Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κυριάκου Γιασεμή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3222/11, 31 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3222/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.
- Κυριάκου Γιασεμή, από το Πεντάκωμο
- Gurung Bhuban, από το Νεπάλ
- Surendra Kisan, από το Νεπάλ
- Vijay Kumar Thapa, από το Νεπάλ Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 31 Μαρτίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Κατηγορούμενοι 1 και 4 παρόντες, γι' αυτούς ο κ. Γ. Κονναρής Π Ο Ι Ν Η Ο πρώτος κατηγορούμενος, με την παραδοχή του, κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 14Β
(1)-
(3)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο πρώτος κατηγορούμενος, στις 13.2.2011, εργοδότησε τους κατηγορούμενους 2-4 χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια. Επίσης ο τέταρτος κατηγορούμενος, με την παραδοχή του, κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 5 και 6, που αφορούν τα αδικήματα της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς τη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, κατά παράβαση των άρθρων 9 και 19
(1)(κ) του Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε, και του Καν. 14
(1)
(3)
(4)των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972, ΚΔΠ 242/72, και της παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19
(1)(λ) του Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε. Στις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών αναφέρεται ότι ο 4ος κατηγορούμενος, στις 13.2.2011, διεξήγαγε επάγγελμα σαν υπάλληλος του 1ου κατηγορούμενου χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια, και μεταξύ των ημερομηνιών 1.2.2011-13.2.2011, ενώ ήταν αλλοδαπός και βρισκόταν στην Κύπρο με άδεια φοίτησης στο Intercollege μέχρι τις 31.1.2011, παρέμεινε στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας του χωρίς να εξασφαλίσει την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι και ο τρίτος κατηγορούμενος αντιμετώπιζε τις κατηγορίες 3 και 4 που αφορούσαν ακριβώς τα ίδια αδικήματα όπως οι κατηγορίες 5 και 6, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος μόνο τη δεύτερη κατηγορία για το αδίκημα της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς τη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δήλωσαν παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν αντίστοιχα, και έχει ήδη επιβληθεί ποινή σε αυτούς. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα. Στις 13.2.2011 και περί ώρα 14.15, κατόπιν πληροφορίας που λήφθηκε ότι στο εστιατόριο «Αδάμος» στην Ακτή Κυβερνήτη εργοδοτούνται παράνομα αλλοδαποί, ο Λοχ. 4702 Α. Κωνσταντινίδης μαζί με άλλους αστυνομικούς μετέβησαν στο εν λόγω εστιατόριο για έλεγχο. Κατά τον έλεγχο εντός της κουζίνας, ο Λοχ. 4702 είδε τον 2ο κατηγορούμενο να πλένει τα μαγειρικά σκεύη, τον 3ο κατηγορούμενο να ψήνει ψάρι στην ψησταριά και τον 4ο κατηγορούμενο να κρατά δίσκο σερβιρίσματος φαγητού. Αμέσως τους πλησίασε, τους υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και ζήτησε τα στοιχεία τους. Από εξετάσεις που διενήργησε, ο Λοχ. 4702 διαπίστωσε ότι ο 2ος κατηγορούμενος βρίσκεται στη Δημοκρατία ως φοιτητής στο The Cyprus Institute of Marketing College στη Λεμεσό και εργαζόταν χωρίς συμβόλαιο εργασίας, ενώ οι κατηγορούμενοι 3 και 4 βρίσκονταν παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία καθότι κατείχαν άδεια φοίτησης στο Intercollege μέχρι τις 31.1.2011. Ακολούθως ο Λοχ. 4702 τους συνέλαβε και αφού τους επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτοί δεν έδωσαν απάντηση. Παρών στην κουζίνα ήταν και ο πρώτος κατηγορούμενος, τον οποίο ο Λοχίας επίσης συνελαβε. Αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Αφού ένι βρίσκω Κυπραίους τζιαι φέρνω τους τούτους μόνο Κυριακές». Ακολούθως, όλοι οι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στον αστυνομικό σταθμό Μονής. Λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος αναφέρει ότι την επίδικη μέρα και ώρα 08.00 οι κατηγορούμενοι 2-4 πήγαν στο εστιατόριο του και του είπαν ότι είναι φοιτητές από το Νεπάλ και δικαιούνται να εργάζονται και του ζήτησαν να τους εργοδοτήσει. Ο πρώτος κατηγορούμενος τους εργοδότησε και αν ήταν ευχαριστημένος από αυτούς θα μετέβαινε την επόμενη στο Γραφείο Εργασίας και στην ΥΑΜ για να τους εγγράψει. Ακολούθως ο πρώτος κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς, και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Μου είπαν ότι είναι φοιτητές και νόμιζα ότι δικαιούνταν να δουλέψουν». Λήφθηκε επίσης ανακριτική κατάθεση από τον τέταρτο κατηγορούμενο, όπου αναφέρει ότι έχει οικονομικά προβλήματα και στις 13.2.2011 μετέβη με τους κατηγορουμένους 2 και 3 στο εν λόγω εστιατόριο και ζήτησαν από τον πρώτο κατηγορούμενο να τους εργοδοτήσει, και αυτός αποδέχθηκε και τους είπε ότι αν έμενε ικανοποιημένος από αυτούς θα τους έπαιρνε στο Γραφείο Εργασίας και στην ΥΑΜ. Ο πρώτος κατηγορούμενος έδωσε στον 4ο κατηγορούμενο μια φανέλα με την επωνυμία του εστιατορίου και του είπε να σερβίρει πελάτες. Οι ίδιοι ισχυρισμοί προβάλλονται και στις ανακριτικές καταθέσεις που λήφθηκαν από τους κατηγορούμενους 2 και 3, με αποτέλεσμα ο καθένας να κάνει τη δουλειά που εντόπισε ο Λοχ. 4702 και αναφέρεται πιο πάνω. Τέλος, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 4 δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος υπεράσπισης αρχικά αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. Ειδικότερα, ο κ. Κονναρής είπε ότι το εστιατόριο αυτό λειτουργείται από τον πρώτο κατηγορούμενο και τα 2 αδέλφια του, ουσιαστικά συντηρώντας έτσι 3 οικογένειες. Εκεί εργάζονται ο πρώτος κατηγορούμενος και τα αδέλφια του, οι 3 σύζυγοι τους και η μητέρα τους, και 4 από τα παιδιά τους. Λόγω μεγάλης δυσκολίας εξεύρεσης προσωπικού, εν όψει και της τοποθεσίας του εστιατορίου, ο πρώτος κατηγορούμενος αποδέχθηκε να εργοδοτήσει τους 3 αλλοδαπούς, οι οποίοι του είπαν ότι είναι φοιτητές και επομένως είχαν δικαίωμα να εργαστούν. Ο δεύτερος κατηγορούμενος βρισκόταν στην Κύπρο νόμιμα, ο τέταρτος συνεχίζει απρόσκοπτα τις σπουδές του στο Κολλέγιο, και έχει ήδη προβεί στη διαδικασία ανανέωσης της άδειας παραμονής του εδώ, ενώ ο 3ος κατηγορούμενος τελικά δεν συνέχισε τη φοίτηση, του επιβλήθηκε ποινή και απελάθηκε. Ο κ. Κονναρής τόνισε ακόμα ότι η άδεια παραμονής των κατηγορουμένων 3 και 4 είχε λήξει μόνο λίγες μέρες πριν την εργοδότηση τους. Ο κ. Κονναρής αναφέρθηκε στην άμεση παραδοχή των κατηγορουμένων 3 και 4, το λευκό ποινικό μητρώο τους, και τέλος στις προσωπικές τους συνθήκες, καλώντας το Δικαστήριο να επιβάλει τέτοια ποινή που να λαμβάνει υπόψη τα προβλήματα υγείας του πρώτου κατηγορούμενου και της συζύγου του καθώς επίσης ότι είναι πατέρας 4 ανηλίκων παιδιών. Προς υποστήριξη της θέσης του ο συνήγορος των κατηγορουμένων υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τον πρώτο κατηγορούμενο, Τεκμήριο Α, δέσμη εγγράφων που επιβεβαιώνουν την συνέχιση της φοίτησης του 4ου κατηγορούμενου στο Intercollege και ότι οι σπουδές του θα ολοκληρωθούν το 2012, την πληρωμή των διδάκτρων και την υποβολή αίτησης για