Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Απτουραχμά Γιουτζιέ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19929/09, 31 Μαρτίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B70 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19929/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον
- Απτουραχμά Γιουτζιέ, εκ Λεμεσού
- Αζίζ Μεχμέτ, εκ Λεμεσού
- Κενάν Μεχμέτ, εκ Λεμεσού Κατηγορουμένων --------------------- Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Κατηγορουμένος 3 παρών, γι' αυτόν ο κ. Αδάμου Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος 3, κατόπιν παραδοχής του, κρίνεται ένοχος σε δύο κατηγορίες, που αφορούν τα αδικήματα της βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 231 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, τα αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν στις 28.8.2009, η βαριά σωματική βλάβη στον Χρίστο Θεοδώρου Μεχμέτ και η επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης στον Τουρκάι Μεχμέτ. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι τις ίδιες κατηγορίες αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2, οι οποίοι δήλωσαν μη παραδοχή και η υπόθεση εκδικάζεται γι΄ αυτούς, ενώ ο κατηγορούμενος 3, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, άλλαξε απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή στις εν λόγω κατηγορίες. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αναφορικά με τον τρίτο κατηγορούμενο, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, έχουν ως ακολούθως. Στις 28.8.2009 και περί ώρα 23.30 λήφθηκε μήνυμα από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας της ΑΔΕ Λεμεσού ότι υπάρχει καβγάς στην Τουρκοκυπριακή συνοικία, στην οδό Φειζίτ Ππασιά στον Αγ. Αντώνιο στη Λεμεσό. Εκεί μετέβησαν αστυνομικοί, οι οποίοι βρήκαν τον Χρίστο Θεοδώρου Μεχμέτ (1ο παραπονούμενο) να είναι κτυπημένος και να αιμορραγεί στο πρόσωπο ως επίσης τον Τουρκάι Μεχμέτ (2ο παραπονούμενο) να είναι κτυπημένος σε διάφορα μέρη του σώματος του. Λόγω των τραυμάτων τους, και οι 2 οδηγήθηκαν στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών με ασθενοφόρο. Στο Τμήμα Α΄Βοηθειών, ιατρική εξέταση του 1ου παραπονούμενου έδειξε ότι αυτός έφερε κάταγμα κρανίου βρεγματομετωπιαίας δεξιάς, κάταγμα δεξιού οφθαλμικού κόγχου και υποσκληρίδιου και αιμάτωμα, μεγάλο θλαστικό τραύμα μετωπιαίας περιοχής, θλαστικό τραύμα εξωτερικής πλευράς δεξιού οφθαλμού, εκδορές, μώλωπες στο αριστερό ημιθωράκιο, θλαστικό τραύμα αριστερής κνήμης και περιοφθαλμικό αιμάτωμα δεξιού οφθαλμού. Η κατάσταση του κρίθηκε κρίσιμη και εισήχθη στο Τμήμα εντατικής παρακολούθησης για περαιτέρω παρακολούθηση. Ο 2ος παραπονούμενος εξετάστηκε επίσης στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών και διαπιστώθηκε ότι αυτός έφερε εκδορά στο αριστερό υποχόνδριο, του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και απολύθηκε. Την επόμενη μέρα αστυνομικοί επισκέφθηκαν την σκηνή, όπου έλαβαν φωτογραφίες, παρέλαβαν δειγματοληψίες και τεκμήρια, συμπεριλαμβανομένων μίας ξύλινης βέργας μήκους 1 μέτρου με ίχνη ομοιάζοντα με αίμα και ένα πέλι με ξύλινη χειρολαβή και ίχνη ομοιάζοντα με αίμα. Οι 2 παραπονούμενοι έδωσαν καταθέσεις στις οποίες αναφέρουν ότι ο 3ος κατηγορούμενος