Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Lucas Vadim κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4344/11, 6 Απριλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B80 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4344/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον
- Lucas Vadim, από τη Μολδαβία
- Veronica Spinu, από τη Μολδαβία Κατηγορουμένων ------------------------------ Ημερομηνία: 6 Απριλίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες, αυτοπροσώπως Π Ο Ι Ν Η Ο πρώτος κατηγορούμενος, με την παραδοχή του, κρίνεται ένοχος σε συνολικά 4 κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της πλαστογραφίας (πρώτη κατηγορία), κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (κατηγορίες 2 και 3) και εισόδου στην Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς την συγκατάθεση του Λειτουργού Μεταναστεύσεως μέσω μη εγκεκριμένου αερολιμένος (τέταρτη κατηγορία). Η δεύτερη κατηγορουμένη, κατόπιν παραδοχής της, κρίνεται ένοχη σε συνολικά 3 κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και πλαστοπροσωπείας (κατηγορίες 5-7 αντίστοιχα). Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα. Στις 20.3.2011 και ώρα 14.30 μέλη της ΥΑΜ Λεμεσού επέδραμαν για τη διενέργεια εξετάσεων στο σνακ-μπαρ με την ονομασία «Γρηγόρης» στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου Α΄ κατόπιν πληροφορίας ότι εκεί εργοδοτείται παράνομα μία αλλοδαπή. Κατά την είσοδο των μελών της ΥΑΜ στο εν λόγω μέρος ο αστ. 413 Α. Ιωσήφ εντόπισε μία αλλοδαπή, τη δεύτερη κατηγορουμένη, να βρίσκεται πίσω από τον πάγκο και να ετοιμάζει ροφήματα. Ο αστ. 413 της παράγγειλε 2 μπουκάλια εμφιαλωμένα νερά, και αφού η κατηγορουμένη του τα παρέδωσε, αυτός απεκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα και ζήτησε τα στοιχεία της για έλεγχο. Η κατηγορουμένη του είπε ότι ονομάζεται Μαρία και ότι κατάγεται από τη Ρουμανία αλλά δεν είχε στην κατοχή της οποιοδήποτε έγγραφο που να αποδεικνύει την ταυτότητα της. Ακολούθως ο αστ. 413 την κάλεσε να τον ακολουθήσει στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας για εξακρίβωση των στοιχείων της, όπως και έπραξε. Στην συνέχεια η κατηγορουμένη επικοινώνησε με φιλικά της πρόσωπα και ζήτησε όπως της προσκομίσουν το δελτίο ταυτότητας της και κατόπιν συνεννόησης που είχε η ίδια, ο αστ. 413 μετέβη σε συγκεκριμένο χώρο όπου θα του παραδιδόταν το δελτίο ταυτότητας της κατηγορουμένης. Στον εν λόγω χώρο ο αστ. 413 συνάντησε τον πρώτο κατηγορούμενο από τον οποίο ζήτησε τα στοιχεία του. Ο πρώτος κατηγορούμενος ανέφερε ότι ονομάζεται Lucas Vadim και κατάγεται από τη Ρουμανία και παρέδωσε τη Ρουμανική του ταυτότητα με αρ. MXNR54801 με το όνομα Lucas Vadim, η οποία έφερε τη φωτογραφία του. Ο ίδιος παρέδωσε ακόμα μία Ρουμάνικη ταυτότητα με αρ. GLNR541714 με το όνομα Calugareanu Maria, και του ανέφερε ότι ανήκει στη φίλη του που εντόπισε να εργάζεται στο σνακ-μπαρ «Γρηγόρης». Η εν λόγω ταυτότητα είχε τη φωτογραφία της δεύτερης κατηγορουμένης. Μετά από έλεγχο που διενήργησε ο αστ. 413 στις δύο ταυτότητες, του ηγέρθησαν υποψίες ότι πιθανόν να είναι πλαστές, και έτσι ανέκρινε τον πρώτο κατηγορούμενο. Αυτός παραδέχθηκε ότι οι εν λόγω ταυτότητες είναι πλαστές και ότι ο ίδιος καθώς και η φίλη του Βερόνικα, και όχι Μαρία, κατάγονται από τη Μολδαβία. Επίσης ο πρώτος κατηγορούμενος του παρέδωσε τα διαβατήρια του ιδίου και της δεύτερης κατηγορουμένης με το όνομα Spinu Veronica. Από έλεγχο που έκανε στα διαβατήρια διαπίστωσε ότι οι κατηγορούμενοι αφίχθησαν στην Κύπρο μέσω του αεροδρομίου της Τύμπου στις 25.1.
- Ακολούθως ο αστ. 413 συνέλαβε τον πρώτο κατηγορούμενο για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας, και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Αγαπώ Μαρία». Ακολούθως ο αστ. 413 οδήγησε τον πρώτο κατηγορούμενο στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας. Εκεί συνέλαβε τη δεύτερη κατηγορουμένη για το ίδιο αδίκημα, και αφού της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, απάντησε «Εγώ δουλειά». Στην συνέχεια οι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού για συνέχιση των εξετάσεων λόγω αρμοδιότητας. Εκεί ο αστ. 1954 Χ. Θεμιστοκλέους ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Την ίδια μέρα, 2.3.2011, ο πρώτος κατηγορούμενος, κατόπιν επιθυμίας του, προέβη σε θεληματική κατάθεση στην οποίαν ανέφερε ότι τις ταυτότητες που παρουσίασε στον αστ. 413 τις αγόρασε από άγνωστο του Ρουμάνο στη Μολδαβία για το ποσό των 900 ευρώ, και ότι αυτός ο άγνωστος τους συμβούλευσε να έρθουν στην Κύπρο μέσω των κατεχομένων, πράγμα το οποίο έπραξαν επειδή είχαν δυσκολία να εξασφαλίσουν άδεια εισόδου- βίζα. Η δεύτερη κατηγορουμένη επίσης προέβη σε θεληματική κατάθεση στην οποίαν ανέφερε ότι χρησιμοποίησε την ταυτότητα για να εξασφαλίσει εργασία στον σνακ-μπαρ όπου εντοπίστηκε να εργάζεται. Παραδέχθηκε επίσης ότι αφίχθηκε στην Κύπρο μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο μέσω των κατεχομένων. Εναντίον των κατηγορουμένων εκδόθηκαν δικαστικά εντάλματα σύλληψης και αυτοί συνελήφθηκαν στις 3.3.
- Αφού τους επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, η δεύτερη κατηγορουμένη απάντησε «Παραδέχομαι και λυπάμαι» ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος «Παραδέχομαι». Την ίδια μέρα οι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και εκδόθηκε διάταγμα 6ήμερης προσωποκράτησης τους. Στις 5.3.2011 λήφθηκε κατάθεση από τον ιδιοκτήτη της αλυσίδας σνακ-μπαρ «Γρηγόρης» στην οποίαν ανέφερε ότι η δεύτερη κατηγορουμένη του συστήθηκε ως Μαρία και του παρουσίασε την εν λόγω ταυτότητα για να την προσλάβει. Ο ίδιος ξεγελάστηκε γιατί δεν κατάλαβε ότι η ταυτότητα ήταν πλαστή. Στις 8.3.2011 λήφθηκε έκθεση από τον αστ. 2335 Στ. Φωτίου ότι οι ταυτότητες δεν περικλείουν τα απαραίτητα στοιχεία ασφαλείας και είναι πλαστά έντυπα. Τέλος, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι οι κατηγορουμένοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που παραδέχθηκαν ότι διέπραξαν οι κατηγορούμενοι και επειδή δεν εκπροσωπούνταν από δικηγόρο, το Δικαστήριο έκρινε αναγκαία την ετοιμασία Εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές τους συνθήκες. Στην Έκθεση που αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο αναφέρεται ότι αυτός είναι 24 ετών, και η δεύτερη κατηγορουμένη, 20 ετών, είναι η συμβία του. Κατάγεται από τη Μολδαβία και προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια. Είναι ο μεγαλύτερος από τα 3 παιδιά της οικογένειας . Οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν 12 ετών, και τη φροντίδα των παιδιών ανέλαβε ο πατέρας. Ο πατέρας εργαζόταν στη Ρωσία και απουσίαζε για μεγάλα χρονικά διαστήματα με αποτέλεσμα την ευθύνη για τα αδέλφια του να έχει ο ίδιος. Ο μεγαλύτερος αδελφός του είναι 21 ετών και βρίσκεται στη Φυλακή στη Μολδαβία. Ο μικρότερος αδελφός του είναι 15 ετών. Πήρε απαλλαγή από την Εθνική Φρουρά λόγω απαλλαγής του ως προστάτη της οικογένειας του, είναι απόφοιτος Πανεπιστημίου και σπούδασε τεχνικός εξαερισμών. Με την αποφοίτηση του από το Πανεπιστήμιο, αποφάσισε να έρθει με την συμβία του στην Κύπρο για να εργαστούν για κάποιο χρονικό διάστημα. Απέκτησαν πλαστά διαβατήρια και ήρθαν μέσω κατεχομένων. Ενοικίασαν διαμέρισμα στη Λεμεσό, η συμβία του εργαζόταν ενώ ο ίδιος αναζητούσε εργασία μέχρι την σύλληψη