← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Τάκη Χριστοδούλου, Aρ. Υπόθεσης: 22854/09, 31/3/2011

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Τάκη Χριστοδούλου, Aρ. Υπόθεσης: 22854/09, 31/3/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B71 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 22854/09 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Τάκη Χριστοδούλου ----------------------------------------- Ημερομηνία: 31/3/2011 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε.Κληρίδου Για τον κατηγορούμενο: κ. Τούμπας Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία, για το αδίκημα της κατοχής μηχανών τυχερού παιγνιδιού, κατά παράβαση του Περί Μηχανών Παιγνιδιού και Μηχανών Ψυχαγωγίας Νόμου 32/1996. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής η οποία υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή. [Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E. R. 448]. H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133]. Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου [βλ. Αzinas and another v. Police, (πιο πάνω)]. Ως προς το βαθμό απόδειξης που πρέπει να αποδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9. Βοηθητική επίσης για το ζήτημα που εξετάζεται είναι η υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145. Στην παρούσα υπόθεση, δεν προσκομίσθηκε από την κατηγορούσα αρχή καμιά προφορική μαρτυρία, αφού το σύνολο των γεγονότων που την περιβάλλουν, αποτέλεσαν κοινό έδαφος. Η μαρτυρία στην οποία η κατηγορούσα αρχή βάσισε την υπόθεση της, περιορίσθηκε στην εκ συμφώνου παρουσίαση κάποιων εγγράφων, το περιεχόμενο των οποίων έγινε παραδεκτό ως προς την αλήθεια τους και το οποίο ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Αυτά είναι, η κατάθεση του αστυφ.1260 Μ. Μιχαήλ, η απόδειξη παραλαβής τεκμηρίων, η κατάθεση του κατηγορούμενου, η γραπτή κατηγορία, η κατάθεση του αστυφ. 266 Α. Περικλέους, το φωτογραφικό άλμπουμ με αρ. φωτογρ. φακέλου 565/09 και η κατάθεση του αστυφ. 1612 Ι Παύλου (Τεκμήρια 1-7 αντίστοιχα) . Δηλώθηκαν επίσης από τους ευπαίδευτους συνηγόρους ως παραδεκτά γεγονότα και ως τέτοια εγκρίθηκαν επίσης από το Δικαστήριο ότι, τα τεκμήρια που αναφέρονται στην κατάθεση του αστυφ. 1260 Μ. Μιχαήλ είναι αυτά που παραλήφθηκαν από το υποστατικό Αναγέννησης Γερμασόγειας, ότι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές εξετάσθηκαν και βρίσκονται στην κατοχή της αστυνομίας, ότι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές φωτογραφήθηκαν από τον αστυφ. 266 Α. Περικλέους και είναι αυτοί που βρίσκονται στην κατοχή της αστυνομίας και ότι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές που αναφέρει ο αστυφ. 1612 Ι. Παύλου, είναι αυτοί που εξετάσθηκαν. Με βάση λοιπόν την προσκομισθείσα εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής μαρτυρία, την οποία δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω και η οποία βέβαια στο στάδιο αυτό δεν θα αξιολογηθεί, θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου. To αδίκημα που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο προκύπτει από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 2, 4
(1)(β), 2(α) (β) του Ν. 32(Ι)/96 και για στοιχειοθέτηση του πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος κατείχε μηχανές τυχερού παιγνιδιού και συγκεκριμένα μηχανές οι οποίες αποβλέπουν σε παροχή κέρδους ή άλλου ανταλλάγματος, ανεξάρτητα από το εάν παρέχουν ταυτόχρονα δυνατότητες παιγνιδιού ή ψυχαγωγίας ή όχι και που δεν είναι μηχανή παιγνιδιού ή ψυχαγωγίας. Εισηγούμενος ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου την μη κλήση του πελάτη του σε απολογία, εισηγήθηκε μεταξύ άλλων, ότι δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της κατοχής μηχανών τυχερού παιγνιδιού, ότι δηλαδή οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές που βρέθηκαν στο υποστατικό του κατηγορούμενου αποτελούσαν τέτοιες μηχανές. Όπως προαναφέρεται τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν, αλλά αποτέλεσαν κοινό έδαφος και τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή παραδεκτών γεγονότων. Στην κατάθεση του αστυφ. 1612 Ι. Παύλου (Τεκμήριο 7) αναφέρεται σαφώς ότι σε κάποιους από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές που βρέθηκαν στο υποστατικό του κατηγορούμενου, υπήρχαν στους σκληρούς δίσκους, σε κάποιες «διαδρομές» οι οποίες και κατονομάζονται, εγκατεστημένα λογισμικά προγράμματα μέσω των οποίων υπήρχε η δυνατότητα διεξαγωγής τυχερών παιγνιδιών, τύπου online casino. Αναφέρεται δε καταληκτικά στη συγκεκριμένη κατάθεση ότι όλοι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές είχαν τη δυνατότητα μετατροπής τους σε μηχανές τυχερού παιγνιδιού και ότι κατά πόσο χρησιμοποιήθηκαν για τον σκοπό αυτό θα πρέπει να εξακριβωθεί από τους ανακριτές της υπόθεσης με τη λήψη καταθέσεων, στοιχείο για το οποίο δεν προσκομίσθηκε καμία περαιτέρω μαρτυρία. Όπως προκύπτει μέσα από τη συγκεκριμένη κατάθεση αλλά και το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας είναι ότι υπήρχε δυνατότητα μετατροπής των ηλεκτρονικών υπολογιστών σε μηχανές τυχερού παιγνιδιού και όχι ότι αυτές ήταν όπως απαιτεί ο νόμος τέτοιες μηχανές τυχερού παιγνιδιού. Κρίνεται συνεπώς ότι δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό αυτό στοιχείο του αδικήματος, ότι δηλαδή οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές ήταν μηχανές τυχερού παιγνιδιού. Μετά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου είναι προφανές ότι η υπόθεση της κατηγορίας είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί επίσης ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση ότι κατείχε τέτοιες μηχανές τυχερού παιγνιδιού. Για να αποδειχθεί το στοιχείο της κατοχής θα έπρεπε να αποδειχθεί από την κατηγορούσα αρχή ότι εκτός από τη φυσική κατοχή των υπολογιστών, ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτά που κατείχε ήταν μηχανές τυχερού παιγνιδιού. Θα πρέπει να λεχθεί ότι στην παρούσα υπόθεση το στοιχείο αυτό όχι μόνο δεν έχει αποδειχθεί, αλλά αντίθετα και όπως προκύπτει από την κατάθεση του κατηγορούμενου η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 και το περιεχόμενο της έγινε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του είναι ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε αν στους υπολογιστές υπήρχε ειδικό πρόγραμμα που επέτρεπε τη χρήση τους για τυχερά παιγνίδια, ούτε ποτέ έδωσε οδηγίες για εγκατάσταση τέτοιων προγραμμάτων. Κατά συνέπεια και εφόσον το γεγονός αυτό αποτέλεσε πλέον παραδεκτό, σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο, δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε εύρημα ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση για το ότι κατείχε τέτοιες μηχανές τυχερού παιγνιδιού. Με βάση όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω κρίνεται ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να απαλλαγεί από το στάδιο αυτό. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.