ήταν ένα από τα άτομα που τους επιτέθηκαν και κτύπησαν με ξύλα και σιδερολοστούς. Στην κατάθεση του ο 1ος παραπονούμενος αναφέρει ότι στις 28.8.2009 βρισκόταν μαζί με τον πατέρα του, 2ο παραπονούμενο, και ένα φίλο του στην αυλή της οικίας τους που βρίσκεται στη νότια πλευρά προς την οδό Νικολάου και έπιναν μπύρες. Κατά το απόγευμα μετέφεραν τον σκύλο μαζί με τον φίλο του για βόλτα στον χώρο στάθμευσης του Δημαρχείου Λεμεσού λίγα μέτρα μακριά από την οικία του. Ενώ επέστρεφαν πίσω στην οικία του, είδε τον πατέρα του να βρίσκεται ξαπλωμένος στον δρόμο έξω από την οικία του τρίτου κατηγορούμενου και είδε τον τρίτο κατηγορούμενο από πάνω του να τον κτυπά. Αναφέρει ακόμα ότι είδε ακόμα 2 πρόσωπα να κτυπούν τον πατέρα του. Μόλις τους είδε, έτρεξε προς το μέρος τους και άρχισε να τους τραβά από του να κτυπούν τον πατέρα του και τότε δέχθηκε επίθεση από ένα πρόσωπο, το οποίο τον κτύπησε με σιδερολοστό, με αποτέλεσμα να πέσει στον δρόμο και τότε όλα τα εν λόγω άτομα, συμπεριλαμβανομένου και του 3ου κατηγορούμενου, άρχισαν να τον κτυπούν με κλωτσιές σε όλο του το σώμα και κεφάλι. Ο 1ος παραπονούμενος είδε τον κατηγορούμενο να τον κτυπά με ένα αντικείμενο που δεν είδε καλά, στο κεφάλι, με αποτέλεσμα να αιμορραγεί και να μην βλέπει καλά. Με τη βοήθεια του φίλου του, μπήκε μέσα στο σπίτι μέχρι που ήρθε η αστυνομία. Ο 2ος παραπονούμενος στη δική του κατάθεση αναφέρει ότι βρισκόταν στο σπίτι με τον γιο του και γιόρταζαν τα γενέθλια του που ήταν στις 25.8.2009, και κατά τις 20.00 ήρθε στην οικία τους ένας φίλος του γιου του. Αφού ο γιος του μαζί με τον φίλο του πήραν τον σκύλο περίπατο, όταν επέστρεψαν στις 23.00 πήγε να τους ανοίξει το καγκέλι της αυλής τους που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την οικία των κατηγορουμένων επί της οδού Νικολάου Μάντζαρου και τότε, χωρίς λόγο, ένα πρόσωπο τον κτύπησε με σίδερο πάνω στον δεξί ώμο. Τότε είδε τον 3ο κατηγορούμενο με άλλα πρόσωπα να κτυπούν τον γιο του που βρισκόταν πεσμένος στο έδαφος. Ανακρινόμενος ο 3ος κατηγορούμενος είπε ότι είδε τους παραπονούμενους που έπιναν μπύρες μέσα στην αυλή της οικίας τους μαζί με ένα φίλο τους. Άκουσε τον 2ο παραπονούμενο να τους βρίζει και τον είδε που κρατούσε ένα κομμάτι ξύλο 2 μέτρων και τον είδε που μπήκε μέσα στην αυλή της οικίας τους με πρόθεση να τους κτυπήσει και τότε αυτός μαζί με άλλο άτομο τον έβγαλαν έξω με καρέκλες. Άκουσε τον 2ο παραπονούμενο να φωνάζει στον 1ο παραπονούμενο και ο τελευταίος με την αλυσίδα του σκύλου τον κτύπησε στον ώμο. Στην συνέχεια είδε ένα άλλο πρόσωπο να αγκαλιάζει τον 1ο παραπονούμενο και μαζί να πέφτουν στο έδαφος, είδε τον 2ο παραπονούμενο να κρατά μια μπουκάλα σπασμένη και να κυνηγά το άλλο πρόσωπο. Οι παραπονούμενοι ήταν μεθυσμένοι. Στις 29.8.2009 εκδόθηκε διάταγμα 6ήμερης προσωποκράτησης του 3ου κατηγορούμενου. Κατά την ανάκριση του ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε επίθεση από τους 2 παραπονούμενους. Η κατάσταση της υγείας του 1ου παραπονούμενου ήταν σοβαρή λόγω των τραυμάτων του, και λόγω του υποσκληρίδιου αιματώματος υπήρχε η πιθανότητα επιδείνωσης της. Τέλος, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο 3ος κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος του τρίτου κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να εξατομικεύσει την ποινή στον μέγιστο δυνατό βαθμό, χωρίς να εξουδετερώνεται η σοβαρότητα των αδικημάτων και η αυστηρή αντιμετώπιση τους όπως διαφαίνεται από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο κ. Αδάμου επεσήμανε το γεγονός ότι οι παραπονούμενοι τελούσαν σε κατάσταση μέθης και μάλιστα ότι ο 3ος κατηγορούμενος δέχθηκε πρόκληση λόγω της συμπεριφοράς τους. Ο κ. Αδάμου απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στη δήλωση των 2 παραπονουμένων ενώπιον του Δικαστηρίου ότι έχουν συμφιλιωθεί με τον 3ο κατηγορούμενο και δεν έχουν οποιοδήποτε παράπονο ή χρηματική απαίτηση εναντίον του. Παρόλο που τα τραύματα του 1ου παραπονούμενου ήταν σοβαρά, εν τούτοις ο κ. Αδάμου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ότι αυτά προκλήθηκαν και από τις ενέργειες και άλλων προσώπων και ότι το όλο επεισόδιο θεωρείται λήξαν εν όψει της δήλωσης των παραπονουμένων. Ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε επίσης ότι το επίδικο επεισόδιο αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό, κάτι το οποίο φαίνεται από το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, ηλικίας 50 ετών σήμερα, και της μη διάπραξης άλλου αδικήματος κατά τον χρόνο που έχει περάσει από τότε μέχρι σήμερα. Ο κ. Αδάμου υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας για να τονίσει ότι ο κατηγορούμενος έχει αποκτήσει 7 παιδιά με την συμβία του, λόγω τροχαίου δυστυχήματος είναι ανίκανος για εργασία και η οικογένεια ουσιαστικά συντηρείται από δημόσιο βοήθημα. Ο κ. Αδάμου κάλεσε το Δικαστήριο να μην ανατρέψει, με την ποινή που θα επιβάλει, την ήδη τεταμένη κατάσταση της σχέσης του κατηγορούμενου με την συμβία του, καθότι η σχέση τους φαίνεται να βαίνει αρμονικά τον τελευταίο καιρό και εισηγήθηκε ότι αν το Δικαστήριο ήθελε επιβάλει ποινή φυλάκισης στον κατηγορούμενο, συντρέχουν οι λόγοι για αναστολή αυτής, δίνοντας μιαν ευκαιρία στον κατηγορούμενο. Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, Τεκμήριο Α, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 49 ετών, άνεργος, η συμβία του είναι ηλικίας 45 ετών, ασθενής και μαζί έχουν αποκτήσει 7 παιδιά ηλικίας από 3 μέχρι 20 ετών. Οι 2 μεγάλες κόρες είναι 20 και 18 ετών αντίστοιχα, αρραβωνιασμένες, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά είναι ηλικίας από 3 μέχρι 13 ετών. Η οικογένεια διαμένει σε Τουρκοκυπριακή κατοικία, η οποία παρουσιάσει στενότητα χώρου, ενώ συντηρείται από το Ταμείο Δημοσίων Βοηθημάτων και με επίδομα τέκνου. Ο κατηγορούμενος κατάγεται από τη Λάρνακα και προέρχεται από πολυμελή οικογένεια χαμηλής οικονομικής κατάστασης. Ολοκλήρωσε τη φοίτηση του στο Δημοτικό Σχολείο και, μετά την Τουρκική εισβολή, η πατρική του οικογένεια μετακόμισε στον Αγ. Γεώργιο Κερύνειας. Συμπλήρωσε την στρατιωτική του θητεία στον κατοχικό στρατό και ξεκίνησε να εργάζεται ως μουσικός σε λαική ορχήστρα. Το 1983 μετακόμισε στη Λεμεσό όπου και συνέχισε να εργάζεται. Το 1988 γνωρίστηκε με την συμβία του, η οποία κατάγεται από τη Λευκωσία και προέρχεται από φτωχή οικογένεια με 3 παιδιά. Φοίτησε μέχρι την Α΄ τάξη Γυμνασίου και αναγκάστηκε να διακόψει τη φοίτηση της. Ξεκίνησε να εργάζεται ως ράπτρια. Η ίδια έχει ακόμα 2 παιδιά από σχέσεις της, τα οποία έχουν αποκατασταθεί και δεν διαμένουν μαζί της. Ο κατηγορούμενος με την συμβία του απέκτησαν 7 παιδιά, όπως αναφέρεται πιο πάνω, ο ίδιος συνέχισε να εργάζεται ως μουσικός ενώ η συμβία του ασχολείτο περιστασιακά με την επιδιόρθωση ενδυμάτων. Ο κατηγορούμενος ενεπλάκη σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 1992, τραυματίστηκε στο χέρι και χρειάστηκε να υποβληθεί σε σειρά επεμβάσεων. Η ικανότητα του για εργασία μειώθηκε και η οικογένεια ξεκίνησε να συντηρείται με την παροχή μηνιαίου δημόσιου βοηθήματος. Οι σχέσεις του κατηγορούμενου με την συμβία του υπήρξαν διαταραγμένες κατά διαστήματα και η οικογένεια παρακολουθείτο για αρκετά χρόνια από τον Κλάδο Οικογενειακής της Υπηρεσίας του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Προτού το Δικαστήριο επιβάλει ποινή στον τρίτο κατηγορούμενο, κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης και με την άδεια του Δικαστηρίου, η υπεράσπιση προσκόμισε και κατέθεσε κάποια έγγραφα, για να υποστηρίξει περαιτέρω την εισήγηση της περί αναστολής έκτισης ενδεχόμενης ποινής φυλάκισης που ήθελε επιβάλει το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, κατατέθηκε Ιατρική Βεβαίωση του Δρος Ανδρέα Θεοφίλου, ειδικού νευρολόγου, ημερ. 16.3.2011, Τεκμήριο Β, στην οποία αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται υπό την παρακολούθηση του από τον Σεπτέμβριο 2009 όταν ενεπλάκη σε φασαρίες και έκτοτε εμφανίστηκαν στοιχεία κατάθλιψης, τάσεις αυτοκτονίας και νιώθει τύψεις για το τι έγινε. Τα βράδια δεν κοιμάται, κλείστηκε στον εαυτό του και όλα τα αρνητικά τα μεταφέρει στην οικογένεια του. Τυχόν φυλάκιση του θα επιδεινώσει την κατάσταση του. Επίσης κατατέθηκαν 2 Βεβαιώσεις των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, ημερ. 21.3.2011, Τεκμήρια Γ και Δ, με τις οποίες βεβαιώνεται ότι τα 2 παιδιά του κατηγορούμενου, Κενάμ 14 ετών και Μαργαρίτα 6 ετών, αντίστοιχα, παρακολουθούνται στο Τμήμα Παιδιών και Εφήβων στο Παλαιό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ακόμα αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος είναι ο μόνος που συντηρεί την άρρωστη αδελφή του που πάσχει από το σύνδρομο Down, ηλικίας 46 ετών. Η σοβαρότητα του αδικήματος της βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, φαίνεται τόσο από την ίδια τη φύση του αδικήματος όσο και από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή. Ως ανώτατο όριο ορίζεται φυλάκιση 7 ετών, χωρίς να μου διαφεύγει βέβαια ότι η παρούσα υπόθεση εκδικάζεται συνοπτικά. Θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δείχνει ότι τέτοιας φύσης αδίκημα αντιμετωπίζεται με αυστηρή ποινή, που είναι συνήθως η ποινή φυλάκισης, η οποία κυμαίνεται από μερικούς μήνες μέχρι 6 χρόνια. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Ανδρέου v. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 81, Αεροπόρος v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 275, Γενικός Εισαγγελέας v. Evans
(2005)2 A.A.Δ. 639, Χατζηπέτρου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 468, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 800, Ioja ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ. 17/2009, ημερομηνίας 22.10.2009, και Αχτάρ κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 207/2008, 208/2008 και 209/2009, ημερομηνίας 16.7.2010. Σημασία βέβαια για το μέγεθος της ποινής έχουν οι συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 463. Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στην πιο πρόσφατη υπόθεση Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 414, στην οποία επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών, και το Εφετείο τόνισε ότι «τα Δικαστήρια έχουν καθήκον να αντιμετωπίσουν με τον κατάλληλο τρόπο το συνεχώς αυξανόμενο έγκλημα και ιδιαίτερα αυτό που αφορά σε επιθέσεις εναντίον προσώπου». Ακόμα, καθοδήγηση για τον τρόπο αντιμετώπισης τέτοιας φύσης αδικήματος, με παραπομπή σε σχετική νομολογία, προσφέρει το σύγγραμμα ´Sentencing in Cyprus´ του κ. Γ.Μ. Πική, 2η έκδοση, σελ. 116-118. Αναφορικά με το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, και πάλι παραπέμπω στο σύγγραμμα ´Sentencing in Cyprus´ (ανωτέρω), στη σελ. 122, όπου αναφέρεται ότι συνήθως για τέτοιο αδίκημα επιβάλλεται ποινή φυλάκισης που κυμαίνεται από μερικές μέρες μέχρι και πολλούς μήνες. Ενδεικτικά επίσης παραπέμπω στις υποθέσεις Χριστοφή ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 549, Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 581, Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας∙ πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αρχικά λαμβάνω υπόψη τον σοβαρό τραυματισμό τον οποίο ο 1ος παραπονούμενος υπέστη και τον κίνδυνο που διέτρεξε σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του, και τη φύση του τραυματισμού του 2ου παραπονούμενου, που ευτυχώς ήταν πολύ πιο ελαφρύς, εξ ου και η τρίτη κατηγορία αφορά το αδίκημα δυνάμει του άρθρου 243 του Κεφ. 154. Λαμβάνω υπόψη τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι στο επίδικο επεισόδιο, συμμετείχαν και άλλα πρόσωπα έναντι των 2 παραπονουμένων, όμως αυτό δεν μειώνει την σοβαρότητα των ενεργειών του 3ου κατηγορούμενου, ο οποίος δεν δίστασε να συμμετέχει και μάλιστα χρησιμοποιώντας, στην περίπτωση του πρώτου παραπονούμενου, αντικείμενο το οποίο δεν διευκρινίζεται στα γεγονότα, με το οποίο κτύπησε το κεφάλι του παραπονούμενου ενώ αυτός ήταν ήδη πληγωμένος στο έδαφος με αποτέλεσμα αυτός να αιμορραγεί. Ακόμα σημαντικό είναι το γεγονός ότι ο τρίτος κατηγορούμενος πήρε το αντικείμενο και κτύπησε τον 1ο παραπονούμενο, αφού ήδη ο τελευταίος είχε δεχθεί κτύπημα από άλλο πρόσωπο με σιδερολοστό, βρισκόταν στο έδαφος και μάλιστα αδίστακτα τόσο ο τρίτος κατηγορούμενος όσο και τα άλλα πρόσωπα συνέχισαν να τον κτυπούν με κλωτσιές σε όλο του το σώμα και το κεφάλι. Αυτό συνιστά μια βάναυση και αποτρόπαια συμπεριφορά από πλευράς κατηγορούμενου 3 προς τον 1ο παραπονούμενο, ο οποίος φαίνεται ότι σε κάποιο στάδιο ήταν στο έδαφος, αφού κτυπήθηκε επανειλημμένα, και τότε επήλθε η τελευταία ενέργεια του κατηγορούμενου να τον κτυπήσει με το αντικείμενο. Σημαντικό επίσης είναι το γεγονός ότι προηγήθηκε η επίθεση του 2ου παραπονούμενου, ενώ ο 1ος έλειπε με τον φίλο του, και ο 1ος παραπονούμενος ενεπλάκη στον καβγά για να γλιτώσει τον πατέρα του μόλις επέστρεψε και είδε τον τρίτο κατηγορούμενο και άλλα πρόσωπα να κτυπούν τον πατέρα του, και τελικά υπέστη τους σοβαρούς τραυματισμούς του. Ακόμα λαμβάνω υπόψη τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, και ειδικότερα το γεγονός ότι