← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ermes Department Stores Public Plc κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19535/09, 4 Απριλίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ermes Department Stores Public Plc κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19535/09, 4 Απριλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19535/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.

  1. Ermes Department Stores Public Plc
  2. Γιώργου Ανηλιάδη
  3. Ανδρέα Σολομωνίδη Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 4 Απριλίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες Για όλους τους κατηγορούμενους ο κ. Μ. Ηλιάδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορία για το αδίκημα της πώλησης εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων εκτός των χρονικών περιόδων που καθορίζει ο Νόμος, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3

(1), 5 και 6 του περί των Προϋποθέσεων Πώλησης Εμπορευμάτων σε Τιμές Εκπτώσεων Νόμου του 1990, Ν. 34/90, όπως τροποποιήθηκε, της Κ.Δ.Π. 1/2008 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι κατηγορούμενοι, στις 21.12.2009, στη Λεμεσό, πωλούσαν εμπορεύματα, δηλαδή είδη ένδυσης, σε τιμές εκπτώσεων εκτός της επιτρεπόμενης από το Νόμο χρονικής περιόδου. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης, ο συνήγορος υπεράσπισης, κατόπιν προφορικού αιτήματος, ζήτησε την έκδοση διατάγματος για προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο των Ευρωπαικών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), των ακόλουθων δύο ερωτημάτων: «
  2. Κατά πόσον οι πρόνοιες του Νόμου 34/90 και ιδιαίτερα τα άρθρα 2 και 3 που περιορίζουν το δικαίωμα των επιχειρήσεων να πωλούν σε τιμές εκπτώσεων μόνο σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα και μόνον για συγκεκριμένες κλάσεις εμπορευμάτων είναι συμβατές με την Ευρωπαική Οδηγία 2005/29/ΕΚ περί αθέμιτων εμπορικών πρακτικών.
  3. Κατά πόσον ο Νόμος 34/90 μπορεί να συνεχίσει να ισχύει εν όψει των κανόνων ανταγωνισμού που περιέχονται στο Κεφάλαιο 1 Τμήμα 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του άρθρου 169 της ίδιας Συνθήκης που αφορά στην προστασία των καταναλωτών και του Κεφαλαίου 3 της ίδιας Συνθήκης που αφορά στην προσέγγιση των νομοθεσιών.» Η Κατηγορούσα Αρχή έφερε ένσταση στο εν λόγω αίτημα για προδικαστική παραπομπή. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων που αποτελεί τη βάση του αιτήματος της υπεράσπισης δηλώθηκε εκ συμφώνου από τις δύο πλευρές, και αυτό αποτελείται από τις λεπτομέρειες αδικήματος, όπως αυτές εκτίθενται πιο πάνω, καθώς επίσης ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν διευθυντής και υπάλληλος της πρώτης κατηγορουμένης εταιρείας ενώ ο τρίτος κατηγορούμενος ήταν μόνο υπάλληλος αυτής. Τέλος, κατατέθηκε εκ συμφώνου από τις δύο πλευρές αντίγραφο της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας, Παράρτημα Τρίτο, Μέρος Ι, ημερ. 5.1.2009, στην οποία δημοσιεύτηκε η Κ.Δ.Π. 1/2009, η οποία εκδόθηκε στις 31.12.2008, και αναφέρει τα ακόλουθα: «Ο Υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, ασκώντας τις εξουσίες που χορηγούνται σ΄ αυτόν δυνάμει του άρθρου 11 του περί των Προυποθέσεων Πώλησης Εμπορευμάτων σε Τιμές Εκπτώσεων Νόμων του 1990 έως 1998, με το παρόν Διάταγμα ορίζει ως ημερομηνία έναρξης της φετινής χειμερινής περιόδου των εκπτώσεων την 7η Ιανουαρίου 2009 και ως ημερομηνία λήξης την 21η Φεβρουαρίου 2009.» Οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Κατά την αγόρευση του εκ μέρους των κατηγορουμένων, ο συνήγορος υπεράσπισης ανέφερε αρχικά ότι η υπεράσπιση των κατηγορουμένων βασίζεται σε δύο άξονες, πρώτον ότι οι πρόνοιες του Ν. 34/1990, όπως τροποποιήθηκε, αντίκεινται στην Οδηγία 2005/29/ΕΚ, και δεύτερον ότι οι πρόνοιες του εν λόγω Νόμου προσκρούουν σε πρόνοιες του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ακολούθως, ο συνήγορος των κατηγορουμένων αναφέρθηκε στις νομικές αρχές που διέπουν την προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΚ, καταλήγοντας ότι το θέμα βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ο κ. Ηλιάδης εξέφρασε τη θέση ότι η Οδηγία 2005/29/ΕΚ παραθέτει κατάλογο των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, ο οποίος εισηγήθηκε ότι περιλαμβάνει εξαντλητικά τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που απαγορεύονται, και η διενέργεια εκπτώσεων χωρίς χρονικό περιορισμό δεν περιλαμβάνεται σε αυτές. Ο κ. Ηλιάδης αναφέρθηκε στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις VTB-VAB v. Total Belgium και NV Galatea BV BA v. Sanoma Magazina NN, C-261/07 και C-299/07
(2009)All E.R. (D) 170 (Apr), που αφορούσαν προσφορές με δώρα, κάτι που απαγορευόταν από την εθνική νομοθεσία, και στις οποίες το ΔΕΚ, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής ενώπιον του, αποφάσισε ότι αυτή η νομοθετική πρόνοια αντίκειτο στην Οδηγία 2005/29/ΕΚ. Εφόσον τα Βελγικά Δικαστήρια έκριναν ότι το θέμα θα έπρεπε να είχε παραπεμφθεί στο ΔΕΚ, το οποίο κλήθηκε να ερμηνεύσει την Οδηγία σε αντιπαραβολή με την εθνική νομοθεσία, κατ΄αναλογία το παρόν Δικαστήριο θα πρέπει να θέσει τις προαναφέρομενες πρόνοιες του Νόμου 34/90 ενώπιον του ΔΕΚ. Τέλος, ήταν η εισήγηση του συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι το άρθρο 140 του Συντάγματος, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 4 του περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμου του 2006, δίνει τη δυνατότητα ελέγχου της συμβατότητας ενός νόμου της Δημοκρατίας με το δίκαιο της Ευρωπαικής Ένωσης, και αυτή είναι κατάλληλη περίπτωση να ελεγχθεί η συμβατότητα τον Νόμου 34/90 με την Οδηγία και/ή την Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, ο κ. Ηλιάδης κάλεσε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της προδικαστικής παραπομπής και να αναστείλει τη διαδικασία ενώπιον του μέχρι την έκδοση της απόφασης του ΔΕΚ. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε τους ακόλουθους λόγους ένστασης στην υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ, τώρα καλούμενο Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ): 1) Τα ερωτήματα που εισηγούνται οι κατηγορούμενοι αφορούν το θέμα της συμβατότητας του εθνικού δικαίου με το δίκαιο της Ευρωπαικής Ένωσης, κάτι για το οποίο δεν προβλέπεται η δυνατότητα παραπομπής στο ΔΕΕ. 2) Δεν τίθεται θέμα ασάφειας της Οδηγίας 2205/29/ΕΚ για να χρήζει ερμηνείας από το ΔΕΕ. 3) Η εν λόγω Οδηγία είναι τόσο ξεκάθαρη όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της που δεν χωρεί προδικαστική παραπομπή για ερμηνεία του ζητήματος. 4) Οι διατάξεις της εν λόγω Οδηγίας δεν είναι αναγκαίες για τη λήψη της απόφασης του Δικαστηρίου στην παρούσα ποινική υπόθεση, δεδομένου ότι η εμπορική πρακτική στην οποία αφορά η κατηγορία στην παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας. 5) Οι διατάξεις των Συνθηκών για την Ευρωπαϊκή Ένωση και για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι αναγκαίες για τη λήψη της απόφασης του Δικαστηρίου στην παρούσα ποινική υπόθεση. Ήταν περαιτέρω η εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής ότι δεν συμμερίζεται τη θέση της υπεράσπισης ότι η διενέργεια εκπτώσεων δεν περιλαμβάνεται στις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που αναφέρονται στην Οδηγία 2005/29/ΕΚ και επομένως οι πρόνοιες του Νόμου 34/90 αντίκεινται στην εν λόγω Οδηγία. Αυτό, κατά τη άποψη της Κατηγορούσας Αρχής, δείχνει ακριβώς ότι η εν λόγω Οδηγία είχε στόχο να ρυθμίσει μόνο τις επιβλαβείς για τους καταναλωτές εμπορικές πρακτικές. Η εν λόγω Οδηγία δεν είχε στόχο να ρυθμίσει οποιαδήποτε εμπορική πρακτική, όπως την εμπορική πρακτική της διενέργειας εκπτώσεων, η οποία είναι επωφελής για τους καταναλωτές, αλλά μπορεί να βλάψει μόνο τις επιχειρήσεις που βρίσκονται σε κατάσταση ανταγωνισμού μεταξύ τους. Ο τρόπος ρύθμισης των εκπτώσεων αποτελεί εθνική αρμοδιότητα. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής έκανε αναφορά στις πρόνοιες του Νόμου 34/90 και της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ. Ήταν η θέση της ότι ο κατάλογος του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας, που απαριθμεί τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, είναι εξαντλητικός, και αυτές υπόκεινται στην απαγόρευση που δημιουργεί το άρθρο 5 της Οδηγίας. Επομένως, αν μια πρακτική δεν εμπίπτει στον κατάλογο, τότε θα πρέπει να εξετάζεται και να αξιολογείται κατά πόσο αυτή η εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη, σύμφωνα με τα άρθρα 5, ή 6 και 7, ή 8 και 9 της Οδηγίας. Επίσης η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εξέφρασε την άποψη ότι οι προαναφερόμενες Βελγικές υποθέσεις αφορούσαν πολύ διαφορετικό θέμα από αυτό των εκπτώσεων, και συγκεκριμένα το θέμα των προσφορών που συνοδεύονταν με δώρα. Το θέμα αυτό εμπίπτει εντός της Οδηγίας που εναρμονίζει πλήρως τους κανόνες σχετικά με τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων έναντι των καταναλωτών σε κοινοτικό επίπεδο και το ΔΕΕ αποφάσισε ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίσουν πιο περιοριστικά μέτρα από εκείνα που ορίζει η Οδηγία, ακόμη και για να διασφαλίσουν ψηλότερο βαθμό προστασίας των καταναλωτών. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν αμφισβητεί ότι η προσφορά εμπορευμάτων στην αγορά σε τιμές εκπτώσεων αποτελεί εμπορική πρακτική. Όμως, με μιαν ανάγνωση του στόχου της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ, και ειδικότερα της έκτης αιτιολογικής σκέψης του Προοιμίου της Οδηγίας, είναι εμφανές ότι αυτή δεν καλύπτει τις εμπορικές πρακτικές οι οποίες, μολονότι δεν βλάπτουν τους καταναλωτές, ενδέχεται να βλάψουν τους ανταγωνιστές. Ως εκ τούτου είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι η εμπορική πρακτική της πώλησης εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων δεν βλάπτει τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών, ενώ, όπου εφαρμόζεται, μπορεί να βλάψει μόνο τα συμφέροντα των ανταγωνιστών, και επομένως αυτή η εμπορική πρακτική δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας. Με αυτά τα δεδομένα δεν χωρεί παραπομπή στο ΔΕΕ γιατί η Οδηγία είναι ξεκάθαρη ως προς το πεδίο εφαρμογής της, εντός του οποίου δεν εμπίπτουν οι πρακτικές που ρυθμίζει ο Νόμος για τις Εκπτώσεις. Τέλος, ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι αναφορικά με το δεύτερο ερώτημα για την συμβατότητα του Νόμου με τις διατάξεις της ΣΕΕ και της ΣΛΕΕ, οι μόνες διατάξεις που προσδιορίζονται συγκεκριμένα είναι αυτές του άρθρου 169 της ΣΛΕΕ. Το εν λόγω άρθρο δεν έχει άμεση ισχύ, δεν παράγει άμεσα αποτελέσματα, και επομένως δεν μπορεί να τύχει επίκλησης από ιδιώτες και να επηρεάσει με οποιονδήποτε τρόπο την έκβαση της παρούσας υπόθεσης, Το ίδιο ισχύει και για τα άρθρα του Κεφαλαίου 3 του Τίτλου VII της ΣΛΕΕ, που επικαλούνται οι κατηγορούμενοι, ενώ τα άρθρα 101-106 της ΣΛΕΕ αφορούν επιχειρήσεις και όχι το κράτος υπό την ιδιότητα του ως νομοθέτη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να απορρίψει το αίτημα των κατηγορουμένων για προδικαστική παραπομπή. Το άρθρο 267 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην άρθρο 234 της ΣΕΚ) προνοεί, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης.» Στο ίδιο άρθρο αναφέρεται επίσης ότι «Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ΄αυτού». Η εν λόγω πρόνοια αποτελεί και μέρος της Κυπριακής Νομοθεσίας, κατόπιν της τροποποίησης του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60, από το Νόμο 119(Ι)/2008, και την προσθήκη του άρθρου 34Α. Σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 34Α, «δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτημα, το οποίο αφορά στο κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για να αποφανθεί επ΄ αυτού». Ο σκοπός της εν λόγω διαδικασίας είναι εμφανής και, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Εισαγωγή στο Ευρωπαικό Δίκαιο, του κ. Δονάτου Παπαγιάννη, 3η έκδοση, σελ 345, με αυτή τη διαδικασία «διασφαλίζεται η ενιαία εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, παρέχεται ικανοποιητική στήριξη στον εθνικό δικαστή κατά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στις εθνικές έννομες τάξεις και επιτυγχάνεται πληρέστερη παροχή έννομης προστασίας στον κοινοτικό πολίτη, αφού του δίνεται έτσι η δυνατότητα έμμεσα να επιδιώξει κρίση για τη νομιμότητα οποιασδήποτε κοινοτικής πράξης, κάτι που δεν μπορεί να προκαλέσει με ευθεία προσφυγή στο Δικαστήριο». Επομένως, το παρόν Δικαστήριο, στο πλαίσιο της εκκρεμούσης διαδικασίας ενώπιον του αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, έχει τη διακριτική ευχέρεια να παραπέμψει προδικαστικό ερώτημα, το οποίο άπτεται των συγκεκριμένων θεμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 267 της Συνθήκης, και επί του οποίου η απόφαση του ΔΕΕ κρίνεται αναγκαία για την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο. Στο σύγγραμμα Εισαγωγή στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο (ανωτέρω), σελ.350, τίθεται με σαφήνεια το πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 267, ως ακολούθως: «Αντικείμενο της προδικαστικής παραπομπής δεν μπορεί να αποτελέσει το ερώτημα αν το εθνικό δικαστήριο συμφωνεί με το κοινοτικό, ούτε βεβαίως η ερμηνεία και εφαρμογή του εθνικού δικαίου. Το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να αναφέρεται (αφηρημένα) σε ερμηνευτικά προβλήματα του κοινοτικού δικαίου και να είναι έτσι διατυπωμένο, ώστε να επιτρέπει στο Δικαστήριο να προβεί στην αιτηθείσα ερμηνεία.... Προϋπόθεση για την παραπομπή ερωτήματος στο ΔΕΚ αποτελεί η ασάφεια της κοινοτικής διάταξης, η οποία είναι σημαντική για την κρίση της εκκρεμούσης υπόθεσης στο εθνικό δικαστήριο. Ασάφεια στην κοινοτική διάταξη υπάρχει, όταν στη θεωρία αλλά και στη νομολογία υποστηρίζονται περισσότερες της μίας άποψης η είναι δυνατόν να υποστηριχθούν. Αρμόδιο δικαστήριο για να αποφασίσει αν η κοινοτική διάταξη είναι ασαφής και πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο προδικαστικού ερωτήματος, είναι το εθνικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση». Η υπόθεση NETMED N.V. v. Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού κ.ά., Συνεκ. Υπ. Αρ. 1522/2006 & 1523/2006, ημερ. 7.9.2007, αποτελεί καθοδήγηση αναφορικά με το πότε το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι η παραπομπή στο ΔΕΚ είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα: «Βασικό κριτήριο το οποίο κλίνει υπέρ της απόφασης για παραπομπή, είναι το κατά πόσο η παραπομπή στο ΔΕΚ είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης στην υπό εκδίκαση υπόθεση, εδώ στις παρούσες προσφυγές. (Βλέπε Bulmer v. Bolinger
(1974)2 All E.R. 1226, 1235-1236, R. v. International Stock Exchange Exparte Else
(1993)1 All E.R. 420 και το Σύγγραμμα The Foundations of European Community Law Fifth Edition του T.C. Hartley σελ. 296-297 κάτω από τον τίτλο DISCRETION). Στην υπόθεση Bulmer v. Bolinger ο Λόρδος Denning ανάφερε ότι "΄necessary΄ meant the outcome of the case must be dependent on the decision." Το αποτέλεσμα δηλαδή της υπόθεσης να εξαρτάται από την απόφαση του ΔΕΚ, Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας αν θα παραπέμψει ή όχι το θέμα, το εθνικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και το κατά πόσο μπορεί, με βεβαιότητα, να αποφασίσει το ίδιο το εγειρόμενο θέμα.» Η Αγγλική προαναφερόμενη υπόθεση Bulmer v. Bolinger (ανωτέρω), και ειδικότερα η απόφαση του Λόρδου Denning, είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του εθνικού δικαστηρίου να παραπέμψει ή όχι στο ΔΕΚ. Αρχικά το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι αναγκαίο ('necessary') να παραπέμψει το ερώτημα. Αν το κρίνει αναγκαίο, τότε το ΔΕΚ θα δεχθεί τη θέση του επί τούτου και θα προχωρήσει να εκδώσει την απόφαση του επί του ερωτήματος. Αν πάλι κρίνει ότι αυτό δεν είναι αναγκαίο, τότε το θέμα λήγει εκεί. Ο Λόρδος Denning έθεσε επίσης κριτήρια που καθοδηγούν το εθνικό δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο είναι αναγκαίο να παραπέμψει το ερώτημα και αν θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια να παραπέμψει. Αναφορικά με το πρώτο σκέλος, τα κριτήρια είναι κατά πόσο το θέμα είναι καταλυτικό για την απόφαση του εθνικού δικαστηρίου, αν υπάρχει προηγούμενη απόφαση του ΔΕΚ επί του θέματος, αν το θέμα είναι εύλογα ξεκάθαρο, σαφές και δεν χωρεί αμφισβήτηση (acte claire), και το υπόβαθρο των γεγονότων είναι διασαφηνισμένο. Σε σχέση με το δεύτερο σκέλος, τα κριτήρια είναι ο χρόνος για να δοθεί η απόφαση από το ΔΕΚ, η σημασία αποφυγής κατακλυσμού του ΔΕΚ με παραπομπές, η ανάγκη θέσης του ερωτήματος με σαφήνεια, η δυσκολία και σημασία του θέματος, τα έξοδα και οι επιθυμίες των διαδίκων. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στη μεταγενέστερη Αγγλική υπόθεση Customs and Excise Commissioners v. Aps Samex (Hanil Fiber Industrial Co Ltd, third party)
(1983)1 All E.R.
  1. Στο σύγγραμμα Εισαγωγή στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο (ανωτέρω), στις σελ. 351-2, γίνεται παραπομπή στην υπόθεση CILFIT, υπ. 283/81, στην οποία το ΔΕΚ έθεσε 3 κριτήρια ελέγχου ως προς το ερώτημα αν θα πρέπει να γίνει παραπομπή στο Δικαστήριο ή όχι. Αυτά συνοψίζονται στη σελ. 352 του εν λόγω συγγράμματος ως ακολούθως: «Κατά το ΔΕΚ, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να μη παραπέμψει στις εξής περιπτώσεις: · Όταν η αμφισβητούμενη κοινοτική διάταξη δεν είναι σημαντική ούτε αναγκαία για τη λήψη της απόφασης του εθνικού δικαστηρίου. · Όταν υπάρχει σαφής νομολογία του ΔΕΚ ως προς το συγκεκριμένο νομικό ερώτημα που απασχολεί το εθνικό δικαστήριο. · Όταν η ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου είναι τόσο προφανής, ώστε δεν αφήνει κανενός είδους περιθώρια για μια λογική αμφιβολία, λαμβανομένου υπόψη, ότι οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου έχουν διατυπωθεί σε πολλές γλώσσες, ότι έχει διαμορφωθεί ειδική ορολογία για το κοινοτικό δίκαιο, η ερμηνεία του οποίου επιβάλλει μια συνολική εκτίμηση των διατάξεων του, ιδίως υπό το φως του επιδιωκομένου σκοπού και του σταδίου στο οποίο ευρίσκεται η ενοποιητική διαδικασία». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, αρχικά επισημαίνω ότι το πρώτο ερώτημα που εισηγείται η πλευρά των κατηγορουμένων για προδικαστική παραπομπή αφορά θέμα συμβατότητας της εθνικής νομοθετικής διάταξης με την Οδηγία 2005/29/ΕΚ. Αυτό δεν εμπίπτει εντός των προνοιών του άρθρου 267 της ΣΕΕ ούτε και του άρθρου 34Α του Νόμου 14/60, όπως τροποποιήθηκε. Αντικείμενο της προδικαστικής παραπομπής μπορεί να αφορά μόνο την ερμηνεία και το κύρος του κοινοτικού δικαίου, όπου βέβαια υπάρχει ασάφεια ή αβεβαιότητα επί αυτού, ή ακόμα και απόφαση του ΔΕΕ με την οποία το εθνικό δικαστήριο διαφωνεί ή πιστεύει ότι υπάρχουν νέα δεδομένα που πρέπει να τεθούν ενώπιον του ΔΕΕ και ζητά εκ νέου απόφαση - βλ. Bulmer v. Bolinger (ανωτέρω), σελ.
  2. Η προκειμένη περίπτωση δεν καλύπτεται από τις εν λόγω πρόνοιες για προδικαστική παραπομπή. Η Οδηγία είναι σαφής και ξεκάθαρη τόσο όσον αφορά την ερμηνεία της όσο και το κύρος αυτής, έτσι ώστε το παρόν Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει στο ερώτημα που ήγειρε η υπεράσπιση. Θεωρώ ότι ο σκοπός της εν λόγω Οδηγίας και οι πρόνοιες αυτής, οι οποίες έχουν ενσωματωθεί σε δική μας νομοθεσία, τον περί Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμο του 2007, Ν. 103 (Ι)/2007, δεν χωρούν οποιαδήποτε αμφιβολία αναφορικά με το πεδίο εφαρμογής τους, και επομένως δεν χωρεί προδικαστική παραπομπή του εν λόγω ζητήματος. Οι Βελγικές υποθέσεις στις οποίες έγινε παραπομπή από τον δικηγόρο των κατηγορουμένων διακρίνονται από την υπό κρίση περίπτωση, γιατί εκεί τα ερωτήματα, όπως ήταν διατυπωμένα, αφορούσαν καθαρά την ερμηνεία της Οδηγίας με τρόπο που κατ' επέκταση να απαγόρευε συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια από τα κράτη μέλη με διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό της επίδικης εθνικής νομοθεσίας. Σημειώνω μάλιστα ότι στις εν λόγω υποθέσεις το ΔΕΚ προχώρησε να ερμηνεύσει την εν λόγω Οδηγία στο πλαίσιο της απόφασης του, και από την οποία το παρόν Δικαστήριο αντλεί καθοδήγηση. Αυτό ενδυναμώνει τη θέση του παρόντος Δικαστηρίου ότι μπορεί από μόνο του να αποφασίσει επί της ερμηνείας της Οδηγίας και της συμβατότητας ή/και σχέσης του Νόμου 34/1990 με αυτή. Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει η υπόθεση Neboja Micovic v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Υπόθεσης 1012/2005, ημερ. 18.11.2005, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι Οδηγίες εκδίδονται προς υλοποίηση των σκοπών της Ευρωπαικής Ένωσης. Είναι δεσμευτικές ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, άνκαι, αφήνουν στις αρχές του κράτους μέλους την επιλογή του τύπου και των μεθόδων (Άρθρο 249 της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Ευρωπαικής Ένωσης).. Το ΔΕΚ ρητά αναγνωρίζει τα εθνικά δικαστήρια ως όργανα του κράτους τα οποία είναι υπεύθυνα για την τήρηση των κοινοτικών υποχρεώσεων. Κατά συνέπεια, καλούνται τα δικαστήρια να συμπληρώνουν το έργο του εθνικού νομοθέτη με το να ερμηνεύουν την εσωτερική νομοθεσία κατά τρόπο συμβατό με τις απαιτήσεις της Οδηγίας». Το δεύτερο ερώτημα που τέθηκε προς προδικαστική παραπομπή από την πλευρά των κατηγορουμένων και πάλι αφορά την συμβατότητα του Νόμου 34/1990 σε συσχετισμό με τα άρθρα της Σύμβασης που αναφέρονται σε αυτό και όχι την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. Επίσης, αυτό είναι ένα εντελώς θεωρητικό θέμα, αλλά και χωρίς πρακτική σημασία για σκοπούς έκδοσης της απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, καθότι η αναφορά στους κανόνες ανταγωνισμού που περιέχονται στο κεφάλαιο 1 Τμήμα 1 της ΣΕΕ και της ΣΛΕΕ είναι πολύ γενική και αόριστη. Ούτε και σε αυτές τις πρόνοιες, όμως, τίθεται θέμα ασάφειας έτσι ώστε το παρόν Δικαστήριο να μην μπορεί να αποφασίσει επί του θέματος. Το Κεφάλαιο 3 της ίδιας Συνθήκης, στο οποίο γίνεται και πάλι αναφορά στο δεύτερο ερώτημα, δεν έχει οποιαδήποτε θέση στο πλαίσιο απόφασης επί της παρούσας υπόθεσης και των θεμάτων που ήγειρε η υπεράσπιση. Αυτό το Κεφάλαιο είναι ρυθμιστικό, αφορά στον τρόπο προσέγγισης των νομοθεσιών και δεν μπορεί να αποτελέσει ζήτημα για προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΚ. Τέλος, η αναφορά στο άρθρο 169 της ίδιας Συνθήκης στο δεύτερο ερώτημα και πάλι έχει καθαρά προγραμματικό χαρακτήρα δυνάμει του οποίου λαμβάνονται μέτρα και θεσπίζονται οι κανονισμοί και οι οδηγίες της Ευρωπαικής Ένωσης, και δεν προσθέτει οτιδήποτε το συγκεκριμένο που είναι απαραίτητο να αποφασιστεί από το ΔΕΚ στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής. Το άρθρο 140 του Συντάγματος, όπως τροποποιήθηκε, και στο οποίο έγινε επίσης παραπομπή από τον συνήγορο των κατηγορουμένων, δεν προσθέτει οτιδήποτε στις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Για όλους τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι το αίτημα της υπεράσπισης για προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΚ δεν μπορεί να γίνει δεκτό και απορρίπτεται. (Υπ.) ................. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Πώληση εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.