ανανέωση της άδειας παραμονής του ημερ. 19.11.2010 για ένα χρόνο, Τεκμήριο Β, και 2 Ιατρικά Πιστοποιητικά. Το Τεκμήριο Γ προέρχεται από τον Δρα Ηλία Νικολαίδη, νευρολόγο-ψυχίατρο, ημερ. 16.3.2011, σύμφωνα με το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος έχει 4 ανήλικα παιδιά που εξαρτώνται οικονομικά και συναισθηματικά σε αυτόν. Όταν πληροφορήθηκε ότι υπάρχει το ενδεχόμενο φυλάκισης του, ο κατηγορούμενος προσήλθε στον γιατρό στα πλαίσια αγχώδους προσαρμοστικής συμπεριφοράς. Δόθηκε αγωγή, είναι άτομο κλειστοφοβικό με κρίσεις πανικού και δεν μπορεί να επεξεργαστεί εύκολα τις πιέσεις. Φυλάκιση του θα φέρει «σειρά αλυσιδοτών επιπτώσεων ίσως και τραγικών στην οικογένεια του». Το Τεκμήριο Δ είναι Ιατρικό Πιοστοποιητικό της κας Σóνιας Κάρκα, κινησιολόγου και ρευματοθεραπεύτριας, που επιβεβαιώνει ότι η σύζυγος του πρώτου κατηγορούμενου πάσχει από «Lumbar spine syndrome and radicular pain on her right leg».Υποβάλλεται σε θεραπεία τα τελευταία 2 χρόνια για να ανακουφίζεται από τον πόνο, και έχει κρίσεις πόνου μια φορά κάθε μήνα ή κάθε δύο μήνες και παρακολουθεί ειδικό πρόγραμμα. Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας για τον πρώτο κατηγορούμενο, Τεκμήριο Α, αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο πρώτος κατηγορούμενος είναι 42 ετών, ιδιοκτήτης εστιατορίου, η σύζυγος του 40 ετών, βοηθός στην κουζίνα, και έχουν 4 ανήλικα παιδιά, ηλικίας 13,12,10 και 10, μαθητές. Τα εισοδήματα τους ανέρχονται στο ποσό των 900 ευρώ από την εργασία του κατηγορούμενου, 500 ευρώ από την εργασία της συζύγου του και 540 ευρώ από επίδομα τέκνου, μηνιαίως. Έχουν ένα δάνειο που έγινε για επαγγελματικούς λόγους για το οποίο καταβάλλεται περιοδικά η μηνιαία δόση των 1000 ευρώ. Ο κατηγορούμενος κατάγεται από την Αμμόχωστο και προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου. Μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, εργάστηκε στο εστιατόριο που διατηρούσε ο πατέρας του. Μετά τον θάνατο του πατέρα του πριν 10 χρόνια, ο ίδιος ανέλαβε το εστιατόριο με βοηθό την σύζυγο του. Τα τελευταία 2 χρόνια, λόγω της οικονομικής κρίσης, υπάρχει μείωση στην εργασία του, καθημερινώς εργάζονται εκεί μόνο ο ίδιος και η σύζυγος του ενώ τα Σαββατοκύριακα εργοδοτούν 2 με 3 γκαρσόνια ανάλογα της πελατείας που θα έχουν. Ο ίδιος αντιμετωπίζει πρόβλημα κλειστοφοβίας. Η σύζυγος του κατηγορούμενου κατάγεται από τη Μόρφου, προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια, και μετά την αποφοίτηση της από το Λύκειο εργάστηκε σαν πωλήτρια σε κατάστημα ειδών ένδυσης. Στο παρόν στάδιο βοηθά τον σύζυγο της στο εστιατόριο. Η ίδια αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα υγείας με τον σπόνδυλο της και γυναικολογικής φύσης, που αρκετές φορές την εμποδίζουν να εργαστεί. Το ζεύγος παντρεύτηκe το 1997, απέκτησαν τα 4 παιδιά, και οι σχέσεις τους περιγράφονται αρμονικές και μεταξύ τους και με τα παιδιά τους. Αδικήματα της ίδιας φύσης με αυτά που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση, παρουσιάζουν ανησυχητικά αυξητική τάση, κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα. Το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση του γεγονότος αυτού από τον συνεχώς αυξανόμενο αριθμό τέτοιων υποθέσεων που καταχωρούνται και παρουσιάζονται ενώπιον του, επί καθημερινής βάσης. Αυτός είναι ο λόγος που τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν αυτά τα αδικήματα με την ανάλογη αυστηρότητα και την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Μια απλή θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιβεβαιώνει ακριβώς τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, καθώς επίσης ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε τέτοιας φύσης υποθέσεις είναι η ποινή φυλάκισης. Χαρακτηριστικά παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άριστου Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 283, στην οποία το Εφετείο παραμέρισε τη χρηματική ποινή που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσίβλητο με ποινή άμεσης φυλάκισης: "H ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος με όλες τις σοβαρές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αυστηρή αντιμετώπιση του. Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η μαζική παράνομη κάθοδος αλλοδαπών στην Κύπρο πρέπει να οφείλεται και στην προσδοκία εργοδότησης τους. Αυτή η προσδοκία βέβαια καλλιεργείται από εργοδότες όπως τον εφεσίβλητο. Η απροθυμία των Κυπρίων εργοδοτών να εργοδοτήσουν παράνομα αλλοδαπούς θα αποτελούσε παράγοντα ανασταλτικό της παράνομης καθόδου τους στην Κύπρο. Θα προσθέταμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι προφανής ο οικονομικός στόχος και πρέπει όλοι να έχουν υπόψη ότι δεν είναι αρκετός ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους δια της παρανομίας. Χρηματική ποινή όχι μόνο δεν ενεργεί ως αποτρεπτική, όχι μόνο δεν αποτελεί επαρκή τιμωρία, αλλά στέλλει και λανθασμένα μηνύματα στους επίδοξους παραβάτες.» Η ίδια ακριβώς προσέγγιση υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311, στην οποία αφού έγινε αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κωνσταντινίδης, επεσήμανε το εξής: "Το μέγεθος της δημόσιας βλάβης που προκαλείται είναι τέτοιο που επιβάλλεται αυστηρή αντιμετώπιση από την οποία να εκπέμπεται το καθαρό μήνυμα πως κάθε ένας πρέπει να έχει στο μυαλό του πρώτα τον Νόμο και πως η αντίληψη ότι ενδεχομένως ένας μπορεί να δει πρώτα το συμφέρον της δουλειάς του, δεν είναι δυνατό να γίνει ανεκτή.» Επίσης παραπέμπω στην απόφαση επί του θέματος στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467, και στο πιο κάτω απόσπασμα: "Η σοβαρότητα των αδικημάτων της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών με όλες τις σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις που επιφέρουν έχουν εξεταστεί σε αριθμό υποθέσεων. (ίδε Mohamed El Feky κ.ά. v. Aστυνομίας [1996] 2 ΑΑΔ 16, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη, Ποινική Έφεση 6967 της 13/11/2000 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ, Ποινική Έφεση 6979 της 2/2/2001). Στην υπόθεση Μιχαήλ (πιο πάνω) τονίστηκε ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης στον εργοδοτούμενο πρέπει κατά κανόνα να συνοδεύεται και με ανάλογη ποινή για τον εργοδότη, έχοντας υπόψη ότι η προβλεπόμενη ποινή για τον εργοδότη είναι πιο αυστηρή από εκείνη που προβλέπεται για τον εργοδοτούμενο. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μονιάτη (που υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Μιχαήλ). «Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής τους συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάνουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγμα, η μαζική όπως διαπιστώθηκε, παράνομη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ' επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες, κρυφής απασχόλησης. Χρειάζεται, λοιπόν, για πρόσθετους λόγους αποτρεπτική ποινή για αδίκημα αυτής της φύσης και πράγματι, κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν ήταν ορθή η πρόσδοση τόσο αποφασιστικής σημασίας στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες.» Είναι πρόδηλο από τις νομικές αρχές που εκτίθενται πιο πάνω, ότι εκείνο το οποίο κατά κύριο λόγο βαρύνει στην τιμωρία τόσο στην περίπτωση του εργοδότη όσο και του αλλοδαπού είναι η ίδια η πράξη, ανεξάρτητα από τους υπόλοιπους σχετικούς παράγοντες όπως η διάρκεια της απασχόλησης, οι όροι αυτής και οι συνθήκες εργοδότησης. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γ. Γραμματικού (ανωτέρω), Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στ. Αθανασίου (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Μιχαήλ,