του. Δηλώνει μεταμέλεια για τα αδικήματα που διέπραξε και αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα τους. Επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του μετά το πέρας της δικαστικής διαδικασίας, για να είναι κοντά στον αδελφό του και να παντρευτεί όπως προγραμματίζει. Κάποια προβλήματα υγείας, νεφροπάθεια, που ανέφερε δεν επιβεβαιώθηκαν από τον γιατρό των Κεντρικών Φυλακών. Στην Έκθεση που αφορά τη δεύτερη κατηγορουμένη, αναφέρεται ότι αυτή προέρχεται από οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας της εργάζεται περιστασιακά ως οδηγός λεωφορείου ενώ η μητέρα της ήταν ανέκαθεν οικοκυρά. Έχει άλλα 3 αδέλφια, εκ των οποίων η μία αδελφή της είναι δίδυμη μαζί της. Φοίτησε μέχρι τη Γ΄ τάξη Γυμνασίου όταν αναγκάστηκε να διακόψει τη φοίτησης της λόγω οικονομικών δυσκολιών. Ήρθε στην Κύπρο με τον πρώτο κατηγορούμενο με σκοπό να εργάζονταν εδώ για μικρό χρονικό διάστημα και στην συνέχεια να επιστρέψουν στη χώρα του και να παντρευτούν. Επιθυμία της ιδίας ήταν επίσης να μαζέψει κάποια χρήματα για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια της και ειδικά τη μητέρα της, που αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Η δεύτερη κατηγορουμένη εξήγησε ότι αντιλαμβάνεται την σοβαρότητα των αδικημάτων και εξέφρασε τη μεταμέλεια της για τη διάπραξη αυτών. Επιθυμεί όπως επιστρέψει στη χώρα της μετά την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας για να παντρευτεί όπως προγραμματίζει. Αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας, αναιμία, για το οποίο λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Οι κατηγορούμενοι ρωτήθηκαν αν επιθυμούσαν να αναφέρουν οτιδήποτε στο Δικαστήριο πριν την επιβολή ποινής, αλλά αυτοί δεν είχαν να πουν οτιδήποτε. Η προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή για τη διάπραξη των αδικημάτων που αφορούν την παρούσα υπόθεση είναι ενδεικτική της σοβαρότητας των εν λόγω αδικημάτων, και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής- βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248. Αν ανατρέξει κανείς στην πλούσια νομολογία που υπάρχει για τέτοιας φύσης υποθέσεις, θα παρατηρήσει την σταθερή προσέγγιση των Δικαστηρίων με την επιβολή ποινών φυλάκισης. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1, και Γενικός Εισαγγελέας v. Παντελή
(2000)2 Α.Α.Δ. 384. Χρήσιμη αναφορά γίνεται ειδικότερα στις υποθέσεις Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 324, και Κουλλαπής v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273, που αφορούσαν πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, διαβατηρίου, και πλαστοπροσωπεία, και στην υπόθεση Bhatti v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 661, που αφορούσε κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και πλαστοπροσωπεία. Αναφορικά με το αδίκημα της εισόδου μέσω μη εγκεκριμένου λιμανιού, και πάλι η νομολογία δείχνει μια αυστηρή προσέγγιση με την επιβολή ποινών φυλάκισης. Στην υπόθεση Tutunciyan v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 524, ποινή φυλάκισης ενός μηνός που επιβλήθηκε σε Ολλανδό πολίτη, Τουρκικής καταγωγής, που παραδέχθηκε ότι εισήλθε στην Κύπρο από το απαγορευμένο λιμάνι της Αμμοχώστου, ανατράπηκε από το Εφετείο με την άμεση αποφυλάκιση του λόγω σοβαρής επιδείνωσης της κατάστασης της κλονισμένης υγείας του. Το Εφετείο είπε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Ό,τι καθιστά σοβαρό το αδίκημα της εισόδου στη χώρα, από λιμάνια τα οποία ευρίσκονται σε περιοχές που τελούν υπό την κατοχή της Τουρκίας, είναι η ενίσχυση που παρέχεται, με τέτοιες πράξεις, στην κατοχή. Η χρήση των λιμανιών στα κατεχόμενα πλήττει την ακεραιότητα της Κυπριακής Πολιτείας. Κατά συνέπεια, η επιβολή ποινής φυλάκισης δεν είναι , ως θέμα αρχής, εσφαλμένη (Βουβλινόπουλος & Άλλος ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 59, Yasbek v. Aστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 282, Sari v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 78). Δεν μπορεί, όμως, η τιμωρία, ούτε σ' αυτό το πεδίο, να αποσυνδεθεί από το άτομο του παραβάτη και τις περιστάσεις του. Η εξατομίκευση της ποινής αποτελεί συνθετικό στοιχείο της τιμωρίας». Στις υποθέσεις Khlef κ.ά. v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 203, επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης 2 και 4 μηνών για τις κατηγορίες της παράνομης εισόδου και του απαγορευμένου μετανάστη αντίστοιχα. Οι εφεσείοντες μάλιστα παρουσιάστηκαν αυτόβουλα την επομένη της άφιξης τους σε αστυνομικό σταθμό. Το Εφετείο τόνισε ότι «το προεξάρχον καθοδηγητικό στοιχείο στις περιπτώσεις αυτές είναι η αποτροπή, που δικαιολογεί την επιβολή αυστηρών ποινών». Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Η Κύπρος κατακλύζεται κυριολεκτικά από αλλοδαπούς που διεισδύουν με τον ίδιο τρόπο για να πετύχουν παραμονή και εξασφάλιση εργασίας. Παρόλη τη συμπάθεια που μπορεί να τρέφει κανείς για τα ελατήρια που ωθούν τους ανθρώπους αυτούς προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής εντούτοις το φαινόμενο, που δεν υποχωρεί, έχει δημιουργήσει ουσιαστικά προβλήματα. Μιλήσαμε γι' αυτά και στην απόφασης μας Mohamed El Feky κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166. Υιοθετούμε τα σχετικά σχόλια. Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (άρθρ. 32) έχει προβλέψει ότι μπορεί να ρυθμισθεί με νόμο "οιονδήποτε θέμα σχετικόν προς τους αλλοδαπούς κατά τρόπον συνάδοντα προς το διεθνές δίκαιον". Πέρα από αυτό η Κύπρος είναι πατροπαράδοτα φιλόξενη χώρα. Η φιλοξενία της, ως συλλογική αρετή, εκτείνεται και σε όσους ξένους μας επισκέπτονται ή εργάζονται εδώ. Στην προκειμένη όμως περίπτωση υπήρξε πλήρης περιφρόνηση των νόμων της Δημοκρατίας που απαγορεύουν είσοδο στη χώρα εκτός μέσω των αναγνωρισμένων λιμανιών της. Είναι το καθεστώς κάθε πολιτισμένης και ευνομούμενης χώρας». Τα σχόλια του Εφετείου στην υπόθεση Mohamed El Feky κ.ά. v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166, είναι τα ακόλουθα: «Δυστυχώς το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκαν οι εφεσείοντες διαπράττεται τελευταία με εντεινόμενη συχνότητα. Ο πρωτόδικος δικαστής, εκφράζοντας τη βαθιά ανησυχία του για το φαινόμενο, το χαρακτήρισε ως επιδημία. Δεν θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί ότι από την άποψη αυτή η Κύπρος βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας. Οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες ήδη εκδηλώθηκαν και επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Η Κύπρος είναι χώρα φιλόξενη και ανεκτική. Ιστορικά υπήρξε και εξακολουθεί να είναι κόμβος συγκοινωνιακός, οικονομικός και πολιτιστικός. Όμως κάθε κράτος διατηρεί το δικαίωμα μη αποδοχής αλλοδαπών (βλέπε ανάπτυξη του καθηγητή J.G. Starke "Introduction to International Law" 10η έκδοση στη σελ. 748 και επ.), το οποίο παραβιάζεται με διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων». Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αρχικά το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το στοιχείο της οργανωμένης συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, οι οποίοι αγόρασαν πλαστά έγγραφα και προέβησαν στην κατάρτιση των πλαστών ταυτοτήτων, για να μπορέσουν να ξεγελάσουν τις αρχές της Δημοκρατίας αλλά και τους πολίτες αυτής και να εξασφαλίσουν τη νόμιμη διαμονή τους εδώ και την εργασία τους. Ακόμα, παραγνωρίζοντας πλήρως τους νόμους της χώρας μας, από την οποία ζήτησαν φιλοξενία, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον, εισήλθαν παράνομα από μη εγκεκριμένο αερολιμένα, εφόσον γνώριζαν ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος για την είσοδο τους στη χώρα. Αυτή η συμπεριφορά τους προσδίδει ιδιαίτερη σοβαρότητα στα αδικήματα που διέπραξαν, την οποία φαίνεται να έχουν πλέον αντιληφθεί. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για τους κατηγορούμενους, λαμβάνω υπόψη την άμεση παραδοχή και πλήρη συνεργασία τους με την αστυνομία, την άμεση παραδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου, και το λευκό ποινικό μητρώο τους. Τέλος, λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές τους συνθήκες, όπως αυτές περιέχονται στις Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας και εκτίθενται αναλυτικά πιο πάνω. Ειδικά λαμβάνω υπόψη τα δύσκολα παιδικά χρόνια του πρώτου κατηγορούμενου και την ανάληψη της ευθύνης των αδελφιών του από μικρή ηλικία, καθώς επίσης τα προβλήματα του μεγάλου του αδελφού ο οποίος βρίσκεται τώρα στη Φυλακή. Αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορουμένη, λαμβάνω υπόψη την κατάσταση της υγείας της και τα προβλήματα υγείας της μητέρας της, την οποία ήθελε με την παραμονή και εργασία της στην Κύπρο να ενισχύσει οικονομικά. Ακόμα, λαμβάνω υπόψη το νεαρό της ηλικίας των κατηγορουμένων, και ότι προτίθενται να παντρευτούν και να δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια, με την επιστροφή τους στη χώρα τους. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, και με κύριο γνώμονα την σοβαρότητα των αδικημάτων και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που αναφέρονται πιο πάνω δεν είναι ικανοί να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής, θα αντικατοπτρίζονται όμως στην έκταση αυτής. Ως εκ τούτου στους κατηγορούμενους επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία στον πρώτο κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στη δεύτερη κατηγορία στον πρώτο κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στην τρίτη κατηγορία στον πρώτο κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στην τέταρτη κατηγορία στον πρώτο κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Στην πέμπτη κατηγορία στη δεύτερη κατηγορουμένη ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στην έκτη κατηγορία στη δεύτερη κατηγορουμένη ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στην έβδομη κατηγορία στη δεύτερη κατηγορουμένη ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης για τον κάθε κατηγορούμενο θα συντρέχουν. Η έκτιση της ποινής φυλάκισης τους θα αρχίζει από τις 2.3.2011 που τελούν υπό κράτηση. Με έχει απασχολήσει το ενδεχόμενο αναστολής έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στους κατηγορούμενους. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του Νόμου 95/72 με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Θεωρώ χρήσιμο ν' αναφερθώ αρχικά στις υποθέσεις Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ. 21 , στις οποίες η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί αναστάληκε ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων των εν λόγω υποθέσεων κατά χρόνο μάλιστα που η ευχέρεια του Δικαστηρίου ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186 (Ι)/03, αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323 και ειδικότερα Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, λαμβάνω υπόψη τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και τις προσωπικές συνθήκες και των 2 κατηγορουμένων, και δεν ικανοποιούμαι ότι αυτές είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στους κατηγορούμενους. (Υπ.) .................... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Ποινή Αναφορά: Πλαστογραφία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο