Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεωργία Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 8416/09, 5 Απριλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 8416/09 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή και Γεωργία Γεωργίου Κατηγορούμενη ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5 Απριλίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Δημητρίου Για την κατηγορούμενη: κ. Π. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στις 10 Μαΐου 2008, στη λεωφόρο Μακαρίου Γ' της επαρχίας Λεμεσού, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KRY888 αμελώς και δη χωρίς να καταβάλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/
- Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Αστ. 392 Λ. Αθανασίου (ΜΚ1) και τον Κώστα Πέτρου (ΜΚ2). Η κατηγορούμενη αφού κλήθηκε σε απολογία και αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά, λαμβάνεται σοβαρότατα υπόψη από το Δικαστήριο και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια της σύνταξης της παρούσας απόφασης. Κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κατά τη γνώμη μου κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορά στην εν λόγω μαρτυρία θα γίνεται εκεί που κρίνεται σκόπιμο στο στάδιο της αξιολόγησης. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, θεωρώ ορθό να παραθέσω τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία, είτε πηγάζουν από αναντίλεκτη ενώπιον μου μαρτυρία είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Στις 10 Μαΐου 2008 και περί ώρα 13:20 η κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KRY888 στη λεωφόρο Μακαρίου Γ' με σκοπό να κατευθυνθεί βόρεια και δεξιά, σύμφωνα με την πορεία της, στην οδό Εξάρχου. Όταν έφθασε στη συμβολή των εν λόγω δρόμων, ακινητοποίησε το όχημα της και σε κάποιο χρονικό σημείο επανεκκίνησε και κατευθύνθηκε δεξιόστροφα προς Βορρά με σκοπό να εισέλθει στην οδό Εξάρχου. Όταν η αριστερή μπροστινή γωνία του οχήματος της, βρίσκεται στο σημείο Χ, ως αυτό εμφαίνεται επί του Τεκμηρίου 3, δέχεται κτύπημα από τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΕΧΕ923, η οποία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, οδηγείτο από τον ΜΚ
- Συνεπεία της σύγκρουσης, το όχημα της κατηγορούμενης υπέστη ζημιά στην αριστερή μπροστινή γωνία, με τη ζημιά να περιορίζεται στο αριστερό μπροστινό φτερό, η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ΜΚ2, στο μπροστινό της μέρος, ο δε ΜΚ2 τραυματίστηκε. Τόσο στη βορειοδυτική όσο και στη βορειοανατολική γωνία της συμβολής της λεωφόρου Μακαρίου Γ' με την οδό Εξάρχου, υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα. Η οδός Εξάρχου είναι μονόδρομος και απαγορεύεται η χρήση της για οχήματα που κατευθύνονται νότια με σκοπό να εισέλθουν στη λεωφόρο Μακαρίου Γ'. Τα μόλις πιο πάνω γεγονότα καθίστανται πλέον ευρήματα του Δικαστηρίου. Εκείνο που προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματά μου είναι ότι τα πιο κάτω ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα και για την απάντηση των οποίων είναι αναγκαία η αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Ερωτήματα · Ποια ήταν η κατεύθυνση του ΜΚ2 πριν τη σύγκρουση; · Πότε αντιλήφθηκε, αν αντιλήφθηκε, η κατηγορούμενη την παρουσία του ΜΚ2 στο δρόμο; · Αν η κατηγορούμενη αντιλήφθηκε την παρουσία του ΜΚ2 στο δρόμο πριν τη σύγκρουση, πώς αντέδρασε και ή ενέργησε και ή έπραξε; Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο ΜΚ1 μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Εν πάση περιπτώσει, τη μαρτυρία του και τα ευρήματά του, όχι μόνο δεν αμφισβήτησε, αλλά αποδέχτηκε και η υπεράσπιση. Εξήγησε με λεπτομερή τρόπο το οδικό δίκτυο εντός του οποίου επεσυνέβη το δυστύχημα και ήταν τόσο παραστατικός που κατάφερα να αποκομίσω εικόνα της σκηνής του δυστυχήματος. Τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στο σύνολό της. Όσον αφορά το συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ο ΜΚ1 ως Τεκμήριο 3, αυτό αποτελεί πραγματική μαρτυρία, με βάση την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης και ελέγχει τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας. Επιπρόσθετα, το συμμετρικό σχέδιο αποτελεί θεμέλιο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το δυστύχημα. (Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Ο ΜΚ2 δεν με βοήθησε να δυνηθώ επί της μαρτυρίας του να βασίσω οποιαδήποτε ευρήματα ή συμπεράσματα. Ενώ στην αρχή της μαρτυρίας του υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία, στο οποίο περιεχόμενο υπήρχαν θετικοί ισχυρισμοί επί γεγονότων οι οποίοι σε περίπτωση που γίνονταν δεκτοί θα βοηθούσαν το Δικαστήριο επ' αυτούς να καταλήξει σε ευρήματα, εντούτοις σε μεταγενέστερο στάδιο της μαρτυρίας του, ισχυρίστηκε ότι στο παρελθόν υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο το οποίο επηρέασε τη μνήμη του σε βαθμό που να μην θυμάται τι πραγματικά έλαβε χώρα την ημέρα του δυστυχήματος. Ανάφερε δε ότι η μνήμη του είναι περιορισμένη, στο ότι όπως οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του, η κατηγορούμενη του ανέκοψε την πορεία του και συγκρούστηκε. Στην αντεξέταση του δε, και ενώ επαναλαμβάνει ότι λόγω του εγκεφαλικού επεισοδίου έχει επηρεαστεί η μνήμη του, αναφέρει ότι δεν θυμάται κατά πόσο το εγκεφαλικό επεισόδιο συνέβη πριν το υπό εξέταση δυστύχημα. Εν πάση περιπτώσει, η γενική εικόνα που αποκόμισα από τον εν λόγω μάρτυρα, είναι ότι η μαρτυρία του δεν συνοδευόταν από την απαραίτητη σιγουριά, για οποιωνδήποτε εκ των ισχυρισμών του, έτσι που να μπορώ επ' αυτής να βασίσω οποιοδήποτε εύρημα. Τυχόν εύρημα βασισμένο στη μαρτυρία του ΜΚ2, κρίνω ότι θα ήταν επισφαλές. Ενδεικτικό του επισφαλούς ενός τέτοιου ευρήματος, είναι και το γεγονός ότι ενώ στην κατάθεση του, Τεκμήριο 7, αναφέρει ρητά ότι ενώ βρισκόταν στη σκηνή άκουσε την κατηγορούμενη να φωνάζει «εσκότωσα τον άνθρωπο, φταίω», εντούτοις, ενώπιον του Δικαστηρίου και ερωτηθείς ειδικά ως προς το κατά πόσο άκουσε την κατηγορούμενη να αναφέρει οτιδήποτε εκείνη την ημέρα ενώ βρισκόταν στη σκηνή, απάντησε, «δεν θυμούμαι». Η κατηγορούμενη γενικά μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Οι οποιεσδήποτε μικροαντιφάσεις που παρουσιάζει η μαρτυρία της και αφορούν ισχυρισμούς της οι οποίοι συγκρούονται με άλλους δικούς της ισχυρισμούς, δεν είναι τέτοιες οι οποίες να κλονίζουν την αξιοπιστία της. Γενικά, κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια για τα όσα διαδραματίστηκαν εκείνη την ημέρα. Εν πάση περιπτώσει, ούτε η Κατηγορούσα Αρχή αμφισβήτησε με οποιαδήποτε ερώτηση, υποβολή ή έστω θέση μέσω της συνηγόρου της, τη βασική θέση της κατηγορούμενης και δη ότι ο ΜΚ2 είχε σταθμεύσει τη μοτοσικλέτα του στη βορειοδυτική γωνία της συμβολής και ότι εν τέλει οδήγησε τούτη με νοτιοανατολική κατεύθυνση εντός της οδού Εξάρχου με σκοπό να κατευθυνθεί ανατολικά στη λεωφόρο Μακαρίου Γ'. Στην ουσία η θέση της κατηγορούμενης ήταν ότι, τη 10.5.2008 και περί ώρα 13:20 βρισκόταν εν αναμονή στη βορειότερη λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου Μακαρίου Γ' με δυτική κατεύθυνση, με σκοπό να κατευθυνθεί βόρεια δεξιά για να εισέλθει στην οδό Εξάρχου. Ενώ βρισκόταν εν αναμονή, ελέγχοντας τα οχήματα που κατευθύνοντο στην ίδια λεωφόρο με ανατολική κατεύθυνση και περιμένοντας να «καθαρίσει» ο δρόμος για να κατευθυνθεί βόρεια, αντιλήφθηκε για πρώτη φορά τη μοτοσικλέτα του ΜΚ2 να είναι σταθμευμένη εντός της οδού Εξάρχου και δη στη βορειοδυτική γωνία της εν λόγω οδού επί της συμβολής της με τη λεωφόρο Μακαρίου Γ' μεταξύ δύο σταθμευμένων, στην εν λόγω γωνία, οχημάτων. Σε κάποιο χρονικό σημείο και ενώ η ίδια παραμένει εν αναμονή, βλέπει τον ΜΚ2 να κατευθύνεται και να κάθεται επί της μοτοσικλέτας του, στρέφοντας την προσοχή του προς το δρόμο. Σε σχετική ερώτηση που της τέθηκε, ως προς το κατά πόσο αντιλήφθηκε ποια κατεύθυνση θα ακολουθούσε ο ΜΚ2, περιορίστηκε απλά στο να αναφέρει ότι δεν αντιλήφθηκε την κατεύθυνση που θα ακολουθούσε ο ΜΚ2. Εν πάση περιπτώσει, ότι η κατηγορούμενη αντιλήφθηκε, προτού η ίδια επιχειρήσει τη δεξιόστροφη κατεύθυνση της για να εισέλθει στην οδό Εξάρχου, ότι η επικείμενη ενέργεια του ΜΚ2 ήταν η οδήγηση της μοτοσικλέτας του προς κάποια κατεύθυνση, επιβεβαιώνεται και από την αντίληψη της ιδίας, ότι δηλαδή όταν ο ΜΚ2 κάθεται επί της μοτοσικλέτας του, κοιτάζει (ελέγχει) το δρόμο. Θεωρώντας η κατηγορούμενη ότι η οποιαδήποτε κατεύθυνση του ΜΚ2 δεν θα ήταν νότια, καθότι ως γνώριζε η ίδια, η οδός Εξάρχου είναι μονόδρομος για νότια κατεύθυνση, και αφού η τροχαία κίνηση στη λεωφόρου Μακαρίου Γ' με ανατολική κατεύθυνση, της επέτρεπε να επιχειρήσει τη στροφή δεξιά για να εισέλθει στην οδό Εξάρχου, εκκίνησε το όχημα της και με χαμηλή ταχύτητα κατευθύνθηκε δεξιά, προς Βορρά. Ενώ κινείτο προς Βορρά είδε τον ΜΚ2 να οδηγεί τη μοτοσικλέτα του νοτιοανατολικά, έχοντας στραμμένη την προσοχή του πίσω δεξιά, προφανώς για να ελέγξει κατά πόσο με την οδήγηση του θα ανέκοπτε την πορεία οχημάτων που κινούντο με ανατολική κατεύθυνση στη λεωφόρο Μακαρίου Γ'. Παρά το ότι κινήθηκε προς δεξιά, δέχθηκε κτύπημα από τη μοτοσικλέτα του ΜΚ2 στο μπροστινό αριστερό φτερό του οχήματος της κοντά στην μπροστινή αριστερή του, γωνία. Τη μαρτυρία της κατηγορούμενης, ως αυτή παρατίθεται ανωτέρω, την αποδέχομαι. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τις χίλιας λίρας - τα €1.708,00 - ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια ομολογουμένως νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι κατά την οδήγηση κάθε οδηγός πρέπει να ασκεί προσήκουσα προσοχή και το ερώτημα που εγείρεται ως προς το κατά πόσο ένας οδηγός οδηγούσε αμελώς είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση του εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το εφαρμοστέο κριτήριο για τον έλεγχο αυτό είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με την συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι με την συμπεριφορά ενός τέλειου οδηγού. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (Duty of Care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί ότι μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις και ή ενέργειες του οδηγού. Σε ότι δε αφορά τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας, αυτά είναι τα ίδια που ισχύουν και στο αστικό δίκαιο. Το μόνο που διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Για να συγκεκριμενοποιηθεί το απρόσωπα προσδιορισμένο καθήκον κάθε οδηγού προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις του πρώτου θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης έτσι που να διασαφηνιστεί η φύση του καθήκοντος, και στην περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοιο καθήκον, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Η πρόβλεψη για σκοπούς του ελέγχου αυτού συναρτάτε με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια. Κάθε οδηγός οφείλει να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα, και η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη δε, να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης αποτελούν αμέλεια. Τέλος αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος συζήτηση βλέπε Νικολαίδη ν. Οικονομίδη
(1963)2 C.L.R. 78, Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1976)1 C.L.R. 188, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokalides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Κουμής ν. Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383 και Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378. Επιπρόσθετα αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η μη λήψη προφυλάξεων αποτελεί αμέλεια. Αλλά αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι μόνο μια δυνατότητα η οποία ουδέποτε θα εγειρόταν στην σκέψη ενός λογικού ανθρώπου τότε δεν υπάρχει αμέλεια αν δεν πάρει ένας ασύνηθεις προφυλάξεις (βλ. Δημητράκης Σιλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ σελ. 151, 158 και 159). Ευρήματα Έχοντας κατά νου την αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, και τα πιο πάνω ευρήματα μου, καταλήγω στα πιο κάτω τελικά ευρήματα. Στις 10 Μαΐου 2008 και περί ώρα 13:20 η κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KRY888 στη λεωφόρο Μακαρίου Γ' με σκοπό να κατευθυνθεί βόρεια και δεξιά σύμφωνα με την πορεία της στην οδό Εξάρχου. Όταν έφθασε στη συμβολή των εν λόγω δρόμων, ακινητοποίησε το όχημα της και ανάμενε να «καθαρίσει» η τροχαία κίνηση της εν λόγω λεωφόρου, που αφορούσε στα οχήματα τα οποία κινούντο με ανατολική κατεύθυνση. Ενώ βρισκόταν σε αναμονή, αντιλήφθηκε τον ΜΚ2 να κατευθύνεται και να κάθεται επί της μοτοσικλέτας του, η οποία ήταν σταθμευμένη μεταξύ δύο άλλων σταθμευμένων οχημάτων στη βορειοδυτική γωνία της συμβολής της εν λόγω λεωφόρου με την οδό Εξάρχου. Όταν δε ο ΜΚ2 βρίσκεται επί της σταθμευμένης μοτοσικλέτας του, ελέγχει το δρόμο. Θεωρώντας η κατηγορούμενη ότι ο ΜΚ2 δεν θα κατευθυνόταν νότια, καθότι η οδός Εξάρχου είναι μονόδρομος για νότια κατεύθυνση, και αφού η τροχαία κίνηση από τα οχήματα που κινούντο στη λεωφόρου Μακαρίου Γ' με ανατολική κατεύθυνση, της επέτρεπαν την επιχείρηση της δεξιάς στροφής, οδήγησε το όχημα της βορείως δεξιά με σκοπό να εισέλθει στην οδό Εξάρχου. Ενώ κινείτο προς αυτή την κατεύθυνση, ο ΜΚ2 οδήγησε τη μοτοσικλέτα του με νοτιοανατολική κατεύθυνση χωρίς να ελέγχει την έμπροσθεν του τροχαία κίνηση, με αποτέλεσμα, παρά την προσπάθεια της κατηγορούμενης να κινηθεί δεξιότερα για να αποφύγει τη σύγκρουση, τα δύο οχήματα να συγκρουστούν τη στιγμή που η αριστερή μπροστινή γωνία του οχήματος της κατηγορούμενης, βρίσκεται στο σημείο Χ, ως αυτό εμφαίνεται επί του Τεκμηρίου 3. Συνεπεία της σύγκρουσης, το όχημα της κατηγορούμενης υπέστη ζημιά στην αριστερή μπροστινή γωνία με τη ζημιά να περιορίζεται στο αριστερό μπροστινό φτερό, η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ΜΚ2, στο μπροστινό της μέρος, ο δε ΜΚ2 τραυματίστηκε. Κατάληξη Εκείνο που με σαφήνεια προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα μου και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές, είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της κατηγορουμένης στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Από τη στιγμή που η κατηγορούμενη αντιλήφθηκε ότι ο ΜΚ2 θα οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του προς κάποια κατεύθυνση, και έχοντας κατά νου ότι η οποιαδήποτε κατεύθυνση του ΜΚ2 ήταν υπό τις περιστάσεις περιορισμένη, η ενέργεια της κατηγορούμενης να οδηγήσει δεξιόστροφα προς Βορρά το όχημα της, κρίνεται ως αμελής οδήγηση. Σύμφωνα με την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, ο ΜΚ2 δεν μπορούσε να οδηγήσει τη μοτοσικλέτα του παρά μόνο νοτιοανατολικά και αυτό γιατί η οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση εμποδιζόταν αφενός από τα σταθμευμένα οχήματα (δεξιά και αριστερά της μοτοσικλέτας) και αφετέρου από το πεζοδρόμιο (βορειοδυτικά της μοτοσικλέτας). Η δε μοναδική, δυνάμενη να χρησιμοποιηθεί από τον ΜΚ2 κατεύθυνση, θα έθετε τούτον σε τέτοιο σημείο στο δρόμο, το οποίο θα χρησιμοποιούσε η κατηγορούμενη όταν επιχειρούσε τη στροφή. Παρά ταύτα και παρά την αντίληψη της για την επικείμενη οδήγηση από τον ΜΚ2, η κατηγορούμενη οδήγησε το όχημα της με αποτέλεσμα να συμβάλει έτσι στο να συγκρουστούν τα δύο οχήματα. Η κρίση μου ως προς το ότι η κατηγορούμενη οδήγησε αμελώς, θα παρέμεινε η ίδια ακόμα και στην περίπτωση που θα έκρινα ότι η κατηγορούμενη δεν αντιλήφθηκε ότι ο ΜΚ2 είχε σκοπό να οδηγήσει τη μοτοσικλέτα του προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Και αυτό γιατί, η αντίληψη της κατηγορούμενης, ενός προσώπου της ηλικίας του ΜΚ2, να κάθεται επί της μοτοσικλέτας του και να ελέγχει το δρόμο, θα έπρεπε να οδηγήσει ένα μέσο συνετό οδηγό στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω πρόσωπο θα οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του προς κάποια κατεύθυνση. Με δεδομένα δε τα πιο πάνω αναφερόμενα αναφορικά με τη μόνη δυνατή κατεύθυνση που θα μπορούσε να πάρει ο ΜΚ2, η κρίση του Δικαστηρίου θα παρέμεινε η ίδια και δη ότι η κατηγορούμενη οδήγησε αμελώς. Ολοκληρώνοντας, σημειώνω ότι για την διάγνωση της ποινικής ευθύνης της κατηγορουμένης είναι αδιάφορο κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα ευθύνη έστω και μεγάλη του άλλου εμπλεκόμενου στο ατύχημα οδηγού, δηλαδή του ΜΚ2 (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Σημασία για την παρούσα ποινική υπόθεση έχει το γεγονός ότι η κατηγορούμενη αντιλήφθηκε την παρουσία του ΜΚ2 στο δρόμο, ως πρόσωπο που θα οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του προς κάποια κατεύθυνση, πλην όμως απόφυγε να λάβει οποιαδήποτε αποτρεπτικά, για ενδεχόμενη σύγκρουση, μέτρα, με αποτέλεσμα η εν λόγω συμπεριφορά της να αποτελεί μέρος των λόγων που οδήγησαν στην σύγκρουσή των δύο οχημάτων. Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει για αμελή οδήγηση. (Υπ.) ................ Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: amelia) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο