← Κύπρος

Πανίκκος Χ'' Σωκράτους ν. Μάρκος Ελευθερίου, Αρ. Υπόθεσης: 7049/09, 08.04.11

Πανίκκος Χ'' Σωκράτους ν. Μάρκος Ελευθερίου, Αρ. Υπόθεσης: 7049/09, 08.04.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7049/09 Πανίκκος Χ'' Σωκράτους v. Μάρκος Ελευθερίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 08.04.11 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Αλ. Αργυρού Για Κατηγορούμενο: κα Μ. Καραπατάκη Κατηγορούμενος: παρόν ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία έκδοσης 4 επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορίες 1, 2, 3 και 5). Η τέταρτη κατηγορία αποσύρθηκε και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώθηκε και απαλλάχθηκε σ' αυτή. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1, 2, 3 και 5, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 03.12.01, 05.12.01, 13.12.01 και 16.12.01 στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού εξέδωσε προς την παραπονούμενη τις επιταγές υπ' αριθμό 90788165, 90788164, 90788168 και 90788152 της Ελληνικής Τράπεζας για τα ποσά των €256,29 και €419,44 αντίστοιχα, οι οποίες αφού παρουσιάστηκαν στην τράπεζα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες δεν εξοφλήθηκαν λόγω ελλείψεως κεφαλαίων του εκδότη τους και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από τις εν λόγω εμφανίσεως τους. Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, ήτοι τον παραπονούμενο ενώ κατατέθηκαν 5 τεκμήρια, μεταξύ των οποίων οι 4 επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 1, 2, 3 και 4) καθώς επίσης και το Τεκμήριο 5 που είναι ένα βιβλιάριο επιταγών της Ελληνικής Τράπεζας. Επιπροσθέτως, τα μέρη κατέθεσαν τα εξής παραδεχτά γεγονότα (Τεκμήριο 6): (α) Εκδότης των επιταγών στα Τεκμήρια 1, 2, 3 και 4 είναι ο κατηγορούμενος. (β) Μετά την κατάθεση τους, οι επιταγές των Τεκμηρίων 1, 2, 3 και 4 επιστράφηκαν απλήρωτες καθ' ότι ο λογαριασμός του κατηγορουμένου δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια και παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτες. Τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα καθίσταται αυτόματα μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος κατάθεσε ενόρκως. Πέραν του κατηγορουμένου, κανείς άλλος κλήθηκε ως μάρτυρας από μέρους της υπεράσπισης. Δεν προτίθεμαι να αναφέρω λεπτομερή περιγραφή της προσαχθείσας ενώπιον μου μαρτυρίας αφού κάτι τέτοιο είναι ήδη καταγραμμένο μέσα από τα επίσημα πρακτικά που τηρούνται στα πλαίσια εκδίκασης της αγωγής αυτής. Ωστόσο εδώ θα παρουσιαστεί μια συνοπτική αναφορά αλλά περισσότερες λεπτομέρειες της προσαχθείσας μαρτυρίας θα δοθούν μόνο, όταν, όπου, εφόσον και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της. Οι θέσεις και ισχυρισμοί των μερών μαζί με την προσαχθείσα μαρτυρία αλλά και τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια κατά τη διάρκεια των ακροαματικών συνεδριάσεων της παρούσας αγωγής έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αναλόγως αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής κατάθεσε μόνο ο παραπονούμενος, Πανίκκος Χ'' Σωκράτους. Στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι το 2001 βοηθούσε φιλικά τη θυγατέρα του που είχε εταιρεία (και όχι ως υπάλληλος της εν λόγω εταιρείας), η οποία ασχολείτο με την πώληση ξηρών καρπών, παιγνιδιών και γυαλικών. Με τον κατηγορούμενο είχε εμπορικές συναλλαγές καθότι αγόραζε από την εταιρεία της θυγατέρας του ξηρούς καρπούς και πλήρωνε με επιταγές. Κατέθεσε, ως Τεκμήρια 1, 2, 3 και 4, 4 επιταγές του κατηγορουμένου υπ' αριθμό 90788164, 90788168, 90788152, 90788165 ημερομηνίας 05.12.01, 13.12.01, 16.12.01 και 03.12.01 για τα ποσά των Λ.Κ.£150,00 (ισότιμο σε ευρώ €256,29) και Λ.Κ.£245,49 (ισότιμο σε ευρώ €419,44) αντίστοιχα ως αποτέλεσμα αγορών ξηρών καρπών που ο κατηγορούμενος έκαμε από την εταιρεία της θυγατέρας του. Ο μάρτυρας δήλωσε πως και οι 4 επίδικες επιταγές υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο αλλά συμπληρώθηκαν από τον ίδιο επειδή ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει να γράφει, αφού πρώτα συμφωνήθηκε το ποσό. Σε ερώτηση για ποιο λόγο οι επιταγές συμπληρώθηκαν με δικαιούχο το όνομα του και όχι την επωνυμία της εταιρείας της θυγατέρας του, ο μάρτυρας απάντησε πως δεν έβλεπε λόγο δικαιούχος να ήταν η εταιρεία και έτσι σημείωσε στις επίδικες επιταγές το δικό του όνομα ως δικαιούχος. Στη συνέχεια τις οπισθογράφησε και τις έδωσε σε προμηθευτές ξηρών καρπών. Επειδή όμως όλες οι επιταγές επιστράφηκαν ως μη τιμηθείσες, ο ίδιος εξόφλησε τα ποσά στους προμηθευτές στους οποίους είχαν δοθεί οι εν λόγω επιταγές. Οι αποδείξεις που παρέλαβε εκδόθηκαν εις το όνομα της εταιρείας της θυγατέρας του και όχι εις το δικό του όνομα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, κανένα ποσό πληρώθηκε μέχρι σήμερα προς εξόφληση ή ως έναντι πληρωμής οποιασδήποτε από τις επίδικες επιταγές. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι εναντίον του κατηγορουμένου καταχώρησε ιδιωτική ποινική υπόθεση επειδή ο τελευταίος ήταν φίλος του και αφού πρώτα τον κάλεσε επανειλημμένως να εξοφλήσει τις επίδικες επιταγές χωρίς ωστόσο ο κατηγορούμενος να το πράξει. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι το 2001 η οικονομική κατάσταση του ήταν χάλια με αποτέλεσμα τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένεια του να πτωχεύσουν. Επίσης, επανέλαβε τη θέση του πως ο κατηγορούμενος αγόραζε από την εταιρεία της θυγατέρας του ξηρούς καρπούς τους οποίους και μεταπωλούσε. Για την αγορά των εμπορευμάτων ο κατηγορούμενος έκδιδε επιταγή της ημέρας. Σύμφωνα με το μάρτυρα, ο κατηγορούμενος αγόραζε από την εταιρεία της θυγατέρας του ξηρούς καρπούς σε χονδρική τιμή επειδή προμηθευόταν ξηρούς καρπούς από τους διάφορους εμπόρους παγκυπρίως σε καλές τιμές, ως αποτέλεσμα συνεργασίας που είχε μαζί τους στο παρελθόν προτού πτωχεύσει. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι εξέδιδε τιμολόγια στον κατηγορούμενο εις το όνομα της εταιρείας της θυγατέρας του αλλά δεν ήταν σε θέση να τα παρουσιάσει επειδή όπως είπε η εν λόγω εταιρεία εκκαθαρίστηκε. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του, ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 5 ένα βιβλιάριο επιταγών της Ελληνικής Τράπεζας που ανήκει στον κατηγορούμενο μέσα από το οποίο αναγνώρισε το γραφικό χαρακτήρα του στα αποκόμματα των επιταγών που όπως είπε εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο εις το όνομα του για διάφορα ποσά σε διάφορες ημερομηνίες τόσο προγενέστερα όσο και μεταγενέστερα της έκδοσης των 4 επιδίκων επιταγών, συνεπείας αγοράς εμπορευμάτων από τον κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας απέρριψε τη θέση του κατηγορούμενου ότι όλες οι επιταγές του Τεκμηρίου 5 που εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο του δόθηκαν για να βοηθηθεί οικονομικά βάζοντας εμπόρευμα στο μαγαζί λόγω της μεταξύ τους φιλίας. Επιπλέον, απέρριψε τη θέση του κατηγορουμένου ότι ο τελευταίος του ζήτησε να εξοφλήσει το υπόλοιπο που εκκρεμούσε ύψους Λ.Κ.£600,00 (ισότιμο σε ευρώ €1.059,33) πράγμα που έπραξε δίδοντας του 3 επιταγές των Λ.Κ.£200,00 (ισότιμο σε ευρώ €341,72) η κάθε μία. Τέλος, σε ερώτηση γιατί συνέχιζε να πωλεί εμπορεύματα στον κατηγορούμενο τη στιγμή που οι επίδικες επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες ο μάρτυρας απάντησε επί λέξει 'δεν γνωρίζω'. Μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο κατηγορούμενος. Στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι γνωρίζετε με τον παραπονούμενο από παλιά. Επισκέφτηκε πολλές φορές το μαγαζί λόγω φιλίας αλλά και για να αγοράσει μικρή ποσότητα ξηρών καρπών για το σπίτι του. Απέρριψε τη θέση του παραπονούμενου ότι είχε εμπορικές συναλλαγές μαζί του και επίσης απέρριψε τη θέση ότι έκδωσε επιταγές εις το όνομα του παραπονουμένου για να αγοράσει ξηρούς καρπούς. Αναγνωρίζοντας το Τεκμήριο 5 ως δικό του έγγραφο, αποκάλυψε πως ο ίδιος έκδωσε εις το όνομα του παραπονούμενου τα Τεκμήρια 1-4, που αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 5, τα οποία υπέγραψε ο ίδιος και συμπλήρωσε ο παραπονούμενος. Προχώρησε στην έκδοση επιταγής επειδή ο παραπονούμενος του ζήτησε να του δανείσει αντίστοιχο ποσό χρημάτων με επιταγή για να πληρώσει τον προμηθευτή ξηρών καρπών Serano που θα του έφερνε εμπόρευμα στο μαγαζί. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ο παραπονούμενος ζητούσε διευκόλυνση για να πληρώσει τον προμηθευτή με επιταγή που θα οπισθογραφούσε και στο μεσοδιάστημα που θα είσπρασσε χρήματα από την πώληση ξηρών καρπών θα τα έδιδε στον κατηγορούμενο να τα καταθέσει στο λογαριασμό από τον οποίον εκδόθηκε η εν λόγω επιταγή έτσι ώστε να τιμηθεί η εκδομένη επιταγή. Ο κατηγορούμενος τότε τον πληροφόρησε πως δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό του. Μετά πάροδο 15 ημερών ο παραπονούμενος του έδωσε ποσό Λ.Κ.£200,00 για να το καταθέσει στο λογαριασμό με σκοπό να τιμηθεί η επιταγή. Η επιθυμία του παραπονούμενου για πιστωτική διευκόλυνση από τον κατηγορούμενο συνεχίστηκε με αποτέλεσμα να εκδοθούν οι επίδικες επιταγές των Τεκμηρίων 1, 2, 3 και 4 καθώς και οι υπόλοιπες επιταγές του Τεκμηρίου 5. Ο τρόπος παροχής διευκόλυνσης και η διαδικασία ανταπόκρισης από τον παραπονούμενο επαναλήφθηκε με τον ίδιο τρόπο όπως και στην περίπτωση της πρώτης επιταγής. Τα Τεκμήρια 1-4 δεν τιμήθηκαν ενώ οι υπόλοιπες επιταγές του Τεκμηρίου 5 εξαργυρώθηκαν. Αναφορικά με τα Τεκμήρια 1-4 ο κατηγορούμενος είπε ότι όταν ο προμηθευτής Serano διαπίστωνε ότι η επιταγή δεν μπορούσε να εξαργυρωθεί, τηλεφωνούσε στον παραπονούμενο και του το επισήμαινε και τότε ο παραπονούμενος του έδινε μετρητά χωρίς όμως να τον καλέσει και να του επιστρέψει την επιταγή. Κατά τον κατηγορούμενο τα Τεκμήρια 1-4 δεν τιμήθηκαν επειδή ο παραπονούμενος δεν του έδωσε χρήματα για να κατατεθούν στο λογαριασμό του από τον οποίον εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, ως η μεταξύ τους συνεργασία. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, η συνεργασία του αυτή με τον παραπονούμενο διήρκησε 5-6 μήνες από την έναρξη της το 2001. Ο κατηγορούμενος ακόμη είπε ότι επειδή στην πορεία ανακάλυψε πως ο λογαριασμός του ήταν κατά Λ.Κ.£600,00 χρεωστικός ζήτησε από τον παραπονούμενο να τον εξοφλήσει, πράγμα που έπραξε δίνοντας του 3 επιταγές των Λ.Κ.£200,00 από βιβλιάριο επιταγών της θυγατέρας του. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος τις εξαργύρωσε, πήρε τα χρήματα του και έτσι έληξε η συνεργασία που είχε με τον παραπονούμενο. Απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του παραπονούμενου ότι αγόραζε ξηρούς καρπούς και τους μεταπωλούσε, ο κατηγορούμενος ανάφερε πως δεν είχε ανάγκη να κάνει κάτι τέτοιο επειδή ο ίδιος εργαζόταν στο 'Συκοπετρίτη' ως αλουμινάς έναντι καλού μισθού. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος απέρριψε ως ψέμα τον ισχυρισμό που ο παραπονούμενος πρόβαλε ως προς το για ποιο λόγο καθυστέρησε να καταχωρήσει την παρούσα ποινική υπόθεση δηλώνοντας κατηγορηματικά πως μετά τη διάλυση της συνεργασίας έτυχε να δει τον παραπονούμενο μόλις 2 φορές στο δρόμο. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος ανάφερε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι σκοπός της συνεργασίας ήταν να βοηθηθεί ο παραπονούμενος ενώ παράλληλα δήλωσε πως ο ίδιος δεν είχε οποιοδήποτε κέρδος. Επίσης, διευκρίνισε πως ο λογαριασμός του κατέστη χρεωστικός κατά Λ.Κ.£600,00 μετά που ανακάλυψε ότι επιταγή τρίτου προσώπου αντίστοιχου ποσού που ο παραπονούμενος του έδωσε για κατάθεση δεν είχε τιμηθεί. Σε σχέση με τις 3 επιταγές συνολικού ποσού Λ.Κ.£600,00 που ο παραπονούμενος του έδωσε από βιβλιάριο επιταγών της θυγατέρας του στα πλαίσια εξόφλησης, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι τις εξαργύρωσε ανά μήνα εισπράσσοντας τα χρήματα σε μετρητά αφού μετέβηκε επί τόπου στην πληρώτρια τράπεζα. Στην τελική αγόρευση της η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε πως μέσα από την μαρτυρία που προσκομίστηκε αλλά και από τα παραδεκτά γεγονότα αποδείχτηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Συνοψίζοντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεκτεί την εκδοχή του παραπονουμένου και να απορρίψει τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου ως αναληθείς και παράλογους. Παράλληλα, είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος απέτυχε να προβάλει οποιαδήποτε υπεράσπιση. Ειδικότερα, η κυρία Καραπατάκη ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος απέτυχε τόσο να αποδείξει ότι η συναλλαγή ήταν παράνομη όσο και το ότι ο παραπονούμενος δεν είχε αγώγιμο δικαίωμα. Είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο παραπονούμενος έχει αγώγιμο δικαίωμα επειδή οι επίδικες επιταγές έχουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας επιταγής εν τη έννοια του νόμου με τον παραπονούμενο να είναι νομιμοποιημένος κομιστής. Προς τεκμηρίωση της νομικής θέσης της η κυρία Καραπατάκη παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Νεοφύτου v. Κυριακίδης (Αρ.1)
(1999)2 Α.Α.Δ
  1. Αντίθετα, ο συνήγορος υπεράσπισης αφού επανέλαβε την εκδοχή του κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει τη θέση της κατηγορούσας αρχής για τους εξής λόγους: (α) Επειδή ο παραπονούμενος δεν είναι ο νομιμοποιημένος κομιστής των επιδίκων επιταγών. Προς τούτο ο κύριος Αργυρού παρέπεμψε το Δικαστήριο στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τουμάζου v. Σαββίδη, Ποινική Έφεση 181/2007, ημερομηνίας 23.12.
  2. (β) Επειδή η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε ήταν αντιφατική και αναξιόπιστη. Τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανάφεραν στο Δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα επίσημα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο και χρήσιμο να παραθέσω το περιεχόμενο τους κατά τρόπο αναλυτικό, εκτός μόνο όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων. Οι νομικές θέσεις καθώς και η νομική επιχειρηματολογία τους αλλά και η νομική βάση επί της οποίας εδράζονται, όπως αυτά εκτέθηκαν από τους συνηγόρους, έχουν εξεταστεί με τη δέουσα προσοχή και σοβαρότητα, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αναλόγως αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων.[1] Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της.[2] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο.[3] Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών.[4] Ο παραπονούμενος έκαμε σε γενικές γραμμές καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν ειλικρινής μάρτυρας και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, απλότητα και χωρίς τάση υπερβολής. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν με ευθύτητα και αμεσότητα χωρίς ίχνος προσχεδιασμού και χωρίς υπεκφυγές. Κάποιες μικροαντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε είναι επουσιώδεις και δικαιολογούνται από το πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ουσιώδη περίοδο εντός της οποίας διαπράχθηκαν τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα (ήτοι τον Δεκέμβριο 2001) μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο (ήτοι στις 04.01.11). Επί της ουσίας της όμως η αξιοπιστία της μαρτυρίας του δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε στάδιο της αντεξέτασης του και ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Μαζί με την προφορική μαρτυρία του αποδέχομαι και τα Τεκμήρια 1, 2, 3, 4 και 5, τα οποία κατατέθηκαν από τον παραπονούμενο και αποτελούν μέρος της εν λόγω μαρτυρίας του και παράλληλα υποστηρίζουν την εκδοχή του. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος δεν έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Σε διάφορες περιπτώσεις 'συνελήφθηκε' από το Δικαστήριο να γελά ειρωνικά κυρίως κατά την διάρκεια της κατάθεσης της μαρτυρίας του παραπονούμενου. Σε διάφορες ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν επαναλάμβανε ισχυρισμούς που είχε ήδη θέσει προγενέστερα, οι οποίοι εν πάσει περιπτώσει ήταν άσχετοι με το νόημα των ερωτήσεων δίνοντας έτσι την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι απέφευγε να απαντήσει επί της ουσίας των ερωτήσεων. Επιχείρησε δε να προωθήσει μία εκδοχή χωρίς να συνοδεύεται από τα αναγκαία στοιχεία που να την υποστηρίζουν. Συγκεκριμένα, ενώ ισχυρίστηκε ότι εξέδιδε επιταγές εις το όνομα του παραπονουμένου με σκοπό να τον διευκολύνει οικονομικά για να φέρνει εμπόρευμα στο μαγαζί και στη συνέχεια μέχρι αυτές να τιμηθούν ο παραπονούμενος του έφερνε χρήματα να τα καταθέσει στο λογαριασμό από όπου εκδόθηκαν οι επιταγές έτσι ώστε αυτές να εξαργυρωθούν από τους προμηθευτές ξηρών καρπών, παρέλειψε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο στοιχεία που να δείχνουν τις διάφορες καταθέσεις χρημάτων που ισχυρίζεται ότι έκαμε στον εν λόγω λογαριασμό. Ταυτόχρονα είναι άξιο απορίας για ποιο λόγο ο κατηγορούμενος δεν έκδιδε επιταγή απευθείας στον προμηθευτή ξηρών καρπών εφόσον επιθυμούσε να βοηθήσει οικονομικά τον παραπονούμενο, πράγμα που θα ήταν λογικό και φυσιολογικό ενώ επέλεγε να εκδίδει επιταγές εις το όνομα του παραπονουμένου και αυτός στη συνέχεια να τις οπισθογραφεί και να τις παραδίδει στον προμηθευτή. Περαιτέρω, ενώ αρχικά στην αντεξέταση του είπε ότι η Ελληνική Τράπεζα δεν του απέστελλε οικονομικές καταστάσεις αναφορικά με την κίνηση του λογαριασμού επί του οποίου εκδόθηκαν τα Τεκμήρια 1, 2, 3 και 4 αλλά και οι υπόλοιπες επιταγές του Τεκμηρίου 5, ακολούθως ο κατηγορούμενος διαφοροποιήθηκε και δήλωσε πως 'νομίζει ότι του αποστέλλονταν' με αποκορύφωμα στο στάδιο επανεξέτασης του όπου ελίχθηκε εκ νέου και ανάφερε κατηγορηματικά ότι η Ελληνική Τράπεζα όντως του απέστελλε οικονομικές καταστάσεις του εν λόγω λογαριασμού αλλά ο ίδιος δεν τις διάβαζε. Με γνώμονα τη θέση αυτή του κατηγορουμένου δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι τελικά ο κατηγορούμενος, ενώ είχε την ευκαιρία, παρέλειψε να παρουσιάσει οικονομικές καταστάσεις που εκδήλωναν κίνηση του εν λόγω λογαριασμού του, ήτοι καταθέσεις και αναλήψεις χρημάτων, ώστε να στηρίξει και να θεμελιώσει την εκδοχή του καθιστώντας την έτσι πιστευτή. Επίσης, ενώ στην κυρίως εξέταση ο κατηγορούμενος ανάφερε πως η συνεργασία του ιδίου με τον παραπονούμενο διήρκησε 5-6 μήνες μετά που ξεκίνησε οπότε και διαλύθηκε αφού διαπίστωσε ότι ο λογαριασμός του ήταν χρεωστικός ένεκα μιας επιταγής τρίτου προσώπου ύψους Λ.Κ.£600,00 που ο παραπονούμενος του έδωσε για κατάθεση αλλά δεν τιμήθηκε, κατά την αντεξέταση του διαφοροποιήθηκε και δήλωσε ότι ανακάλυψε την πιο πάνω κατάσταση μετά από 8-10 ημέρες οπότε και ανακοίνωσε στον παραπονούμενο ότι τερματίζεται η συνεργασία τους. Επιπλέον, σε ερώτηση κατά πόσο ο εν λόγω λογαριασμός είναι όψεως ή με παρατράβηγμα ο κατηγορούμενος δηλώνει άγνοια, πράγμα παράλογο και που στερείται πειστικότητας, τη στιγμή που όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε προχώρησε εθελοντικά στην κίνηση του λογαριασμού αυτού με καταθέσεις και αναλήψεις χρημάτων δια της εκδόσεως των επιταγών του Τεκμηρίου 5 και παράλληλα την είσπραξη χρημάτων από τον παραπονούμενο με σκοπό την κατάθεσης τους στον εν λόγω λογαριασμό. Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν θεωρεί αξιόπιστη τη μαρτυρία του κατηγορουμένου έτσι ώστε να βασιστεί σ' αυτή και να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την εκδοχή του κατηγορουμένου ως εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής αλλά λαμβάνοντας υπόψη μου και τα παραδεκτά γεγονότα που κατατέθηκαν δια του Τεκμηρίου 6, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: · Κατά το έτος 2001 ο παραπονούμενος βοηθούσε φιλικά τη θυγατέρα του που είχε εταιρεία, η οποία ασχολείτο με την πώληση ξηρών καρπών, παιγνιδιών και γυαλικών. · Ο κατηγορούμενος αγόραζε ξηρούς καρπούς από την εταιρεία της θυγατέρας του παραπονούμενου και πλήρωνε με επιταγές από βιβλιάριο επιταγών της Ελληνικής Τράπεζας (Τεκμήριο 5). · Μέρος των πληρωμών έγιναν με τις επιταγές υπ' αριθμό 90788164, 90788168, 90788152, 90788165 ημερομηνίας 05.12.01, 13.12.01, 16.12.01 και 03.12.01 για τα ποσά των Λ.Κ.£150,00 (ισότιμο σε ευρώ €256,29) και Λ.Κ.£245,49 (ισότιμο σε ευρώ €419,44) αντίστοιχα (Τεκμήρια 1, 2, 3 και 4). Οι εν λόγω επιταγές προέρχονται από το Τεκμήριο
  3. · Οι προαναφερόμενες 4 επίδικες επιταγές υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο αλλά συμπληρώθηκαν από τον παραπονούμενο καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου επειδή ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει να γράφει, αφού πρώτα συμφωνήθηκε το ποσό. · Ο λογαριασμός υπ' αριθμό 241-01-159189-01 από τον οποίον προέρχονται οι 4 επίδικες επιταγές ανήκει στον κατηγορούμενο. · Εκδότης των 4 επιδίκων επιταγών είναι ο κατηγορούμενος, οι οποίες εκδόθηκαν κατά τις ημερομηνίες που αυτές φέρουν με δικαιούχο τον παραπονούμενο. Συγκεκριμένα η επιταγή υπ' αριθμό 90788164 (Τεκμήριο 1) στις 05.12.01, η 90788168 (Τεκμήριο 2) στις 13.12.01, η 90788152 (Τεκμήριο 3) στις 16.12.01 και η 90788165 στις 03.12.01 (Τεκμήριο 4). · Η επιταγή υπ' αριθμό 90788164 (Τεκμήριο 1) φέρει τραπεζική σφραγίδα κατάθεσης στην Τράπεζα Κύπρου στις 06.12.01 ενώ η πληρώτρια τράπεζα τοποθέτησε σχετική σφραγίδα της ημερομηνίας 10.12.01 με την ένδειξη 'Παρακαλούμε όπως παρουσιαστεί ξανά' μαζί με υπογραφή αρμοδίου τραπεζικού υπαλλήλου. · Η επιταγή υπ' αριθμό 90788168 (Τεκμήριο 2) φέρει τραπεζική σφραγίδα κατάθεσης στην Τράπεζα Κύπρου στις 14.12.01 ενώ η πληρώτρια τράπεζα τοποθέτησε σχετική σφραγίδα της ημερομηνίας 18.12.01 με την ένδειξη 'Παρακαλούμε όπως παρουσιαστεί ξανά' μαζί με υπογραφή αρμοδίου τραπεζικού υπαλλήλου. · Η επιταγή υπ' αριθμό 90788152 (Τεκμήριο 3) φέρει τραπεζική σφραγίδα κατάθεσης στην Τράπεζα Κύπρου στις 17.12.01 ενώ η πληρώτρια τράπεζα τοποθέτησε σχετική σφραγίδα της ημερομηνίας 19.12.01 με την ένδειξη 'Παρακαλούμε όπως παρουσιαστεί ξανά' μαζί με υπογραφή αρμοδίου τραπεζικού υπαλλήλου. · Η επιταγή υπ' αριθμό 90788165 (Τεκμήριο 4) φέρει τραπεζική σφραγίδα κατάθεσης στην Τράπεζα Κύπρου στις 06.12.01 ενώ η πληρώτρια τράπεζα τοποθέτησε σχετική σφραγίδα της ημερομηνίας 10.12.01 με την ένδειξη 'Παρακαλούμε όπως παρουσιαστεί ξανά' μαζί με υπογραφή αρμοδίου τραπεζικού υπαλλήλου. · Μετά την κατάθεση τους, οι 4 επίδικες επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες καθ' ότι ο εν λόγω λογαριασμός του κατηγορουμένου δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια. Οι επίδικες επιταγές παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτες. · Ο κατηγορούμενος πλήρωσε με προσωπικά χρήματα του τις επίδικες επιταγές που προορίζονταν για πληρωμή προμηθευτών ξηρών καρπών της εταιρείας της θυγατέρας του παραπονουμένου. · Ως αποτέλεσμα της αγοράς ξηρών καρπών από τον κατηγορούμενο εκδόθηκαν τιμολόγια στον κατηγορούμενο εις το όνομα της εταιρείας της θυγατέρας του παραπονουμένου. Περαιτέρω, οι αποδείξεις πληρωμών που ο παραπονούμενος παρέλαβε από τους προμηθευτές ξηρών καρπών εκδόθηκαν επίσης εις το όνομα της εταιρείας της θυγατέρας του. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που αναδείχθηκαν μέσω της αξιολόγησης της μαρτυρίας καθώς επίσης και όλα όσα θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων κατηγορείται ότι τον Δεκέμβριο 2001 έκδωσε 4 επιταγές οι οποίες δεν έχουν τιμηθεί. Με δεδομένο ότι ο ουσιώδης χρόνος της κατ' ισχυρισμό διάπραξης των αδικημάτων είναι ο Δεκέμβριος του έτους 2001, η εξέταση των συστατικών στοιχείων τους και γενικότερα της ουσίας της παρούσας υπόθεσης θα πρέπει να πραγματοποιηθεί με βάση το νομικό πλαίσιο που ίσχυε την περίοδο εκείνη. Το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα διέπεται από το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, του οποίου το νομικό πλαίσιο κατά το έτος 2001 προνοούσε τα εξής: "305A -
(1)Πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της και παραμένει απλήρωτη για περίοδο επτά ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο ποινές. .............................
(6)Το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται για οποιαδήποτε επιταγή από την οποία δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα κατά του εκδότη της.
(7)Επίσης το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς εξασφάλιση χρέους που σχετίζεται με ανήθικη ή παράνομη συναλλαγή. ...................................." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος να εκδώσει επιταγή, (β) η οποία επιταγή κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, (γ) παρουσιάζεται στο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, (δ) δεν εξοφλείται, (ε) λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, (στ) και παραμένει απλήρωτη για περίοδο 7 ημερών από την παρουσίαση της. Σύμφωνα με τα παραδεχτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος είναι ο εκδότης των 4 επιδίκων επιταγών (Τεκμήρια 1, 2, 3 και 4). Είναι ακόμη κοινή η θέση των μερών ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι επιταγές οι οποίες κατατέθηκαν στο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκαν, πλην όμως αυτές επιστράφηκαν απλήρωτες καθ' ότι ο λογαριασμός του κατηγορουμένου δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια καθώς και το ότι παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτες. Βέβαια πέραν της αμοιβαίας αναγνώρισης από τα μέρη ότι τα Τεκμήρια 1, 2, 3 και 4 είναι επιταγές, τα εν λόγω έγγραφα αδιαμφισβήτητα συγκεντρώνουν όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας επιταγής όπως αυτά επισημαίνονται μέσα από τον Περί Συναλλαγματικών Νόμο, Κεφ.262. Αναφορικά με το θέμα έκδοσης παραπέμπω στον ορισμό που το ερμηνευτικό πλαίσιο (άρθρο 2) του Κεφ.262 δίδει: "την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος." Σύμφωνα με το Κεφ.262 ο όρος 'κάτοχος' σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του, ή τον κομιστή αυτών, ενώ 'κομιστής' είναι το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή. Η δε 'παράδοση', κάτω από την ίδια νομοθεσία, σημαίνει μεταβίβαση κατοχής, πραγματική ή τεκμαρτή από ένα πρόσωπο σε άλλο. Το ότι οι επίδικες επιταγές συμπληρώθηκαν από τον παραπονούμενο, που ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να γίνει από τον κατηγορούμενο καθότι ο ίδιος δεν γνωρίζει να γράφει, δεν αναιρεί ή ακυρώνει το στοιχείο της έκδοσης τους από τον κατηγορούμενο. Το γεγονός ότι αυτές υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο σε συνδυασμό με το γεγονός ότι συμπληρώθηκαν καθ' υπόδειξη του ιδίου και με την εξουσιοδότηση του αλλά και κατόπιν συμφωνίας του ποσού που θα σημειωνόταν σε κάθε μία από αυτές, οδηγεί το Δικαστήριο στο ασφαλές συμπέρασμα ότι τα Τεκμήρια 1, 2, 3 και 4 (ήτοι οι 4 επίδικες επιταγές) εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο στις 05.12.01, 13.12.01, 16.12.01 και 03.12.01 αντίστοιχα. Η θέση αυτή υποστηρίζεται από την υπόθεση Τομάζου v. Σαββίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, ημερομηνίας 21.12.2010 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αφού εξέτασε τα γεγονότα της υπόθεσης δεν απέρριψε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου επί το ότι οι δύο επιταγές που δόθηκαν στον παραπονούμενο από τον εφεσείοντα ήταν η μεν πρώτη ασυμπλήρωτη ως προς το όνομα του δικαιούχου και την ημερομηνία η δε δεύτερη ως προς την ημερομηνία, οι οποίες και συμπληρώθηκαν από την παραπονούμενη, αλλά για άλλους λόγους. Προκύπτει συνεπώς από το περιεχόμενο των παραδεχτών γεγονότων αλλά και γενικότερα από την προσαχθείσα μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο ότι πληρούνται σωρευτικά όλα τα προαναφερόμενα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα. Από τη στιγμή που πληρούνται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο ισχύει οποιαδήποτε από τις νομοθετημένες εξαιρέσεις εφαρμογής του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154. Έχει νομολογηθεί ότι οι εξαιρέσεις αυτές αναδύονται σε υπερασπίσεις για τον κατηγορούμενο[5], οι οποίες αποδεικνύονται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συγκεκριμένα το εδάφιο 7 του εν λόγω άρθρου υποδεικνύει ως υπεράσπιση όταν η επιταγή που εκδίδεται προς εξόφληση χρέους σχετίζεται με ανήθικη ή παράνομη συναλλαγή. Στην παρούσα περίπτωση δεν υφίσταται τέτοιο θέμα καθότι ουδεμία μαρτυρία περί τέτοιου ζητήματος προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε και τέθηκε ως θέση από οποιοδήποτε μέρος και ειδικότερα από τον κατηγορούμενο στα πλαίσια της υπερασπιστικής γραμμής του. Κατά συνέπεια, το εδάφιο 7 του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154 δεν τυγχάνει εδώ εφαρμογής. Ωστόσο μέσα από το εδάφιο 6 του ιδίου άρθρου περιέχεται ακόμη μία εξαίρεση. Ειδικότερα, πρόκειται για την υπεράσπιση της 'έλλειψης αγώγιμου δικαιώματος' κατά του εκδότη της. Το ερώτημα που προκύπτει επομένως είναι κατά πόσο ο παραπονούμενος ήταν ο νομιμοποιημένος κομιστής των επιδίκων επιταγών. Στην υπόθεση Τσιακλίδης ν. Σιάνου
(2008)1Α Α.Α.Δ., 296 τονίστηκε ότι νομιμοποιημένος κομιστής υπό την έννοια του άρθρου 29
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, είναι το πρόσωπο στου οποίου την κατοχή νομίμως περιήλθε η συναλλαγματική, επειδή δόθηκε αξία γι' αυτήν. Ο κάτοχος, για αξία, μιας επιταγής έχει εκ του νόμου (άρθρο 38 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262) δικαιώματα ανάμεσα στα οποία και το δικαίωμα έγερσης αγωγής στο όνομα του, εναντίον του εκδότη της επιταγής. Στην υπόθεση Τρικωμίτης ν. Ανδρέου (Αρ. 2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 597 τονίστηκε ότι νομιμοποιημένος κομιστής μιας επιταγής είναι εκείνος που έχει αγώγιμο δικαίωμα επ' αυτής. Ζητήματα νομιμοποιημένου κομιστή και αγώγιμου δικαιώματος επί επιταγής εξετάστηκαν και στην υπόθεση Λούτσιου ν. Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 343. Στην υπόθεση εκείνη επιβεβαιώθηκαν οι αρχές που διατυπώθηκαν στην Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 102, ότι το πρόσωπο που έχει δικαίωμα να υποβάλει παράπονο για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και
(2)του Ποινικού Κώδικα είναι ο νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής, μέσα στην έννοια του νόμου, δηλαδή το πρόσωπο που έχει αγώγιμο δικαίωμα να εγείρει αγωγή με βάση τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής. Στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 102 το Δικαστήριο επισήμανε πως η φράση 'αγώγιμο δικαίωμα' δεν πρέπει να συγχύζεται με την πιθανή αιτία αγωγής, που μπορεί να εγερθεί με βάση τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής από την οποίαν να προκύπτει διαφορά αστικής ευθύνης των μερών. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Τομάζου v. Σαββίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, ημερομηνίας 21.12.2010, τα γεγονότα της οποίας ομοιάζουν με την προκειμένη περίπτωση. Στην υπόθεση εκείνη επιχείρηση καφεστιατορίου ιδιοκτησίας νομικού προσώπου πωλήθηκε από την εταιρεία στον εφεσείοντα έναντι τιμήματος στη βάση συμφωνίας. Στα πλαίσια πληρωμής του τιμήματος αγοράς ο εφεσείοντας ο εφεσείοντας έκδωσε 2 επιταγές με την μία να ήταν ασυμπλήρωτη ως προς τον δικαιούχο και την ημερομηνία και την άλλη ασυμπλήρωτη ως προς την ημερομηνία. Ο εφεσίβλητος συμπλήρωσε στη θέση του δικαιούχου το όνομα του αντίς αυτό της εταιρείας, πέραν του ότι συμπλήρωσε και την ημερομηνία και στις δύο επιταγές. Ακυρώνοντας την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε πως η συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση των δύο επίδικων επιταγών ήταν η πώληση της προαναφερόμενης επιχείρησης από την εταιρεία στον εφεσείοντα και ο εφεσείων εξέδωσε τις δύο προαναφερόμενες επιταγές έναντι του τιμήματος πωλήσεως της επιχειρήσεως, δυνάμει συμφωνίας. Επομένως ανεξάρτητα από το αν στις επίδικες επιταγές αναγραφόταν το όνομα του παραπονουμένου και όχι της εταιρείας, ο δικαιούχος, δηλαδή το πρόσωπο που είχε δικαίωμα έγερσης αγωγής με βάση τη συμφωνία για την οποίαν δόθηκαν οι προαναφερόμενες επιταγές και επομένως ο νομιμοποιημένος κομιστής των επιταγών, σύμφωνα με το νόμο, ήταν η εταιρεία και όχι ο παραπονούμενος. Περαιτέρω, υποδείχθηκε πως ο εφεσείοντας προσωπικά δεν έδωσε οποιονδήποτε αντάλλαγμα γι' αυτές τις επιταγές ούτε και τις απέκτησε για αξία. Στην πραγματικότητα πήρε τις δύο επίδικες επιταγές για να τις καταθέσει ή να τις χρησιμοποιήσει προς όφελος της εταιρείας και χωρίς αυτός να είναι ο δικαιούχος του ποσού των επιταγών. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος έκδωσε τις επίδικες επιταγές λόγω αγοράς ξηρών καρπών από την εταιρεία της θυγατέρας του παραπονούμενου. Αυτό εξάλλου αποτελεί και μέρος της μαρτυρίας του παραπονούμενου, η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Προκύπτει σαφώς από τα πιο πάνω ότι οι επιταγές αποτελούν το αντάλλαγμα για την αγορά ξηρών καρπών που είναι εμπόρευμα της εταιρείας της θυγατέρας του παραπονούμενου. Επομένως, νομιμοποιημένος κομιστής των επιδίκων επιταγών είναι η εταιρεία της θυγατέρας του παραπονούμενου και όχι ο ίδιος ο παραπονούμενος. Σ' αυτήν έπρεπε να προορίζονταν οι επιταγές αφού είναι η εταιρεία που διαθέτει αγώγιμο δικαίωμα κατά του κατηγορουμένου με τον οποίον είχε συμβατική σχέση. Η συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση των επιδίκων επιταγών από τον κατηγορούμενο είναι η αγορά ξηρών καρπών από τον ίδιο που αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας. Το ότι εκ των υστέρων ο παραπονούμενος πλήρωσε τις επίδικες επιταγές από προσωπικά χρήματα του δεν τον καθιστά νομιμοποιημένο κομιστή αλλά ούτε και άτομο με αγώγιμο δικαίωμα κατά του κατηγορουμένου. Με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία ουδέποτε ο παραπονούμενος πώλησε δικό του εμπόρευμα στον κατηγορούμενο έναντι ανταλλάγματος. Ούτε και είχε οποιαδήποτε συναλλαγή μαζί του υπό την προσωπική ιδιότητα του. Ούτε και ο ίδιος είχε οποιαδήποτε σχέση με την εταιρεία της θυγατέρας του. Όπως εξάλλου ο παραπονούμενος είπε και έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο, κατά το έτος το έτος 2001 ο ίδιος βοηθούσε φιλικά τη θυγατέρα του που είχε εταιρεία, η οποία ασχολείτο με την πώληση ξηρών καρπών, παιγνιδιών και γυαλικών Συνεπώς, σύμφωνα με την τεθείσα μαρτυρία, αποδείχθηκε πως δεν υπήρξε αντιπαροχή εκ μέρους του παραπονουμένου ως δικαιούχου της επιταγής. Αντίθετα, μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία προκύπτει πως ακόμη και ο ίδιος ο παραπονούμενος αντιλήφθηκε πως δεν ήταν νομιμοποιημένος κομιστής των επιδίκων επιταγών αφού μέσα από την κατάθεση του δήλωσε ευθαρσώς και κατηγορηματικά ότι τόσο τα τιμολόγια που σχετίζονταν με τις αγορές ξηρών καρπών από τον κατηγορούμενο όσο και οι αποδείξεις πληρωμών που παρέλαβε από τους προμηθευτές προς τους οποίους πλήρωσε τις επίδικες μη τιμηθείσες επιταγές με προσωπικά χρήματα του, εκδόθηκαν εις την επωνυμία της εταιρείας της θυγατέρας του και όχι εις το δικό του όνομα. Η δε υπόθεση στην οποίαν ευγενικά με παρέπεμψε η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής απλώς επιβεβαιώνει την ορθότητα των πιο πάνω νομικών θέσεων και συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο. Υπό το φως των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει αποδειχθεί στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων η υπεράσπιση της 'έλλειψης αγώγιμου δικαιώματος' και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την υπόθεση αυτή, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του κατηγορουμένου και εναντίον της κατηγορούσας αρχής. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/ Final Judgment Αναφορά: Ιδιωτική Ποινική /Επιταγή που δεν εξοφλήθηκε/ Άρθρο 305Α
(1)Κεφ.154/ Αγώγιμο Δικαίωμα/Τελική Απόφαση [1] Το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820 [2] Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256 [3] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320 [4] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 8.2.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [5] Λοΐζου v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 108 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.