(2001)2 Α.Α.Δ. 74. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου βέβαια ότι είναι με τη συμμετοχή και συνενοχή των εργοδοτών που οδηγήθηκε το φαινόμενο αυτό στα επίπεδα που βρίσκεται σήμερα. Αν οι εργοδότες τηρούσαν το Νόμο και τους Κανονισμούς, αυτό το φαινόμενο δεν θα είχε την έξαρση που παρουσιάζει σήμερα - βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Αθανασίου (ανωτέρω). Όλες οι προαναφερόμενες υποθέσεις αφορούν την εργοδότηση αλλοδαπών που κατά τον χρόνο εργοδότησης τους βρίσκονταν παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Πιο πρόσφατη νομολογία έδειξε μια διαφοροποίηση στις περιπτώσεις παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών οι οποίοι βρίσκονται νόμιμα στην Κύπρο, είτε ως φοιτητές είτε ως αιτητές πολιτικού ασύλου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Lin Qinlong κ.ά. v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 501 και Γενικός Εισαγγελέας v. Νίκου Νικολάου
(2006)2 Α.Α.Δ. 488, στις οποίες επιβλήθηκε χρηματική ποινή. Είναι καλά θεμελιωμένο από τη νομολογία ότι οι περιστάσεις του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όμως, όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 304, η σημασία των προσωπικών περιστάσεων και του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορούμενου αμβλύνεται όταν διαπιστώνεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245, και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
- Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνω υπόψη τις δυσκολίες εξεύρεσης προσωπικού από τον πρώτο κατηγορούμενο, τουλάχιστον τα Σαββατοκυρίακα όταν παρατηρείται αυξημένη πελατεία, που είναι και ο λόγος που αυτός αποδέχθηκε να εργοδοτήσει τους 3 αλλοδαπούς οι οποίοι πήγαν στο εστιατόριο του και του ζήτησαν εργασία. Ακόμα δεν μου διαφεύγει ότι ο 4ος κατηγορούμενος αναζήτησε εργασία στον πρώτο λόγω των περιορισμένων οικονομικών του πόρων, όπως ανέφερε και στην κατάθεση του. Παρόλο που και οι τρεις κατηγορούμενοι είπαν στον πρώτο ότι είναι φοιτητές και επομένως δικαιούνται να εργάζονται, και πρόθεση του πρώτου κατηγορούμενου ήταν να προβεί την επόμενη μέρα στην εγγραφή τους αν έμενε ικανοποιημένος από αυτούς, εν τούτοις θεωρώ ότι τα λόγια των αλλοδαπών δεν έπρεπε να εφησυχάσουν τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος απλώς βασίστηκε στα λεγόμενα τους, αλλά όφειλε να εξετάσει περαιτέρω τους ισχυρισμούς τους και να βεβαιωθεί για την αλήθεια αυτών και τη νομιμότητα παραμονής τους στην Κύπρο. Το γεγονός ότι ο τρίτος κατηγορούμενος κατά την επίδικη μέρα βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία είναι καθοριστικό κριτήριο για το είδος της ποινής. Σύμφωνα με τη νομολογία, το γεγονός ότι ο τρίτος κατηγορούμενος βρισκόταν αρχικά νόμιμα στη Δημοκρατία, και μεταγενέστερα κατέστη παράνομος δεν διαφοροποιεί την παρούσα περίπτωση από τις εργοδοτήσεις αλλοδαπών που εισέρχονται και παραμένουν εδώ παράνομα, όπως έχει αναγνωριστεί στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση αρ. 242/2009, ημερ. 11.5.
- Ακόμα η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η άδεια του τρίτου κατηγορούμενου έληξε μόνο λίγες μέρες προγενέστερα της εργοδότησης του από τον πρώτο κατηγορούμενο δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, καθότι, σε τέτοιας φύσης αδικήματα, το σημαντικό είναι το καθεστώς του αλλοδαπού κατά την ημέρα της εργοδότησης του, που μπορεί να είναι ή νόμιμο ή παρανόμο. Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, είναι εμφανές ότι η περίπτωση του τέταρτου κατηγορουμένου διαφέρει από αυτή του τρίτου, παρόλο που παραδέχθηκαν τη διάπραξη των ίδιων αδικημάτων. Η διαφορά έγκειται στο ότι μετά τη λήξη της άδειας του τρίτου κατηγορουμένου, αυτός παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία, διέκοψε τις σπουδές του και με την επιβολή ποινής φυλάκισης αυτός απελάθηκε. Ο τέταρτος κατηγορούμενος, όμως, την επίδικη ημερομηνία, εξακολουθούσε να συνεχίζει τη φοίτηση του κανονικά στο Κολλέγιο, και παρόλο που η άδεια του είχε λήξει, εν τούτοις ο ίδιος είχε προβεί σε όλα τα αναγκαία διαβήματα για ανανέωση αυτής, και μάλιστα από τον Νοέμβριο 2010, δηλαδή πολύ προγενέστερα της λήξης της άδειας του, και η έκδοση της νέας άδειας παραμονής του είναι καθαρά θέμα χρόνου, εφόσον η καθυστέρηση βαρύνει εξ ολοκλήρου τις αρμόδιες αρχές. Θεωρώ ότι υπό αυτές τις περιστάσεις ο τέταρτος κατηγορούμενος θα πρέπει να τύχει της ανάλογης μεταχείρισης, καθότι θα ήταν άδικο για τον ίδιο να αντιμετωπιστεί με την ίδια αυστηρότητα όπως ένας παράνομος, για λόγους που δεν αφορούν τον ίδιο αλλά το ίδιο το κράτος και τις διαδικασίες. Επομένως, θεωρώ ότι η περίπτωση του τέταρτου κατηγορούμενου θα πρέπει να αντιμετωπιστεί όπως η περίπτωση του αλλοδαπού που διαμένει νόμιμα στη Δημοκρατία εφόσον το θέμα της εξασφάλισης της ανανέωσης της άδειας του δεν εμπίπτει στον δικό του έλεγχο, ενώ ο ίδιος έκανε όλα όσα έπρεπε και έγκαιρα για την ανανέωση αυτής. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για τους κατηγορούμενους 1 και 4 λαμβάνω υπόψη την άμεση παραδοχή τους και συνεργασία τους με την αστυνομία, την άμεση παραδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου, και το λευκό ποινικό μητρώο τους. Ακόμα λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές συνθήκες και των 2 κατηγορουμένων. Ειδικά λαμβάνω υπόψη αυτές του πρώτου κατηγορούμενου, όπως αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, και εκτίθενται πιο πάνω, με ιδιαίτερη αναφορά στα προβλήματα της συζύγου του αλλά και του ιδίου, και τον σημαντικό ρόλο που ο ίδιος διαδραματίζει στα παιδιά του και την σύζυγο του, τόσο οικονομικά όσο και συναισθηματικά. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, και με κύριο γνώμονα την σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε ο πρώτος κατηγορούμενος αναφορικά με την εργοδότηση του τρίτου κατηγορούμενου, και έντονο το στοιχείο της αποτροπής, και χωρίς να παραγνωρίζω το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, παρόλο που αναγνωρίζω ότι ο κατηγορούμενος θα τύγχανε διαφορετικής αντιμετώπισης αν η εργοδότηση περιοριζόταν μόνο για τους κατηγορούμενους 2 και 4, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή στερητική της ελευθερίας. Αντίθετα, για όλους τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, και καθοδηγούμενη από την αρχή της ίσης μεταχείρισης συγκατηγορουμένων, καταλήγω ότι η κατάλληλη ποινή στον τέταρτο κατηγορούμενο και στις 2 κατηγορίες είναι αυτή της υπογραφής εγγύησης. Ως εκ τούτου στον πρώτο κατηγορούμενο στην πρώτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Ο τέταρτος κατηγορούμενος, αναφορικά με τις κατηγορίες 5 και 6, θα υπογράψει εγγύηση ύψους 2000 ευρώ με την οποία δεσμεύεται να τηρεί τους Νόμους και Κανονισμούς για περίοδο 2 ετών από σήμερα. Θα προχωρήσω να εξετάσω τώρα το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του Νόμου 95/72 με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Θεωρώ χρήσιμο ν' αναφερθώ αρχικά στις υποθέσεις Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ. 21 , στις οποίες η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί αναστάληκε ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων των εν λόγω υποθέσεων κατά χρόνο μάλιστα που η ευχέρεια του Δικαστηρίου ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186 (Ι)/03, αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323 και ειδικότερα Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, λαμβάνω υπόψη τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, και δεν ικανοποιούμαι ότι αυτές είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής. Επίσης λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τα Τεκμήρια Γ και Δ. Ειδικά λαμβάνω υπόψη ότι ο κατηγορούμενος έχει 4 ανήλικα παιδιά, και ότι η σύζυγος του αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας, για το οποίο υποβάλλεται σε θεραπεία και την καθιστά κάποτε ανίκανη για εργασία. Ακόμα, λαμβάνω υπόψη το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, για το οποίο έλαβε αγωγή, με τις πιθανές επιπτώσεις σε περίπτωση φυλάκισης του. Έχω εκτιμήσει με προσοχή όσα αναφέρονται πιο πάνω, και καταλήγω ότι τα προβλήματα υγείας της συζύγου του κατηγορούμενου δεν είναι τέτοιας μορφής που να την καθιστούν ανίκανη να ανταποκριθεί στις οικογενειακές της υποχρεώσεις. Ακόμα, χωρίς να παραγνωρίζω την σοβαρότητα του προβλήματος του κατηγορούμενου, θεωρώ ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Γ είναι διατυπωμένο με γενικότητα όσον αφορά τις επιπτώσεις τυχόν φυλάκισης του και αναφέρεται απλώς σε ενδεχόμενο τραγικών συνεπειών, έτσι ώστε να μην κρίνεται ότι η κατάσταση του κατηγορούμενου είναι τέτοια που να μην υπάρχει η δυνατότητα με την κατάλληλη θεραπευτική αλλά και φαρμακευτική αγωγή να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι ούτε και οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί σε αυτόν. Εν όψει της επιβολής άμεσης ποινής φυλάκισης στον πρώτο κατηγορούμενο, και του προβλήματος του, δίνονται οδηγίες από το Δικαστήριο όπως τύχει της αναγκαίας ιατρικής βοήθειας και αγωγής κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις Φυλακές. (Υπ.) ................. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Ποινή Αναφορά: Παράνομη Εργοδότηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο