← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κυριάκου Καρδανά, Αρ. Υπόθεσης 7712/10, 8.4.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κυριάκου Καρδανά, Αρ. Υπόθεσης 7712/10, 8.4.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B84 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 7712/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κυριάκου Καρδανά, από τη Λεμεσό Κατηγορούμενου ---------------------------------- Ημερομηνία: 8.4.2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αβρααμίδης Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κ. Ν. Νεοκλέους Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα καθώς και την κατηγορία της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της παρουσίασε τους ακόλουθους μάρτυρες: τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 1358 Χ. Μαρίνου (Μ.Κ.1), τη μητέρα της παραπονούμενης (Μ.Κ.2) και τέλος, την παραπονούμενη (Μ.Κ.3). Eπειδή, η μια από τις δυο κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος περικλείει σεξουαλικής φύσεως αδίκημα και λαμβάνοντας υπόψη ότι η παραπονούμενη στον ουσιώδη χρόνο ήταν ανήλικη και σήμερα νεαρής ηλικίας, για σκοπούς προστασίας της, στο εξής, οποιαδήποτε αναφορά σ' αυτή ή τη μητέρα της, θα γίνεται με τη χρήση των φράσεων «η παραπονούμενη» και «η μητέρα της παραπονούμενης», αντίστοιχα. Αποφεύγω τη χρήση των αρχικών του ονόματός τους, επειδή είναι τα ίδια. Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως. Προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρα το Χρ. Χριστοφή (Μ.Υ.1). Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, κατά κύριο λόγο απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης της παραπονούμενης και σε κάποιο βαθμό, από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης της μητέρας της (βλ. τα τεκμήρια 4 και 3 αντίστοιχα) που και οι δυο υιοθέτησαν για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της). Ειδικότερα: Στις 27.7.2009, γύρω στις 22:00, η παραπονούμενη, ηλικίας 17 ½ ετών τότε, μαζί με τη μητέρα της και τρεις ξαδέλφες της που ήρθαν στην Κύπρο από την Ελλάδα για διακοπές, πήγαν στο πλυντήριο αυτοκινήτων του κατηγορούμενου για να πλύνουν το αυτοκίνητο της μητέρας της παραπονούμενης. Εκεί συνάντησαν τον οικογενειακό τους φίλο Παναγιώτη Τρύφωνος, ο οποίος έπλενε το δικό του αυτοκίνητο. Κάποια στιγμή, ενώ ο Παναγιώτης σκούπιζε το αυτοκίνητο της μητέρας της παραπονούμενης ήρθε στο μέρος και ο κατηγορούμενος, ο οποίος τους χαιρέτισε όπως κάνει πάντα. Την ώρα που τους μιλούσε, η παραπονούμενη πρόσεξε ότι την κοίταζε ενοχλητικά στο στήθος. Την ίδια ώρα, της είπε ότι έχει ένα γατάκι εκεί στο δέντρο και της το έφερε. Επειδή της αρέσουν τα ζώα, το έπιασε και μετά το πήρε ο κατηγορούμενος, ο οποίος της είπε «έλα να το ταϊσεις». Αυτή αρνήθηκε και ο κατηγορούμενος της είπε «έλα για δυο λεπτά». Επειδή επέμενε τον ακολούθησε στο γραφείο για να ταϊσει το γατάκι. Εκεί είχε την τροφή του. Αφού έβαλε τροφή στο γατάκι και πήγε να φύγει ο κατηγορούμενος της είπε «κάτσε», την ακούμπησε στον αριστερό ώμο και τη χάιδεψε μέχρι και τον αγκώνα. Αυτή φοβήθηκε και τράβηξε πίσω, οπότε ο κατηγορούμενος τη ρώτησε αν πηγαίνει θάλασσα. Του απάντησε καταφατικά και τότε αυτός της είπε «δε μαύρισες» οπότε η ίδια του απάντησε με τη φράση «εε ντα». Ο κατηγορούμενος, τότε, της ζήτησε να ακουμπήσει το γατάκι να δει που κάμνει «γκρρ». Αυτή, βασικά, αρνήθηκε και αυτός επέμενε. Ακολούθως πήρε αυτός τη γάτα και της έκανε κάτι για να ακούσει η ίδια το γρίλλισμα που έκανε. Μετά από αυτό σηκώθηκε να φύγει επειδή ήταν μόνοι μέσα στο γραφείο. Τη στιγμή αυτή, ο κατηγορούμενος που ήταν τσουλλοκαθιστός και χάιδευε το γατάκι, την ακούμπησε με τα χέρια του στην αριστερή γάμπα λέγοντάς της «έκανες ζάμπα». Του απάντησε «εντα, «πρέπει να πάω» και ξεκίνησε να φύγει από το μέρος φοβισμένη. Τότε, ο κατηγορούμενος της σήκωσε το φόρεμα μέχρι το σημείο που φαινόταν το εσώρουχό της, αυτή το κατέβασε αμέσως κάτω, ο κατηγορούμενος δοκίμασε να ξανακάνει την ίδια κίνηση, χωρίς όμως αποτέλεσμα, επειδή η παραπονούμενη τραβήχτηκε προς τα πίσω. Τότε, της είπε τα εξής: «Γιατί δε με αφήνεις, άφησε με να δω εν μποξεράκι που φοράς». Για να τον αποφύγει επειδή φοβήθηκε μήπως της κάνει κάτι ή κλειδώσει την πόρτα, του είπε ότι είναι ζέστη και ότι θα φύγει γιατί βιάζονται να φύγουν. Ο κατηγορούμενος τότε της είπε «κάτσε δαμέ, έχει air condition» και έκλεισε την πόρτα. Αυτή τότε άνοιξε αμέσως την πόρτα και έτρεξε προς τη μητέρα της. Ο κατηγορούμενος την ακολούθησε. Μόλις πήγε στη μητέρα της, της είπε αμέσως τι έγινε, οπότε ήρθε και ο κατηγορούμενος, ο οποίος άκουγε τη σχετική συνομιλία και απευθυνόμενος στην ίδια, τη ρώτησε γιατί λέει ψέματα. Από το φόβο της του φώναζε «παιδεραστή, με παιδεραστές εγώ παρέα δεν κάνω». Ακολούθως την πήρε η μητέρα της στην Αστυνομία. Γνωρίζει τον κατηγορούμενο από τον περασμένο χρόνο, γιατί εκεί στο πλυντήριό του παίρνουν το αυτοκίνητο της μητέρα της και του αδελφού της για πλύσιμο. Ο κατηγορούμενος δεν της έκανε ξανά ό,τι και στον ουσιώδη χρόνο, αλλά της έλεγε διάφορα, όπως, «τι ωραία κοπέλα που είσαι», «έλα να πάμε βόλτα με το αυτοκίνητό μου». Δε σκέφτηκε κάτι κακό και ούτε μπήκε ποτέ στο αυτοκίνητό του. Επειδή της έλεγε τα παραπάνω μπροστά σε άλλους, δεν τον έπαιρνε στα σοβαρά, επειδή είναι μεγάλος άνθρωπος. Ο κατηγορούμενος, με τη σειρά του, στην κυρίως εξέταση προέβαλε και τις εξής, μεταξύ άλλων, θέσεις, που συνθέτουν την εκδοχή του για όσα του καταμαρτυρούν η παραπονούμενη καθώς και η μητέρα της. Ειδικότερα: Παραδέχεται ότι είναι ο ιδιοκτήτης του επίδικου πλυντηρίου αυτοκινήτων, στο οποίο αναφέρθηκαν η παραπονούμενη καθώς και η μητέρα της. Δέχεται ακόμη, ότι στις 27.7.2009, μεταξύ των ωρών 9 και 10 το βράδυ πήγε στο πλυντήριό του και ότι εκεί συνάντησε την παραπονούμενη, τη μητέρα της, δυο-τρεις άλλες κοπέλες που δε γνωρίζει, τον Παναγιώτη (τον Τρύφωνος), αλλά και κάποιο άλλο παιδί, που επίσης δε γνωρίζει, όπως είπε. Τους βρήκε όλους στην πρόσοψη του κτιρίου όπου είναι ο χώρος περιποίησης και καθαρισμού με hoover των αυτοκινήτων. Τους καλησπέρισε, κάτι που συνηθίζει, γιατί τους είχε δει άλλες δυο-τρεις φορές. Στη συνέχεια είχε ένα μικρό γατάκι δίπλα στον κήπο και το πήρε - όπως πάντα - το οποίο παίρνει στην αποθήκη για να το ταϊσει. Όταν το είδε η παραπονούμενη της άρεσε και ήθελε να το χαϊδέψει λίγο. Του είπε ότι αγαπά κι αυτή τα ζώα και ότι έχει σκυλίτσα. Τότε, της πρότεινε να πάνε να βάλουν φαγητό στο γατάκι, αφού αγαπά τα ζώα. Όταν έφθασαν στην αποθήκη, η πόρτα ήταν ανοιχτή. Μπήκαν μέσα περίπου δυο μέτρα και το φαϊ του γάτου ήταν πάνω στο ραφάκι. Εν τω μεταξύ είχε κάποιο πελάτη έξω που του ζήτησε να του αλλάξει κάτι κέρματα να κάνει τη δουλειά του. Του είπε να περιμένει να ταϊσει το γατάκι και μετά να τον εξυπηρετήσει. Η παραπονούμενη πήρε το φαγητό από το ράφι και άρχισε να βάζει μέσα στο πιατάκι που ήταν στο πάτωμα. Ο ίδιος, την ίδια στιγμή έσκυψε και έβαλε το γατάκι και έτρωγε κρατώντας το. Επειδή περίμενε έξω ο πελάτης πήρε το γατάκι μαζί με το φαγητό του πάνω του και βγήκαν έξω από την πόρτα της αποθήκης. Την ίδια ώρα, η παραπονούμενη βγήκε σιγά σιγά έξω, ευδιάθετη και χαμογελαστή, χάιδεψε για λίγο το γατάκι και έφυγε σιγά σιγά και πήγε στην πρόσοψη του κτιρίου. Στην αποθήκη παρέμειναν γύρω στο ένα λεπτό. Στη συνέχεια αφού έδωσε τα κέρματα στον πελάτη για να κάνει τη δουλειά του ξεκίνησε να πάρει το γατάκι, μαζί με το φαγητό του στον κήπο. Καθ' οδόν προς τον κήπο, άκουσε την παραπονούμενη να λέει στις ξένες κοπέλες ότι την ενόχλησε και τη χάιδεψε, κάτι τέτοιο. Είχε εκπλαγεί και τη ρώτησε αν γι' αυτόν μιλά έτσι. Του απάντησε καταφατικά, οπότε την επέπληξε και της είπε ότι όλα αυτά που λέει είναι ψέματα. Η παραπονούμενη δεν αντέδρασε, συγχύστηκε και άρχισε να τηλεφωνά. Στο μεταξύ, ο ίδιος πήρε το γατάκι στον κήπο και το άφησε μαζί με το φαγητό του. Μόλις άφησε το γατάκι, η παραπονούμενη, αφού τέλειωσε τις τηλεφωνικές της συνομιλίες άρχισε να του φωνάζει ότι ο αρραβωνιαστικός της είναι αστυνομικός και θα του κλείσει την επιχείρηση. Θα του τα σπάσουν όλα και θα του βάλουν και φωτιές. Ακόμη του είπε «αν δε με αποζημιώσεις θα σου κάμουμε μεγάλο κακό». Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό της την ενώπιόν μου προσαχθείσα μαρτυρία. Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391) όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 και Akil v. Αστυνομίας
(2009)από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Έχω επίσης υπόψη, ότι, ενισχυτική μαρτυρία σημαίνει ανεξάρτητη μαρτυρία που τείνει να αποδείξει ότι η κύρια μαρτυρία είναι αληθής. Βλέπε D.P.P. v. Hester
(1972)3 All E.R.1056, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα:[*] «Η ουσία της ενισχυτικής μαρτυρίας έγκειται στο ότι ένας αξιόπιστος μάρτυρας επιβεβαιώνει κάτι που έχει λεχθεί από άλλον αξιόπιστο μάρτυρα. Ο κίνδυνος της καταδίκης ενός αθώου προσώπου μειώνεται αν η καταδίκη βασίζεται πάνω στην μαρτυρία πέραν του ενός μαρτύρων κατηγορίας των οποίων η μαρτυρία γίνεται αποδεκτή.. Σκοπός της ενίσχυσης της μαρτυρίας δεν είναι να δίνει αξία ή αξιοπιστία σε μαρτυρία που είναι ελλειπής ή ύποπτη ή αναξιόπιστη αλλά μόνον να επιβεβαιώνει και να στηρίζει αυτό, που κρινόμενο ως μαρτυρία, είναι αρκετό και ικανοποιητικό και αξιόπιστο και η ενισχυτική μαρτυρία τότε μόνο θα παίζει τον ρόλο της όταν η ίδια είναι απόλυτα αξιόπιστη μαρτυρία.» Ούτε και μου διαφεύγει ότι η ενισχυτική μαρτυρία, εκτός από ανεξάρτητη, αξιόπιστη και σχετική, θα πρέπει να είναι και ενοχοποιητική για τον κατηγορούμενο, υπό την εξής έννοια:* «Ο γενικός κανόνας είναι ότι η ενισχυτική μαρτυρία πρέπει να επιβεβαιώνει την μαρτυρία που χρειάζεται ενίσχυση τουλάχιστο σε μια λεπτομέρεια που είναι άμεσα σχετική με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης, σε βαθμό που εισηγείται ότι όχι μόνο διαπράχθηκε ένα αδίκημα, αλλά επιπρόσθετα ότι διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο. Όπως έχει καθορίσει τον κανόνα ο Lord Reading στην υπόθεση R. V. Baskerville, "Ενισχυτική μαρτυρία πρέπει να είναι ανεξάρτητη μαρτυρία που επηρεάζει τον κατηγορούμενο συνδέοντας τον ή τείνοντας να τον συνδέσει με το ποινικό αδίκημα. Με άλλα λόγια πρέπει να είναι μαρτυρία που τον εμπλέκει, δηλαδή που επιβεβαιώνει σε κάποιο ουσιώδες σημείο, όχι μόνο τη μαρτυρία ότι διαπράχθηκε ένα αδίκημα αλλά και ότι το αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο".» Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη, ότι το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). ___________________ * Από το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια Πρακτική Προσέγγιση)» σε. 159. Τέλος παραπέμπω και στο ακόλουθο απόσπασμα, από τη Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ.225, σε σχέση με τις προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις: «Στην Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (πιο πάνω) σελ. 651 λέχθηκαν τα εξής: «Το Δικαστήριο είναι ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις, καθώς και οι προεκτάσεις τους συνιστούν γεγονότα που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Δεν εξουδετερώνουν, όμως, τη μαρτυρία του, ως το αντικείμενο αξιολόγησης (από το δικαστήριο) παραδεκτής, κατά το δίκαιο της αποδείξεως, μαρτυρίας. Το ακόλουθο απόσπασμα από τη Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω), αντανακλά τη σωστή προσέγγιση: .......» Στην Τεβλετιάν κ.ά. ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) σελ. 520 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ως προς το ζήτημα προηγούμενων αντιφατικών καταθέσεων ενός μάρτυρα και το κατά πόσο τέτοιες καταθέσεις καθιστούν τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, εκ προοιμίου, αναξιόπιστη, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, στην οποία το προαναφερόμενο ερώτημα απαντήθηκε αρνητικά. Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στην υπόθεση Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510 όπου παρατηρήθηκε πως τα κριτήρια για την αποτίμηση αντιφάσεων σχετίζονται άμεσα με τους διαφαινόμενους λόγους που οδηγούν στην προβολή διϊστάμενων θέσεων και με την ετοιμότητα του μάρτυρα να καταφύγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες, προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος. Το τελικό κριτήριο είναι η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια......» Βλ. και την Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Ο εξεταστής της υπόθεσης, αστυφύλακας 1358 Χ. Μαρίνου (Μ.Κ.1) στις 28.7.2009 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, με τη μέθοδο ερωταπαντήσεων. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Αντιπαραβάλλοντας το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας και των δυο βασικών μαρτύρων κατηγορίας προς το αντίστοιχο μέρος της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, δεν έχω καμιά αμφιβολία, ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Ούτε και έχει τεθεί στα σοβαρά, οτιδήποτε ενώπιόν μου, που να καταδεικνύει έστω, κάποιο - συγκεκριμένο - κίνητρο, το οποίο ώθησε την παραπονούμενη να προβεί στη σχετική καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου και το ίδιο ισχύει και για τη μητέρα της. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της μητέρας της παραπονούμενης (Μ.Κ.2) είναι εξαιρετική. Η μάρτυρας ήταν άμεση και σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια που έδινε μαρτυρία και απαντούσε με απλότητα και ειλικρίνεια σ' όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά σοβαρή αντίφαση. Μολονότι αντεξετάστηκε ικανά από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία της σε σχέση με οτιδήποτε έχει αναφέρει. Θα έλεγα ότι, η μαρτυρία της κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με όσα είπε αντεξεταζόμενη. Κάποιες διαφορές που υπάρχουν μεταξύ όσων ανάφερε η μάρτυρας σε σύγκριση με αυτά που είπε η κόρη της αφορούν σε μικρολεπτομέρειες, τις οποίες θεωρώ τόσο ασήμαντες, έτσι ώστε, αυτές, όχι μόνο δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία είτε της μιας είτε της άλλης, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Οι εν λόγω διαφορές, αν αποδεικνύουν κάτι είναι ότι δεν υπήρξε προσυνεννόηση μεταξύ των δυο μαρτύρων, ως προς το τι θα κατάθεταν είτε στην Αστυνομία είτε στο Δικαστήριο. Ούτε και μου διαφεύγει ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από την ώρα που οι δυο μάρτυρες μετέβησαν στο πλυντήριο αυτοκινήτων του κατηγορούμενου (γύρω στις 22:00) μέχρι και την ώρα που η παραπονούμενη άρχισε να δίνει γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία για την υπόθεση {μόλις 40 λεπτά (βλ. τη γραπτή της κατάθεση - τεκμήριο 4 -)} είναι τόσο ελάχιστος, σε βαθμό που εξ αντικειμένου μου φαίνεται αρκετά δύσκολο αν όχι αδύνατο να έπλασαν μέσα σε τόσο λίγο χρόνο, ολόκληρη ιστορία σε βάρος του κατηγορούμενου. Εν πάση περιπτώσει το σημαντικό είναι ότι η μαρτυρία της μιας ενισχύει ουσιωδώς και σε σημαντικό βαθμό επιβεβαιώνει τη μαρτυρία της άλλης, ενώ, ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το γεγονός, ότι, ακόμη και ο κατηγορούμενος, μολονότι αρνείται την ουσία όσων του καταμαρτυρούν η παραπονούμενη καθώς και η μητέρα της επιβεβαιώνει και τις δυο σε σχέση με γεγονότα, άμεσα σχετικά με τα κρίσιμα. Για παράδειγμα δέχεται ότι κάποια στιγμή πήγε μαζί με την παραπονούμενη σε κάποιο άλλο χώρο για να ταϊσουν το γατάκι, ως επίσης και ότι αργότερα την άκουσε να τον κατηγορεί ότι την ενόχλησε. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία της μητέρας της παραπονούμενης γίνεται αποδεκτή. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της παραπονούμενης ως μάρτυρος είναι σχεδόν εξίσου καλή, όπως και για τη μητέρα της. Αναμφίβολα εντοπίζω κάποιες αντιφάσεις στη μαρτυρία της, ενώ, δε μου διαφεύγει ότι, αντεξεταζόμενη, σε αρκετές περιπτώσεις δήλωνε πως δε θυμόταν απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις που της υπόβαλλε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου. Παρόλα αυτά είμαι πεπεισμένος ότι ήταν ειλικρινής και ότι επί της ουσίας κατάθεσε την αλήθεια. Αποδίδω τις διάφορες αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε (τις οποίες θεωρώ επουσιώδεις) καθώς και το γεγονός ότι σε αρκετές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν απαντούσε πως δε θυμόταν, στο χρόνο που μεσολάβησε από τότε που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα μέχρι και την ημέρα που κατάθεσε στο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει η εκδοχή της είναι και πιο λογική από την αντίστοιχη του κατηγορούμενου, ο οποίος, σε ουσιώδεις πτυχές της μαρτυρίας της την ενισχύει με τη δική του μαρτυρία. Ούτε και αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο η παραπονούμενη θα μπορούσε να αποδώσει εκ του μη όντως όσα καταμαρτυρεί του κατηγορούμενου, πέραν από το γεγονός, ότι, καθώς προείπα, ο χρόνος που μεσολάβησε από την ώρα που μαζί με τη μητέρα της και τις ξαδέλφες της μετέβησαν στο πλυντήριο του κατηγορούμενου μέχρι και την ώρα που άρχισε να δίνει γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία είναι τόσο μικρός, οπότε δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι είτε αυτή είτε η μητέρα της θα μπορούσαν σε μερικά λεπτά να κατασκευάσουν ολόκληρη ιστορία που να εμπλέκει τον κατηγορούμενο σε κάτι που δεν έκανε. Η παραπονούμενη, ωστόσο, υπήρξε και δίκαιη έναντι του κατηγορούμενου και τούτο γιατί δεν περιορίστηκε να του αποδώσει όσα της έκανε, τα οποία, σαφώς και είναι ενοχοποιητικά, αλλά, με την ίδια ευκολία και ειλικρίνεια αναφέρθηκε αυτή πρώτα σε γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε και ο κατηγορούμενος, τα οποία, κατ' απομόνωση προς διάφορα άλλα, τον ευνοούν. Για παράδειγμα διερωτώμαι ποιο το όφελος της να δηλώσει στην Αστυνομία (βλ. τη γραπτή της κατάθεση) ότι, όταν μετά το επίδικο επεισόδιο έτρεξε και πήγε προς τη μητέρα της και άρχισε να της λέει τι έγινε ήρθε και ο κατηγορούμενος, ο οποίος άκουγε τι έλεγε στη μητέρα της και απευθυνόμενος ονομαστικά στην ίδια, τη ρώτησε γιατί λέει ψέματα. Φυσικά, εκτός του ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης, σε κάποιο βαθμό ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία της μητέρας της, ο κύριος λόγος για τον οποίο τη θεωρώ αξιόπιστη και ότι κατάθεσε την αλήθεια είναι άμεσα σχετικός με την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του κατηγορούμενου ως μάρτυρα. Στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, θα διαφανούν καλύτερα οι λόγοι για τους οποίους θεωρώ αξιόπιστη μάρτυρα την παραπονούμενη, της οποίας η μαρτυρία, επί της ουσίας γίνεται αποδεκτή. Ο κατηγορούμενος ως μάρτυρας μου έκανε κακή εντύπωση. Υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, προέβαλε ισχυρισμούς που ήταν παράλογοι και στερούνταν πειστικότητας ή που δεν τέθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας, για να τους δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσουν, ανάλωσε σημαντικό χρόνο προκειμένου να με πείσει για επουσιώδη θέματα πως δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, συναφώς με διάφορους ισχυρισμούς της παραπονούμενης καθώς και της μητέρας της και τούτο, ενίοτε, παραβλέποντας ότι δεν τις διέψευδε ή ορθότερα τις επιβεβαίωνε επί της ουσίας σε αρκετές περιπτώσεις, ενώ, επιστράτευσε και ψευδομάρτυρα, προκειμένου να με πείσει να δεχθώ την εκδοχή του. Και κάτι ακόμη. Το γεγονός ότι στο Δικαστήριο προέβαλε για πρώτη φορά διάφορους ισχυρισμούς που δεν ανάφερε στην Αστυνομία ανακρινόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ενισχύει τη βεβαιότητά μου, ότι η εκδοχή του για πλείστα όσα έχει αναφέρει στο Δικαστήριο είναι κατασκευασμένη και σκέψεις εκ των υστέρων. Ούτε και μου διαφεύγει ότι, έστω κι αν αρνήθηκε να υπογράψει την ανακριτική του κατάθεση (βλ. το τεκμήριο 2) ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι οι διάφορες απαντήσεις που έδωσε στις ερωτήσεις που του υπόβαλε ο εξεταστής, δεν αποτελούν το προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης βούλησής του. Επομένως, το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης αποτελεί ακόμη ένα στοιχείο που συνεκτιμώ μαζί και με όσα έχει αναφέρει στο Δικαστήριο, προκειμένου να αποφανθώ επί της αξιοπιστίας του. Για όλους τους παραπάνω λόγους, η μαρτυρία του κατηγορούμενου, επί της ουσίας απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, κατασκευασμένη και ψευδής, με εξαίρεση οτιδήποτε έχει αναφέρει το οποίο αποδεικνύεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία. Ειδικότερα: Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του καθώς και ο ίδιος ανάλωσαν αρκετό χρόνο, προκειμένου να με πείσουν ότι το μέρος όπου πήγε ο κατηγορούμενος μαζί με την παραπονούμενη είναι αποθήκη και όχι γραφείο. Εκτός του ότι θεωρώ επουσιώδες τι από τα δυο ισχύει, μπροστά στην ουσία που είναι ότι κάποια στιγμή, ο κατηγορούμενος μαζί με την παραπονούμενη εισήλθαν μόνοι στο συγκεκριμένο χώρο για να ταϊσουν το γατάκι, υπενθυμίζω στον κατηγορούμενο, ότι, ο δικηγόρος του, σε δυο τουλάχιστον περιπτώσεις υπόβαλε στην παραπονούμενη, πρώτο, ότι έξω στο χώρο του γραφείου υπήρχε άντρας ο οποίος έβλεπε μέσα στο γραφείο τι έκαναν και δεύτερο, ότι στο χώρο του γραφείου ούτε ένα λεπτό δεν έκαναν. Ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση, ότι μετά τη συνομιλία που είχε με την παραπονούμενη, όταν τον είδε να κρατά το γατάκι, της πρότεινε να πάνε να του βάλουν φαγητό, αφού αγαπά τα ζώα. Φυσικά, στην ανακριτική του κατάθεση ισχυρίστηκε ότι μόνο καλησπέρα είπε στην παραπονούμενη και τη μητέρα της όταν τις είδε ως επίσης και ότι η παραπονούμενη, απλώς πήγε πίσω του για να δει το γατάκι και για να του βάλει φαγητό να φάει, όταν ο ίδιος μπήκε στην αποθήκη (βλ. τις ερωτήσεις 6, 7 και 8 και τις σχετικές απαντήσεις του κατηγορούμενου). Και κάτι ακόμη. Προκύπτει από το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης, ότι η μόνη συνομιλία που δέχεται πως είχε με την παραπονούμενη είναι ότι της είπε που ήταν το φαγητό για να ταϊσει το γάτο (βλ. την ερώτηση αρ.9 και τη σχετική απάντηση του κατηγορούμενου). Ισχυρίστηκε ότι από τη στιγμή που μπήκε μαζί με την παραπονούμενη στην αποθήκη παρέμεινε σ' αυτή περίπου ένα λεπτό. Σ' αυτό το λεπτό, η παραπονούμενη πήρε το φαγητό από το ράφι άρχισε να βάζει μέσα σ' ένα πιατάκι, ενώ ο ίδιος έσκυψε και έβαλε το γατάκι και έτρωγε κρατώντας το. Ειλικρινά, δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς είναι δυνατό όλα αυτά να συμβούν μέσα σε ένα μόλις λεπτό. Κατανοητός ο στόχος του κατηγορούμενου που επέμενε να προβάλλει ψευδόμενος το συγκεκριμένο ισχυρισμό, τον οποίο φυσικά απορρίπτω αφού το διαψεύδει η μητέρα της παραπονούμενης, η οποία ανάφερε ότι η κόρη της ήρθε κοντά της φοβισμένη, αφότου πήγε με τον κατηγορούμενο για να ταϊσουν το γατάκι, μετά πάροδο πέντε με δέκα λεπτών. Εκτός του ότι η μητέρα της παραπονούμενης, για λόγους που έχουν αναφερθεί κρίθηκε καθ' όλα αξιόπιστη μάρτυρας, ακόμη και να μη λάμβαναν χώρα στο γραφείο του κατηγορούμενου όσα του αποδίδει η παραπονούμενη και τα μόνα που έγιναν είναι αυτά που ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος, το θεωρώ άκρως παράλογο αυτά να έγιναν μέσα σ' ένα λεπτό. Έπειτα, εάν όντως ο λόγος που πήγαν στην αποθήκη (στο γραφείο του στην πραγματικότητα) ήταν για να ταϊσει το γατάκι η παραπονούμενη, γιατί δεν παρέμειναν εκεί μέχρι να φάει το γατάκι, παρά μόνο το πήρε μαζί με το φαγητό του στον κήπο; Και επειδή επικαλείται το Μ.Υ.1 και συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι το βρήκε έξω από την αποθήκη και του ζήτησε να του αλλάξει κάτι κέρματα για να κάνει τη δουλειά του, οπότε του είπε να περιμένει να ταϊσει το γατάκι και μετά να τον εξυπηρετήσει, διερωτώμαι για τα εξής: Αφού του είπε να περιμένει να ταϊσει το γατάκι και μετά να τον εξυπηρετήσει, γιατί βγήκε στο λεπτό έξω, αφού εν τέλει πήρε το γατάκι όπως είπε μαζί με το φαγητό του στον κήπο; Έπειτα, πόσο λογικό είναι να του ζητά, υποτίθεται, ο πελάτης κέρματα για να κάνει τη δουλειά του και να λέει στον πελάτη να περιμένει να ταϊσει πρώτα το γατάκι και μετά να τον εξυπηρετήσει; Και ποια δουλειά ήθελε να κάνει ο υποτιθέμενος πελάτης, αν ληφθεί υπόψη, ότι, ο ίδιος, δηλαδή, ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι ήθελε τα κέρματα για να πάρει νερό να πιεί επειδή ήταν αφυδατωμένος; Και γιατί τέλος δεν ανάφερε οτιδήποτε στην ανακριτική του κατάθεση για το συγκεκριμένο πελάτη, παρά μόνο το θυμήθηκε στο Δικαστήριο; Είναι φανερό, ότι ο κατηγορούμενος επιστράτευσε το Μ.Υ.1 στο Δικαστήριο, προκειμένου να δημιουργήσει άλλοθι σε σχέση με όσα του καταμαρτυρεί η παραπονούμενη, ωστόσο, η λογική λέει ότι, αν όντως, ο Μ.Υ.1 βρισκόταν στο μέρος στον ουσιώδη χρόνο, ο κατηγορούμενος, θα πρεπε να το αναφέρει από την πρώτη στιγμή στον εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.1). Όχι μόνο δεν το έκανε, αλλά και πάλι ψευδόμενος, παραβλέποντας ότι ο εξεταστής της υπόθεσης ούτε καν αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του, ούτε λίγο ούτε πολύ ισχυρίστηκε ότι άλλα του έλεγε και αυτός έγραφε ό,τι ήθελε. Όμως, επί του προκειμένου θα επανέλθω. Έπειτα, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι μετά το ένα λεπτό βγήκαν από την αποθήκη για να εξυπηρετήσει τον πελάτη, γιατί δεν πήρε και την παραπονούμενη στον κήπο όπου θα έπαιρνε το γατάκι μαζί με το φαγητό του, για να το ταϊσει αυτή; Όταν κατά το στάδιο της αντεξέτασης, του υποβλήθηκε ότι στην Αστυνομία, ούτε για το Μ.Υ.1 είπε ούτε ότι θα του άλλαζε κέρματα καθώς και διάφορους άλλους ισχυρισμούς που πρόβαλε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο, με μια μακροσκελή απάντηση που έδωσε ισχυρίστηκε και τα εξής, μεταξύ άλλων: Τα ανέφερε όλα με κάθε λεπτομέρεια. Δε γνώριζε καν τι τον κατηγορούσε η παραπονούμενη, παρά μόνο ότι ήταν ύποπτος. Ο αστυνομικός ανακριτής του είπε ότι έχει οδηγίες να τον εξετάσει μόνο σε συγκεκριμένες ερωτήσεις. Του απάντησε τις ερωτήσεις και του είπε αν έχει κάτι να πει και του είπε έχει πολλά να πει. Ο αστυνομικός του είπε «όχι, στις ερωτήσεις». Του είπε ακόμη, ότι μπορεί να πει μόνο ό,τι έχει σχέση με τις ερωτήσεις. Τότε, διαμαρτυρήθηκε και του είπε πως δεν πρόκειται να υπογράψει τις ερωτήσεις στις απαντήσεις, διότι δε συνάδουν με τη δημοκρατία κ.ο.κ.. Ο αστυνομικός του απάντησε ως εξής: «Εγώ δεν ήμουν χθες εδώ, εγώ έχω οδηγίες τούτο να κάμω μόνο». Λίγο παρακάτω, απαντώντας στην υποβολή ότι χάιδεψε την παραπονούμενη στο χέρι μέχρι και τον ώμο και την άγγιξε στη γάμπα και ότι γι' αυτή την άσεμνη επίθεση κατηγορείτο από την Αστυνομία απάντησε ως εξής: «Εγώ σε καμιά περίπτωση δεν έχω κάνει κάτι τέτοιο και ούτε καν ήξερα ότι έχει κάνει παράπονο στην Αστυνομία το συγκεκριμένο γεγονός και με μεγάλη μου έκπληξη, όταν πήρα τις καταθέσεις πριν 5 - 6 μήνες και διάβασα δεν πίστευα στα μάτια μου». Το πόσες αντιφάσεις απορρέουν από τις παραπάνω απαντήσεις του στις δυο υποβολές που του έγιναν, θα διαφανεί αμέσως. Σε σχέση με όσα καταλογίζει στον εξεταστή της υπόθεσης, καταρχήν, να επαναλάβω ότι ο μάρτυρας το μόνο που ανάφερε με τη μαρτυρία του είναι ότι στις 28.7.2009 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο με τη μέθοδο ερωταπαντήσεων. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου. Μολονότι αυτό και μόνο αρκεί για να απορρίψω τη μαρτυρία του κατηγορούμενου για όσα αποδίδει στον εξεταστή, εντούτοις, θα συνεχίσω. Ωστόσο, ακόμη και να δεχόμουν τη μαρτυρία του επί του προκειμένου, θα μπορούσε στο πλαίσιο συγκεκριμένων ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν από τον εξεταστή να εισάξει τότε το Μ.Υ.1 στην υπόθεση, αν πράγματι αυτός ήταν έξω από το γραφείο στον ουσιώδη χρόνο και συνέβηκε μεταξύ τους ό,τι και οι δυο ανάφεραν στο Δικαστήριο. Θα μπορούσε να το κάνει τόσο απαντώντας στην ερώτηση αρ.10 «περίπου πόση ώρα ήσουν μαζί με την (παραπονούμενη) στην αποθήκη;» όσο και στην επόμενη ερώτηση, υπ' αρ. 11 «μετά από πόση ώρα έφυγες από την αποθήκη;» Αναφορικά με το λόγο που αρνήθηκε να υπογράψει την κατάθεσή του παραπέμπω απευθείας σ' αυτή και συγκεκριμένα στη σχετική πιστοποίηση στην οποία προβαίνει στο τέλος ο Μ.Κ.1 που την έλαβε, ο οποίος αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να την υπογράψει επειδή, όπως ανάφερε, ήθελε να ρωτήσει το δικηγόρο του. Αυτός είναι ο λόγος και όχι τα διάφορα ψεύδη που ανάφερε στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος. Ο ισχυρισμός του πως δεν ήξερε ότι η παραπονούμενη έκανε παράπονο στην Αστυνομία για το επίδικο συμβάν και ότι με μεγάλη του έκπληξη, όταν πήρε τις καταθέσεις πριν 5 - 6 μήνες και τις διάβασε δεν πίστευε στα μάτια του αποτελεί κορυφαία έκφραση του πόσο αντιφατικός ήταν, αλλά και της ευκολίας με την οποία κατέφευγε στο ψεύδος. Ουσιώδης χρόνος είναι η 27η Ιουλίου, 2009. Την επόμενη μέρα του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από το Μ.Κ.1, ο οποίος τον προειδοποίησε ως εξής: «Σε πληροφορώ ότι εξετάζω υπόθεση άσεμνης επίθεσης και κοινής επίθεσης εναντίον της (παραπονούμενης) 17 ετών από τη Λεμεσό, αδίκημα που διαπράχθηκε την 27/07/09 στη Λεμεσό για την οποία έχω μαρτυρία που μου παρέχει εύλογη υποψία ότι ενέχεσαι και προτίθεμαι να σε ανακρίνω και να σου πάρω κατάθεση». Η παραπάνω προειδοποίηση καθώς και το περιεχόμενο των απαντήσεων του κατηγορούμενου στις ερωτήσεις που του υπόβαλλε ο Μ.Κ.1, κάθε άλλο παρά δικαιολογούν τη μεγάλη έκπληξη με την οποία διάβασε το περιεχόμενο των καταθέσεων που πήρε πριν 5 - 6 μήνες και μάλιστα, σε βαθμό που να μην πιστεύει στα μάτια του. Ότι ψεύδεται ο κατηγορούμενος και συνάμα είναι αντιφατικός αποδεικνύεται και από το γεγονός, ότι, ενώ ισχυρίζεται πως δεν ήξερε ότι τον κατάγγειλε στην Αστυνομία η παραπονούμενη, κάτι που έμαθε πριν από 5 - 6 μήνες, στην κυρίως εξέταση, προκειμένου να προλειάνει το έδαφος, για όσα θα κατάθετε ακολούθως ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι όταν τον είδε ξανά, ένα περίπου μήνα μετά το επίδικο περιστατικό και το ρώτησε δήθεν τι συνέβηκε στον ουσιώδη χρόνο του είπε ότι πήγε στην Αστυνομία (η παραπονούμενη) και τον κατάγγειλε για άσεμνη επίθεση. Δε νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ. Η απάντηση που έδωσε στην τελευταία υποβολή που του έγινε με την οποία συμπληρώθηκε και η μαρτυρία του αποκαλύπτει το μέγεθος της σύγχυσης που τον είχε κυριεύσει υπό το βάρος της αντεξέτασης στην οποία υποβλήθηκε αλλά και την αδυναμία του να προσάψει στην παραπονούμενη κάποιο κίνητρο για όσα του καταμαρτυρεί ότι έκανε εναντίον της. Παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο τόσο της υποβολής όσο και της απάντησης. «Ε. Σου υποβάλλω ότι τα γεγονότα διαδραματίστηκαν όπως τα περίγραψε η (παραπονούμενη) και όχι όπως τα λες εσύ σήμερα. Α. Όχι, αρνούμαι αυτά που περίγραψε (η παραπονούμενη) προφανώς είχε κάποιο σκοπό για να με βλάψει και αποκομίσει οικονομικό όφελος και αφού δεν τα κατάφερε τότε με το πρώτο σενάριο της, το φυσικά φανταστικό, τώρα στο δικαστήριο τούτο, με φόντο τα ψυχολογικά της προβλήματα και πάλιν με στόχο και σκοπό οικονομικές αποζημιώσεις». Ακολουθούν μερικά σύντομα σχόλια. Καταρχήν, δεν αντιλαμβάνομαι πώς τεκμηριώνεται το προφανές του σκοπού της παραπονούμενης να θέλει να το βλάψει. Έπειτα, ποιο είναι το πρώτο σενάριο που επιστράτευσε και ποιο το δεύτερο για να πετύχει το σκοπό της. Ακολούθως, πρώτον, πώς τεκμηριώνει τον ισχυρισμό του, ότι η παραπονούμενη αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα και δεύτερον, πότε της υποβλήθηκε κάτι τέτοιο, για να της δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσει. Τέλος, κατά ποια έννοια η παραπονούμενη, με όσα του αποδίδει αποβλέπει είτε σε οικονομικό όφελος είτε σε οικονομικές αποζημιώσεις. Ουδεμία απάντηση έχει δοθεί εκ μέρους του κατηγορούμενου, σ' όλα τα παραπάνω εύλογα κατά τη γνώμη μου ερωτήματα - σχόλια. Ότι πρόκειται για αίολους ισχυρισμούς και ασύστολα ψεύδη του είναι ολοφάνερο. Θεωρώ πως δε χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης η μαρτυρία του Μ.Υ.1, Χρ. Χριστοφή, προκειμένου να εξηγήσω γιατί την απορρίπτω στο σύνολό της ως αναξιόπιστη και ψευδή και γιατί κηρύσσω τον ίδιο ως εντελώς αναξιόπιστο μάρτυρα, ο οποίος επιστρατεύτηκε από τον κατηγορούμενο και σε πλήρη συνεννόηση μαζί του επιχείρησε, ανεπιτυχώς, να ενισχύσει και επιβεβαιώσει την εκδοχή του, σε σχέση με κρίσιμα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και τούτο, τη στιγμή που είμαι απόλυτα βέβαιος, ότι δε βρισκόταν στο μέρος που ισχυρίστηκε πως ήταν στον ουσιώδη χρόνο. Δεν είναι μόνο γιατί έχω απορρίψει τη μαρτυρία και κατ' επέκταση την εκδοχή του κατηγορούμενου που θεωρώ και το μάρτυρα υπεράσπισής του αναξιόπιστο, δεδομένης και της φύσης της μαρτυρίας του. Είναι και το γεγονός, ότι και αυτός προέβαλε ισχυρισμούς που ήταν αφύσικοι και στερούμενοι λογικής υπήρξε αντιφατικός, αλλά ήρθε και σε σύγκρουση με τον κατηγορούμενο, σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης. Ειδικότερα: Παρότι θυμόταν το ύψος του φορέματος που φορούσε η παραπονούμενη δε θυμόταν το χρώμα του. Ο ίδιος σμίκρυνε ακόμη περισσότερο το χρόνο παρουσίας του κατηγορούμενου μαζί με την παραπονούμενη στο γραφείο. Για τον κατηγορούμενο ήταν γύρω στο ένα λεπτό. Για τον ίδιο, δεν πέρασε ούτε ένα λεπτό και μάλιστα, από την ώρα που ζήτησε τα ψιλά από τον κατηγορούμενο μέχρι και την ώρα που αυτός τάισε το γατάκι και βγήκε έξω να του δώσει τα ψιλά. Το εντυπωσιακό με το συγκεκριμένο μάρτυρα είναι ότι, ενώ σε ανύποπτο χρόνο, σε διάστημα ούτε ενός λεπτού συγκράτησε τόσες πολλές λεπτομέρειες σε σχέση με το τι έκανε η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος μέσα στο γραφείο, όταν αργότερα άκουσε την παραπονούμενη να φωνάζει στον κατηγορούμενο, επειδή βιαζόταν, έφυγε και δεν έδωσε σημασία. Ωστόσο, όταν μετά από κανένα μήνα πήγε ξανά να πλύνει το αυτοκίνητό του θυμήθηκε τη σκηνή και ρώτησε τον κατηγορούμενο τι έγινε, ο οποίος, του είπε ότι η παραπονούμενη τον κατάγγειλε για άσεμνη επίθεση. Δε μου φαίνονται λογικά όλα αυτά για να τα πιστέψω. Εκεί όπου αποκαλύπτεται το μέγεθος της αναξιοπιστίας του είναι όταν ισχυρίστηκε ότι, όταν ο κατηγορούμενος βγήκε από την αποθήκη για να του δώσει ψιλά, τα χέρια του ήταν ελεύθερα. Καθώς έχει αναφέρει άφησε το γατάκι και βγήκε έξω. Μου φαίνεται ότι επί του προκειμένου ξέχασε το σενάριο που του υπαγόρευσε ο κατηγορούμενος, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι βγήκε έξω με την παραπονούμενη κρατώντας τόσο το γατάκι όσο και το φαγητό του. Άξιος σχολιασμού είναι και ο ισχυρισμός του, ότι, ενώ ζήτησε από τον κατηγορούμενο τα ψιλά επειδή ήταν διψασμένος, κουρασμένος και αφυδατωμένος και ήθελε κάτι να πιεί από τη μηχανή, δεν αντέδρασε όταν ο κατηγορούμενος του είπε να περιμένει να ταϊσει πρώτα το γατάκι και μετά να του δώσει τα ψιλά. Ενώ στη γραπτή του κατάθεση (βλ. το τεκμήριο 6), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης ισχυρίζεται ότι φεύγοντας από το πλυντήριο του κατηγορούμενου άκουσε φωνές και συγκεκριμένα τη νεαρή κοπέλα που ήταν στην αποθήκη να φωνάζει στον κατηγορούμενο, αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι είδε ένα άτομο να φωνάζει, να κουνά τα χέρια του, άκουσε φωνές, αλλά δεν έδωσε σημασία. Η αντίφαση είναι εμφανής. Η νεαρή κοπέλα που ήταν στην αποθήκη μετατράπηκε γενικά και αόριστα σε ένα άτομο. Το γεγονός ότι θυμόταν τι χρώμα είχε το γατάκι του κατηγορούμενου, μα όχι τι χρώμα είχε το φόρεμα που φορούσε η παραπονούμενη είναι εκπληκτικό. Καταλήγω λέγοντας το εξής, που εκθέτει τόσο το μάρτυρα όσο και τον κατηγορούμενο, ενώ την ίδια ώρα ενισχύει ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία της παραπονούμενης καθώς και της μητέρας της, για όσα και οι δυο καταμαρτυρούν του κατηγορούμενου. Έστω ότι η παραπονούμενη είτε ακόμη η μητέρα της είτε και οι δυο είχαν κάποιο κίνητρο που τις ώθησε να προβούν σε μια ανυπόστατη καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου. Τόσο αφελείς είναι που επέλεξαν το συγκεκριμένο τρόπο, στο συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, τη στιγμή που γνώριζαν - τουλάχιστον η παραπονούμενη - ότι προτού καν εισέλθει η παραπονούμενη με τον κατηγορούμενο στο γραφείο μέχρι και την ώρα που βγήκαν τους έβλεπε διαρκώς ο Μ.Υ.1; Δε νομίζω να είναι τόσο αφελείς είτε η μια είτε η άλλη. Έπειτα, αν η παραπονούμενη είχε κάποιο κίνητρο να καταγγείλει τον κατηγορούμενο για όσα του αποδίδει χωρίς αυτά να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τι νόημα είχε γι' αυτή, η όλη συμπεριφορά που εκδήλωσε αργότερα, όταν συνάντησε τη μητέρα της, τη στιγμή που εκτός από την ίδια, τη μητέρα της, τις ξαδέλφες της πρώτης και τον κατηγορούμενο που την ακολούθησε δεν υπήρχε κανένα άλλο πρόσωπο στο μέρος; Ειλικρινά, το θεωρώ απίθανο για μια κοπέλα μόλις 17 ½ ετών να λειτούργησε τόσο προσχεδιασμένα αλλά και δόλια έναντι ενός αθώου ανθρώπου. Κατ' ακολουθία των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου κρίνω ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Η ουσία τους έγκειται στα εξής: Στις 27.7.2009 και ώρα 22:00 περίπου, η παραπονούμενη μαζί με τη μητέρα της και τρεις ξαδέλφες της πρώτης πήγαν στο πλυντήριο αυτοκινήτων του κατηγορούμενου για πλύσιμο του αυτοκινήτου της δεύτερης. Εκεί, κάποια στιγμή τις συνάντησε ο κατηγορούμενος, ο οποίος τις χαιρέτισε. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος είπε στην παραπονούμενη ότι έχει ένα γατάκι εκεί στο δέντρο το οποίο έφερε στο μέρος. Η παραπονούμενη, επειδή της αρέσουν τα ζώα το έπιασε στα χέρια της. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος το πήρε πίσω και της πρότεινε να πάει να το ταϊσει. Μολονότι αυτή προς στιγμής δίστασε επειδή ο κατηγορούμενος επέμενε τον ακολούθησε στο γραφείο για να ταϊσει το γατάκι. Εκεί είχε και την τροφή του. Κατά τη διάρκεια της ολιγόλεπτης παραμονής τους στο γραφείο και αφού στο μεταξύ η παραπονούμενη έβαλε φαϊ στο γατάκι, όταν επιχείρησε να φύγει, ο κατηγορούμενος της είπε να κάτσει. Την ίδια ώρα την ακούμπησε στον αριστερό ώμο και της χάιδεψε το χέρι μέχρι και τον αγκώνα. Η παραπονούμενη φοβήθηκε και τράβηξε πίσω, οπότε ο κατηγορούμενος τη ρώτησε αν πηγαίνει θάλασσα. Του απάντησε καταφατικά και τότε αυτός της είπε πως δε μαύρισε. Ακολούθως, της ζήτησε να ακουμπήσει το γατάκι για να δει που κάμνει «γκρρρ» (που γουργουρίζει υποθέτω ήθελε να πει). Αυτή αρνήθηκε. Ο κατηγορούμενος επέμενε, οπότε πήρε ο ίδιος το γατάκι και του έκανε κάτι για να το ακούσει η παραπονούμενη να γουργουρίζει. Μετά από αυτό, η παραπονούμενη σηκώθηκε να φύγει. Την ίδια ώρα, ο κατηγορούμενος, που ήταν σκυφτός (τσουλλοκαθιστός, κατά την παραπονούμενη) και χάιδευε το γατάκι, την ακούμπησε με τα χέρια του στην αριστερή γάμπα λέγοντάς της «έκανες ζάμπα». Αυτή του απάντησε ότι πρέπει να πάει και ξεκίνησε να φύγει από το μέρος φοβισμένη. Τότε, ο κατηγορούμενος της σήκωσε το φόρεμα μέχρι το σημείο που φαινόταν το εσώρουχό της. Η παραπονούμενη το κατέβασε αμέσως κάτω, ο κατηγορούμενος δοκίμασε να ξανακάνει την ίδια κίνηση, χωρίς αποτέλεσμα όμως, αφού, η παραπονούμενη τραβήχτηκε προς τα πίσω. Τη στιγμή αυτή, ο κατηγορούμενος τη ρώτησε γιατί δεν τον αφήνει να δει το μποξεράκι που φορούσε. Αφού λέχθηκαν και διάφορα άλλα μεταξύ τους, η παραπονούμενη άνοιξε την πόρτα και έτρεξε προς τη μητέρα της φοβισμένη και ταραγμένη, οπότε και την ενημέρωσε τι έγινε στο γραφείο. Στο μέρος ήρθε και ο κατηγορούμενος, ο οποίος την ακολούθησε και την άκουγε να συνομιλεί με τη μητέρα της για όσα προηγήθηκαν στο γραφείο του, οπότε απευθυνόμενος στην πρώτη, τη ρώτησε γιατί λέει ψέματα. Η παραπονούμενη, τότε, φωνάζοντάς του, μεταξύ άλλων, τον αποκάλεσε παιδεραστή. Στη συνέχεια μαζί με τη μητέρα της μετέβηκαν στην Αστυνομία για σχετική καταγγελία. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα: «Όποιος παράνομα και άσεμνα επιτίθεται εναντίον γυναίκας, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: Πρώτο, η επίθεση εναντίον γυναίκας, δεύτερο, παράνομα και τρίτο, άσεμνα. Σύμφωνα με το σύγγραμμα "Blackstone's Criminal Practice"
(2002)σελ. 234, παράγρ. Β3.84 είναι κοινή προϋπόθεση σε όλα τα αδικήματα άσεμνης επίθεσης, η πράξη να ισοδυναμεί με επίθεση, κάτι που προϋποθέτει χρήση βίας ή απειλή χρήσης βίας από τον κατηγορούμενο στο θύμα. Μια άσεμνη επίθεση ορίζεται ως επίθεση που γίνεται κάτω από άσεμνες περιστάσεις. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, το τεστ για την άσεμνη επίθεση είναι κυρίως αντικειμενικό. Αυτό σημαίνει ότι η επίθεση ή οι περιστάσεις που τη συνοδεύουν, θα πρέπει να μπορούν να θεωρηθούν ως άσεμνες από ορθά σκεπτόμενους ανθρώπους. Θα πρέπει δηλαδή να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος εσκεμμένα επιτέθηκε στο θύμα, εν γνώσει του άσεμνου των περιστάσεων ή απερίσκεπτα ως προς την ύπαρξή τους. Πρόκειται για σεξουαλικό το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, οπότε, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258 σελ. 269): «Σε τέτοιες περιπτώσεις η μαρτυρία της παραπονούμενης χρειάζεται ενίσχυση σαν θέμα πρακτικής (βλ. Μεϊτανής ν. Δημοκρατίας
(1967)2 Α.Α.Δ. σελ. 31, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου
(1972)Α.Α.Δ. σελ. 81, Πετεινός ν. Αστυνομίας
(1961)Α.Α.Δ. σελ. 330). Ωστόσο παρά την ύπαρξη του πιο πάνω κανόνα πρακτικής η καταδίκη σε πρέπουσα υπόθεση μπορεί να θεμελιωθεί με βάση μόνο τη μαρτυρία της παραπονούμενης (βλ. Θεοδώρου ν. Αστυνομίας
(1971)2 Α.Α.Δ. σελ. 245), αφού προηγουμένως το Δικαστήριο προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τον κίνδυνο που ενυπάρχει όταν βασίζεται μόνο πάνω στην χωρίς ενίσχυση μαρτυρία της παραπονούμενης (βλ. R. v. Henry and Manning [1969] Cr. App. R. (C.A.) 150).". Βλ. και Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71. Αυτονόητο πως, για να επαναλάβω, τίθεται θέμα ενισχυτικής μαρτυρίας προς ενίσχυση αξιόπιστης μαρτυρίας (βλ. και την Παπαδήμας ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 251 κ.ο.κ.). Από την άλλη, το αδίκημα της κοινής επίθεσης δημιουργεί το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα και στοιχειοθετείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου, είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα. Στην υπόθεση R. v. Vienna
(1975)3 All E.R. 788 τέθηκαν οι νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης, δε χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος «επίθεση» χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί και χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο [βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445]. Βλ. επίσης το σύγγραμμα Archbold Pleading and Practice, 40η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1280. Παρατηρώ τα εξής: Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο, καταρχήν ακούμπησε την παραπονούμενη στον ώμο και της χάιδεψε το χέρι, έπειτα, αφού την ακούμπησε με τα χέρια του στη γάμπα της είπε «έκανες ζάμπα», ακολούθως, παρότι αυτή με τη συμπεριφορά της εκδήλωσε την αντίθεση της για όσα της έκανε ή έλεγε μέχρι τη στιγμή αυτή, προχωρώντας ακόμη παραπέρα, της σήκωσε το φόρεμα μέχρι το σημείο που φαινόταν το εσώρουχό της, η επιμονή του να κάνει ξανά το ίδιο, παρότι η παραπονούμενη κατέβασε αμέσως το φόρεμά της και η διαμαρτυρία του προς αυτή, επειδή δεν τον άφησε να δει το μποξεράκι που φορούσε, δηλαδή το εσώρουχό της, όλα αυτά είτε από μόνα τους είτε ως σύνολο αποτελούν επίθεση που έγινε κάτω από άσεμνες περιστάσεις, με πρόθεση εκ μέρους του κατηγορούμενου και προφανώς παράνομα, αφού κανένα δικαίωμα είχε να προβεί σ' αυτές εναντίον της παραπονούμενης, χωρίς τη συγκατάθεσή της. Ούτε και μπορεί να ισχυρίζεται ότι υπήρχε τέτοια συγκατάθεση, με μόνο λόγο, την άρνησή του για όσα η παραπονούμενη του αποδίδει. Ο τρόπος που γενικά ενήργησε ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο και οι περιστάσεις που συνόδευαν την επίθεση δεν αφήνουν ίχνος αμφιβολίας ότι επρόκειτο για άσεμνη επίθεση αυτή, όπως ορίζεται σε άλλο σημείο, ανωτέρω. Τέτοιες περιστάσεις που προηγήθηκαν της επίθεσης είναι οι εξής: Ήταν βράδυ και ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος τη γνωριμία του τόσο με την παραπονούμενη όσο και με τη μητέρα της καθώς και το νεαρό της ηλικίας και την αγάπη της πρώτης για τα ζώα, με πρόφαση, ότι θα την έπαιρνε να ταϊσουν το γατάκι, ουσιαστικά παραπλάνησε τόσο αυτή όσο και τη μητέρα της και αφού την απέσπασε από το μέρος όπου ήταν μαζί με τη μητέρα της και τις ξαδέλφες της, την πήρε στο γραφείο του, που απέχει μερικά μέτρα από το σημείο που τη συνάντησε και εκεί της επιτέθηκε με τον τρόπο και κάτω από συνθήκες που αναφέρονται σε άλλο σημείο. Δε νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ. Καθώς προείπα, η άσεμνη επίθεση αποτελεί σεξουαλικό αδίκημα και συγκεκριμένα, από αυτά που για σκοπούς απόδειξης, ως θέμα πρακτικής χρειάζεται ενίσχυση η μαρτυρία της παραπονούμενης (βλ. τη Σάββα, ανωτέρω) ή να ενισχύεται σε ουσιώδες σημείο της από άλλο ενοχοποιητικό αποδεικτικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο (βλ. τη Δημοσθένους κ.ά., ανωτέρω, επίσης). Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς, στη Βούτουνος (ανωτέρω, επίσης), η άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, αποτελεί σεξουαλικό αδίκημα το οποίο διαπράττεται από παρόρμηση και λειτουργία της γενετήσιας ορμής για ηδονή, οπότε ενδείκνυται το Δικαστήριο να αναζητεί ενισχυτική μαρτυρία, η οποία να επιβεβαιώνει τη διάπραξη του αδικήματος από τον κατηγορούμενο. Ωστόσο, παρά την ύπαρξη του πιο πάνω κανόνα, η καταδίκη μπορεί να θεμελιωθεί με βάση μόνο τη μαρτυρία της παραπονούμενης, αφού προηγουμένως το Δικαστήριο προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του, για τον κίνδυνο που ενυπάρχει όταν βασίζεται μόνο πάνω στη χωρίς ενίσχυση μαρτυρία της παραπονούμενης (βλ. τις Σάββα και Βούτουνος, ανωτέρω). Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της παραπονούμενης είναι τόσο καλή, οπότε, προειδοποιώντας κατάλληλα τον εαυτό μου για τον κίνδυνο που ενυπάρχει να βασιστώ μόνο στη μαρτυρία της και να καταδικάσω τον κατηγορούμενο είμαι διατεθειμένος να βασιστώ αποκλειστικά σ' αυτήν και να καταδικάσω τον κατηγορούμενο και στις δύο κατηγορίες, οι οποίες, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί, στοιχειοθετούνται. Ωστόσο, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια και χωρίς να σημαίνει ότι έχω ίχνος αμφιβολίας για την ενοχή του κατηγορούμενου, θεωρώ ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης ενισχύεται ουσιωδώς σε σχέση και με τα δύο αδικήματα. Ο χρόνος που μεσολάβησε από τη στιγμή που η παραπονούμενη έφυγε από το γραφείο του κατηγορούμενου μέχρι και τη στιγμή που συνάντησε τη μητέρα της, στην οποία ανάφερε τι προηγήθηκε στο γραφείο ήταν ελάχιστος, μόλις ένα λεπτό περίπου. Όταν συνάντησε τη μητέρα της ήταν φοβισμένη και ταραγμένη. Ερωτηθείσα δε από τη μητέρα της να της πει τι ακριβώς έγινε, την πληροφόρησε σχετικά, τρέμοντας. Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό ασφαλώς με το περιεχόμενο του σχετικού παραπόνου είναι φανερό, ότι, καθιστούν αυτό, άμεσο παράπονο τη εννοία του άρθρου 10 του περί Αποδείξεως Νόμου και κατά συνέπεια ενισχυτική μαρτυρία για ό,τι βίωσε η παραπονούμενη στο γραφείο του κατηγορούμενου. Ούτε και είχε το χρόνο η παραπονούμενη μα ούτε και λόγο καθώς ήδη έχει αναφερθεί να κατασκευάσει όσα απέδωσε στον κατηγορούμενο, τα οποία ανάφερε στη μητέρα της, σχεδόν, ευθύς αμέσως και σε μερικά λεπτά αργότερα, λεπτομερώς στην Αστυνομία. Ούτε και μου διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος, σε σημαντικό βαθμό επιβεβαιώνει τόσο την παραπονούμενη όσο και τη μητέρα της για όσα διαδραματίστηκαν μετά που η πρώτη έφυγε από το γραφείο του και συνάντησε τη δεύτερη. Αναφορικά με την αναστατωμένη κατάσταση στην οποία βρισκόταν η παραπονούμενη όταν συνάντησε τη μητέρα της, δε μου διαφεύγει ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Καϊλής ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 251), αυτή αποτελεί ενισχυτική μαρτυρία μόνο αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις. Όπως αναφέρεται συναφώς: «Τέτοιες περιστάσεις συντρέχουν όπου οι συνθήκες υποβολής του παραπόνου είναι τέτοιες που να αποκλείουν την προσποίηση, τον θεατρινισμό, την πλαστότητα ή την παραποίηση. Δεν πρέπει να αποδίδεται ιδιαίτερη έμφαση στην αναστάτωση και μικρή μόνο βαρύτητα μπορεί να της αποδίδεται.» Το περιεχόμενο του παραπόνου και η φύση του, σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι, ακόμη και ο κατηγορούμενος - που δεν ήταν σε θέση να αποδώσει στην παραπονούμενη με βεβαιότητα και σαφήνεια συγκεκριμένο κίνητρο για να τον καταγγείλει και που στο βαθμό που το επιχείρησε υπήρξε και αντιφατικός, συν τοις άλλοις - ομολογεί κάποια ουσιαστικά γεγονότα, τα οποία, ενταγμένα στο ευρύτερο πλαίσιο γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση σε σχέση με το επίδικο επεισόδιο, σύμφωνα με την εκδοχή της παραπονούμενης, εδραιώνουν ακόμη περισσότερο τη βεβαιότητά μου, ότι η παραπονούμενη είπε την αλήθεια, χωρίς να δημιουργείται στο μυαλό μου, ίχνος υποψίας, ότι είτε προσποιήθηκε είτε έκανε θέατρο είτε έπλασε είτε τέλος, παραποίησε τα γεγονότα, όταν αναστατωμένη τα εξιστορούσε στη μητέρα της. Αναφορικά τέλος με τα διάφορα ψέματα που είπε ο κατηγορούμενος τόσο στην Αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο, ιδιαίτερα εκείνα που αφορούν στην ουσία της υπόθεσης είναι φανερό, ότι αυτά ήταν σκόπιμα, αφού, προφανώς γνώριζε ότι αυτά που έκανε στην παραπονούμενη ήταν παράνομα και ποινικά κολάσιμα, οπότε, το κίνητρό του να ψευσθεί είναι επίσης φανερό, ότι ήταν η αντίληψη ενοχής και ο φόβος του για την αλήθεια. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου και στις δυο κατηγορίες, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος τόσο στην 1η όσο και στη 2η κατηγορία. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά: Άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας - συστατικά στοιχεία -, ενισχυτική μαρτυρία, άμεσο παράπονο.). [*] Από το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια Πρακτική Προσέγγιση)» σελ.157 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.