← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιαννάκη Αραβή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23616/09, 7 Απριλίου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιαννάκη Αραβή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23616/09, 7 Απριλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Eνώπιον: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23616/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον

  1. Γιαννάκη Αραβή, από τη Λεμεσό
  2. Δημήτρη Λουπάκη, από τη Λεμεσό
  3. Γιαννάκη Ιωάννου, από τη Λεμεσό
  4. Παύλου Χαραλάμπους, από τη Λεμεσό Κατηγορουμένων --------------------- Ημερομηνία: 7 Απριλίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Κατηγορούμενοι 1 και 3 παρόντες γι' αυτούς ο κ. Σαβεριάδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο πρώτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 4 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της προσβολής υφιστάμενου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4, 7Β, 12, 13, 14

(1), 14 Α
(1)(α)(β)
(2)και 22 του περί Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμου του 1976, Ν. 59/76, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών, ο πρώτος κατηγορούμενος, στις 20.1.2009, στη Λεμεσό, εν γνώσει του είχε στην κατοχή του για εμπορικούς σκοπούς ή έθεσε σε κυκλοφορία ένα αντίγραφο προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή με τίτλο WINDOWS XP Professional 2002 Service Pack 2, της εταιρείας MICROSOFT, σε 2 ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ο ένας με αριθμό 71POAU020431 και ο άλλος αγνώστου αριθμού και μάρκας, που βρίσκονταν εγκατεστημένοι στο πρακτορείο στοιχημάτων '1X2 SPORT BET' που διατηρούσε στη Λεωφ. Αμαθούντος 122 στον Αγ. Τύχωνα, γνωρίζοντας ή έχοντας λόγο να πιστεύει ότι πρόκειται για μη εξουσιοδοτημένο. Επίσης ο πρώτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 5 και 6 που αφορούν τα αδικήματα της κατοχής μηχανών τυχερού παιγνιδιού, και συγκεκριμένα 5 ηλεκτρονικών υπολογιστών που μετατρέπονταν σε μηχανές τυχερού παιγνιδιού, και της παροχής συνδρομής στους κατηγορούμενους 2, 3 και 4 για να διαπράξουν ποινικό αδίκημα, δηλαδή τον χειρισμό μηχανών τυχερού παιγνιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(1)(α)(β) και
(2)του περί Μηχανών Τυχερού Παιγνιδιού και Μηχανών Ψυχαγωγίας Νόμου του 1996, Ν. 32/1996, και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν την 7η κατηγορία για το αδίκημα του χειρισμού μηχανών τυχερού παιγνιδιού, και συγκεκριμένα τον χειρισμό ηλεκτρονικών υπολογιστών που μετατρέπονταν σε μηχανές τυχερού παιγνιδιού, κατά παράβαση των ίδιων άρθρων του Ν. 32/1996 και του Κεφ.
  2. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος αντιμετώπιζε επίσης την 7η κατηγορία, στην οποία έχει παραδεχθεί ενοχή και του έχει ήδη επιβληθεί ποινή. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής κατατέθηκε υπό τη μορφή εγγράφων ως παραδεκτών γεγονότων, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, ενώ κλήθηκαν να δώσουν προφορική μαρτυρία 2 μάρτυρες. Όπως αναφέρεται στην κατάθεση του Αρχι/Αστ. 2615 Α. Κονναρή, του ΟΠΕ Λεμεσού, ημερ. 21.1.2009, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, στις 20.1.2009, κατόπιν δικαστικού εντάλματος έρευνας αναφορικά με υπόθεση ηλεκτρονικών υπολογιστών που μετατρέπονταν σε μηχανές τυχερού παιγνίου, ο Μ.Κ. 1 πήγε με άλλους αστυνομικούς στο επίδικο υποστατικό όπου εντόπισε 3 άτομα να κάθονται μπροστά από 3 ηλεκτρονικούς υπολογιστές και να παίζουν τυχερά παιγνίδια, δηλαδή ρουλέτα, καζίνο και πειρατές. Τους ζήτησε να σταματήσουν, και ακολούθως βρήκε εκεί τον ιδιοκτήτη του μέρους, τον πρώτο κατηγορούμενο, στον οποίο υπέδειξε το ένταλμα και του ανέφερε το αδίκημα που διέπραττε, δηλαδή ότι επέτρεπε στους πελάτες του να χρησιμοποιούν τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές ως μηχανές τυχερού παιγνίου. Αφού επέστησε την προσοχή του πρώτου κατηγορούμενου στο Νόμο, αυτός απάντησε «Έν μες το Internet που παίζουν ». Οι 3 πελάτες που έπαιζαν τυχερά παιγνίδια ήταν οι κατηγορούμενοι 2-4, και αφού τους επέστησε την προσοχή στο Νόμο, ο δεύτερος κατηγορούμενος απάντησε «Τώρα ήρταμε» και ο τρίτος κατηγορούμενος «Τι να σου πω». Στο μέρος δεν υπήρχε ταμειακή μηχανή και στην κατοχή του ιδιοκτήτη βρέθηκε το ποσό των 3785 ευρώ, το οποίο ο Μ.Κ. 1 κατέσχε. Ακολούθως παρέλαβε τους επίδικους 5 ηλεκτρονικούς υπολογιστές, και αφού επέστησε την προσοχή του ιδιοκτήτη στο Νόμο, αυτός απάντησε «Κάμε ό,τι νομίζεις σωστό». Τα τεκμήρια λήφθηκαν έναντι σχετικής απόδειξης παραλαβής τεκμηρίων, Τεκμήριο 11, και μεταφέρθηκαν στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας όπου παραδόθηκαν στη Γ/Αστ. 4702 Ν. Παπανικολάου. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ. 1 είπε με βεβαιότητα ότι βρήκε και τους 3 κατηγορούμενους μπροστά σε 3 διαφορετικούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές να επιδίδονται σε τυχερά παιγνίδια, και μάλιστα να βλέπουν την οθόνη και να πληκτρολογούν, και η οθόνη να αλλάζει εικόνα και να δείχνει τυχερά παιγνίδια. Ο ίδιος βέβαια δεν γνώριζε πώς παίζονταν τα εν λόγω παιγνίδια, δηλαδή αν ήταν με πόντους, και παρέπεμψε τον συνήγορο υπεράσπισης στον ειδικό που εξέτασε τους επίδικους ηλεκτρονικούς υπολογιστές γι΄αυτό. Ο ιδιοκτήτης βρισκόταν πίσω από ένα πάγκο όπου υπήρχε και ηλεκτρονικός υπολογιστής, όμως εκεί δεν υπήρχαν χρήματα, αλλά ο Μ.Κ. 1 θεώρησε ότι δικαιούτο να διεξάγει σωματική έρευνα στον πρώτο κατηγορούμενο και βρήκε στην κατοχή του το εν λόγω χρηματικό ποσό, το οποίο δεν απέκλεισε να ήταν δικά του χρήματα, παρόλο που ο πρώτος κατηγορούμενος δεν έδωσε σαφείς εξηγήσεις γι΄αυτό. Το ένταλμα έρευνας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Τέλος, ο Μ.Κ. 1 είπε ότι ο ίδιος δεν θυμόταν κατά πόσο παρέλαβε τις σχετικές άδειες από το επίδικο υποστατικό, ούτε και τις είδε. Η Γ/Αστ. 4782 Ν. Παπανικολάου, του αστυνομικού σταθμού Γερμασόγειας, στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης χρήσης ηλεκτρονικών υπολογιστών ως μηχανών τυχερού παιγνίου, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο την ίδια μέρα, 20.1.2009, Τεκμήριο 8, στην οποία αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Στις 14.7.2009 η Γ/Αστ. 4782 κατηγόρησε γραπτώς τον πρώτο κατηγορούμενο και, αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται και ό,τι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο, Τεκμήριο
  4. Στις 14.7.2009 η Γ/Αστ. 4782 κατηγόρησε γραπτώς και τον δεύτερο κατηγορούμενο και, αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Παραδέχομαι», Τεκμήριο
  5. Στις 19.8.2009 η Γ/Αστ. 4782 κατηγόρησε γραπτώς τον τρίτο κατηγορούμενο και, αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι», Τεκμήριο
  6. Στις 20.1.2009 ο αστ. 536 Μ. Ευσταθίου, του αστυνομικού σταθμού Γερμασόγειας, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον δεύτερο κατηγορούμενο, στην οποία παραδέχθηκε ότι κατά την έφοδο της αστυνομίας στο επίδικο υποστατικό του πρώτου κατηγορούμενου έπαιζε το τυχερό παιγνίδι πειρατές σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, Τεκμήριο
  7. Την ίδια ημερομηνία ο αστ. 2745 Β. Βασιλείου, του αστυνομικού σταθμού Γερμασόγειας, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον τρίτο κατηγορούμενο, στην οποία αναφέρει ότι πήγε στο πρακτορείο του πρώτου κατηγορούμενου για να παίξει τυχερά παιγνίδια στους υπολογιστές, Τεκμήριο
  8. Ο Χάρη Γουάιντελμποερ εξέτασε τους επίδικους 5 ηλεκτρονικούς υπολογιστές στις 23.1.2009, στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας, και ετοίμασε σχετική Δήλωση, ημερ. 24.2.2009, Τεκμήριο
  9. Σε αυτή αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της εταιρείας CYFACT, η οποία μεταξύ άλλων προσφέρει υπηρεσίες έρευνας και αναγνώρισης σε υποθέσεις που αφορούν παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Ο ίδιος εργοδοτείται τα τελευταία 5 χρόνια ως διερευνητής στη CYFACT και έτυχε εκπαίδευσης στην αναγνώριση μη εξουσιοδοτημένων αναπαραγωγών ταινιών και προγραμμάτων λογισμικού. Λόγω της εκπαίδευσης και της πείρας του είναι σε θέση να αναγνωρίζει μη εξουσιοδοτημένες αναπαραγωγές ταινιών και προγραμμάτων λογισμικού. Έτυχε επίσης εξειδικευμένης εκπαίδευσης από υπάλληλο της Λιβανέζικης θυγατρικής εταιρείας Microsoft Inc από ΗΠΑ, και από ανεξάρτητο σύμβουλο που χρησιμοποιείται από τη Microsoft για να παρέχει μαρτυρία στο Δικαστήριο για την αναγνώριση προιόντων για την Ελλάδα. Ο κ. Γουάιλντεμποερ εξέτασε 2 από τους επίδικους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τους βρήκε ότι είχαν φορτωθεί με το πρόγραμμα της Microsoft, WINDOWS XP Professional 2002 Service Pack
  10. Στο Τεκμήριο 4, ο κ. Γουάιλντεμποερ καταλήγει ως εξής: «
(8)Γνωρίζω ότι η κατοχύρωση πνευματικής ιδιοκτησίας στο πιο πάνω πρόγραμμα λογισμικού ανήκει στη Microsoft κι αυτό μπορεί να επαληθευθεί από το γεγονός ότι η σχετική σημείωση περί κατοχύρωσης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας αναφέρει τη Microsoft ως τον ιδιοκτήτη και τα σχετικά εμπορικά σήματα και εμπορικά ονόματα για το λειτουργικό σύστημα και τις εφαρμογές είναι ευρέως γνωστά, παρουσιάζονται στο συνήθη τους τύπο και όντως ανήκουν στη Microsoft.
(9)Πιστεύω ότι τα προαναφέρθεντα προιόντα της Microsoft είναι μη εξουσιοδοτημένες αναπαραγωγές διότι, μεταξύ άλλων, ΔΕΝ υπήρχε:
  1. i)End-User License Agreement (EULA)
  2. ii)Σωστό Certificate of Authenticity (CoA) Label για το φορτισμένο λειτουργικό σύστημα που βρίσκεται επάνω στον 1 από τους 2 υπολογιστές iii) Installation CD
  3. iv)Κανένα τιμολόγιο ή/και απόδειξη των προαναφερθέντων λειτουργικών συστημάτων της Microsoft.» Ο αστ. 536, στις 16.6.2009, παρέδωσε τους 5 πύργους των ηλεκτρονικών υπολογιστών στον αστ. 1341 Μάριο Λεμονιάτη, που υπηρετεί στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων (Δ.Ε.Η.Δ.) του Τμήματος Γ' Αρχηγείου Αστυνομίας. Ο Μ.Κ. 2 είπε ότι κατέχει πτυχίο και μεταπτυχιακό στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και έτυχε εκπαίδευσης στο εξωτερικό με θέμα την δικανική εξέταση των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ο Μ.Κ. 2 ετοίμασε Έκθεση, Έγγραφο 1, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. Στο Έγγραφο 1 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Κατά την εξέταση 2 εκ των 5 ηλεκτρονικών υπολογιστών, βρέθηκαν εγκατεστημένα τα λογισμικά προγράμματα G-Client, και "123allin.com" και "Class1 Casino" αντίστοιχα, που αφορούν την client έκδοση τυχερών παιγνιδιών online casino, μέσω του οποίου υπάρχει η δυνατότητα διεξαγωγής τυχερών παιγνιδιών τύπου online casino. Οι σχετικές εκτυπώσεις εικόνων για τα εν λόγω προγράμματα επισυνάπτονται ως Παραρτήματα Α΄ και Β΄αντίστοιχα. Κατά την εξέταση των υπολοίπων 3 ηλεκτρονικών υπολογιστών, ο Μ.Κ. 2 δεν εντόπισε στον σκληρό τους δίσκο οποιοδήποτε εγκατεστημένο λογισμικό πρόγραμμα, μέσω του οποίου να υπάρχει η δυνατότητα μετατροπής τους σε μηχανές τυχερών παιγνιδιών ηλεκτρονικού τζόγου, ούτε ίχνη στο ιστορικό του Internet Explorer, που να δείχνουν επισκέψεις σε οποιαδήποτε ιστοσελίδα στην οποία προσφέρονται υπηρεσίες δυνατότητας διεξαγωγής τυχερών παιγνιδιών τύπου online gambling. Ο Μ.Κ. 2 αναφέρθηκε στη Γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ημερ. 27.3.2009, που επισυνάπτεται ως Παράρτημα Γ΄, και ανέφερε ότι δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε σχετική άδεια για να εξεταστεί κατά πόσο αυτή εμπίπτει στους όρους και προϋποθέσεις που αναφέρονται στην εν λόγω Γνωμάτευση. Ο Μ.Κ. 2 κατέληξε ότι οι 2 ηλεκτρονικοί υπολογιστές είχαν τη δυνατότητα μετατροπής τους σε μηχανή τυχερού παιγνίου, αφού μέσω αυτών υπήρχε η δυνατότητα διεξαγωγής τυχερών παιγνιδιών ηλεκτρονικού τζόγου. Το κατά πόσον αυτοί χρησιμοποιήθηκαν για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει, σύμφωνα με την κατάληξη του Μ.Κ. 2, να εξεταστεί από τον ανακριτή της υπόθεσης με τη λήψη σχετικών καταθέσεων από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα στην υπόθεση. Στην αντεξέταση του ο Μ.Κ. 2 είπε ότι όλοι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές έχουν τη δυνατότητα να μετατραπούν σε μηχανές τυχερού παιγνιδιού, είτε αν έχουν εγκατεστημένο το πρόγραμμα είτε αν ενώνονται με το διαδίκτυο. Τέλος, ο Μ.Κ. 2 είπε ότι ο αστυνομικός του έδειξε μία άδεια χρήσης τυχερών παιγνιδιών που έχει ισχύ από τις 23.11.2009, ενώ δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ή όχι τη θέση της υπεράσπισης ότι αυτή είχε ισχύ από τον Ιούλιο 2004. Ακόμα ο Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι η διαπίστωση του είναι μόνο ότι τα προγράμματα ήταν εγκατεστημένα τον δεδομένο χρόνο, αλλά δεν μπορούσε να φανεί η οποιαδήποτε χρήση αυτών. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε εισήγηση προς το Δικαστήριο ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου αναφορικά με τις πρώτες 4 κατηγορίες, για τον λόγο ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά των αδικημάτων και ειδικότερα το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας που κατ΄ ισχυρισμό προσβάλλεται. Ο κ. Σαβεριάδης εξέφρασε τη θέση ότι η μαρτυρία του Μ.Κ. 1 ότι 3 άτομα χειρίστηκαν ηλεκτρονικούς υπολογιστές που μετατρέπονταν σε μηχανές τυχερού παιγνιδιού έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τη μαρτυρία του Μ.Κ. 2, ο οποίος εντόπισε μόνο 2 υπολογιστές που είχαν εγκατεστημένα προγράμματα με τη δυνατότητα μετατροπής τους σε μηχανές τυχερού παιγνιδιών, επομένως οι κατηγορίες 6 και 7 δεν στοιχειοθετούνται από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Τέλος, ήταν η εισήγηση του κ. Σαβεριάδη ότι απλή κατοχή και μόνο δεν αποτελεί αξιόποινη πράξη και αντιβαίνει τις πρόνοιες του 23
(1)του Συντάγματος, και δεν στοιχειοθετείται ούτε και η πέμπτη κατηγορία. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία παρέπεμψε στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, και εισηγήθηκε ότι η αξιολόγηση αυτής θα γίνει στο τελικό στάδιο. Τα κριτήρια που διέπουν το ζήτημα απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι πολύ γνωστά. Όπως υποδηλώνει ο όρος «εκ πρώτης όψεως» η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης απαιτείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση - βλ. Re In Κάκος
(1985)1 C.L.R. 250. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, στην οποία αναλύονται οι αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορούσα Αρχή έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η απαλλαγή του κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) όταν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Ο Δικαστής δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά η απόφαση του περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης - βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στ. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Έχοντας κατά νου την προσαχθείσα μαρτυρία και τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, θα εξετάσω τώρα κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Βασικό συστατικό στοιχείο των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες 1-4 είναι το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας το οποίο προστατεύεται από το Νόμο και η μη εξουσιοδότηση χρήσης αυτού στο πρόγραμμα των επίδικων ηλεκτρονικών υπολογιστών που ανευρέθηκαν και παραλήφθηκαν από το υποστατικό του κατηγορούμενου. Ο όρος «δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας» ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Νόμου 59/76, όπως έχει τροποποιηθεί, ως «το υπό του παρόντος Νόμου προβλεπόμενο δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας». Το Δικαστήριο οφείλει επίσης να ανατρέξει στις πρόνοιες των άρθρων 3 - 7Β του Νόμου που προσδιορίζουν τη φύση, τον τρόπο και τη διάρκεια προστασίας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας επί προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ο τρόπος χρήσης του εν λόγω δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και η προσβολή αυτού προνοούνται στα άρθρα 12 και 13 του Νόμου, ενώ το άρθρο 14Α είναι ειδική διάταξη για την προστασία προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών. Η μοναδική μαρτυρία που προσκομίστηκε για την Κατηγορούσα Αρχή που σκοπεί να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων είναι αυτή του Χάρη Γουάιλντεμποερ, όπως περιέχεται στο Τεκμήριο
  2. Με βάση την εν λόγω μαρτυρία και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση αυτής, καταλήγω ότι αυτή η μαρτυρία δεν είναι ικανή να στοιχειοθετήσει τα συστατικά των αδικημάτων που αφορούν το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας και την προσβολή αυτού. Η απλή αναφορά του κ. Γουάιλντεμποερ στην παράγραφο
(8)της Έκθεσης του, Τεκμήριο 4, που εκτίθεται αυτούσια πιο πάνω, στη γνώση του για την κατοχύρωση πνευματικής ιδιοκτησίας στο εν λόγω πρόγραμμα λογισμικού που ανήκει στη Microsoft, δεν είναι ικανοποιητική μαρτυρία για να αποδείξει τον τρόπο κατοχής του εν λόγω δικαιώματος από τη Microsoft, τη φύση του δικαιώματος και πώς αυτό προστατεύεται από το Νόμο. Περαιτέρω, η διαπίστωση του κ. Γουάιλντεμποερ ότι το λειτουργικό σύστημα πάνω στους 2 επίδικους υπολογιστές είναι μη εξουσιοδοτημένες αναπαραγωγές, λόγω έλλειψης κάποιων δεδομένων ή στοιχείων, δεν είναι τεκμηριωμένη για να διαφανεί ο τρόπος αναπαραγωγής έτσι ώστε περαιτέρω να αποδώσει γνώση στον πρώτο κατηγορούμενο ή λόγο να πιστεύει ο κατηγορούμενος ότι πρόκειται για μη εξουσιοδοτημένο αντίγραφο προγράμματος. Επομένως, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει τα συστατικά των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες 1-
  1. Αναφορικά με την κατηγορία 6, υιοθετώ τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία δεν είναι ικανή να στοιχειοθετήσει τα συστατικά του αδικήματος. Χωρίς να προβαίνω σε υποκειμενική αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας ούτε και σε οποιοδήποτε συμπεράσματα, πράγματι η μαρτυρία του Μ.Κ. 1 αφορά 3 άτομα να χειρίζονται 3 διαφορετικούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ενώ η επιστημονική εξέταση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ. 2, δείχνει ότι μόνο 2 ηλεκτρονικοί υπολογιστές είχαν εγκατεστημένα προγράμματα που παρείχαν τη δυνατότητα μετατροπής τους σε μηχανές τυχερού παιγνιδιού. Επομένως, τέτοια μαρτυρία αφήνει κενά αναφορικά με το ποια άτομα (από τους κατηγορούμενους 2-4) χειρίζονταν τους 2 ηλεκτρονικούς υπολογιστές και μάλιστα τον τρόπο χειρισμού τους και της πρόσβασης τους στο διαδίκτυο. Η μαρτυρία του Μ.Κ. 1, που είναι καταλυτική επί του θέματος, είναι εντελώς γενική και αόριστη επί τούτου, και μάλιστα η αναφορά του Μ.Κ. 1 στη φύση των τυχερών παιγνιδιών δεν επιβεβαιώνεται από τον Μ.Κ.
  2. Ακόμα ο Μ.Κ. 2 παραπέμπει στη μαρτυρία του ανακριτή της υπόθεσης για την εξακρίβωση της χρήσης των 2 ηλεκτρονικών υπολογιστών που είχαν εγκατεστημένα τα τυχερά παιγνίδια, και στη λήψη καταθέσεων από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να ανατρέξω στις καταθέσεις και γραπτές κατηγορίες των κατηγορούμενων, καθότι αυτές μπορούν να ληφθούν υπόψη στον βαθμό που περιέχουν ενοχοποιητικές δηλώσεις εναντίον μόνο του κατηγορούμενου ο οποίος προβαίνει σε αυτές, και όχι εναντίον συγκατηγορούμενου. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 και Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166 στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13. Αρχικά αναφέρω ότι η κατάθεση και η γραπτή κατηγορία του πρώτου κατηγορούμενου, Τεκμήρια 8 και 7 αντίστοιχα, δεν προσθέτουν οτιδήποτε. Η κατάθεση του δεύτερου κατηγορούμενου αναφέρεται σε «φρουτάκια», κάτι το οποίο ουδόλως αναφέρεται από τον Μ.Κ. 1 όταν πήγε στο πρακτορείο και είδε τα 3 άτομα να επιδίδονται σε τυχερά παιγνίδια, και μάλιστα ελλείπει παντελώς μαρτυρία αναφορικά με ποιον ηλεκτρονικό υπολογιστή χειρίστηκε. Ακόμα ο ίδιος είπε ότι πέτυχε πρόσβαση μέσω Internet, και όχι μέσω των λογισμικών που ήταν εγκατεστημένα στους 2 ηλεκτρονικούς υπολογιστές οι οποίοι είχαν εγκατεστημένα τα προαναφερόμενα λογισμικά προγράμματα και τη δυνατότητα μετατροπής τους σε μηχανές τυχερού παιγνιδιού. Σημαντική επίσης είναι η διαπίστωση του Μ.Κ. 2 ότι για τους άλλους 3 ηλεκτρονικούς υπολογιστές δεν εντόπισε ίχνη στο ιστορικό του Internet Explorer που να δείχνει ότι έγιναν επισκέψεις σε οποιαδήποτε ιστοσελίδα στην οποία προσφέρονταν υπηρεσίες δυνατότητας διεξαγωγής τυχερών παιγνιδιών τύπου online gambling. Επομένως, θεωρώ ότι η οποιαδήποτε αναφορά του δεύτερου κατηγορούμενου στην ανακριτική του κατάθεση δεν μπορεί με αυτά τα δεδομένα να θεωρηθεί ως απλή παραδοχή ή ενοχοποιητική δήλωση εναντίον του, καθότι οι θέσεις του αντικρούονται από την υπόλοιπη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και αφήνει πολλά κενά τα οποία δεν μπορεί να κληθεί ο ίδιος, προβάλλοντας την υπεράσπιση του, να τα καλύψει. Η εν λόγω μαρτυρία είναι αδύναμη να στοιχειοθετήσει τα συστατικά του αδικήματος της έβδομης κατηγορίας εναντίον του δεύτερου κατηγορούμενου. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, η απλή παραδοχή του στη γραπτή κατηγορία του δεν μπορεί από μόνη της να θεωρηθεί αρκετή για να χρησιμοποιηθεί ως ενοχοποιητική εναντίον του. Οι ίδιες διαπιστώσεις ισχύουν και για το περιεχόμενο της κατάθεσης του τρίτου κατηγορούμενου, αναφορικά με το ποιον ηλεκτρονικό υπολογιστή χειρίστηκε και τον τρόπο πρόσβασης του, στο Internet. Ακόμα, ο ίδιος αναφέρθηκε μόνο σε πρόθεση του να παίξει «πειρατές», κάτι που δεν είναι αρκετό για να του αποδώσει ποινική ευθύνη. Η γραπτή κατηγορία του περιέχει μη παραδοχή. Και πάλι θεωρώ ότι η εν λόγω μαρτυρία δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική για να χρησιμοποιηθεί εναντίον του ως ενοχοποιητική. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η μαρτυρία που έχει προσαχθεί δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει τα συστατικά του αδικήματος της 7ης κατηγορίας. Αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου παρασύρει και την 6η κατηγορία. Παραμένει η 5η κατηγορία προς εξέταση. Αρχικά αναφέρω ότι η μαρτυρία του Μ.Κ. 2 ότι 2 από τους 5 επίδικους ηλεκτρονικούς υπολογιστές είχαν εγκατεστημένα τα εν λόγω λογισμικά προγράμματα, μέσω των οποίων υπήρχε η δυνατότητα διεξαγωγής τυχερών παιγνιδιών, είναι ικανή να εντάξει αυτούς τους 2 ηλεκτρονικούς υπολογιστές εντός της ερμηνείας του όρου «μηχανή τυχερού παιγνιδιού» που περιέχεται στο άρθρο 4
(2)του Ν. 32(Ι)/96, και ειδικότερα το εδάφιο (θ). Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι από την στιγμή που υπάρχει μαρτυρία ότι οι επίδικες μηχανές περιέχουν τα λογισμικά προγράμματα τα οποία ρητά αποδίδουν σε αυτές τον χαρακτήρα μηχανών τυχερού παιγνιδιού, δεν είναι απαραίτητη η μαρτυρία για την παροχή κέρδους ή άλλου ανταλλάγματος στο οποίο απέβλεπε η χρήση των επίδικων μηχανών. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι σε αυτό το στάδιο υπάρχει μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τα συστατικά του αδικήματος της 5ης κατηγορίας εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου, αναφορικά με τους 2 ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Εφόσον όμως ο αριθμός αυτών δεν αποτελεί συστατικό του αδικήματος, θεωρώ ότι ο πρώτος κατηγορούμενος μπορεί να κληθεί σε απολογία στην εν λόγω κατηγορία, χωρίς την αναγκαιότητα τροποποίησης των λεπτομερειών αδικήματος αυτής. Ο συνήγορος υπεράσπισης παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Θωμά v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 465, για να εισηγηθεί ότι η απαγόρευση κατοχής ή ελέγχου και μόνον μηχανής τυχερού παιγνιδιού συνιστά αντισυνταγματική πρόνοια αντιβαίνουσα το άρθρο 23 παρ. 1 του Συντάγματος. Παρόλο που το θέμα αυτό δεν αποτελεί την ουσία της εν λόγω απόφασης, εν τούτοις θεωρώ ότι το θέμα συνταγματικότητας δεν ηγέρθη ευθέως από την υπεράσπιση, και εν πάση περιπτώσει αυτό θα αποφασιστεί στο τέλος της δίκης και μόνο όταν κριθεί αναγκαίο για την έκβαση της υπόθεσης. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου αναφορικά με τις κατηγορίες 1, 2, 3, 4 και 6, στις οποίες αυτός απαλλάσσεται και αθωώνεται. Επίσης η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3 αναφορικά με την 7η κατηγορία, στην οποία αυτοί απαλλάσσονται και αθωώνονται. Τέλος, ικανοποιούμαι ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου στην 5η κατηγορία, στην οποία καλείται να προβάλει την υπεράσπιση του. (Υπ.)............... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: ποινική/ενδιάμεση απόφαση/εκ πρώτης όψεως υπόθεση Αναφορά: προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.