οι παραπονούμενοι είχαν καταναλώσει αλκοόλ και βρίσκονταν σε κατάσταση μέθης, εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης που δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Βέβαια αδυνατώ να αποδώσω ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός αυτό, το οποίο δεν φαίνεται να επηρέασε τους παραπονούμενους, και παρόλο που ο τρίτος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι τραυματίστηκε από τους παραπονούμενους κατά το επίδικο επεισόδιο, εν τούτοις δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να δείχνει τι υπέστη ο κατηγορούμενος. Ακόμα η πρόκληση που ο συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίστηκε ότι υπήρχε από τους παραπονούμενους είναι τέτοια που λαμβάνεται μεν υπόψη, αλλά σε περιορισμένο βαθμό καθότι δεν δικαιολογούσε την άσκηση τόσο έντονης και συνεχόμενης βίας από πλευράς κατηγορούμενου. Για το θέμα πρόκλησης, παραπέμπω στις Γενικός Εισαγγελέας v. Evans (ανωτέρω), Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 και Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327. Η συμφιλίωση των παραπονουμένων με τον τρίτο κατηγορούμενο, που είναι συγγενείς μεταξύ τους, και η μη ύπαρξη οποιασδήποτε χρηματικής απαίτησης από τους παραπονούμενους έναντι του κατηγορούμενου είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327: «Η συμφιλίωση του δράστη με το θύμα μπορεί να δικαιολογήσει επέμβαση στο ύψος αλλά όχι στο είδος της ποινής.( Ίδε Γενικός Εισαγγελέας v. Παύλου, Ποινικές Εφέσεις 6303 και 6304 της 13/6/97). Όμως θα πρέπει να αναφερθεί, ότι η σημασία που αποδίδεται στη συμφιλίωση είναι πολύ μικρή. (Ίδε Κάττος v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6310 της 25/6/97).» Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για τον κατηγορούμενο λαμβάνω υπόψη την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία δείχνει και την έμπρακτη μεταμέλεια του, το λευκό ποινικό μητρώο του, καθώς επίσης τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων και το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τότε μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να του επιβάλει ποινή. Βέβαια, όπως φαίνεται και από τον φάκελο της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος επέμενε στη μη παραδοχή του μέχρι και τις 29.11.2010, όταν και άλλαξε απάντηση και παραδέχθηκε τις κατηγορίες, επομένως η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της υπόθεσης οφείλεται σε κάποιο βαθμό και στον ίδιο. Ακόμα λαμβάνω υπόψη ότι ο κατηγορούμενος παρέμεινε υπό κράτηση για 6 μέρες στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Τέλος, λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και αναφέρονται πιο πάνω. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη ότι ο κατηγορούμενος είναι περιορισμένου μορφωτικού επιπέδου, υπέστη δυστύχημα το οποίο δυστυχώς τον άφησε ανίκανο για εργασία, η συμβία του είναι ασθενής, έχουν 5 παιδιά τα οποία συντηρούν με δημόσιο βοήθημα και οι σχέσεις μεταξύ του και της συμβίας του παρουσιάζουν προβλήματα και διαταραχές. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, καταλήγω ότι εν όψει της σοβαρότητας των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος, η μόνη κατάλληλη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Όλο οι ελαφρυντικοί παράγοντες που αναφέρονται πιο πάνω δεν είναι ικανοί να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής, θα αντανακλούνται στο ύψος της. Ως εκ τούτου, στον τρίτο κατηγορούμενο επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στη δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης ενός έτους. Στην τρίτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του Νόμου 95/72 με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Θεωρώ χρήσιμο ν' αναφερθώ αρχικά στις υποθέσεις Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ. 21 , στις οποίες η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί αναστάληκε ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων των εν λόγω υποθέσεων κατά χρόνο μάλιστα που η ευχέρεια του Δικαστηρίου ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186 (Ι)/03, αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323 και ειδικότερα Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, αρχικά λαμβάνω υπόψη τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και δεν ικανοποιούμαι ότι αυτές είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης. Επίσης λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του τρίτου κατηγορούμενου, όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, και στα Τεκμήρια Β-Δ. Αρχικά λαμβάνω υπόψη τα προβλήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει λόγω του αυτοκινητιστικού δυστυχήματος στο οποίο ενεπλάκη, το οποίο τον ανάγκασε να υποβληθεί σε σειρά επεμβάσεων με αποτέλεσμα τη μείωση της ικανότητας του για εργασία. Βέβαια αυτό δεν αποτελεί λόγο που να δικαιολογεί την αναστολή έκτισης της ποινής. Τα ψυχολογικά προβλήματα που προέκυψαν μετά τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, για τα οποία ο κατηγορούμενος παρακολουθείται από ειδικό νευρολόγο, δεν είναι τέτοιας μορφής, με βάση και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Β, που να κρίνεται ότι η κατάσταση του τρίτου κατηγορούμενου δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με την κατάλληλη θεραπεία και παρακολούθηση. Άλλωστε ο ίδιος ο νευρολόγος αναφέρεται με γενικότητα στις τάσεις αυτοκτονίας του κατηγορούμενου, και μάλιστα διαφαίνεται ότι η παρακολούθηση από τον νευρολόγο κρίνεται ικανοποιητική για την κατάσταση του κατηγορούμενου, αφού δεν αναφέρεται ακόμα ούτε η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής. Επομένως, θεωρώ ότι ο τρίτος κατηγορούμενος μπορεί να τύχει κάθε βοήθειας για το εν λόγω πρόβλημα του με την κατάλληλη αγωγή και στήριξη κατά τη διάρκεια της έκτισης της ποινής. Δεν παραγνωρίζω τέλος ότι ο κατηγορούμενος είναι πατέρας 7 παιδιών, 5 εκ των οποίων ανήλικα, και η συμβία του είναι ασθενής, χωρίς βέβαια να αναφερθεί οτιδήποτε περαιτέρω, και συντηρούνται από δημόσιο βοήθημα. Μάλιστα 2 από τα παιδιά του χρήζουν ειδικής στήριξης και βοήθειας και παρακολουθούνται στο Τμήμα Παίδων και Εφήβων των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας. Θεωρώ ότι όλες οι πάνω συνθήκες δεν είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον τρίτο κατηγορούμενο. (Υπ.) .................... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Ποινή Αναφορά: Βαριά σωματική βλάβη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο