← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεώργιου Στεφανίδη, Αρ. Υπόθεσης: 27911/09, 30 Μαρτίου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεώργιου Στεφανίδη, Αρ. Υπόθεσης: 27911/09, 30 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B67 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27911/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεώργιου Στεφανίδη, εκ Λεμεσού Κατηγορούμενου --------------------- Ημερομηνία: 30 Μαρτίου, 2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν ο κ. Πουργουρίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 2 κατηγορίες για αδικήματα κατά παράβαση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν. 119(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 212(Ι)/

  1. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της άσκησης βίας στην πρώην σύζυγο του κατηγορούμενου, Χαρούλα Αρέστη, που προκάλεσε άμεσα πραγματική σωματική βλάβη σε αυτή, και η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράνομης πράξης που προκάλεσε άμεσα πραγματική σωματική βλάβη στην πρώην σύζυγο στην παρουσία ανηλίκου μέλους της οικογένειας, δηλαδή τον Μιχάλη Στεφανίδη, η οποία δυνατό να προκάλεσε στον εν λόγω ανήλικο ψυχική βλάβη. Τα εν λόγω αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν στις 29.3.
  2. Ο πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Αρχι/Αστυφύλακας 4615 Αναστάσιος Αναστασίου του αστυνομικού σταθμού Αγ. Ιωάννη. Ο Μ.Κ. 1 ανέλαβε την εξέταση της παρούσας υπόθεσης στις 29.3.2009 και στις 21.00 εξέδωσε ιατρικό έντυπο στην Χαρά Αρέστη, η οποία επέστρεψε στον σταθμό μετά την εξέταση της στο Γενικό Νοσοκομείο, και υπέβαλε γραπτώς το παράπονο της. Στις 30.3.2009 και ώρα 00.03 ο Μ.Κ.1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Μάλιστα κύριε». Ακολούθως ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο - Τεκμήριο
  3. Επίσης ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι είχε δώσει τον κατηγορούμενο Έντυπο Πληροφόρησης των Δικαιωμάτων, και παρέπεμψε τον συνήγορο υπεράσπισης στο Κυανούν 5 εντός του φακέλου της αστυνομίας. Ακολούθως κατατέθηκε εκ συμφώνου, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, η γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου ημερ. 30.3.2009 που έγινε από τον αστ. 2648 Μ. Μιχαηλίδη του αστυνομικού σταθμού Αγ. Ιωάννη, στην οποία ο κατηγορούμενος απάντησε «Αρνούμαι κάθετα τις κατηγορίες. Ούτε επιτέθηκα ούτε κτύπησα», Τεκμήριο
  4. Η παραπονούμενη, Χαρούλα Αρέστη, ήταν η επόμενη μάρτυρας. Η Μ.Κ.2 υιοθέτησε την κατάθεση της ως μέρος της κύριας εξέτασης της. Στην εν λόγω κατάθεση, η Μ.Κ. 2 αναφέρει ότι παντρεύτηκε τον κατηγορούμενο το 1995 και από τον γάμο τους απέκτησαν ένα παιδί, τον Μιχάλη, στις 28.4.
  5. Χώρισαν το 2005 λόγω άσκησης βίας από τον σύζυγο της προς την ίδια και άλλων προβλημάτων που υπήρχαν από την αρχή του γάμου τους. Παρόλο που την κτύπησε 3-4 φορές κατά τη διάρκεια του γάμου τους, εν τούτοις δεν τον κατήγγειλε για να μην διαλύσει την οικογένεια της. Πήραν πολιτικό διαζύγιο εδώ και 2 χρόνια και θρησκευτικό εδώ και ένα μήνα. Ο κατηγορούμενος παντρεύτηκε ξανά πριν από 2 χρόνια. Οι σχέσεις τους γενικά είναι καλές και ο κατηγορούμενος έπαιρνε τον γιο τους πολύ συχνά, όποτε το ζητούσε, και δεν υπήρχε απόφαση Δικαστηρίου για τις επισκέψεις του κατηγορούμενου με το παιδί. Η Μ.Κ.2 εργάζεται και έτσι την βοηθά με το παιδί η πρώην πεθερά της που μένει κοντά της, και με την οποία διατηρούν πολύ καλές σχέσεις. Στις 28.3.2009, κατόπιν παράκλησης της πρώην πεθεράς της, το παιδί διανυκτέρευσε στη γιαγιά του, λόγω των ωρών εργασίας της Μ.Κ.2, κάτι το οποίο μάλιστα γίνεται συχνά. Στις 29.3.2009 η Μ.Κ.2 σχόλασε στις 15.00 και τηλεφώνησε στην πρώην πεθερά της για να περάσει να πάρει το παιδί σπίτι της. Η πρώην πεθερά της είπε ότι το παιδί ήταν στην προπόνηση με τον πατέρα του και της ζήτησε να το πάρει αργότερα το απόγευμα. Αυτή δέχθηκε. Γύρω στις 18.30 τηλεφώνησε ξανά για να περάσει να πάρει το παιδί και η πρώην πεθερά της, της είπε ότι αυτό ήθελε να μείνει μαζί τους. Η Μ.Κ.2 της είπε ότι θα πήγαινε να το πάρει και να το κατεβάσει από το διαμέρισμα της στον δρόμο. Η Μ.Κ.2 έφθασε εκεί γύρω στις 18.30 και η πρώην πεθερά της ήρθε κάτω και της είπε ότι το παιδί ήθελε να μείνει για το βράδυ. Η Μ.Κ.2 αρνήθηκε και της ζήτησε όπως φέρει το παιδί ο πατέρας του. Ο πρώην σύζυγος της ήρθε και της είπε με άσχημο τρόπο να αφήσει το παιδί για το βράδυ. Αυτή δεν ήθελε γιατί έπρεπε να πάρει το παιδί σπίτι και να το ετοιμάσει για το σχολείο την επομένη. Τότε η Μ.Κ.2 ανέβηκε με το ασανσέρ στον τρίτο όροφο όπου διαμένει η πρώην πεθερά της και πήρε το παιδί. Άρχισε να κατεβαίνει από τις σκάλες επειδή το ασανσέρ ήταν κρατημένο, και ενώ βρισκόταν στις σκάλες του πρώτου ορόφου ανέβηκε ο πρώην σύζυγος της πολύ αγριεμένος και άρπαξε το παιδί το οποίο κρατούσε στα χέρια. Το παιδί έκλαιγε και γαντζώθηκε πάνω της. Ο κατηγορούμενος τότε την άρπαξε από τον λαιμό και την έσπρωξε στην προσπάθεια του να πάρει το παιδί. Τα παιδί άρχισε να φωνάζει «Θα πάω με την μάμα, σταμάτα παπά, σταμάτα μην κτυπάς» και τότε κατέβηκε η πρώην πεθερά της και του ζήτησε να σταματήσει να φωνάζει. Είπε στην ίδια «Πιάστον φύε» και τότε η Μ.Κ. 2 έτρεξε στην έξοδο της πολυκατοικίας και έφυγε. Πήρε το παιδί στον πατέρα της και πήγε στην αστυνομία για να προβεί σε καταγγελία. Η Μ.Κ.2, περιγράφοντας τα επίδικα γεγονότα, είπε ότι κατέβαινε την σκάλα με πολλή ταχύτητα, και τότε ο κατηγορούμενος βγήκε από το ασανσέρ ενώ αυτή κρατούσε το παιδί στον αριστερό της ώμο σφικτά και έτρεχε να κατεβεί την σκάλα. Μόλις την βρήκε, ο κατηγορούμενος πήγε να αρπάξει το παιδί, αυτή το κρατούσε σφικτά και δεν του το έδινε, και ενώ το κρατούσε με τα χέρια ο κατηγορούμενος την έπιασε από τον λαιμό και τον δεξιό ώμο για να αφήσει το παιδί. Το παιδί άρχισε να κλαίει και να λέει «Σταμάτα παπά, σταμάτα εν να πάω με τη μάμα». Κατέβηκε και η πρώην πεθερά της τρεχτή τις σκάλες και τότε ο κατηγορούμενος την άφησε και αυτή έφυγε τρεχτή επίσης από τις σκάλες με το παιδί. Το επεισόδιο διήρκησε 3-4 λεπτά, και ο λόγος που πήγε στην αστυνομία ήταν επειδή είχαν πλέον χωρίσει. Ακόμα η Μ.Κ.2 είπε ότι είχε κοκκίνισμα, το οποίο μετά από λίγες μέρες έγινε μαύρισμα και φαινόταν, και αναγκάστηκε να το κρύβει με make-up για να μην φαίνεται στη δουλειά της. Κατά την αντεξέταση της, η Μ.Κ.2 είπε ότι οι σχέσεις της με την πρώην πεθερά της ήταν πολύ καλές μέχρι το επίδικο επεισόδιο. Αυτή κατέβηκε κάτω και της είπε με άσχημο τρόπο να αφήσει το παιδί το βράδυ, επειδή ήταν οι συγγενείς της πάνω, όμως η Μ.Κ.2 δεν έκρινε ότι αυτός ήταν λόγος να μείνει εκεί το παιδί, και κτύπησε την πόρτα, είπε στο παιδί να πάνε και αυτό πήγε. Η Μ.Κ.2 αρνήθηκε τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι το παιδί δεν ήθελε να πάει μαζί της, ότι όταν την είδε στον δρόμο, κλειδώθηκε και ούρλιαζε και δεν ήθελε να πάει μαζί της, και ότι όταν αυτή βγήκε πάνω, το παιδί ήταν κλειδωμένο και φώναζε «Όχι». Αρνήθηκε ακόμα ότι αυτή άρπαξε το παιδί, ενώ αυτό αντιδρούσε βιαιότατα και ήθελε να μείνει στη γιαγιά του επειδή είχε πάρτυ, λέγοντας ότι η ίδια δεν ήξερε τι γινόταν εντός του σπιτιού γιατί περίμενε κάτω να της φέρουν το παιδί. Μάλιστα, αυτή δέχθηκε και άφησε το παιδί μέχρι τις 18.30, όταν της ζητήθηκε να το αφήσει για να παίξει. Όταν άνοιξε η πόρτα, είδε ότι βρίσκονταν κάποιοι συγγενείς, όμως αυτό δεν ήταν λόγος που δικαιολογούσε την συμπεριφορά του πρώην συζύγου της. Η Μ.Κ.2 αναγνώρισε ότι το παιδί έκλαιγε για κάτι σελίδες ενός βιβλίου που του έδωσε ο πατέρας του και ήταν τσαλακωμένες, όπως αυτό της είπε μετά που πήγαν στο σπίτι. Είπε επίσης ότι κατέβηκε από τις σκάλες για να μην συναντηθούν με τον κατηγορούμενο, επειδή τον είχε δει σε έξαλλη κατάσταση, και όταν ήταν έτσι, τον έπιανε η κρίση, γύριζαν τα μάτια του και γινόταν βίαιος. Μάλιστα μια φόρα η ίδια η πρώην πεθερά της την πήρε στην πολυκλινική μετά που την κτύπησε ο κατηγορούμενος. Αυτό έγινε 5 φόρες και ήξερε καλά πλέον πότε θα την κτυπούσε. Η Μ.Κ.2 είπε ότι είχε την προσωρινή φύλαξη του παιδιού, αφού συμφώνησε και ο κατηγορούμενος, και περίμενε την επίσημη απόφαση του Δικαστηρίου. Η Μ.Κ. 2 επανέλαβε ότι κατέβηκε από τις σκάλες για να φύγει πιο γρήγορα και αποφύγει την σύγκρουση, και το παιδί ούρλιαζε όταν ο κατηγορούμενος την έπιασε από τον λαιμό. Αρνήθηκε ότι η ίδια ήταν βίαια και προκάλεσε ένταση. Η Μ.Κ.2 αναγνώρισε την ένορκη δήλωση που υπέγραψε προς υποστήριξη της Αίτησης αρ. 30/09 για Γονική Μέριμνα-Κηδεμονία Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερ. 8.5.2009, Τεκμήριο 4, και είπε ότι το επίδικο περιστατικό δεν αναφέρεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση, όμως ανέφερε το επίδικο επεισόδιο στον δικηγόρο της από την πρώτη στιγμή, καθότι του είχε τηλεφωνήσει και του ζήτησε την συμβουλή του. Τέλος, η ίδια αρνήθηκε ότι η καταγγελία της για το επίδικο επεισόδιο έγινε λόγω απουσίας δικαστικού διατάγματος, και εξ ου και καταχωρήθηκε η Αίτηση στο Δικαστήριο λίγους μήνες μετά, λέγοντας ότι επιθυμεί όπως το παιδί έχει σχέσεις με τον πατέρα του. Η τελευταία μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η Δρ. Ελένη Δαμιανού, γιατρός στο τμήμα πρώτων βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού κατά τον ουσιώδη χρόνο, και με ειδικότητα στη γενική ιατρική. Η Μ.Κ.3 υιοθέτησε την Έκθεση Ιατρού, που η ίδια συμπλήρωσε στο σχετικό έντυπο, στις 30.3.2009 και ώρα 00.20, στο οποίο αναφέρεται ότι η Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι κτυπήθηκε από άλλο άτομο και η ίδια διαπίστωσε «ερύθημα δεξιό τράχηλο» που επεξήγησε ως κοκκινίλα στη δεξιά πλευρά του λαιμού. Στην αντεξέταση της η Μ.Κ. 3 είπε ότι η κοπέλα δεν ανέφερε αλλού ότι υπέστη τραυματισμό για να ασχοληθεί και αλλού στην εξέταση της, και είπε ότι το κοκκίνισμα είναι η πιο ήπια μορφή τραυματισμού, και το συγκεκριμένο που έφερε η Μ.Κ. 2 προήλθε από κάκωση. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, και αφού του εξήγησε τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, Τεκμήριο 1, ως μέρος της κύριας εξέτασης του. Σε αυτή ο κατηγορούμενος αναφέρει τα ακόλουθα. Από τον Δεκέμβριο 2002 μέχρι και το Μάιο 2007, υπήρχε διάσταση σχέσεων με την πρώην σύζυγο του και πολλά προβλήματα, ενώ από τον Μάιο 2007 ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε το σπίτι. Το 2008 εκδόθηκε πολιτικό διαζύγιο, ενώ το 2009 εκδόθηκε και θρησκευτικό. Η Μ.Κ. 2 εργάζεται στο Ίδρυμα Αγ. Στεφάνου στη Λεμεσό. Το παιδί τους είναι υπό την επίβλεψη της Μ.Κ. 2 μετά τον χωρισμό. Όταν το παιδί σχολάσει από το σχολείο, με την έγκριση της Μ.Κ. 2, πηγαίνει στο σπίτι της μητέρας του κατηγορούμενου, ενώ ο ίδιος δεν έχει επαφή με τη Μ.Κ.
  6. Τα Σαββατοκύριακα, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας της μητέρας του και της Μ.Κ.2, το παιδί διαμένει και στο σπίτι του κατηγορούμενου. Κάποιες φορές ο κατηγορούμενος παίρνει το παιδί από το σπίτι της Μ.Κ.2 χωρίς να μπαίνει μέσα, ενώ άλλες φορές το παίρνει από το σπίτι της μητέρας του. Κάποτε το παιδί ζητά από μόνο του να μείνει με τον πατέρα του και άλλες μέρες της βδομάδας, πράγμα το οποίο και γίνεται. Στις 27.3.2009 ο κατηγορούμενος πήρε το παιδί από το σπίτι της μητέρας του στο γήπεδο, και έμεινε το βράδυ εκεί, ενώ έμεινε στης μητέρας του και την επόμενη το βράδυ. Στις 29.3.2009, Κυριακή, και ώρα 09.00 του τηλεφώνησε ο γιος του και τον ρώτησε τι ώρα θα πήγαινε να τον πάρει. Ο κατηγορούμενος του είπε ότι θα πήγαινε γύρω στις 11.30, όπως και έγινε. Πήγαν στα γενέθλια της συζύγου του κατηγορούμενου, και μετά στις 17.30 πήγαν στο σπίτι της μητέρας του κατηγορούμενου. Εκεί βρίσκονταν και συγγενείς του κατηγορούμενου. Όταν άρχισε να νυκτώνει, ο γιος του ήθελε να μείνει πάλι στης γιαγιάς του τη νύκτα, ενώ ο ίδιος προσπάθησε να τον πείσει να πάει στη μητέρα του και αυτός αντιδρούσε και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να πάει. Γύρω στις 20.30 ένας συγγενής είπε ότι είδε από τη βεράντα του διαμερίσματος τη Μ.Κ.2 να φτάνει, και αμέσως ο γιος του κατηγορούμενου αντέδρασε πολύ και δεν ήθελε να πάει μαζί της. Τότε ο κατηγορούμενος είπε στη μητέρα του να πάει κάτω και να μιλήσει με τη Μ.Κ.
  7. Η μητέρα του ανέβηκε πάνω στο διαμέρισμα και είπε στον κατηγορούμενο ότι η Μ.Κ.2 δεν δεχόταν να μείνει το παιδί μαζί τους και ότι θα το έπαιρνε ακόμα και με το ζόρι. Η μητέρα του εισηγήθηκε προς τον κατηγορούμενο να πάει κάτω να της μιλήσει, ήρεμα, παρόλο που αυτός δεν της μιλούσε. Ο κατηγορούμενος πήγε κάτω και προσπάθησε να εξηγήσει στη Μ.Κ.2 ότι αυτή ήταν η επιθυμία του παιδιού, και όχι η δική του, ενώ η Μ.Κ. 2 αντιδρούσε και φώναζε λέγοντας ότι κάτι έκαναν στο παιδί. Η Μ.Κ. 2 κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πήγε προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Τότε ο κατηγορούμενος της είπε να κτυπήσουν πρώτα το θυροτηλέφωνο, και να μιλήσουν με το παιδί. Έτσι έγινε και το παιδί της είπε ότι δεν ήθελε να πάει μαζί της αλλά να μείνει στη γιαγιά του. Ο κατηγορούμενος προσπάθησε να πείσει το παιδί να πάει με τη μητέρα του αλλά αυτό δεν ήθελε. Τότε η Μ.Κ.2 του είπε «Κάτι του εκάμετε τζιαι κατίσιη σας» και ξεκίνησε να ανεβεί στην πολυκατοικία. Ο κατηγορούμενος παρέμεινε κάτω και μιλούσε στο θυροτηλέφωνο με το παιδί, το οποίο του έλεγε ότι θα κλείδωνε την πόρτα για να μην αφήσει τη Μ.Κ.2 να το πάρει. Μετά από λίγο, ενώ άρχισαν να φτάνουν ένοικοι στην πολυκατοικία, ο κατηγορούμενος αποφάσισε να ανεβεί πάνω. Επειδή το ασανσέρ δεν ανταποκρινόταν, ανέβηκε σιγά σιγά από τις σκάλες. Τότε άκουσε το παιδί να βγάζει μια δυνατή κραυγή και αμέσως ο κατηγορούμενος έτρεξε προς τα πάνω. Μεταξύ 2ου και 3ου ορόφου συνάντησε τη Μ.Κ. 2 να έχει στον δεξιό της ώμο το παιδί, το οποίο φώναζε «Δεν θέλω να πάω, δεν θέλω να πάω». Εκείνη την ώρα δεν υπήρχε κανείς άλλος στην σκάλα κοντά τους. Μόλις είδε τον κατηγορούμενο, το παιδί άνοιξε τα χέρια του και τον πήρε αγκαλιά, και ο κατηγορούμενος το έπιασε ενώ αυτό του έλεγε «Δεν θέλω να πάω, θέλω να μείνω εδώ» και άρχισε να κλαίει. Η Μ.Κ. 2 τότε άρχισε να τραβά το παιδί το οποίο αιωρείτο μεταξύ αυτής και του κατηγορούμενου. Τότε ο κατηγορούμενος πήρε το χέρι της Μ.Κ. 2 και την τράβηξε προς το μέρος του γιατί το παιδί έλεγε συνεχώς «Δεν μπορώ, θα κάμω εμετό». Η Μ.Κ. 2 τραβούσε προς τα πίσω και τότε ο κατηγορούμενος την άφησε γιατί το παιδί άρχισε έντρομο να φωνάζει «Εντάξει εν να πάω, εν να πάω». Αφού ο κατηγορούμενος άφησε το παιδί, η Μ.Κ. 2 το πήρε και κατέβηκε προς τα κάτω. Ο κατηγορούμενος της φώναζε δυνατά και έντονα «Φύε, φύε και μην ξαναέρθεις». Ακολούθως η Μ.Κ. 2 έφυγε και ο κατηγορούμενος ανέβηκε πάνω. Μετά από λίγο κτύπησε το τηλέφωνο της οικίας της μητέρας του και ήταν ο αριθμός τηλεφώνου της Μ.Κ.
  8. Ο κατηγορούμενος απάντησε το τηλέφωνο και κάποιος άγνωστος του είπε «Είσαι ο Γιώργος Στεφανίδης» σε έντονο ύφος. Ο κατηγορούμενος απάντησε καταφατικά και αυτός του είπε ότι είναι ο Χρίστος σε έντονο ύφος. Ο κατηγορούμενος έκλεισε το τηλέφωνο και υπέθεσε ότι είναι ο γκόμενος της Μ.Κ. 2, τον οποίο ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει. Αυτός ο κύριος είναι η αιτία που το παιδί αρνείται να πηγαίνει στο σπίτι της μητέρας του, παρόλες τις προτροπές του κατηγορούμενου. Μετά από λίγο ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στη Μ.Κ. 2 για να ρωτήσει αν είναι καλά το παιδί και αυτή του είπε ότι το παιδί είναι καλά εκεί που είναι και ότι η ίδια βρισκόταν στην αστυνομία και κατάγγειλε την υπόθεση. Ο ίδιος δεν κτύπησε τη Μ.Κ.2, και το μόνο που έκανε ήταν να την πιάσει από το χέρι για να μην πέσει κάτω το παιδί. Επίσης η Μ.Κ.2 πάσχει από ψυχοπαθητική εμμονή εναντίον του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος πρόσθεσε τέλος ότι τον Δεκέμβριο 2008 έλαβε δικαστικό έγγραφο που αφορούσε τη διατροφή του παιδιού, και μετά το επεισόδιο έλαβε απειλητικό μήνυμα κατά της ζωής του το πρωί και ακολούθησε το απόγευμα η λήψη του δικαστικού εγγράφου για την κηδεμονία/ επικοινωνία με το παιδί του. Κατά τη μακρά αντεξέταση του ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε αναλυτικά στο συμβάν της απειλής. Συγκεκριμένα είπε ότι στις 5.5.2009 συνεννοήθηκε με τη Μ.Κ 2 να πάει από το σπίτι να πάρει κάποια πράγματα του, και μετά έλαβε τηλεφώνημα από κάποιον κύριο να μην πατήσει το πόδι του στο σπίτι, να μην πάρει τα πράγματα του και θα πράξουν όπως αυτοί νομίζουν, συνομιλία η οποία είναι ηχογραφημένη στο κινητό της συζύγου του κατηγορούμενου. Μάλιστα ο κύριος αναφέρθηκε στο θέμα διατροφής και κηδεμονίας του παιδιού και είπε ότι η διατροφή και κηδεμονία του παιδιού θα διευθετηθεί σε 3 μέρες, και σε 3 μέρες έλαβε την Αίτηση που η Μ.Κ.2 καταχώρησε στο Δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος θεώρησε ότι αυτό το μήνυμα ήταν απειλητικό για τη ζωή του και προέβη σε σχετική καταγγελία στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας. Μάλιστα η Μ.Κ.2 του μίλησε και του είπε ότι δεν γνώριζε ποιος του μίλησε από το δικό της τηλέφωνο, ενώ αυτός πιστεύει ότι ήταν ο Χρίστος, που διέμενε με τη Μ.Κ.
  9. Ο κατηγορούμενος είπε ότι ο Χρίστος ήταν η αιτία που το παιδί από τον Δεκέμβριο 2008 μέχρι και τον Μάρτιο 2009 είχε αλλάξει συμπεριφορά, ήταν φοβισμένο και ήθελε να μένει στη γιαγιά του, καθότι η Μ.Κ.2 του τον σύστησε ως τον «θείο Χρίστο» ενώ διέμενε συνεχώς με τη Μ.Κ.2 στο σπίτι της. Αυτό έβλεπε ο κατηγορούμενος που έμενε πολύ κοντά, και επιβεβαιώθηκε από το ίδιο το παιδί εκφράζοντας μάλιστα την απορία του πώς ο θείος μένει στο ίδιο δωμάτιο με τη μητέρα του. Ο κατηγορούμενος μάλιστα είπε ότι γνώρισε το πρόσωπο του Χρίστου στις 5.6.2010, μετά το πέρας του πάρτυ γενεθλίων του παιδιού, το οποίο πλήρωσαν εξ ημισίας ο κατηγορούμενος και η Μ.Κ.
  10. Όταν ο κατηγορούμενος έφευγε από το πάρτυ με τον γιο της αδελφής του, ο Χρίστος ήταν έξω και είπε στον κατηγορούμενο ότι θα τον σκοτώσει και θα του κόψει τα πόδια, και επιβεβαίωσε μέσω της αδελφής του ότι το εν λόγω πρόσωπο ήταν ο Χρίστος. Ο κατηγορούμενος κατάγγειλε και αυτό το περιστατικό στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας, και αυτά αποτελούν καταγεγραμμένες αναφορές. Ο κατηγορούμενος είπε ότι ο Χρίστος ήταν η αιτία που το παιδί δεν ήθελε να πάει στο σπίτι της μητέρας του την επίδικη μέρα και δημιουργήθηκε το επίδικο επεισόδιο. Μάλιστα, από τον Δεκέμβριο 2008 που ο Χρίστος έμενε εκεί, μέχρι και τον Μάρτιο 2009, το παιδί περιπλανάτο από την ώρα που σχόλανε από το σχολείο μέχρι την ώρα που σχόλανε η μητέρα του από την εργασία της, ο κατηγορούμενος και η μητέρα του το έβλεπαν αλλά αυτό δεν πήγαινε σε αυτούς γιατί φοβόταν μήπως έρθει η μητέρα του. Ερωτηθείς αν ο κατηγορούμενος συμβουλεύθηκε ψυχολόγο ή ενημέρωσε το Γραφείο Ευημερίας, ο κατηγορούμενος απάντησε θετικά, λέγοντας ότι το παιδί παρακολουθείτο από ψυχολόγο, ενώ από το 2007, όταν αυτός έφυγε από το σπίτι, η Μ.Κ. 2 δεν έπαιρνε το παιδί σε ψυχολόγο, και το Γραφείο Ευημερίας δεν μπορούσε να επέμβει χωρίς την συγκατάθεση της μητέρας. Αναφερόμενος ο κατηγορούμενος στην ψύχωση που είπε ότι διακατέχει τη Μ.Κ. 2, είπε ότι αυτή εργάζεται στο Ίδρύμα Άγ. Στεφάνου, από το 2004, λόγω προτροπής του κατηγορούμενου, και επειδή αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα, και ήταν ικανή να ανταποκριθεί στην εν λόγω εργασία. Τέλος, ο κατηγορούμενος περιέγραψε το επίδικο συμβάν, όπως αναφέρεται στην κατάθεση του, λέγοντας ότι η Μ.Κ. 2 κρατούσε το παιδί με το αριστερό της χέρι, ενώ τα χέρια του παιδιού αιωρούνταν και φώναζε, μόλις είδε τον κατηγορούμενο στο πλατύσκαλο μεταξύ 2ου και 3ου ορόφου, άπλωσε τα χέρια του για να πάει στον πατέρα του, και το παιδί ήταν τεντωμένο, και τότε ο κατηγορούμενος τράβηξε τη Μ.Κ. 2 από το δεξί χέρι προς το μέρος του για να αποφύγει οποιοδήποτε κακό στο παιδί. Το παιδί έμεινε τεντωμένο και του προκλήθηκε αναγούλα και μόνο όταν είπε ότι θα πάει με τη μητέρα του, ο κατηγορούμενος άφησε τη Μ.Κ.
  11. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι τα γεγονότα έχουν όπως τα περιέγραψε η Μ.Κ.
  12. Κατά την αγόρευση του ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι η υπόθεση θα κριθεί με βάση την αξιοπιστία των βασικών μαρτύρων, παραπονούμενης και κατηγορούμενου. Ήταν η εισήγηση του κ. Αργυρού ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης θα πρέπει να θεωρηθεί αξιόπιστη, καθότι αυτή δεν κλονίστηκε σε οποιοδήποτε στάδιο και μάλιστα ο τραυματισμός της επιβεβαιώνεται από το ιατρικό πιστοποιητικό, Έγγραφο
  13. Ο κ. Αργυρού ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να γίνει πιστευτός από το Δικαστήριο καθότι τα κίνητρα που αποδίδει στην παραπονούμενη δεν ευσταθούν ούτε ανταποκρίνονται στη λογική, και μάλιστα ο κατηγορούμενος προέβη σε πολλές αναφορές μόνο στο στάδιο της δικής του μαρτυρίας, που δεν περιέχονται στην κατάθεση του, και ακόμα μόνο στο στάδιο της αντεξέτασης του. Επομένως ο κ. Αργυρού κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της υπεράσπισης, ο οποίος εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που τη βαραίνει, καθότι η εκδοχή της παραπονούμενης αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα ήταν εντελώς αφύσικη και παράλογη και αφήνει αναπάντητα ερωτηματικά. Μάλιστα ο κ. Πουργουρίδης εισηγήθηκε ότι η ιατρική μαρτυρία καταρρίπτει τον ισχυρισμό της παραπονούμενης, και ότι οι εξηγήσεις που έδωσε ο κατηγορούμενος για την συμπεριφορά του παιδιού, της παραπονούμενης και του ίδιου είναι καθόλα λογικές, και μάλιστα η ερυθρότητα στην παραπονούμενη θα μπορούσε να είχε προκληθεί από το παιδί, σύμφωνα με την περιγραφή των γεγονότων από τον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου ο κ. Πουργουρίδης κατέληξε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Αρχικά αναφέρω ότι ο Μ.Κ. 1 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας, καθότι η μαρτυρία του περιορίστηκε στις δικές του ενέργειες σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, και ουδόλως αμφισβητήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης. Επομένως αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Την ίδια θετική εντύπωση σχημάτισα και για τη Μ.Κ. 3, της οποίας τα προσόντα, η ειδικότητα και η πείρα ουδόλως αμφισβητήθηκαν, και επομένως αποδέχομαι ότι η εν λόγω μάρτυρας είναι ειδική εμπειρογνώμονας στον τομέα της γενικής ιατρικής. Περαιτέρω η μάρτυρας φάνηκε να καταθέτει με σαφήνεια για τις διαπιστώσεις και ευρήματα της, δίνοντας μάλιστα τη δική της επιστημονική άποψη για τον τρόπο πρόκλησης της ερυθρότητας που η ίδια διαπίστωσε ότι έφερε η παραπονούμενη, και κατέθεσε με αντικειμενικότητα έτσι ώστε η μαρτυρία της να γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Η παραπονούμενη, Μ.Κ. 2, γενικά προκάλεσε καλή εικόνα προς το Δικαστήριο, το οποίο αποκόμισε την εντύπωση ότι αυτή ήθελε να πει την αλήθεια για τα επίδικα γεγονότα. Η περιγραφή των γεγονότων στην κατάθεση της προς την αστυνομία, που αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης της, ήταν αρκετά λεπτομερής, και μάλιστα η παραπονούμενη παρέμεινε σταθερή καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της, τόσο στην κύρια εξέταση όσο και κατά την ανεξέταση της. Ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστική η επιμονή της στις θέσεις της αλλά και οι απαντήσεις της ήταν άμεσες και σταθερές. Το σύνολο της μαρτυρίας της χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και συνέπεια. Ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία της δεν ανταποκρίνεται στη λογική και παρουσιάζει μια αφύσικη εκδοχή των γεγονότων. Δεν υιοθετώ αυτή τη θέση της υπεράσπισης, καθότι η αναφορά στη μαρτυρία από τον κ. Πουργουρίδη κατά την αγόρευση του προς υποστήριξη της θέσης του αυτής είναι αποσπασματική. Συγκεκριμένα, ο κ. Πουργουρίδης είπε ότι η μητέρα ήταν αδιάφορη για την επιθυμία του παιδιού της να μείνει στη γιαγιά του, ανέβηκε πάνω και πήρε το παιδί και, ενώ το κρατούσε πάνω της με τον τρόπο που περιέγραψε, της επιτέθηκε ο κατηγορούμενος πιάνοντας της από τον λαιμό και σπρώχνοντας της. Η Μ.Κ.2, ήταν επίσης η θέση του κ. Πουργουρίδη, παρουσίασε μια ωμή επίθεση εναντίον της ενώ πήγε να πάρει το παιδί της χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Όμως, στο πιο πάνω πλαίσιο, παραλείπεται η αναφορά της μητέρας ότι πολλές φορές το παιδί έμενε στη γιαγιά του, η οποία μάλιστα τη βοηθούσε με το παιδί εν όψει των ωρών εργασίας της, ουδέποτε προηγουμένως είχε δημιουργηθεί πρόβλημα για το παιδί είτε με την πεθερά της είτε με τον κατηγορούμενο, και το παιδί είχε μείνει την προηγούμενη στην πεθερά της κατόπιν παράκλησης της τελευταίας, και την επίδικη μέρα το παιδί έμεινε πιο αργά στο σπίτι της πεθεράς της, πάλι κατόπιν παράκλησης της πεθεράς της. Επομένως, η περιγραφή της παραπονούμενης δεν παρουσιάζει μια αφύσικη εκδοχή, αλλά αντίθετα μια ολοκληρωμένη εικόνα των επίδικων γεγονότων, που φέρουν την παραπονούμενη να δέχεται και να συμβαδίζει με τις επιθυμίες του κατηγορούμενου και της πεθεράς της, αλλά την συγκεκριμένη ώρα και όντας πλέον αργά, ήθελε πια να πάρει το παιδί στο σπίτι της, παρόλο που και η πρώην πεθερά της και ο κατηγορούμενος, αυτός έντονα μάλιστα, της είπαν να το αφήσει στη γιαγιά του. Μάλιστα, σημαντικό είναι ότι η υπεράσπιση υπέβαλε στην παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της ότι το παιδί δεν ήθελε να πάει μαζί της μόνο την επίδικη μέρα, και μάλιστα λόγω του ότι στο σπίτι της πεθεράς της υπήρχαν συγγενείς, ενώ ο κατηγορούμενος, κατά τη δική του μαρτυρία, παρουσίασε μια διαφορετική εκδοχή των γεγονότων, και ειδικά ότι το παιδί εδώ και 3 μήνες πριν την επίδικη ημερομηνία ήταν φοβισμένο και με διαφορετική συμπεριφορά, και ότι την επίδικη μέρα το παιδί δεν ήθελε να πάει με τη μητέρα του λόγω του Χρίστου, θέμα το οποίο δεν έθιξε καθόλου η υπεράσπιση στην παραπονούμενη κατά τη μαρτυρία της, για να μπορέσει η παραπονούμενη να θέσει τις δικές της απόψεις επί τούτου και να τύχει αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Αυτό είναι ένα βασικό θέμα που ήγειρε η υπεράσπιση ότι επηρέαζε την στάση του παιδιού, και μάλιστα ότι ο Χρίστος ήταν στο προσκήνιο απειλών και της καταχώρησης της Αίτησης για τη γονική μέριμνα και την κηδεμονία του παιδιού. Όμως είναι άξιο απορίας γιατί δεν έγινε καμία αναφορά στον Χρίστο και την κατάσταση που η παρουσία του στο σπίτι προκαλούσε στο παιδί προς την παραπονούμενη, αφού η υπεράσπιση πρόβαλε τη βασική θέση ότι αυτός βρισκόταν πίσω από όλα. Θεωρώ ότι η παράλειψη της υπεράσπισης να θέσει στην παραπονούμενη τις θέσεις που εξέφρασε ο κατηγορούμενος μόνο κατά τη δική του μαρτυρία σε σχέση με τον Χρίστο, τις απειλές του προς τον κατηγορούμενο, την συνομιλία της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο για το θέμα, και γενικά την κατάσταση που η παρουσία του Χρίστου στο σπίτι προκαλούσε στο παιδί, πλήττουν καίρια τη θέση του κατηγορούμενου επί τούτου. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι ο κατηγορούμενος προβαίνει σε μιαν αναφορά στον Χρίστο στην κατάθεση του, Τεκμήριο 1, η οποία ήταν πολύ γενική και αόριστη. Η μόνη αναφορά στο θέμα του Χρίστου από την υπεράσπιση προς τη Μ.Κ.2 κατά την αντεξέταση της ήταν ότι αυτός είναι ερωτικός της σύντροφος, και τίποτε παραπάνω, κάτι το οποίο η Μ.Κ.2 διάψευσε. Ακόμα, η θέση του κατηγορούμενου ότι το παιδί έμενε για αρκετό χρονικό διάστημα έξω στον δρόμο μέχρι να σχολάσει η μητέρα του, και πάλι αποτελεί αναφορά του κατά τη δική του μαρτυρία, στην οποία δεν μπορεί να αποδοθεί βαρύτητα, καθότι όχι μόνο αυτό δεν τέθηκε στην παραπονούμενη, αλλά διαφαίνεται από την όλη περιγραφή των γεγονότων ότι μέχρι την επίδικη μέρα δεν υπήρχε πρόβλημα στην συνεννόηση παραπονούμενης και κατηγορούμενου για το παιδί. Ενώ η υπεράσπιση προσπάθησε να χρησιμοποιήσει την καταγγελία του επίδικου επεισοδίου και την καταχώρηση της Αίτησης ως ένδειξη των αλλότριων κινήτρων της παραπονούμενης, εν τούτοις το Δικαστήριο αδυνατεί να υιοθετήσει το ίδιο σκεπτικό. Είναι πρόδηλο ότι ενόσω ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη συνεννοούνταν πλήρως για το παιδί, δεν υπήρχε λόγος για τη λήψη δικαστικών μέτρων για τη ρύθμιση του όλου θέματος. Όταν προέκυψε πλέον η διαφωνία για το θέμα, και η επιμονή από πλευράς κατηγορούμενου την επίδικη μέρα για να μείνει το παιδί στη μητέρα του, τότε μόνο η παραπονούμενη προχώρησε με δικαστικά μέτρα να επιλύσει το θέμα, χωρίς να επιθυμεί να στερήσει το παιδί από τον πατέρα του. Επομένως θεωρώ ότι η καταχώρηση της Αίτησης είναι το φυσικό συνεπακόλουθο των γεγονότων της επίδικης μέρας. Οι καταγγελίες του κατηγορούμενου, που είναι καταγραμμένες στον σταθμό, όπως ο ίδιος είπε, δεν επηρεάζουν την έκβαση της Αίτησης. Ακόμα, η παράλειψη αναφοράς στην ένορκη δήλωση της παραπονούμενης προς υποστήριξη της Αίτησης, Τεκμήριο 4, στο επίδικο επεισόδιο δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία, καθότι στην ένορκη δήλωση γίνεται γενική αναφορά σε περιστατικά άσκησης βίας από τον κατηγορούμενο προς την παραπονούμενη, και αυτή το ανέφερε στον δικηγόρο της εφόσον μάλιστα προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία. Άλλωστε ο σκοπός της παραπονούμενης δεν είναι να στερήσει τον κατηγορούμενο από του να βλέπει το παιδί του, κάτι το οποίο απέδειξε και έμπρακτα μέχρι το επίδικο συμβάν, αλλά η ρύθμιση του όλου θέματος. Τέλος, θεωρώ ότι η ιατρική μαρτυρία που προέρχεται από τη Μ.Κ. 3 επιβεβαιώνει τη θέση της παραπονούμενης, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος την άρπαξε από τον λαιμό προκαλώντας της κοκκίνισμα, το οποίο με την πάροδο του χρόνου έγινε μαύρισμα, καθότι η Μ.Κ. 3 διαπίστωσε την ερυθρότητα στον λαιμό και μάλιστα είπε ότι αυτή προήλθε από κάκωση. Η αναφορά της Μ.Κ. 3 σε «δακτυλιές» τόσο κατά την κύρια εξέταση της όσο και στην αντεξέταση της εν όψει των σχετικών ερωτήσεων του συνηγόρου υπεράσπισης δεν αναιρούν ούτε την πράξη του κατηγορούμενου ούτε την πρόκληση της ερυθρότητας. Η παραπονούμενη αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος την άρπαξε από τον λαιμό και ότι το επεισόδιο διήρκησε πολύ σύντομα, ενώ η μάρτυρας είπε ότι για να φανούν δακτυλιές πρέπει η κάκωση να έγινε σε μεγάλη έκταση και ότι η κοκκινίλα είναι ένδειξη της πιο ήπιας μορφής κάκωσης, που δεν έρχεται σε αντίθεση με οποιοδήποτε τρόπο με τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Καταλήγω ότι η παραπονούμενη προκάλεσε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, το οποίο ικανοποιήθηκε ότι αυτή κατέθεσε με κάθε ειλικρίνεια και δεν διακατείχετο από αλλότρια ή εκδικητικά κίνητρα, επομένως η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος δεν έπεισε το Δικαστήριο για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Αρχικά αναφέρω ότι η κατάθεση του προς την αστυνομία και η προφορική του μαρτυρία δεν παρουσιάζουν αντιφάσεις σε σχέση με το επίδικο επεισόδιο, όμως θεωρώ ότι η αναφορά του σε βασικά θέματα που περιβάλλουν τα επίδικα γεγονότα και αποδίδουν στην παραπονούμενη αλλότρια κίνητρα έγινε για πρώτη φορά μόνο στο στάδιο της δικής του μαρτυρίας, όπως επισημαίνεται πιο πάνω, κάτι που πλήττει την αξιοπιστία του, και μάλιστα η θέση του αυτή δεν ανταποκρίνεται στη λογική, καθότι φαίνεται ότι η παραπονούμενη αντέδρασε με τον αναμενόμενο και φυσιολογικό τρόπο αναφορικά με την καταχώρηση της Αίτησης, σύμφωνα με τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Ακόμα το Δικαστήριο απεκόμισε την εντύπωση ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να επιρρίψει όλη την ευθύνη στην παραπονούμενη για το επίδικο συμβάν, παρουσιάζοντας μιαν εικόνα που δεν είναι απόλυτα φυσιολογική. Ο κατηγορούμενος παρουσίασε τον εαυτό του εντελώς ήρεμο και ψύχραιμο καθόλη τη διάρκεια του επεισοδίου, ενώ το παιδί ήταν πολύ αναστατωμένο και η μητέρα του ήθελε να το πάρει με το ζόρι, ασκώντας βία σε αυτό, κάτι που λογικά θα προκαλούσε την αναστάτωση του κατηγορούμενου, αν όχι και την απώλεια της ψυχραιμίας του. Ακόμα η αναφορά του στην κατάθεση του ότι η παραπονούμενη πάσχει από ψυχολογική εμμονή εναντίον του παρέμεινε εντελώς γενική και αόριστη, και δεν επιβεβαιώνεται από τη μέχρι τότε καλή συνεννόηση μεταξύ τους για το παιδί, ενώ μάλιστα αυτός είχε ήδη συνάψει νέο γάμο. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι αυτή η θέση και πάλι δεν υποβλήθηκε στην παραπονούμενη, και μάλιστα το Δικαστήριο δημιούργησε την εντύπωση ότι ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να δώσει απαντήσεις που δεν έπειθαν για την αλήθεια τους για να αποποιηθεί οποιασδήποτε ευθύνης για το επίδικο συμβάν, όπως η αναφορά του στο επεισόδιο με τον Χρίστο μετά το πάρτυ γενεθλίων του παιδιού του και το τηλεφώνημα στην αδελφή του κατόπιν προτροπής του γιου της τελευταίας. Επομένως, δεν ικανοποιούμαι για την αλήθεια των ισχυρισμών του κατηγορούμενου και αδυνατώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, και βασιζόμενη στη μαρτυρία που προσάχθηκε για την Κατηγορούσα Αρχή, καταλήγω ότι τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως. Η παραπονούμενη, Χαρούλα Αρέστη, Μ.Κ. 2, παντρεύτηκε με τον κατηγορούμενο το 1995 και από τον γάμο τους απέκτησαν ένα παιδί, τον Μιχάλη, στις 28.4.
  14. Πήραν πολιτικό διαζύγιο εδώ και 2 χρόνια και θρησκευτικό εδώ και ένα μήνα από τις 29.3.
  15. Ο κατηγορούμενος παντρεύτηκε ξανά πριν από 2 χρόνια. Οι σχέσεις τους γενικά ήταν καλές και ο κατηγορούμενος έπαιρνε τον γιο τους πολύ συχνά, όποτε το ζητούσε, χωρίς να υπάρχει απόφαση Δικαστηρίου για το παιδί, καθότι οι 2 είχαν συμφωνήσει η Μ.Κ.2 να έχει το παιδί και ο κατηγορούμενος να το βλέπει όποτε θέλει. Η Μ.Κ. 2 εργάζεται και έτσι την βοηθούσε με το παιδί η πρώην πεθερά της που μένει κοντά της, και με την οποία διατηρούσαν πολύ καλές σχέσεις. Στις 28.3.2009, κατόπιν παράκλησης της πρώην πεθεράς της, το παιδί διανυκτέρευσε στη γιαγιά του, λόγω των ωρών εργασίας της Μ.Κ.
  16. Στις 29.3.2009 η Μ.Κ. 3 σχόλασε στις 15.00 και τηλεφώνησε στην πρώην πεθερά της για να περάσει να πάρει το παιδί σπίτι της. Η πρώην πεθερά της είπε ότι το παιδί ήταν στην προπόνηση με τον πατέρα του και της ζήτησε να το πάρει αργότερα το απόγευμα. Αυτή δέχθηκε. Γύρω στις 18.30 τηλεφώνησε ξανά για να περάσει να πάρει το παιδί και η πρώην πεθερά της, της είπε ότι αυτό ήθελε να μείνει μαζί τους. Η Μ.Κ. 2 της είπε ότι θα πήγαινε να το πάρει και να το κατεβάσει από το διαμέρισμα της στον δρόμο. Η Μ.Κ. 2 έφθασε εκεί γύρω στις 18.30 και η πρώην πεθερά της ήρθε κάτω και της είπε ότι το παιδί ήθελε να μείνει για το βράδυ. Η Μ.Κ. 2 αρνήθηκε και της ζήτησε όπως φέρει το παιδί ο πατέρας του. Ο πρώην σύζυγος της ήρθε και της είπε με άσχημο τρόπο να αφήσει το παιδί για το βράδυ. Αυτή δεν ήθελε γιατί έπρεπε να πάρει το παιδί σπίτι και να το ετοιμάσει για το σχολείο την επομένη. Τότε η Μ.Κ. 2 ανέβηκε με το ασανσέρ στον τρίτο όροφο όπου διαμένει η πρώην πεθερά της και πήρε το παιδί. Άρχισε να κατεβαίνει από τις σκάλες επειδή το ασανσέρ ήταν κρατημένο, και ενώ βρισκόταν στις σκάλες του πρώτου ορόφου ανέβηκε ο πρώην σύζυγος της πολύ αγριεμένος και άρπαξε το παιδί το οποίο η Μ.Κ. 2 κρατούσε στα χέρια. Το παιδί έκλαιγε και γαντζώθηκε πάνω της. Ο κατηγορούμενος τότε την άρπαξε από τον λαιμό και την έσπρωξε στην προσπάθεια του να πάρει το παιδί. Τα παιδί άρχισε να φωνάζει «Θα πάω με την μάμα, σταμάτα παπά, σταμάτα μην κτυπάς» και τότε κατέβηκε η πρώην πεθερά της και του ζήτησε να σταματήσει να φωνάζει. Είπε στην ίδια «Πιάστον φύε» και τότε η Μ.Κ. 2 έτρεξε στην έξοδο της πολυκατοικίας και έφυγε. Το όλο επεισόδιο διήρκησε 3-4 λεπτά. Η Μ.Κ.2 πήρε το παιδί στον πατέρα της και πήγε στην αστυνομία όπου κατάγγειλε το επεισόδιο στον Μ.Κ.
  17. Ο Μ.Κ. 1 έδωσε στη Μ.Κ. 2 ιατρικό έντυπο και αυτή επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Εκεί εξετάστηκε από τη Μ.Κ.3 η οποία διαπίστωσε ότι η Μ.Κ. 2 έφερε ερύθημα - κοκκινίλα, στον δεξιό τράχηλο, που προκλήθηκε από κάκωση. Μετά από λίγες μέρες το κοκκίνισμα έγινε μαύρισμα και φαινόταν, και η Μ.Κ. 2 αναγκάστηκε να το κρύβει με make-up για να μην φαίνεται στη δουλειά της. Κατόπιν έκδοσης δικαστικού εντάλματος σύλληψης, ο Μ.Κ. 1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο στις 30.3.2009 και ώρα 00.03 και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Μάλιστα κύριε». Ακολούθως ο Μ.Κ. 1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο
  18. Αργότερα την ίδια μέρα ο αστ. 2648 Μ. Μιχαηλίδης κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Ούτε επιτέθηκε ούτε κτύπησα», Τεκμήριο
  19. Από την ημέρα του επίδικου επεισοδίου, οι σχέσεις μεταξύ της Μ.Κ. 2 και του κατηγορούμενου και αυτής και της πρώην πεθεράς της κλονίστηκαν, και ακολούθησε η καταχώρηση, από τη Μ.Κ.2, Αίτησης στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού για τη γονική μέριμνα και κηδεμονία του παιδιού, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Μ.Κ. 2, Τεκμήριο
  20. Οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στηρίζονται στο άρθρο 3

(1)
(3)και
(4)του Ν. 119(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 212(Ι)/2004. Το εδάφιο
(1)δίνει την έννοια της βίας, για τους σκοπούς του εν λόγω Νόμου, ως ακολούθως: «Βία, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.» Αξίζει να σημειωθεί ότι η ερμηνεία του όρου «μέλος της οικογένειας» που δίνεται στο άρθρο 2 του Νόμου, καλύπτει την προκειμένη περίπτωση εφόσον ο κατηγορούμενος είχε συνάψει γάμο με την παραπονούμενη, ανεξάρτητα του ότι πήραν διαζύγιο πριν την επίδικη ημερομηνία. Στην παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος άρπαξε την παραπονούμενη από τον λαιμό και την έσπρωξε, προκαλώντας της μία ερυθρότητα, ένα κοκκίνισμα. Αυτή η πράξη του κατηγορούμενου να αρπάξει την παραπονούμενη από τον λαιμό, χωρίς την συγκατάθεση της, συνιστά βία που προκάλεσε σωματική βλάβη στην παραπονούμενη, και μάλιστα πραγματική σωματική βλάβη, εφόσον αυτή προκάλεσε κοκκίνισμα στον λαιμό της παραπονούμενης. Σύμφωνα με την υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε ότι αποτελεί πραγματική σωματική βλάβη εντός της νομικής ερμηνείας του όρου για τον σκοπό του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Επομένως, ικανοποιούμαι ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει την πρώτη κατηγορία στον απαιτούμενο βαθμό εναντίον του κατηγορούμενου. Η δεύτερη κατηγορία στηρίζεται στο άρθρο 3
(1)και
(3)του Νόμου. Το εδάφιο
(3)προνοεί τα ακόλουθα: «Πράξη ή συμπεριφορά η οποία συνιστά βία, με βάση τα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου αυτού, ή αδίκημα, με βάση τα άρθρα 174, 175 και 177 του Ποινικού Κώδικα όταν διαπράττεται στην παρουσία ανηλίκου μέλους της οικογένειας, θεωρείται βία η οποία ασκείται εναντίον του εν λόγω ανηλίκου εφόσον δύναται να προκαλέσει σ΄αυτό ψυχική βλάβη. Η εν λόγω πράξη ή συμπεριφορά συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με βάση το εδάφιο
(4)του άρθρου αυτού.» Η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορούμενου προς την παραπονούμενη έγινε στην παρουσία του ανήλικου παιδιού τους, το οποίο, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ήταν αναστατωμένο, φώναζε και έκλαιγε την ώρα του επεισοδίου. Πέραν του ότι διαφαίνεται ότι η ενέργεια του κατηγορούμενου να αρπάξει την παραπονούμενη από τον λαιμό προκάλεσε αρκετή αναστάτωση και σύγχυση στο παιδί, με βάση την συμπεριφορά του, εν τούτοις το εδάφιο
(3)απαιτεί την απόδειξη της δυνατότητας πρόκλησης στο παιδί ψυχικής βλάβης, για το οποίο δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία για να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει με ασφάλεια ότι η πράξη του κατηγορούμενου μπορεί να προκαλέσει στο παιδί ψυχική βλάβη. Επομένως, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τη δεύτερη κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στη δεύτερη κατηγορία, και κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία. (Υπ.) .................. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Βία στην Οικογένεια cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.