συνεχίσει την βάναυση συμπεριφορά της προς την κόρη της, και ακόμα ότι την έγδαρε στο πρόσωπο. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο η παραπονούμενη ήθελε να φύγει από το σπίτι, και έτσι προκλήθηκε ένταση και αναστάτωση στο σπίτι, όμως αυτό ουδόλως μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για τη χρήση οποιασδήποτε μορφής βίας από τον γονιό προς το παιδί του, και μάλιστα να κορυφωθεί με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω. Αλοίμονο αν ο γονιός επιβαλλόταν στο παιδί του με τη χρήση βίας. Λαμβάνω επίσης υπόψη το περιεχόμενο της Έγγραφης Δήλωσης της παραπονούμενης, και ότι έχει συμφιλιωθεί με τη μητέρα της και δεν επιθυμεί την συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας, όμως η βαρύτητα που θα δοθεί σε αυτή είναι περιορισμένη καθότι αυτή δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή εκμηδενίσει την σοβαρότητα των πράξεων της μητέρας έναντι της ανήλικης κόρης της. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για την κατηγορουμένη λαμβάνω υπόψη την παραδοχή της, έστω και σε αυτό το στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, και το λευκό ποινικό μητρώο της. Δεν μου διαφεύγει ακόμα ο χρόνος διάπραξης των αδικημάτων και το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τότε μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στην κατηγορουμένη, καθότι διαφαίνεται ότι αυτή δεν έχει διαπράξει παρόμοιας φύσης αδίκημα εν τω μεταξύ, όπως επιβεβαιώνει και η ημερομηνία της Έγγραφης Δήλωσης της παραπονούμενης. Τέλος, λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές συνθήκες της κατηγορουμένης, όπως αυτές εκτίθενται αναλυτικά στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και αναφέρονται πιο πάνω, και ειδικότερα τα δύσκολα παιδικά χρόνια της κατηγορουμένης, και τα ψυχικά προβλήματα που αντιμετωπίζει και τα οποία την καθιστούν μόνιμα ανίκανη για εργασία και για τα οποία χρήζει παρακολούθησης από ψυχίατρο, ενώ έχει ένα παιδί ακόμα ηλικίας 5 ετών το οποίο φροντίζει η ίδια μόνο, και συντηρείται αποκλειστικά από δημόσιο βοήθημα. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, και με κύριο γνώμονα την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε η κατηγορουμένη, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες που αναφέρονται πιο πάνω δεν είναι ικανοί να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής, θα αντανακλούνται όμως στην έκταση αυτής. Ως εκ τούτου στην πρώτη κατηγορουμένη επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στη δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στην κατηγορουμένη. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του Νόμου 95/72 με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Θεωρώ χρήσιμο ν' αναφερθώ αρχικά στις υποθέσεις Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ. 21 , στις οποίες η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί αναστάληκε ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων των εν λόγω υποθέσεων κατά χρόνο μάλιστα που η ευχέρεια του Δικαστηρίου ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186 (Ι)/03, αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323 και ειδικότερα Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, ικανοποιούμαι ότι οι προσωπικές συνθήκες της κατηγορουμένης είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Αυτές συνίστανται στο ότι η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει πρόβλημα ψυχικής υγείας για το οποίο παρακολουθείται από ψυχίατρο, και την κατέστησε μόνιμα ανίκανη για εργασία, καθώς επίσης τα δύσκολα παιδικά της χρόνια, τον γάμο που πέρασε με την απόκτηση της κόρης της σε νεαρή ηλικία, και τη διάλυση του γάμου της πολύ σύντομα, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει με την κόρη της και τέλος την απόκτηση της μικρής της κόρης την οποία φροντίζει μόνη. Θεωρώ ότι η κατηγορουμένη δικαιούται μιας ευκαιρίας για να συνεχίσει την παρακολούθηση της από ειδικό, και κυρίως να συνεχίσει την ομαλή πορεία που φαίνεται ότι έχει χαράξει στο παρόν στάδιο με την συμφιλίωση της με την κόρη της και το μεγάλωμα της μικρής της κόρης. Ως εκ τούτου η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στην κατηγορουμένη αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Υπ.).................. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Ποινή Αναφορά: Άσκηση βίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο