Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Δήμου Κυριάκου κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 27944/09, 30/3/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B68 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 27944/09 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και
- Δήμου Κυριάκου
- Αντρέα Πολυκάρπου
- Αντρέα Κουσεττή ----------------------------------------------- Ημερομηνία: 30/3/2011 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε.Κληρίδου Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Χριστοφή Κατηγορούμενος 1 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, για το αδίκημα της κατοχής μηχανών τυχερού παιγνιδιού (1η Κατηγ.) και της παροχής συνδρομής στη διάπραξη του ποινικού αδικήματος, δηλαδή του χειρισμού μηχανής τυχερού παιγνιδιού (2η Κατηγ.). Για τους δύο άλλους κατηγορούμενους η υπόθεση πήρε άλλη πορεία αφού αυτοί σε προηγούμενο στάδιο παραδέχθηκαν την κατηγορία που ο καθένας αντιμετώπιζε και τους επιβλήθηκε ποινή. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει, στις 10/4/2009 στη Λεμεσό είχε στην κατοχή του 5 ηλεκτρονικούς υπολογιστές οι οποίοι μετατρέπονταν σε μηχανές τυχερού παιγνιδιού, ενώ την ίδια ημερομηνία παρείχε συνδρομή στους κατηγορούμενους 2 και 3 για να διαπράξουν ποινικό αδίκημα, δηλαδή τον χειρισμό μηχανής τυχερού παιγνιδιού. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Aντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής η οποία υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος 1 θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή. [Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E. R. 448]. H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133]. Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου [βλ. Αzinas and another v. Police, (πιο πάνω)]. Ως προς το βαθμό απόδειξης που πρέπει να αποδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9. Βοηθητική επίσης για το ζήτημα που εξετάζεται είναι η υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC
- Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας. Τον αστυφ. 2677 Γ. Αριστείδου (Μ.Κ.1) και τον αστυφ. 3499 Ηρόδοτο Ροτσίδη (Μ.Κ.2). Εκ συμφώνου δε, κατατέθηκαν κάποια έγγραφα ως τεκμήρια και κάποια γεγονότα δηλώθηκαν από τους συνηγόρους ως παραδεκτά και ως τέτοια εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Τα έγγραφα που κατατέθηκαν είναι κατάλογος τεκμηρίων (Τεκμήριο 1) και η απόδειξη παραλαβής τεκμηρίων (Τεκμήριο 2). Ως παραδεκτά δε γεγονότα δηλώθηκαν από τους συνηγόρους τα ακόλουθα. Ότι, τα αντικείμενα που καταγράφονται στο Τεκμήριο 1 παραλήφθηκαν από την αστυνομία στις 10/4/2009 από το υποστατικό Meridian The Sports Bookmaker, ότι τα αντικείμενα που αναγράφονται στο Τεκμήριο 2 παραλήφθηκαν από τον Μ.Κ.2 και ότι τα αντικείμενα που αναγράφονται στο Τεκμήριο 1 ως ηλεκτρονικοί υπολογιστές με αριθμούς 1-5, ως οθόνες με αριθμούς 7-11, ως πληκτρολόγια με αριθμούς 13-17, ως ποντίκια με αριθμούς 19-22, ως διακλαδωτής με αριθμό 24, βρίσκονται μέχρι σήμερα στην κατοχή της αστυνομίας, ότι τα τεκμήρια που ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει στην κατάθεση του είναι αυτά που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 και ότι η διακίνηση των τεκμηρίων έγινε με την ορθή και νόμιμη διαδικασία. Η έκθεση του αστυφ. 2408 Μ. Μιχαηλίδη, κατατέθηκε εκ συμφώνου και το περιεχόμενο της δηλώθηκε επίσης παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Με βάση λοιπόν την προσκομισθείσα εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής μαρτυρία, την οποία δεν θεωρώ αναγκαίο να επαναλάβω και η οποία βέβαια στο στάδιο αυτό δεν θα αξιολογηθεί, θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου
- To αδίκημα της 1ης κατηγορίας προκύπτει από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 2, 4
(1)(β), 2(α) (β) του Ν. 32(Ι)/96 και για στοιχειοθέτηση του, πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος 1 κατείχε μηχανές τυχερού παιγνιδιού και συγκεκριμένα μηχανές οι οποίες αποβλέπουν σε παροχή κέρδους ή άλλου ανταλλάγματος, ανεξάρτητα από το εάν παρέχουν ταυτόχρονα δυνατότητες παιγνιδιού ή ψυχαγωγίας ή όχι και που δεν είναι μηχανή παιγνιδιού ή ψυχαγωγίας. Εισηγούμενος ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 1την μη κλήση του πελάτη του σε απολογία, εισηγήθηκε μεταξύ άλλων, ότι δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της κατοχής μηχανών τυχερού παιγνιδιού, ότι δηλαδή οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές που βρέθηκαν στο υποστατικό του κατηγορούμενου 1 αποτελούσαν τέτοιες μηχανές. Σύμφωνα με την εισήγηση του κ. Χριστοφή ότι προέκυψε από την προσκομισθείσα εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής μαρτυρία είναι ότι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές είχαν τη δυνατότητα και μπορούσαν να μετατραπούν σε τέτοιες μηχανές, στοιχείο όμως που δεν είναι αρκετό για στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Οι δύο μάρτυρες κατηγορίας που κατέθεσαν διά ζώσης ανέφεραν στο Δικαστήριο ότι οι ίδιοι δεν είναι ειδικοί σε σχέση με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και ότι δεν μπορούν να εκφέρουν άποψη κατά πόσο οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές που παραλήφθηκαν από το υποστατικό του κατηγορούμενου 1 μπορούν να μετατραπούν σε μηχανές τυχερού παιγνιδιού. H μόνη μαρτυρία που προσκομίσθηκε σε σχέση με το ζήτημα είναι το περιεχόμενο της έκθεσης του αστυφ. 2408 Μ. Μιχαηλίδη (Τεκμήριο 7) της οποίας το περιεχόμενο και όπως προαναφέρεται δηλώθηκε ως παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Στην έκθεση αυτή του αστυφ. Μ. Μιχαηλίδη, αναφέρεται σαφώς ότι σε δύο από τους έξη ηλεκτρονικούς υπολογιστές που βρέθηκαν στο υποστατικό του κατηγορούμενου, βρέθηκαν ίχνη σύμφωνα με τα οποία επιτεύχθηκε πρόσβαση σε ιστοσελίδα μέσω της οποίας προσφέρονται υπηρεσίες ηλεκτρονικού τζόγου, σε άλλους δύο βρέθηκαν να υπάρχουν εγκατεστημένα συστήματα μέσω των οποίων υπάρχει η δυνατότητα διεξαγωγής τυχερών παιγνιδιών τύπου online casino, ενώ σε πέμπτο βρέθηκε να υπάρχει εγκατεστημένο σύστημα μέσω του οποίου υπάρχει δυνατότητα διεξαγωγής τυχερών παιγνιδιών τύπου online casino. Αναφέρεται δε καταληκτικά στη συγκεκριμένη κατάθεση ότι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές στους οποίους εντοπίστηκαν τα πιο πάνω δεδομένα, είχαν τη δυνατότητα μετατροπής τους σε μηχανές τυχερού παιγνιδιού και ότι κατά πόσο χρησιμοποιήθηκαν για τον σκοπό αυτό θα πρέπει να εξακριβωθεί από τους ανακριτές της υπόθεσης με τη λήψη καταθέσεων, στοιχείο για το οποίο δεν προσκομίσθηκε καμία μαρτυρία. Όπως προκύπτει μέσα από τη συγκεκριμένη έκθεση αλλά και το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας είναι ότι υπήρχε δυνατότητα μετατροπής των ηλεκτρονικών υπολογιστών σε μηχανές τυχερού παιγνιδιού και όχι ότι αυτές ήταν όπως απαιτεί ο νόμος τέτοιες μηχανές τυχερού παιγνιδιού. Κρίνεται συνεπώς ότι δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό αυτό στοιχείο του αδικήματος, ότι δηλαδή οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές ήταν μηχανές τυχερού παιγνιδιού. Μετά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου είναι προφανές ότι η 1η κατηγορία είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί επίσης ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση ότι κατείχε τέτοιες μηχανές τυχερού παιγνιδιού. Για να αποδειχθεί το στοιχείο της κατοχής θα έπρεπε να αποδειχθεί από την κατηγορούσα αρχή ότι εκτός από τη φυσική κατοχή των υπολογιστών, ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτά που κατείχε ήταν μηχανές τυχερού παιγνιδιού. Σε σχέση με το στοιχείο αυτό, καμία απολύτως μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί που να τείνει έστω να καταδείξει την ύπαρξη του. Με βάση όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω κρίνεται ότι ο κατηγορούμενος 1, θα πρέπει να απαλλαγεί από το στάδιο αυτό στην 1η κατηγορία. Από τη στιγμή που δεν έχει αποδειχθεί ότι επρόκειτο για μηχανή τυχερού παιγνιδιού, ούτε και η 2η κατηγορία είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί, αφού αυτό για το οποίο ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται είναι «ότι παρείχε συνδρομή στους κατηγορούμενους 2 και 3 για να διαπράξουν ποινικό αδίκημα, δηλαδή, τον χειρισμό μηχανής τυχερού παιγνιδιού». Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται τόσο στην 1η όσο και στην 2η κατηγορία. (Υπ.) .......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο