ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Πανίκου Ευστρατίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 27212/10, 11 Απριλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2011:14 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΕΜΕΣΟ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Μ. Αμπίζα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27212/10 Μεταξύ: ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Εναντίον
- Πανίκου Ευστρατίου
- Συμεών Καραμιχαήλ
- Μάριου Μαραγκού
- Νικόλα Ευστρατίου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 11 Απριλίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Δημοκρατία: κ. Κανναουρίδης με κ. Αριστείδη Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Κ. Ευσταθίου Κατηγορούμενoς 4 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 21.7.2010 και περί ώρα 12:15 διαπιστώθηκε διάρρηξη και κλοπή 200 ράβδων εκρηκτικής ύλης τύπου PG2 από την αποθήκη αριθμός 9 του στρατοπέδου 661 που βρίσκεται στην Παλώδια. Με το παρόν κατηγορητήριο αποδίδεται στον κατηγορούμενο 4 (ενίοτε καλούμενος «ο κατηγορούμενος») ότι συνωμότησε με τον κατηγορούμενο 1 να διαπράξουν την εν λόγω διάρρηξη αποθήκης και κλοπή (1η κατηγορία), ότι συνωμότησε με το ίδιο πρόσωπο να διαπράξουν την κατοχή των 200 ράβδων εκρηκτικών υλών τύπου PG2 (2η κατηγορία), ότι διέρρηξε την εν λόγω αποθήκη και έκλεψε από αυτήν τα πιο πάνω αναφερόμενα εκρηκτικά (3η κατηγορία), ότι κατείχε τις εν λόγω εκρηκτικές ύλες (4η κατηγορία) καθώς και ότι μετέφερε αυτές (5η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ενοχή στις ίδιες κατηγορίες καθώς και σε μια επιπρόσθετη κατηγορία και θα του επιβληθεί ποινή στο τέλος της υπόθεσης ενώ η δίωξη στις κατηγορίες 1 μέχρι 5 αναστάληκε εναντίον του κατηγορούμενου
- Ο κατηγορούμενος 3 αθωώθηκε και απαλλάγηκε από τις κατηγορίες 3, 4 και 5 στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ενώ η δίωξη στις κατηγορίες 1 και 2 είχε ανασταλεί με οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα. Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης περιορίστηκε στην καταχώριση παραδεκτών γεγονότων και τεκμηρίων και στην εξέταση οκτώ μαρτύρων κατηγορίας. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου 4 ανέφερε ότι δεν αμφισβητούνται οι φυσικές ενέργειες που επικαλείται η κατηγορούσα αρχή. Η εισήγηση της υπεράσπισης είναι ότι ο κατηγορούμενος 4 δεν είχε το απαραίτητο στοιχείο της γνώσης της διάπραξης των συγκεκριμένων αδικημάτων κατά το χρόνο που αυτά διαπράττονταν. Τα παραδεκτά γεγονότα που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 1 έχουν ως ακολούθως: Ο Αστ. 3416 Π. Εκτωρίδης της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας στις 21.7.10 και μεταξύ των ωρών 18:00 μέχρι 20:15 φωτογράφισε τη σκηνή διάρρηξης και κλοπής εκρηκτικών υλών τύπου PG2 στο στρατόπεδο 661 Νίκου Ευαγόρου της Παλώδιας στη Λεμεσό στην παρουσία και καθ΄ υπόδειξη του Υ/μου Γ. Αναστασίου της ΥΠ.ΕΓ.Ε. Καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκ. 2 δέσμη αποτελούμενη από 42 φωτογραφίες τις οποίες ετοίμασε με τον τρόπο που αναφέρεται στα παραδεκτά γεγονότα (Τεκ. 1) και δεν θεωρούμε σκόπιμο να επαναλάβουμε. Ο Αστ. 316 Γ. Γεωργίου ειδικός φωτογράφος φωτογράφισε σε ανοικτό χώρο παρά το χωριό Ποταμιού της Επαρχίας Λεμεσού στην παρουσία και καθ΄ υπόδειξη του Αν.Υ/μου Ιωάννη Γεωργίου 93 ράβδους εκρηκτικής ύλης τύπου PG2 εκ των οποίων οι 79 εντοπίστηκαν σε πλαστικό βαρέλι (ΧΑ10) ενώ οι υπόλοιπες 14 σε στρατιωτικό σακίδιο (ΧΑ1). Καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκ. 3 δέσμη αποτελούμενη από 27 φωτογραφίες τις οποίες ετοίμασε με τον τρόπο που αναφέρεται στα παραδεκτά γεγονότα (Τεκ. 1) και δεν θεωρούμε σκόπιμο να επαναλάβουμε. Στις 24.8.10 και μεταξύ των ωρών 19:02 μέχρι 19:06 φωτογράφισε σε ανοιχτό χωράφι παρά το χωριό Ερήμη στη Λεμεσό στην παρουσία και καθ΄ υπόδειξη του Υ/μου Ι. Γεωργίου 5 ράβδους εκρηκτικής ύλης οι οποίες ήταν τοποθετημένες σε πλαστικό δοχείο (ΧΑ1), τεκμήριο δυνάμει αστυνομικού εντύπου 161 με αριθμό 5270/
- Καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκ. 4 δέσμη αποτελούμενη από 7 φωτογραφίες τις οποίες ετοίμασε με τον τρόπο που αναφέρεται στα παραδεκτά γεγονότα (Τεκ. 1) και δεν θεωρούμε σκόπιμο να επαναλάβουμε. Στις 7.9.10 και μεταξύ των ωρών 13:51 μέχρι 13:55 φωτογράφισε στο στρατόπεδο Παλώδιας στη Λεμεσό στην παρουσία και καθ΄ υπόδειξη του Υπ/μου Οδ. Οδυσσέως 20 σακίδια εκρηκτικής ύλης PG2, τα οποία τοποθετήθηκαν στο χώρο αποσκευών αυτοκινήτου μάρκας NISSAN QASHQAI, με αρ. εγγραφής ΚVC 128 χρώματος μαύρου. Καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκ. 5 δέσμη αποτελούμενη από 9 φωτογραφίες τις οποίες ετοίμασε με τον τρόπο που αναφέρεται στα παραδεκτά γεγονότα (Τεκ. 1) και δεν θεωρούμε σκόπιμο να επαναλάβουμε. Κατ΄ άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 1.5.10 και 22.7.10 στην Επαρχία Λεμεσού διαπράχθηκε διάρρηξη και κλοπή 200 ράβδων εκρηκτικής ύλης τύπου PG2 συνολικού βάρους 172 κιλών περιουσία της Εθνικής Φρουράς, από την αποθήκη αρ. 9 του Στρατοπέδου 661 Νίκου Ευαγόρου (ΑΒΠ) στην Παλώδια. Οι εν λόγω ράβδοι εκρηκτικής ύλης τύπου PG2, πριν κλαπούν από την εν λόγω αποθήκη αρ. 9 περιέχονταν σε 20 χακί σακίδια. Το κάθε χακί σακίδιο περιείχε 10 ράβδους της εν λόγω εκρηκτικής ύλης. Τα 20 χακί σακίδια περιέχονταν σε 10 ξύλινα κιβώτια που το κάθε ξύλινο κιβώτιο περιείχε 2 χακί σακίδια της εν λόγω εκρηκτικής ύλης. Στις 21.7.2010 ο Υπ/μος Γ. Αναστασίου, ειδικός εμπειρογνώμονας δυνάμει διατάγματος με αριθμό 139/95 και 359/2000 μετέβη στο στρατόπεδο 661 Ν. Ευαγόρου στην Παλώδια όπου εξέτασε τη σκηνή διάρρηξης της αποθήκης και κλοπής των εκρηκτικών υλών που αναφέρονται στην παράγραφο 3 πιο πάνω. Την ίδια ημέρα ο Υπ/μος Γ. Αναστασίου παρέλαβε, μεταξύ άλλων, από την εν λόγω σκηνή τα Τεκμήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του Τεκ. 1 (ΓΑ1-ΓΑ11 και ΓΑ12.1 έως ΓΑ12.10) τα οποία συσκεύασε και σφράγισε και έθεσε πάνω στις συσκευασίες τα αρχικά του ΓΑ και τις εν λόγω αριθμήσεις. Ακολούθως παρέδωσε στον Αστ. 3430 Ελισσαίο Π"Ελλισαίου όλα τα τεκμήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του Τεκ. 1 . Στις 22.7.10 ο Υπ/μος Γ. Αναστασίου παρέλαβε από τον Αστ. 3430 τα 10 ξύλινα κιβώτια ΓΑ12.1 έως ΓΑ12.10 για περαιτέρω εξετάσεις. Στις 22.7.10 ο Υπ/μος Γ. Αναστασίου έλαβε από τα εν λόγω ξύλινα κιβώτια δειγματοληψίες και παρέλαβε τα τεκμήρια που αναφέρονται στον πίνακα της παραγράφου 9 του Τεκ. 1 από τα σημεία που αναφέρονται στον εν λόγω πίνακα (ΓΑ13-ΓΑ42). Στις 22.7.10 ο Υπ/μος Γ. Αναστασίου συσκεύασε και σφράγισε τα τεκμήρια και τις δειγματοληψίες ΓΑ13 έως ΓΑ42 και έθεσε πάνω σ΄ αυτά τα αρχικά του ΓΑ καθώς και τις εν λόγω αριθμήσεις. Ο Υπ/μος Γ. Αναστασίου, ειδικός δακτυλοσκόπος εξέτασε δακτυλοσκοπικά τα εν λόγω 10 ξύλινα κιβώτια και βρήκε ένα αποτύπωμα στο ξύλινο κιβώτιο με διακριτικό ΓΑ12.9 το οποίο βρέθηκε στο σημείο 14 εντός της αποθήκης 9, το φωτογράφισε και του έδωσε το διακριτικό ΓΑ12.9 Α. Ακολούθως εξέτασε δακτυλοσκοπικά το εν λόγω αποτύπωμα συγκρίνοντας το με δακτυλικά και παλαμικά αποτυπώματα που παρέλαβε από τον Αστ. 2907 Παναγιώτη Κωνσταντίνου και διαπίστωσε ότι το εν λόγω αποτύπωμα ανήκει στον Λοϊζο Ηλία Λοϊζου. Η έκθεση του ημερομηνίας 27.10.10 κατατέθηκε ως Τεκ. 6 για την αλήθεια του περιεχομένου της. Στις 13.8.10 ο Υπ/μος Γ. Αναστασίου παρέλαβε μεταξύ άλλων από τον Αστ. 2907 Π. Κωνσταντίνου τα τεκμήρια με διακριτικά ΧΑ1 έως ΧΑ10 που αναφέρονται στην παράγραφο 20.1 έως 20.10 των παραδεκτών γεγονότων (Τεκ. 1) και τα εξέτασε δακτυλοσκοπικά. Στις 17.8.10 παρέλαβε από τον Αστ. 2854 Κλείτο Σωκράτους τα τεκμήρια με διακριτικά ΑΠ1, ΑΠ1Α, ΑΠ1Β, ΑΠ1Γ. Στις 28.9.10 παρέλαβε από τον Αστ. 3430 τα τεκμήρια με διακριτικά ΣΠ1 έως ΣΠ
- Ο Δρ. Μ. Καριόλου, Ανώτερος Μοριακός Γενετιστής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου και ο Παναγιώτης Μανώλη, Ανώτερος Εργαστηριακός Λειτουργός, ειδικοί, μεταξύ άλλων, στην απομόνωση γενετικού υλικού από βιολογικές ουσίες που τυχόν να υπάρχουν πάνω σε διάφορα αντικείμενα προέβηκαν σε επιστημονικές εξετάσεις και αναλύσεις σε επίπεδο DNA επί των τεκμηρίων ΧΑ1 - ΧΑ11, ΓΑ4 - ΓΑ11, ΝΠ3, ΝΠ8, ΝΠ8 Α, ΓΑ13 - ΓΑ42 , ΑΠ1, ΑΠ1 Α, ΑΠ1Β, ΑΠ1 Γ, ΜΣ1 - ΜΣ18, ΣΠ1 -ΣΠ9, που παραδόθηκαν στο Ινστιτούτο με τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο 18 του Τεκ. 1 και κατέληξαν στα συμπεράσματα που αναφέρονται στην έκθεση του Δρ. Μ. Καριόλου ημερομηνίας 23.11.2010 με αριθμό 4553/10 η οποία κατατέθηκε ως Τεκ.
- Γενετικό υλικό του κατηγορούμενου 1 σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Δρ. Μ. Καριόλου εντοπίστηκε σε διάφορα τεκμήρια όπως αναφέρεται στην παράγραφο 18 του Τεκ.
- Ο Αστ. 1991 Χαράλαμπος Αυγουστή στις 8.8.10, μεταξύ των ωρών 20:00 έως 20:50 παρέλαβε από ανοιχτό χώρο παρά το χωριό Ποταμιού τα τεκμήρια που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 20 των παραδεκτών γεγονότων τα οποία συσκεύασε, σφράγισε και υπέγραψε θέτοντας επί των συσκευασιών τα αρχικά του ΧΑ και τα παρέδωσε στον Αστ. 3430 στις 8.8.
- Στις 24.8.10 ο Αστ. 1991 παρέλαβε από ανοιχτό χώρο παρά το χωριό Ερήμη τα αντικείμενα που αναφέρονται στη σελίδα 15 του Τεκ. 1 με διακριτικά ΧΑ1 - ΧΑ4, τα οποία συσκεύασε, σφράγισε και υπέγραψε θέτοντας τα αρχικά του ΧΑ και τα παρέδωσε στον Αστ. 3430 στις 25.8.
- Στις 7.9.10 ο Αστ. 1991 παρουσία του πρώην κατηγορούμενου 2 με τη χρήση ηλεκτρικής σκούπας έλαβε δειγματοληψία σκόνης από τα καθίσματα, το πάτωμα και την κάσια του μονοκάμπινου αυτοκινήτου του με αρ. εγγραφής KEP 761 (ΧΑ1). Το δείγμα αυτός συσκεύασε σε χάρτινο κιβώτιο, το σφράγισε, υπέγραψε και το παρέδωσε στον Αστ. 3430 στις 7.9.
- Στις 14.8.10 ανευρέθησαν και παραλήφθηκαν από τον Αστ. 266 Α. Περικλέους, σε χωράφι βόρεια του χωριού Κολόσσι παρά τον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού Πάφου κάτω από δέντρο χαρουπιάς, τα τεκμήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 21 του Τεκ. 1 με διακριτικά ΑΠ-1 μέχρι ΑΠ-1 Γ τα οποία φωτογραφήθηκαν. Καταχωρήθηκε ως Τεκ. 8 δέσμη αποτελούμενη από 9 φωτογραφίες τις οποίες ετοίμασε με τον τρόπο που αναφέρεται στα παραδεκτά γεγονότα (Τεκ. 1) και δεν θεωρούμε σκόπιμο να επαναλάβουμε. Επίσης ο Αστ. 266 φωτογράφισε καθ΄ υπόδειξη του κατηγορούμενου 4 και στην παρουσία του Υπ/μου Οδ. Οδυσσέως και άλλων αστυφυλάκων διάφορες υποδείξεις σκηνών σχετικά με την εν λόγω υπόθεση. Καταχωρήθηκε ως Τεκ. 9 δέσμη αποτελούμενη από 21 φωτογραφίες με ευρετήριο τις οποίες ετοίμασε με τον τρόπο που αναφέρεται στα παραδεκτά γεγονότα (Τεκ. 1) και δεν θεωρούμε σκόπιμο να επαναλάβουμε. Στις 21.9.10 ο Α/Λοχ. 2492 Σταύρος Περικλέους παρέλαβε από ανοικτό χώρο σε ύψωμα στην περιοχή Μούττη του χωριού Αγία Μαρινούδα 69 ράβδους εκρηκτικής ύλης τύπου PG2 που ήταν κρυμμένες σε τρία σημεία ως λεπτομερώς αναφέρονται στην παράγραφο 23 (α) - (ι) των παραδεκτών γεγονότων τα οποία συσκεύασε, σφράγισε και έθεσε τα αρχικά του ΣΠ τα οποία παρέδωσε στον Αστ.
- Στις 21.7.10 έλαβε διάφορες μετρήσεις στο στρατόπεδο της Παλώδιας σχετικά με την εξεταζόμενη υπόθεση και ετοίμασε σχέδιο επί κλίμακος 1 προς 1000 το οποίο κατατέθηκε ως Τεκ.
- Την ίδια ημέρα στην παρουσία και καθ΄ υπόδειξη του Ανώτερου Υ/που Ι. Γεωργίου φωτογράφισε ανοιχτό χώρο σε ύψωμα στην περιοχή Μούττη της Αγίας Μαρινούδας στη Γεροσκήπου της Πάφου όπου βρέθηκαν κρυμμένοι σε τρία σημεία οι εν λόγω 69 ράβδοι εκρηκτικής ύλης PG
- Καταχωρήθηκε ως Τεκ. 11 δέσμη αποτελούμενη από 21 φωτογραφίες τις οποίες ετοίμασε με τον τρόπο που αναφέρεται στα παραδεκτά γεγονότα (Τεκ. 1) και δεν θεωρούμε σκόπιμο να επαναλάβουμε. Στις 3.9.10 ο Α/Λοχ. 2566 Μ. Σάββα ξεσφράγισε το όχημα με αρ. εγγραφής KVC 128 μάρκας NISSAN QASHQAI που βρισκόταν σταθμευμένο στην αυλή του Κεντρικού Aστυνομικού Σταθμού Λεμεσού στην παρουσία του κατηγορούμενου 4 και έλαβε δειγματοληψίες και παρέλαβε τεκμήρια τα οποία αναγράφονται με λεπτομέρεια στην παράγραφο 24.1-18 των παραδεκτών γεγονότων με διακριτικά ΜΣ1-ΜΣ
- Επίσης ο Α/Λοχ 2566 Μ. Σάββα ειδικός δακτυλοσκόπος εξέτασε δακτυλοσκοπικά το εν λόγω όχημα με αρνητικό αποτέλεσμα. Στις 3.9.10 ο Αστυνόμος Β΄ Βάσος Κοσμά, διπλωματούχος χημικός με δίπλωμα MSC στη Χημική Τεχνολογία, έλαβε στην παρουσία του κατηγορούμενου 4 από το όχημα με αρ. εγγραφής KVC128 δειγματοληψίες για υπολείμματα εκρηκτικής ύλης όπως αναφέρεται με λεπτομέρεια στην παράγραφο 25 των παραδεκτών γεγονότων τις οποίες συσκεύασε σε χάρτινο κιβώτιο και πλαστικό δοχείο αντίστοιχα και αφού τα σφράγισε και υπέγραψε τόσο ο ίδιος όσο και ο κατηγορούμενος 4 τα παρέδωσε στον Αστ. 3430 Ε. Π"Eλισσαίου. Η κατάθεση του ημερομηνίας 9.9.10 κατατέθηκε ως Τεκ. 13 και το περιεχόμενο της καταχωρήθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Στις 22.7.10 ο εν λόγω Αστυνόμος παρέλαβε από τον Αστ. 3430 ένα κομμάτι ττελιού με ίχνη ινών (ΓΑ1) και αφού το εξέτασε επιστημονικά κατέληξε σε αποτελέσματα που αναφέρονται στην ΄Εκθεση του με ημερομηνία 26.7.
- Στις 16.9.2010 ο εν λόγω Αστυνόμος παρέλαβε από τον Αστ. 3430 τα τεκμήρια με διακριτικά ΝΠ3, ΝΠ8, ΝΠ8 Α και αφού τα σύγκρινε με το τεκμήριο ΓΑ1 και τα εξέτασε επιστημονικά κατέληξε, σε αποτελέσματα, που αναφέρονται στην έκθεση του με ημερομηνία 22.9.
- Στις 30.8.10 ο Α/Λοχ. 1110 Περσέας Κουτρουζάς, πυροτεχνουργός, διορισμένος δυνάμει διατάγματος 132/2002 παρέλαβε από τον Αστ. 3430, 5 τεμάχια εκρηκτικής ύλης τύπου PG2 μετά τεμαχίου ακαριαίου σχοινιού ΧΑ1, λιωμένη εκρηκτική ύλη τύπου PG2 ΧΑ2 που αναφέρονται στη σελίδα 15 των παραδεκτών γεγονότων ως τεκμήρια δυνάμει Αστ. Εντύπου με αρ. 5270/
- Ο Α/Λοχ. 1110 ανέλυσε, και εξέτασε επιστημονικά τα εν λόγω τεκμήρια και κατέληξε σε αποτελέσματα και συμπεράσματα τα οποία κατέγραψε στην έκθεση του με ημερομηνία 13.9.10 η οποία κατατέθηκε ως Τεκ.
- Στις 7.9.10 ο εν λόγω Α/Λοχ. 1110 παρέλαβε από τον Αστ. 3430 τα τεκμήρια που παρατίθενται στην παράγραφο 26 με αριθμούς τεκμηρίων ΧΑ1 μέχρι ΧΑ9 των παραδεκτών γεγονότων τα οποία αφού ανέλυσε και εξέτασε επιστημονικά κατέληξε σε αποτελέσματα και συμπεράσματα τα οποία κατέγραψε στην έκθεση του ημερομηνίας 22.9.10 η οποία κατατέθηκε ως Τεκ.
- Στις 20.9.10 ο εν λόγω Α/Λοχ. 1110 παρέλαβε από τον Αστ. 3430, 10 τεμάχια εκρηκτικής ύλης τύπου PG2 μετά τεμαχίου ακαριαίου εκρηκτικού σχοινιού (ΑΠ1), 10 τεμάχια εκρηκτικής ύλης τύπου PG2 μετά τεμαχίου ακαριαίου εκρηκτικού σχοινιού (ΑΠ1 Α) και αφού τα ανέλυσε και εξέτασε επιστημονικά κατέληξε σε αποτελέσματα και συμπεράσματα τα οποία κατέγραψε στην έκθεση του ημερομηνίας 22.9.10 η οποία κατατέθηκε ως Τεκ.
- Στις 13.10.10 ο εν λόγω Α/Λοχ. 1110 παρέλαβε από τον Αστ. 3430 τα τεκμήρια με αριθμούς ΣΠ1 - ΣΠ9 που αναφέρονται στην παράγραφο 26 των παραδεκτών γεγονότων και αφού τα ανέλυσε και εξέτασε επιστημονικά κατέληξε σε αποτελέσματα και συμπεράσματα τα οποία κατέγραψε στην έκθεση του ημερομηνίας 14.10.10 η οποία κατατέθηκε ως Τεκ.
- Ο Λοχ. 872 στις 4.9.10 στο ΤΑΕ Λεμεσού παρέλαβε από τον Στέλιο Ευστρατίου, πατέρα του κατηγορούμενου 4, ένα κινητό τηλέφωνο με αριθμό ΙΜΕΙ 359542011680046 (ΔΠ1) και κάρτα κλήσεως με αριθμό 99462621 (ΔΠ2) τα οποία ανήκουν και χρησιμοποιούνταν από τον κατηγορούμενο
- Στις 2.9.10 ο Αστ. 494 Μάριος Φιλίππου έλαβε νομότυπα από τον κατηγορούμενο 4 με τη γραπτή του συγκατάθεση τα παρειακά του επιχρίσματα για σκοπούς DNA τα οποία συσκεύασε και σφράγισε σε καφέ φάκελο στην παρουσία του θέτοντας επί της συσκευασίας τα αρχικά του καθώς και την αρίθμηση ΜΦ
- Στις 2.9.10 ο Χριστάκης Χριστοδούλου με οδηγίες του Λοχ. 872 Δημήτρη Παύλου κατά τη διάρκεια έρευνας στην οικία και υποστατικά του κατηγορούμενου 4, με τη συγκατάθεση της μητέρας του και εγγεγραμμένης ιδιοκτήτριας του οχήματος KVC 128 τύπου NISSAN QASHQAI (ΕΠ1), ρυμούλκησε με πλατφόρμα το εν λόγω όχημα με τη συνοδεία του Αστ. 3430 και το μετέφερε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού. Επίσης ο Αστ. 3340 την ίδια ημέρα κατά τη διάρκεια της εν λόγω έρευνας παρέλαβε το κλειδί του εν λόγω οχήματος (ΕΠ2). Στις 2.9.10 και ώρα 18:05 ο Υπ/μος Οδυσσέας Οδυσσέως συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον κατηγορούμενο 4 και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «έπεσα θύμα και εκμετάλλευσης». Στις 6.9.10 μεταξύ των ωρών 1805-1915, ο Υπ/μος Οδυσσέας Οδυσσέως μαζί με τους Αστ. 494 και Αστ. 2854, περπάτησαν μαζί με τον στρατιώτη Γιάννη Κοντογιάννη το δρομολόγιο που ακολούθησε στα πλαίσια του περιπόλου που έκαμε κατά τη διάρκεια της νύχτας 19 προς 20.7.
- Από η ώρα 1805 μέχρι η ώρα 1844 καλύφθηκε η διαδρομή από το σημείο εκκίνησης που ήταν ο θάλαμος οπλιτών, μέχρι το κοντινότερο σημείο σε σχέση με την αποθήκη αρ. 9, από όπου πέρασε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Δηλαδή χρειάστηκε 40 περίπου λεπτά για να περάσει από κοντά στην αποθήκη αρ.
- Την 7.9.10 ο Αστ. 3430 οδήγησε το όχημα με αρ. εγγραφής KVC 128, μάρκας NISSAN QASHQAI στο στρατόπεδο. Εκεί τοποθετήθηκαν στο πισινό καπό 20 σακίδια εκρηκτικής ύλης PG2, δηλαδή ανάλογη ποσότητα μ΄ αυτήν που κλάπηκε και διαπιστώθηκε ότι πράγματι μπορούσε η ποσότητα αυτή να τοποθετηθεί στο αυτοκίνητο. Ο Αστ. 316 έλαβε αριθμό φωτογραφιών, κατά τον πιο πάνω έλεγχο. Το εν λόγω όχημα οδηγείτο πάντοτε από τον κατηγορούμενο 4 και είναι αυτό που αναφέρει στη θεληματική κατάθεση του ημερομηνίας 2.9.10 η οποία κατατέθηκε ως Τεκ.
- Στις 2.9.10 ο Αστ. 494 κατέγραψε τις διάφορες υποδείξεις σκηνών και τις δηλώσεις του κατηγορούμενου 4 σε έντυπο υπόδειξης σκηνών το οποίο κατατέθηκε ως Τεκ.
- Ο Αστ. 494 Μάριος Φιλίππου στις 2.9.10 μεταξύ των ωρών 10:00 και 11:30 έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο 4 η οποία κατατέθηκε ως Τεκ.
- Στις 6.9.10 ο Αστ. 3430 Ε. Π"Ελισσαίου παρέδωσε δυνάμει Αστ. Εντύπου 161 με αριθμό 5508/10 στον Χρ. Κουντούρη του Γενικού Χημείου του Κράτους τα τεκμήρια ΒΚ1 και ΒΚ2 ο οποίος στη συνέχεια τα παρέδωσε στη χημικό Κατερίνα Κονάρη η οποία αφού τα εξέτασε και προέβηκε σε αναλύσεις κατέληξε στα αποτελέσματα που αναφέρονται στην έκθεση της ημερομηνίας 6.10.10 η οποία κατατέθηκε ως Τεκ.
- Στο σημείο αυτό θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε σε παραδεκτό γεγονός που έγινε στην πορεία της ακρόασης της υπόθεσης σε συνάρτηση με αυτά τα δύο τεκμήρια ότι δηλαδή στην παρούσα υπόθεση κάθε ράβδος εκρηκτικής ύλης PG2 συνοδεύεται από την εκρηκτική ύλη PETN η οποία βρισκόταν στο ακαριαίο εκάστης ράβδου. Όλα τα τεκμήρια και δειγματοληψίες που αναφέρονται στα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής KVC128 και KEP 761 από τη στιγμή της ανεύρεσης και λήψης τους από την αστυνομία μέχρι της παρουσίασης τους στο Κακουργιοδικείο διακινήθηκαν νομότυπα και καμία επέμβαση ή αλλοίωση δεν έγινε σ΄ αυτά. Σε μεταγενέστερο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης καταχωρήθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και τα ακόλουθα: Στις 21.7.10 η ώρα 12:15 διαπιστώθηκε διάρρηξη και κλοπή 200 ράβδων εκρηκτικής ύλης τύπου PG2 από την αποθήκη αριθμός 9 του στρατοπέδου 661 που βρίσκεται στην Παλώδια. Η τελευταία φορά που έγινε χορήγηση πυρομαχικών πριν τις 21.7.10 σε μονάδα της Εθνικής Φρουράς από την αποθήκη αριθμός 9 του εν λόγω στρατοπέδου ήταν στις 15.7.10 και δεν διαπιστώθηκε διάρρηξη και κλοπή εκρηκτικής ύλης PG2 από την εν λόγω αποθήκη. Η Κατερίνα Κονάρη (ΜΚ1), χημικός, της οποίας τα προσόντα δεν αμφισβήτησε η υπεράσπιση, διευκρίνισε ότι το τεκμήριο με διακριτικό ΒΚ1 με αριθμό Γενικού Χημείου 3964/F/10 είναι το Τεκ. 12
(1)και το τεκμήριο ΒΚ2 με αριθμό Γενικού Χημείου 3965/F/10 είναι το Τεκ. 12
(2). Στο Τεκ. 12
(1)ανιχνεύθηκε, όπως είπε η μάρτυρας, τετρανιτρική πενταερυθρυτόλη, κοινώς PETN, η οποία είναι υψηλής ισχύος εκρηκτική ύλη και η πιο συνηθισμένη ουσία που τη βρίσκουμε είναι το ακαριαίο. Βρίσκεται επίσης σε πυροκροτητές. Στο Τεκ. 12
(2)στο οποίο υπάρχουν τρία μπουκαλάκια με βαμβάκι με αριθμούς (α), (β) και (γ) ανιχνεύθηκε τετρανιτρική πενταερυθρυτόλη στο (α) και (γ) ενώ στο (β) δεν ανιχνεύθηκε εκρηκτική ύλη. Ο Α/Λοχ. 2492 Σταύρος Περικλέους (ΜΚ2), ανέφερε ότι υπηρετεί στον κλάδο δακτυλοσκοπίας και φωτογραφιών του ΤΑΕ Λεμεσού και είναι το άτομο που ετοίμασε το σχέδιο Τεκ. 10 το οποίο επεξήγησε. Ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης ως Τεκ. 24 ένα πρόχειρο σχεδιαγράφημα το οποίο ετοίμασε ο ίδιος και του ζητήθηκε από τον Υπ/μο Οδυσσέα Οδυσσέως μετά από επίσκεψη στο στρατόπεδο στις 10.12.10 όπου του υπέδειξε διάφορα σημεία που ήθελε να μετρήσει τις μεταξύ τους αποστάσεις τα οποία φαίνονται στο ευρετήριο του σχεδίου. Ο μάρτυρας επεξήγησε τις διάφορες μετρήσεις του Τεκ. 24, σύγκρινε δε το πρόχειρο αυτό σχέδιο με το σχέδιο επί κλίμακος, Τεκ.
- Όταν επισκέφθηκε την κύρια πύλη του στρατοπέδου, διευκρίνισε ο μάρτυρας, υπήρχε σκοπιά με στρατιώτη ο οποίος ανοίγει και κλείνει την πύλη και επιτρέπεται η είσοδος μόνο σε εξουσιοδοτημένα άτομα. Ο μάρτυρας επίσης κατέθεσε ως Τεκ. 25 σχέδιο που προσομοιάζει με το Τεκ. 24 στο οποίο όμως υπάρχουν συμπληρώσεις που έγιναν από άλλο πρόσωπο. Κατά την αντεξέταση του από τον κ. Ευσταθίου ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι το στρατόπεδο είναι κτισμένο σε μια πλαγιά και υπάρχουν διάφορες ανωμαλίες στο έδαφος αναφέροντας ενδεικτικά το σημείο δίπλα από την αποθήκη όπου υπάρχει πλαγιά. Σε όλο το στρατόπεδο υπάρχουν ανεβοκατεβάσματα, όπως είπε, του εδάφους. Στη νότια πλευρά του στρατοπέδου υπάρχουν κτίσματα αλλά υπάρχουν και κενά. Υπάρχουν επίσης και διάφορα δέντρα. Μετά το παγκέτο του δρόμου που περνά μπροστά από το στρατόπεδο ξεκινά ένας λόφος ψηλός στο σημείο Θ.ΟΧ. Ο Υπ/μος Οδυσσέας Οδυσσέως (ΜΚ3), αναγνώρισε το Τεκ. 25 ως το φωτοαντίγραφο του πρόχειρου σχεδίου που έκανε ο Α/Λοχ. 2492 Σ. Περικλέους πάνω στο οποίο ο ίδιος πρόσθεσε κάποια σημεία τα οποία ουσιαστικά είναι το σημείο όπου ευρίσκεται μια βενζίνη και ένα πάρκο. Ο μάρτυρας συσχέτισε τα διάφορα σημεία που υπέδειξε ο κατηγορούμενος 4 στις υποδείξεις σκηνών όπως φαίνονται στο Τεκ. 23 που είναι το έντυπο υποδείξεων σκηνών καθώς και στις φωτογραφίες Τεκ. 9 πάνω στο σχέδιο Τεκ.
- Ο λόγος δε που πρόσθεσε το σημείο όπου βρισκόταν η βενζίνη και το πάρκο είναι γιατί αυτά τα δύο σημεία υποδείχθηκαν από τον κατηγορούμενο 4 κατά τις υποδείξεις σκηνών. Η βενζίνη αποτελεί το σημείο που, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 4, του ζήτησε ο κατηγορούμενος 1 δύο φορές να περάσει και να επιστρέψει πίσω. Το δε πάρκο είναι ο χώρος όπου βρισκόταν, σύμφωνα με τις δηλώσεις του κατηγορούμενου 4, κατά το χρόνο κατά τον οποίο βρισκόταν σε εξέλιξη η διάρρηξη της αποθήκης του στρατοπέδου. Το χώρο αυτό, ανέφερε ο μάρτυρας, τον επισκέφθηκε στις 11.2.11 η ώρα 13:30 και παρατήρησε ότι από το σημείο που του υπέδειξε ο κατηγορούμενος 4 με βάση το Τεκ. 23 υπήρχε οπτική επαφή με το στρατόπεδο. Με βάση αυτά τα στοιχεία συνέταξε ημερολόγιο ενεργείας στο οποίο φαίνονται οι ενέργειες του που έκανε στις 11.2.11 αλλά και άλλες που έκανε στις 13.2.11 για το ίδιο θέμα. Το ημερολόγιο ενεργείας που συμπλήρωσε ο μάρτυρας κατατέθηκε ως Τεκ.
- Το περιεχόμενο του παρατίθεται αυτούσιο: 11.2.2011 «. Από το μικρό πάρκο νοτιοανατολικά του στρατοπέδου για το οποίο κάνει αναφορά ο Νικόλας Ευστρατίου υπάρχει οπτική επαφή με τον δρόμο που περνά παράλληλα μπροστά από το στρατόπεδο και ενώνει την Παλώδια με το δρόμο Λ/σου Πλατρών. Υπάρχει οπτική επαφή από το ύψος του πάρκου, μέχρι και 100 περίπου μέτρα δυτικά της πύλης αφού στο σημείο εκείνο υπάρχει βόρεια στροφή. Η νοτιοανατολική πύλη (κύρια πύλη εισόδου του στρατοπέδου) είναι ορατή, φαίνεται από το πάρκο το διοικητήριο, ο θάλαμος στρατιωτών και το εποπτείο. Η αποθήκη αρ. 9 και ο δρόμος προς την αποθήκη από την πύλη δεν φαίνονται αφού μεσολαβούν κτίρια αποθηκών και ψηλά δέντρα. Με τη χρήση του υπηρεσιακού αυτοκινήτου KVG 880 καταμετρήθηκαν οι ακόλουθες αποστάσεις, αφού αυτό οδηγήθηκε μέσω των κύριων δρόμων και μηδενίστηκε ο μιλιοδείκτης του. Από το ύψος του πάρκου μέχρι την κεντρική πύλη 300 μέτρα, μέχρι την ΝΔ είσοδο 600 μέτρα, μέχρι το ύψωμα στο σημείο παραλαβής 800 μέτρα και μέχρι το χώρο στάθμευσης του περιπτέρου 1400 μέτρα.» 13.2.2011 «. η ώρα 19:30 βρισκόταν στο πάρκο νοτιοανατολικά του στρατοπέδου και στην περιοχή υπήρχε σκοτάδι. Φαινόταν η πύλη του στρατοπέδου δηλαδή η είσοδος η οποία ήταν φωτισμένη. Επίσης φαινόταν ο θάλαμος στρατιωτών έξω από τον οποίο υπήρχε φως. Δεν υπήρχαν άλλα ευδιάκριτα κτίρια στο χώρο της πύλης εισόδου. Ενώ ο υπαστυνόμος Οδυσσέως βρισκόταν στην περιοχή αντιλήφθηκε το φως φαναριών μέσα στο στρατόπεδο, βοριότερα του θαλάμου στρατιωτών, γεγονός που έδειχνε ότι κάποιος κινείτο στην περιοχή χρησιμοποιώντας φανάρι.» Περαιτέρω ο μάρτυρας ανέφερε ότι αυτό που παρατήρησε είναι ότι από το σημείο του πάρκου φαίνεται ο δρόμος που περνά μπροστά από το στρατόπεδο και ενώνει το χωριό της Παλώδιας με το δρόμο Λεμεσού-Πλατρών μέχρι και γύρω στα 100 μέτρα δυτικά της κύριας πύλης εισόδου του στρατοπέδου. Η επίσκεψη του μάρτυρα στο στρατόπεδο στις 13.2.11 έγινε στις 19:30, ήταν νύχτα, και παρατήρησε ότι η πύλη του στρατοπέδου ήταν φωτισμένη. Ενώ βρισκόταν στο πάρκο παρατήρησε φως από φανάρια που κινούνταν στο χώρο βορειότερα του θαλάμου των στρατιωτών. Τότε επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το Διοικητή της Ομάδας Ασφαλείας Στρατού και του ζήτησε να εξετάσει το ενδεχόμενο να υπήρχε εκείνη την ώρα περίπολο στρατιωτών στο σημείο βορειότερα του θαλάμου στρατιωτών. Μετά από παρέλευση μερικών λεπτών επικοινώνησε ξανά μαζί του ο Διοικητής της Ομάδας Ασφαλείας Στρατού και του επιβεβαίωσε ότι υπήρχε περίπολο από δύο στρατιώτες τους οποίους κατονόμασε και τότε ο μάρτυρας του ζήτησε να λάβουν καταθέσεις από αυτούς, κάτι που τελικά διευθετήθηκε και λήφθηκαν καταθέσεις από τους δύο στρατιώτες στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού. Ο μάρτυρας επίσης διευκρίνισε ότι, όπως αναφέρεται και στο Τεκ. 26, έκανε μετρήσεις με το αστυνομικό αυτοκίνητο KVG 880 κατά την επίσκεψη του στο στρατόπεδο στις 11.2.11 όπου διαπίστωσε ότι η απόσταση από το σημείο του πάρκου μέσω του κύριου δρόμου που ενώνει την Παλώδια με το δρόμο Λεμεσού-Πλατρών μέχρι την πύλη του στρατοπέδου είναι 300 μέτρα. Η δε απόσταση από το ίδιο σημείο μέχρι το σημείο που υπέδειξε ο κατηγορούμενος 4 ότι παρέλαβε τους δράστες και στο οποίο φόρτωσαν τα εκρηκτικά στο αυτοκίνητο, είναι 800 μέτρα και η απόσταση από το πάρκο μέχρι το περίπτερο και το χώρο στάθμευσης του περιπτέρου είναι 1400 μέτρα καταμετρημένη με αυτοκίνητο το οποίο οδήγησε ο ίδιος στο δρόμο που περνά μπροστά από το στρατόπεδο με δυτική κατεύθυνση και ακολούθως με βόρεια κατεύθυνση στο δρόμο Λεμεσού - Πλατρών και στο περίπτερο. Ο μάρτυρας επίσης καταχώρησε ως Τεκ. 27 ημερολόγιο ενεργείας που συμπλήρωσε στις 10.2.11 και αφορά την καταμέτρηση και χρονομέτρηση της απόστασης από το στρατόπεδο μέχρι την κατοικία του κατηγορούμενου 1 που έκανε την ίδια ημέρα μεταξύ των ωρών 23:37 και 23:
- Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας από τον κ. Ευσταθίου διευκρίνισε ότι στις 11.2.11, όταν έκανε τις μετρήσεις των αποστάσεων βρισκόταν σε αυτοκίνητο μάρκας KIA με ένα συνάδελφο του και πως η μέτρηση των αποστάσεων ήταν κατά προσέγγιση αφού μηδένισε το δείχτη μια φορά όταν ξεκίνησε. Δηλαδή στο ύψος του πάρκου μηδένισε το δείχτη, οδήγησε το αυτοκίνητο σε δυτική κατεύθυνση, στο σημείο της πύλης του στρατοπέδου, (ΠΣ) επί του σχεδίου, υπήρχε η ένδειξη 300 μέτρα, στη νοτιοδυτική πύλη (ΝΔΕ) επί του σχεδίου υπήρχε η ένδειξη 600, στο σημείο όπου βρισκόταν σταματημένο το όχημα του κατηγορούμενου 4, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του (ΘΟΧ) στο σχέδιο, υπήρχε η ένδειξη 800 και στο περίπτερο η ένδειξη
- Ως προς την ορατότητα που υπήρχε από το χώρο του πάρκου προς το στρατόπεδο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι φαίνεται ο χώρος του στρατοπέδου χωρίς όμως να μπορεί κάποιος να διακρίνει κτίρια που βρίσκονται πίσω από ψηλότερα κτίρια ή δέντρα. Τη νύκτα της 13.2.2011 που επισκέφθηκε το στρατόπεδο, δεν ήταν σε θέση να διακρίνει το διοικητήριο, το εποπτείο στο χώρο της πλατείας της πύλης εισόδου λόγω του έντονου φωτισμού στην πύλη αφού οι χώροι αυτοί δεν φωτίζονταν στον περιφραγμένο χώρο του στρατοπέδου. Στον ευρύτερο χώρο του στρατοπέδου φαίνονται τα φώτα των πασσάλων της ηλεκτρικής. Ο Ιορδάνης Μενελάου, ΜΚ4, είναι ανθυπολοχαγός ειδικού πολέμου και από τις 10.7.10 μέχρι σήμερα υπηρετεί στην 661 αποθήκη βάσεως πυρομαχικών στο στρατόπεδο Παλώδιας. Είναι Διοικητής λόχου διοίκησης και διαχείρισης Κ.Ψ.Μ. δηλαδή βρίσκονταν υπό την υπαγωγή του όλοι οι στρατιώτες. Ήταν υπεύθυνος για όλες τις εργασίες που εκτελούντο εντός της μονάδας σε ό,τι αφορά τους στρατιώτες, ήταν υπεύθυνος για τις εξόδους των στρατιωτών και την καθημερινή φρουρά τόσο για σκοπιές όσο και περίπολα. Οι σκοποί και τα περίπολα διαμένουν στο μοναδικό θάλαμο ο οποίος βρίσκεται στα δεξιά πάνω από την κεντρική πύλη (δεξιά πάνω του σημείου ΠΣ του σχεδίου Τεκ. 24). Οι σκοποί και τα περίπολα ξεκινούν από το θάλαμο οπλιτών. Τα περίπολα φέρουν μαζί τους μια τετραπλή τελαμόνα, μια γεμιστήρα ανοιχτή, φανάρι και σφυρί. Μεταξύ 15.7.10 και 21.7.10 επανδρώνονταν με σκοπιές η κεντρική πύλη και η σκοπιά «Γ» (ΠΣ και ΣΚ1 αντίστοιχα επί του Τεκ. 24). Στο στρατόπεδο υπήρχε και άλλη πύλη (ΝΔΕ επί του Τεκ. 24) η οποία είναι κλειδωμένη. Αναφορικά με το φωτισμό, ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι πάνω από την κεντρική πύλη υπάρχει ένα υπόστεγο όπου υπάρχουν δύο φλορέντζες ενώ ο θάλαμος των οπλιτών έχει έξω μια λάμπα. Περαιτέρω ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι μέχρι τις 21.7.10 κάτω από την σκοπιά «Γ» (απέναντι από το σημείο ΣΚ1 επί του Τεκ. 24) υπήρχαν δέντρα. Ο Θεράπων Λουκά, ΜΚ5, ανέφερε ότι τον Ιούλιο του 2010, χωρίς να θυμάται την ημέρα και την ώρα, μίλησαν μαζί με τον κατηγορούμενο 4 στο τηλέφωνο και συναντήθηκαν στο πάρκο στην περιοχή του στρατοπέδου της Παλώδιας και κάθισαν περίπου καμιά ώρα, ήπιαν τον καφέ τους και έφυγαν. Συνάντησε τον κατηγορούμενο 4 στον κύριο δρόμο της Παλώδιας πριν το στρατόπεδο σε απόσταση που δεν μπορούσε να θυμηθεί, πέντε, έξι, δέκα χιλιόμετρα. Ο ίδιος βρισκόταν με το αυτοκίνητο κάποιου φίλου του και ο κατηγορούμενος 4 με το αυτοκίνητο του και τον ακολούθησε. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ο Νίκος Αγαθοκλέους, ΜΚ6, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία σχετικά με τη διερεύνηση της υπόθεσης εκτός από ένα σημείο στη δεύτερη σελίδα όπου ανέφερε ότι ο ύπνος του είναι βαρετός ενώ ο ύπνος του δεν είναι βαρετός. Επίσης αναφέρθηκε σε γεγονότα που διαδραματίστηκαν ξημερώματα 19ης Ιουλίου ενώ η ορθή ημερομηνία είναι ξημερώματα 20ης Ιουλίου. Όπως αναφέρει στην κατάθεση του είναι θηροφύλακας, Ειδικός Αστυφύλακας με αριθμό 6122 και υπηρετεί στην υπηρεσία Θήρας Λεμεσού. Διαμένει στην οδό Νίκου Ευαγόρου, αρ. 140 στον κύριο δρόμο Παλώδιας περίπου 200 μέτρα δυτικά του στρατοπέδου 661 ΑΒΠ Νίκος Ευαγόρου που βρίσκεται στην Παλώδια. Στις 20.7.10 γύρω στις 1:00 ή 2:00 τα ξημερώματα ενώ βρισκόταν στο υπνοδωμάτιο του για να πάει για ύπνο άκουσε το λυκόσκυλο του το οποίο μένει στην αυλή, να γαυγίζει συνεχόμενα και επίμονα και τον άκουσε να «πετάσσεται» πάνω στη τέλλινη περίφραξη του σπιτιού του. Τότε ο ίδιος πήρε ένα φανάρι το οποίο εκπέμπει πολύ καλό φωτισμό μέχρι 110 μέτρα απόσταση περίπου και έστρεψε το φανάρι αρχικά κάτω στην αυλή του σπιτιού του και μετά προς την πλευρά του χωραφιού και βουνού βορειοανατολικά του σπιτιού του χωρίς όμως να δει οτιδήποτε. Δεν αντιλήφθηκε να υπάρχει στο μέρος οποιοδήποτε πρόσωπο ή όχημα ούτε άκουσε οποιοδήποτε θόρυβο. Επίσης δεν είδε οποιοδήποτε παράξενο φως. Παρέμεινε στο υπνοδωμάτιο του για περίπου 10 λεπτά έχοντας αναμμένο το φανάρι από το παράθυρο του υπνοδωματίου του και έβλεπε γύρω - γύρω χωρίς να παρατηρήσει οτιδήποτε ενώ ο σκύλος του συνέχισε να γαυγίζει για περίπου 15 λεπτά χωρίς ο ίδιος να αντιλαμβάνεται το λόγο. Στη συνέχεια ξάπλωσε στο κρεβάτι του για ύπνο χωρίς να βγει έξω από το σπίτι για να ελέγξει και κοιμήθηκε ενώ ο σκύλος του σταμάτησε να γαυγίζει. Αν γαύγιζε θα τον άκουε, είπε, διότι ο ύπνος του δεν είναι βαρετός. Ο μάρτυρας διευκρίνισε επίσης ότι το σπίτι του αποτελείται από ισόγειο και ανώγειο και το υπνοδωμάτιο του βρίσκεται στο ανώγειο και υπάρχουν δύο παράθυρα, το ένα στην βόρεια πλευρά του σπιτιού και το άλλο στη δυτική πλευρά. Από τη βόρεια πλευρά έχει καλή οπτική επαφή προς την πλευρά του βουνού και ενός χωραφιού δικού του. Από τη δυτική πλευρά βλέπει λίγο προς τον κύριο δρόμο Παλώδιας και προς το χωράφι του που είναι δίπλα από το σπίτι του. Προς την πλευρά του στρατοπέδου 661 ΑΒΠ δεν έχει καθόλου οπτική επαφή διότι υπάρχει βουνό που εμποδίζει την ορατότητα. Επίσης διευκρίνισε ότι στις 20.7.10 όταν άκουσε το σκύλο του να γαυγίζει ενόσω ο ίδιος ήταν ξύπνιος δεν άκουσε αυτοκίνητο να περνά από το δρόμο Παλώδιας αναφέροντας ότι αν περνούσε θα το άκουε διότι τη νύχτα είναι ησυχία και δεν περνούν έτσι ώρα πολλά αυτοκίνητα. Την επόμενη μέρα ενημερώθηκε από την αστυνομία ότι έγινε διάρρηξη σε αποθήκη του στρατοπέδου και έκλεψαν εκρηκτικά, ο ίδιος όμως δεν γνώριζε οτιδήποτε άλλο για την υπόθεση, ούτε άκουσε ή πρόσεξε οτιδήποτε το ύποπτο ή το ασυνήθιστο στην περιοχή του. Ο σκύλος του, ανέφερε, δεν γαυγίζει έντονα τις άλλες μέρες. Ο μάρτυρας επίσης υιοθέτησε συμπληρωματική κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία με την οποία διευκρινίζει ότι η μέρα που έγιναν τα γεγονότα που περιέγραψε στην πρώτη του κατάθεση ήταν Δευτέρα 19.7.10 προς ξημερώματα Τρίτης 20.7.
- Κατέληξε σε αυτή την ημερομηνία αφού απέκλεισε το γεγονός να έγινε την Τρίτη 20.7.10 προς 21.7.10 επειδή στις 21.7.10 ήταν η ημέρα που ανακαλύφθηκε η κλοπή των πυρομαχικών και σίγουρα θα θυμόταν αν ήταν αμέσως την προηγούμενη νύχτα. Αποκλείει επίσης να ήταν Σάββατο 17.7.10 προς Κυριακή 18.7.10 διότι στις 17.7.10 βρισκόταν και ο γιος του στο σπίτι ο οποίος είχε βγει από το στρατό και θυμάται ότι δεν είναι το βράδυ εκείνο που άκουσε το σκύλο να γαυγίζει. Αποκλείει επίσης το γεγονός να ήταν Κυριακή νύχτα 18.7.10 προς 19.7.10 διότι πήρε το γιο του μέσα στο στρατό γύρω στις εννέα παρά τέταρτο το βράδυ και είναι σίγουρος ότι δεν ήταν την ίδια νύχτα που άκουσε το σκύλο να γαυγίζει. Περαιτέρω αναφέρει ότι τη νύχτα που γαύγιζε ο σκύλος όταν έφεγγε με το φανάρι παρόλο που άκουγε το σκύλο να γαυγίζει εντούτοις δεν τον έβλεπε διότι βόρεια του σπιτιού του υπάρχει μπροστά μια μικρή κατοικία και δεν είχε ορατότητα όμως είναι σίγουρος ότι ο σκύλος βρισκόταν στην βορειοανατολική πλευρά της περίφραξης της οικίας του προς την πλευρά που είναι το στρατόπεδο της Παλώδιας. Είναι δε σίγουρος ότι ο σκύλος βρισκόταν σε εκείνο το σημείο λόγω του ότι τη νύχτα της 2.9.10 όταν πήγε η αστυνομία και έκανε εξετάσεις στον κύριο δρόμο κοντά στην είσοδο του χωματόδρομου που οδηγεί προς την οικία του ο σκύλος πήγε προς την νοτιοδυτική πλευρά της περίφραξης και γαύγιζε όταν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο της αστυνομίας. Όταν ο ίδιος ανέφερε ότι έφεγγε με το φανάρι από το υπνοδωμάτιο βόρεια, δεξιά και αριστερά δεν είδε τίποτε ούτε μπορούσε να δει από εκείνο το σημείο προς την πλευρά του κυρίου δρόμου και προς το σημείο που είναι η είσοδος που οδηγεί από το χωματόδρομο προς την κατοικία του. Όμως κάποιος που βρίσκεται στον κύριο δρόμο θα μπορούσε να δει το σημείο που φωτίζεται από το φανάρι. Επιδείχθηκε στο μάρτυρα το Τεκ. 24 για να καθορίσει διάφορα σημεία στα οποία έκανε αναφορά. Ο μάρτυρας καθόρισε το δυτικό παράθυρο του υπνοδωματίου του στο δυτικό μέρος του σημείου «Κ» επί του Τεκ.
- Από το βόρειο παράθυρο του σπιτιού έφεγγε με το φανάρι του σε σημείο βόρεια της περίφραξης του στρατοπέδου. Διευκρίνισε δε ότι θα μπορούσε να ακούσει θόρυβο από το σημείο ΘΟΧ όταν βρισκόταν στο υπνοδωμάτιο του όμως δεν άκουσε τίποτε το βράδυ εκείνο. Μέχρι το μέσο της απόστασης μεταξύ της οικίας του και του στρατοπέδου είχε τη δυνατότητα να ακούσει θόρυβο αυτοκινήτου. Εάν δε κάποιος βρισκόταν νότια του σπιτιού του στον κύριο δρόμο θα μπορούσε να δει το φως του φαναριού που κρατούσε ο ίδιος πάνω στο βουνό όμως δεν θα έβλεπε τον ίδιο. Κατά την αντεξέταση του από τον κ. Ευσταθίου ανέφερε ότι το βουνό στο οποίο έκανε αναφορά, είναι ένα μεγάλο βουνό που επεκτείνεται και πάνω από το στρατόπεδο το οποίο δεν έχει δρόμο που να βγαίνει πάνω. Ο Ντάνιελ Κασσαπιάν (ΜΚ7) υιοθέτησε κατάθεση του ημερομηνίας 14.2.11 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του στην οποία αναφέρει ότι υπηρετεί στην Εθνική Φρουρά στο στρατόπεδο Νίκου Ευαγόρου 661 ΑΒΠ στην Παλώδια. Στις 13.2.11 μεταξύ των ωρών 19:00 μέχρι 21:00 ήταν ορισμένος περιπολάρχης. Δηλαδή ανάμεσα στα καθήκοντα του ήταν να ελέγχει τις αποθήκες πυρομαχικών, τις σκοπιές και γενικά το στρατόπεδο. Κατά την περιπολία του κρατούσε το προσωπικό του φανάρι λόγω του ότι είχε σημεία που ήταν σκοτεινά. Μαζί του βρισκόταν ο συνάδελφος του Μαξίμ Κουλάκοφ. Πάντοτε κατά την περιπολία τους κρατούσαν φανάρι. Το βράδυ εκείνο, όπως διευκρίνισε προφορικά στο Δικαστήριο, ξεκίνησε από το θάλαμο των στρατιωτών που βρίσκεται δίπλα από την κύρια πύλη του στρατοπέδου και πήγε προς το χώρο που είναι ο επόπτης, ο οποίος τους έδωσε τα φανάρια και τα πυρομαχικά και μετά πήγε στην κεντρική πύλη. Ακολούθως πήγε προς τα πάνω που είναι οι αποθήκες. Καθόλη τη διαδρομή χρησιμοποιούσε φανάρι επειδή δεν έχει πολύ φωτισμό. Ο Αστ. 494 Μάριος Φιλίππου (ΜΚ8) υπηρετεί στο ΤΑΕ Λεμεσού. Μετέβη στο μέρος που απεικονίζεται στη φωτογραφία 16 του Τεκ. 9 κατά τις υποδείξεις σκηνών από τον κατηγορούμενο
- Στο σημείο εκείνο υπάρχουν σκαλιά. Όταν βρίσκεσαι στο πρώτο σκαλί αρχίζοντας από το έδαφος δεν φαίνεται καθόλου τι υπάρχει στο πάνω μέρος που τελειώνει το τελευταίο σκαλί. Πρέπει να ανεβείς στο τελευταίο σκαλί για να αντιληφθείς. Όταν ο ίδιος ανέβηκε το τελευταίο σκαλί στη φωτογραφία 17 του Τεκ. 9, τα δύο άσπρα φωτεινά σημεία της φωτογραφίας ήταν σκοτεινά. Μετά που το Δικαστήριο αποφάσισε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 4 και επεξηγήθηκαν σ΄ αυτόν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ως ακολούθως: «Κυρίες και κύριοι δικαστές θα ήθελα να πω στο Δικαστήριο αλλά λόγω άγχους θα ήθελα καλύτερα να τα διαβάσω. Κυρίες και κύριοι δικαστές εγώ δεν συνωμότησα με κανέναν ούτε και συμφώνησα με κανέναν για να κλέψω ή να μεταφέρω ή να κατέχω ή να βοηθήσω με αυτά που με κατηγορούν. Δεν γνώριζα πραγματικά τι συνέβαινε ή θα συνέβαινε. Εγώ μετά το θάνατο της αρραβωνιαστικιάς μου ήμουν σε πολύ κακή ψυχολογική κατάσταση και το μόνο που αναζητούσα ήταν συμπαράσταση και θεωρούσα ότι τη βρήκα σε κάποιους. Η αλήθεια είναι όπως την είπα στην κατάθεση μου στην αστυνομία την πρώτη μέρα. Μακάρι να ήμουν λιγότερο εύπιστος και περισσότερο δυνατός. Ευχαριστώ την οικογένεια μου για τη συμπαράσταση. Ευχαριστώ.» Όπως αναφέρθηκε στα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος 4 έδωσε δύο καταθέσεις στην αστυνομία, Τεκ. 20 και
- Στην πρώτη κατάθεση που έδωσε ο κατηγορούμενος στις 2.9.10 μεταξύ των ωρών 10:00 και 11:30 (Τεκ. 21) αναφέρει σε συντομία τα ακόλουθα: Διαμένει μαζί με τους γονείς και τον αδερφό του στο πατρικό του σπίτι στη Λεμεσό. Από το έτος 2003 είναι φοιτητής ιατρικής και μέχρι το Νοέμβριο του 2009 φοιτούσε στο πανεπιστήμιο ιατρικής στην πόλη Σταραλακόρα στη Βουλγαρία. Παραμένει να παρακαθίσει σε κάποιες εξετάσεις για να πάρει το πτυχίο του. Ήταν αρραβωνιασμένος για περίπου 4 χρόνια με τη Χριστιάνα Πίτρακκου, επίσης φοιτήτρια στη Βουλγαρία, η οποία απεβίωσε στις 28.10.
- Λόγω του θανάτου της επέστρεψε και παρέμεινε προσωρινά στην Κύπρο από όπου υπολογίζει να φύγει στις 15.9.10 για να συμπληρώσει τις σπουδές του και την ειδικότητα του. Πήγε το έτος 2010 δύο φορές στη Βουλγαρία αλλά από τις αρχές Ιουλίου του 2010 μέχρι την ημέρα λήψης της κατάθεσης βρίσκεται στην Κύπρο. Αναφέρει ότι για την υπόθεση της διάρρηξης αποθήκης πυρομαχικών και κλοπής πυρομαχικών από το στρατόπεδο της Παλώδιας για την οποία τον ενημέρωσε η αστυνομία για πρώτη φορά ενημερώθηκε για το συμβάν από τις ειδήσεις στην τηλεόραση. Ο ίδιος υπηρέτησε στην Εθνική Φρουρά τη στρατιωτική του θητεία για 25 μήνες χωρίς όμως να υπηρετήσει ποτέ στο στρατόπεδο της Παλώδιας το οποίο δεν γνωρίζει πού ακριβώς βρίσκεται όμως γνωρίζει ότι βρίσκεται στο χωριό της Παλώδιας. Ο ίδιος ουδέποτε επισκέφθηκε ή μπήκε στο στρατόπεδο της Παλώδιας για οποιοδήποτε λόγο και καμία φορά δεν πήγε στο χωριό της Παλώδιας αφού δεν έχει κάποιο λόγο για να πάει. Το άτομο που συνελήφθηκε για την υπόθεση της διάρρηξης και κλοπής πυρομαχικών ονόματι Πανίκος Ευστρατίου είναι δεύτερος του εξάδερφος τον οποίο δεν γνώριζε καθόλου μέχρι το προηγούμενο καλοκαίρι όταν, όντας πελεκάνος πήγε στο πατρικό του σπίτι για να εκτελέσει κάποιες εργασίες κατασκευής πέργολας. Εκεί γνωρίστηκαν καλύτερα και άρχισαν να έχουν συναντήσεις τόσο στο σπίτι του στο Τραχώνι όσο και στο πατρικό του ιδίου και ανέπτυξαν οικογενειακές σχέσεις. Επίσης βγήκαν δύο-τρεις φορές έξω για καφέ. Περαιτέρω ο ίδιος διαθέτει ένα διαμέρισμα στη Λεμεσό και ανέθεσε στον Πανίκο Ευστρατίου να του κάνει όλα τα πελεκανικά στο διαμέρισμα του. Στα πλαίσια της ανάθεσης αυτής της εργασίας αντάλλασαν συχνά τηλεφωνήματα. Ανέφερε επίσης ότι ο πατέρας της αρραβωνιαστικιάς του Νίκος Πίτρακκος εργάζεται στο στρατόπεδο της Παλώδιας χωρίς να είναι στρατιωτικός και χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει τι δουλειά κάνει ακριβώς. Ο ίδιος δεν γνωρίζει πώς είναι αυτές οι εκρηκτικές ύλες που κλάπησαν αφού ουδέποτε είδε ή άγγιξε τέτοιες. Μεταξύ των ημερομηνιών 17 μέχρι 21.7.2010 δεν θυμάται πού ακριβώς ήταν. Ήταν στη Λεμεσό αλλά στην Παλώδια σίγουρα δεν πήγε για οποιοδήποτε λόγο. Εκεί που συχνάζει είναι το σπίτι του αδερφού της αρραβωνιαστικιάς του στη Μουτταγιάκα και στην τόμπολα του Παναθηναϊκού. Στη θεληματική κατάθεση που έδωσε την ίδια ημέρα μεταξύ των ωρών 14:30 και 18:00 (Τεκ. 20) αναφέρει ότι αποφάσισε να μιλήσει και να πει όλη την αλήθεια για ό,τι έγινε σχετικά με το στρατόπεδο στην Παλώδια γιατί δεν θέλει να έχει ο ίδιος προβλήματα για κάτι που έκαναν άλλοι. Γνώρισε τον Πανίκο Ευστρατίου, Εφταμινίτη, το καλοκαίρι του 2009 όταν τους κατασκεύασε μια πέργολα στο πατρικό του σπίτι. Παρά το ότι είναι δεύτερα ξαδέρφια δεν τον γνώριζε προηγουμένως. Τη δουλειά την έκανε μαζί με τον Μάριο Νικολάου γνωστό σαν Τράτα, ο οποίος είναι παντρεμένος με πρώτη του εξαδέρφη. Ακολούθως βρέθηκαν δυο-τρεις φορές οι τρεις τους σε οικογενειακά τραπέζια χωρίς να συνδεθούν φιλικά. Μετά το θάνατο της αρραβωνιαστικιάς του στις 28.10.09, όταν ο ίδιος επέστρεψε στην Κύπρο, βρισκόταν σε κατάθλιψη, κλείστηκε στον εαυτό του και είχε τάσεις αυτοκτονίας. Τότε ο πατέρας του ζήτησε από τον Πανίκο να τον προσέχει και να του κάνει παρέα και από τότε άρχισε να του τηλεφωνά καθημερινά και πολλές φορές να μιλούν μέχρι τις πρωϊνές ώρες στο τηλέφωνο. Βρίσκοντο περίπου τρεις με τέσσερις φορές την εβδομάδα και πήγαινε στο σπίτι του για καφέ όπου γνώρισε το σύζυγο της αδερφής του το Σίμο. Το πρόσωπο αυτό το είδε τέσσερις- πέντε φορές. Μίλησε μαζί του τυπικά χωρίς να κάνει παρέα. Σιγά - σιγά ο ίδιος άρχισε να βγαίνει από το σπίτι και να πηγαίνει στην τόμπολα του Παναθηναϊκού μαζί με τα πεθερικά του. Την Παρασκευή 16.7.10 τηλεφώνησε του Πανίκου και τον ρώτησε πότε θα ερχόταν στο διαμέρισμα του να του τελειώσει τα πελεκανικά που είχε αρχίσει από το Πάσχα. Το βράδυ εκείνο ο ίδιος θα πήγαινε να παίξει τόμπολα με τον πεθερό του μετά τα μεσάνυχτα όταν παίζονται τα μεγάλα ποσά. Γύρω στις 11:00 της νύχτας εκείνης 16.7.10 του τηλεφώνησε ο Πανίκος και του ζήτησε να πάει στο σπίτι του για καφέ. Ο ίδιος πήγε στο σπίτι του Πανίκου στο Τραχώνι με το αυτοκίνητο του τύπου QΑSHQAI, ήπιαν τον καφέ τους και στη συνέχεια ο Πανίκος του ζήτησε να τον πάρει κάπου με το αυτοκίνητο του για να δει κάτι. Ο ίδιος δεν ζήτησε εξηγήσεις και ο Πανίκος του είπε να πάει στο δρόμο των Πλατρών. Φτάνοντας σε ένα σημείο του δρόμου που υπάρχει ένα περίπτερο και ένα ανθοπωλείο στα αριστερά, ο Πανίκος του ζήτησε να στρίψει δεξιά προς την Παλώδια. Κατά τη διαδρομή μιλούσαν για διάφορα θέματα χωρίς όμως ο κατηγορούμενος 4 να του ζητήσει εξηγήσεις. Ενώ περνούσαν μπροστά από ένα σπίτι στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία τους, ο Πανίκος του είπε ότι εκεί μένει κάποιος θηροφύλακας. Περνώντας δε μπροστά από το στρατόπεδο το οποίο βρισκόταν στα αριστερά τους του έκανε εντύπωση που ο Πανίκος κοίταζε επίμονα το στρατόπεδο λέγοντας του παράλληλα ότι είναι μεγάλες οι αποθήκες του στρατού. Προχώρησε μέχρι το σημείο όπου υπάρχει πρατήριο βενζίνης στα δεξιά και του ζήτησε να επιστρέψει πίσω. Κατά την επιστροφή ο Πανίκος συνέχισε να κοιτάζει το στρατόπεδο επίμονα, ειδικά τον κάθετο δρόμο μέσα στο στρατόπεδο στην πλευρά του δρόμου Λεμεσού - Πλατρών που εφάπτεται με την περίφραξη και είναι φωτισμένος. Χωρίς να πουν οτιδήποτε σημαντικό επέστρεψαν στα σπίτια τους. Την επόμενη μέρα Σάββατο 17.7.10 τη νύχτα, ήταν καλεσμένος στο σπίτι του Πανίκου στο Τραχώνι για φαγητό. Εκεί βρισκόταν και ένα ζευγάρι από τον Ύψωνα και κατά τη διάρκεια συζήτησης έμαθε ότι ο πατέρας της κοπέλας εργάζεται στο στρατόπεδο της Παλώδιας μαζί με τον πεθερό του. Γύρω στις 11:00 έφυγε από το σπίτι του Πανίκου και πήγε στην τόμπολα. Την επομένη, Κυριακή 18.7.10, ο Πανίκος θα πήγαινε να δουλέψει στο διαμέρισμα του αλλά τελικά δεν πήγε. Τη νύχτα της Κυριακής ο κατηγορούμενος 4 του τηλεφώνησε κατά η ώρα 10:
- Τον ειρωνεύθηκε για το ότι δεν πήγε να εργαστεί στο διαμέρισμα, αυτός γέλασε και τον κάλεσε στο σπίτι του για καφέ. Πήγε στο σπίτι του κάθισε για ένα μισάωρο, μπορεί και πιο λίγο και του έκανε παράπονο που δεν πήγε να δουλέψει στο διαμέρισμα. Σε κάποιο στάδιο σηκώθηκε και του ζήτησε να πάνε στον ίδιο τόπο που πήγαν και προχθές. Τότε ο ίδιος υποψιάστηκε ότι κάτι θα έκαμνε σε σχέση με το θηροφύλακα. Πέρασαν από το φράχτη Πολεμιδιών και έστριψε δεξιά από το περίπτερο στο δρόμο Πλατρών προς Παλώδια. Ο Πανίκος κοίταζε αριστερά στο σπίτι του θηροφύλακα και μετά στο στρατόπεδο. Όταν έφθασαν στο πρατήριο βενζίνης έκανε επαναστροφή και σταμάτησε αριστερά και του ζήτησε εξηγήσεις γιατί φοβήθηκε. Αυτός του είπε να περιμένει εκεί γιατί κάποιον ανέμενε και τον καθησύχασε λέγοντας του ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε. Περίμεναν εκεί για πέντε-δέκα λεπτά οπότε κτύπησε το τηλέφωνο του Πανίκου ο οποίος αφού το απάντησε ανέφερε κάτι μεταξύ «εντάξει ή Ok» και το έκλεισε. Αμέσως μετά του είπε να φύγουν, πέρασαν ξανά μπροστά από το στρατόπεδο και όταν έφτασαν στο σημείο μπροστά από το σπίτι του θηροφύλακα σταμάτησε αριστερά στο σημείο όπου υπάρχει είσοδος χωματόδρομου, ζήτησε εξηγήσεις από τον Πανίκο γιατί ο ίδιος πίστευε ότι θα έκανε κάτι σε σχέση με το θηροφύλακα, και αυτός του είπε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και απομακρύνθηκε προς την Παλώδια για καμιά εικοσαριά μέτρα και επέστρεψε χωρίς ο ίδιος να αντιληφθεί τι έκανε. Ακολούθως περίμεναν ένα-δυο λεπτά και τον πήρε πίσω στο σπίτι του στο Τραχώνι. Την επόμενη ημέρα τηλεφωνήθηκε με τον κατηγορούμενο 1 δύο-τρεις φορές για άσχετα θέματα. Περί τις 11:00 το βράδυ πήγε στο σπίτι του μετά από τηλεφώνημα όπου ο κατηγορούμενος 1 του είπε να πάνε στον ίδιο τόπο που πήγαν και το προηγούμενο βράδυ δηλαδή στην Παλώδια. Όταν έφθασαν στο περίπτερο ο Πανίκος του ζήτησε να πάει στο χώρο στάθμευσης του περιπτέρου όπου υπήρχε σταθμευμένο παράλληλα με το δρόμο ένα φορτηγό ή εμπορευματοκιβώτιο γκρίζο. Πίσω του υπήρχε σταθμευμένο ένα μονοκάμπινο αυτοκίνητο με τρόπο που δεν φαινόταν από το δρόμο. Κατέβηκε ένας από τη θέση του οδηγού και ένας από τη θέση του συνοδηγού του εν λόγω αυτοκινήτου φορώντας μπλεχτές μαύρες κουκούλες και μπήκαν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του χωρίς να μιλήσουν. Ο ένας του φάνηκε ότι κάτι κρατούσε δίπλα από το πόδι του χωρίς όμως να καταλάβει τι. Μόλις τους είδε να μπαίνουν με τον τρόπο αυτό στο αυτοκίνητο του τρομοκρατήθηκε. Ο Πανίκος του ζήτησε να ξεκινήσει και τον καθοδήγησε προς το στρατόπεδο. Ο ίδιος ήταν τρομοκρατημένος και δεν βρήκε το κουράγιο να μιλήσει. Μόλις έφθασε στο σπίτι του θηροφύλακα του είπε να σταματήσει. Σταμάτησε και ο Πανίκος και τα δύο άτομα που βρίσκονταν στο πίσω κάθισμα κατέβηκαν από το αυτοκίνητο. Ο Πανίκος του έβαλε ένα κινητό τηλέφωνο στο ταμπλό του αυτοκινήτου λέγοντας του να μείνει στην περιοχή και ότι σε είκοσι με εικοσιπέντε λεπτά θα του τηλεφωνούσε ενώ εάν ο ίδιος ήθελε να επικοινωνήσει μαζί του να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο που του άφησε στον αριθμό που υπήρχε στη μνήμη του. Ο ίδιος φοβήθηκε αντιλαμβανόμενος ότι κάτι κακό θα έκαναν, οδήγησε για λίγο στην περιοχή και μετά στάθμευσε κάπου κοντά στο πρατήριο βενζίνης αναμένοντας το τηλεφώνημα τους. Εκεί είδε ότι υπήρχαν σκαλιά που οδηγούσαν σε ένα μικρό πάρκο και πήγε και κάθισε στο πάρκο. Επειδή αργούσαν τηλεφώνησε σε κάποιο φίλο του τον Θεράποντα ο οποίος πήγε στο μέρος μαζί με το φίλο του Άριστο για να του κάνουν παρέα. Χωρίς να τους αναφέρει οτιδήποτε για το τι προηγήθηκε κάθισαν και μιλούσαν για άσχετα θέματα. Μετά από ενάμιση ώρα περίπου του τηλεφώνησε ο Πανίκος στο τηλέφωνο που του είχε αφήσει στο αυτοκίνητο και του ζήτησε να πάει να τον πάρει. Εκείνη την ώρα ετοιμάζονταν ο Θεράπων και ο Άριστος να φύγουν και ο ίδιος τους παρότρυνε να φύγουν και έφυγαν. Ο ίδιος φθάνοντας στο σπίτι του θηροφύλακα είδε τον Πανίκο στο παγκέτο του δρόμου στα δεξιά του, δηλαδή στην πλευρά του στρατοπέδου ο οποίος του έγνεψε και σταμάτησε. Αμέσως ο Πανίκος άνοιξε την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου του οπόταν εμφανίστηκαν από ένα ύψωμα στα δεξιά του ιδίου τα άλλα δύο άτομα και άρχισαν να ρίχνουν κάτι στο δρόμο και ο Πανίκος έβαλλε αυτά που έριχναν μέσα στο αυτοκίνητο του. Μετά κατέβηκε και ο δεύτερος κάτω από το ύψωμα και βοηθούσε τον Πανίκο. Τότε ο ίδιος φοβήθηκε και κατέβηκε κάτω να δει τι έβαζαν στο αυτοκίνητο του. Πρόσεξε ότι επρόκειτο για κάτι χακί σκούρα σακίδια που μόλις τα είδε αντιλήφθηκε ότι ήταν κάτι στρατιωτικό. Τότε τρομοκρατήθηκε και άρχισε να φωνάζει και να ζητά εξηγήσεις. Ο Πανίκος με αυστηρό έντονο ύφος του ζήτησε να μπει στο αυτοκίνητο και να σιωπήσει. Πράγμα που έκανε. Ακολούθως κατέβηκε και το τρίτο άτομο από το ύψωμα και μπήκαν και οι τρεις στο αυτοκίνητο. Έβγαλαν τις κουκούλες οι δύο και τότε είδε και αναγνώρισε το ένα από τα δύο πρόσωπα. Όταν ξεκίνησε να φύγουν πρόσεξε μέσα στο σπίτι του θηροφύλακα μια σκιά με ένα φανάρι να βγαίνει στην αυλή και τους σκύλους να γαυγίζουν έντονα. Ακολούθως πήγε στο χώρο στάθμευσης του περιπτέρου όπου κατέβηκαν τα δύο πρόσωπα που βρίσκονταν στο πίσω κάθισμα. Άρχισε πάλι να φωνάζει και να ζητά εξηγήσεις οπόταν ο Πανίκος του είπε να φύγουν. Έφθασαν στο σπίτι του Πανίκου ακολουθούμενοι από το αυτοκίνητο που οδηγούσαν οι άλλοι δύο, έβαλε πισινή μέσα στο χωράφι δίπλα από το σπίτι και άρχισε να φωνάζει και να ζητά να κατεβάσουν τα πράγματα κάτω. Τότε και οι τρεις τα έριξαν μέσα στα χόρτα και έβαλαν από πάνω από τα σακίδια χόρτα. Μετά ο ίδιος έφυγε και τους άφησε εκεί. Μετά προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον Πανίκο και όταν το πέτυχε αυτός τον απείλησε με αυστηρό ύφος να μην αναφέρει τίποτε σε κανένα. Την επόμενη μέρα ο κατηγορούμενος παρότρυνε τον Πανίκο να επιστρέψει τα πράγματα που πήρε. Το ίδιο επανέλαβε και μετά που άκουσε από τις ειδήσεις στις 21.7.2010 περί της κλοπής εκρηκτικών υλών από το στρατόπεδο της Παλώδιας και ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για εκείνα που τοποθέτησαν στο αυτοκίνητο του. Ο Πανίκος τον καθησύχαζε να μην ανησυχεί και επειδή φοβόταν δεν έκανε οτιδήποτε. Στις 6.8.2010 πήγε στο αεροδρόμιο για αναχώρηση σε προγραμματισμένο ταξίδι στη Βουλγαρία για να πωλήσει το σπίτι που έμενε όταν σπούδαζε. Μαζί του θα πήγαινε και ο Πανίκος ο οποίος είχε επίσης προγραμματίσει περίπου 1 - 1 1/2 μήνα πριν τα γεγονότα της Παλώδιας ταξίδι στη Βουλγαρία. Στο αεροδρόμιο τους σταμάτησε η αστυνομία και συνέλαβαν τον Πανίκο για κλοπή των εκρηκτικών στη Παλώδια. Τότε δεν ταξίδευσε ούτε ο ίδιος. Στην κατάθεση του δηλώνει άγνοια για το ότι τα διαδραματισθέντα έλαβαν χώρα με στόχο την κλοπή εκρηκτικών και αναφέρει περαιτέρω πως αν το γνώριζε δεν θα πήγαινε καθόλου στο μέρος. Ανέφερε επίσης ότι «πάνω στα εκρηκτικά που εκλάπησαν, πιθανό να άγγιξα την ώρα που φώναζα όταν τους είδα να τα βάζουν στο αυτοκίνητο μου, πάνω στην κρίση πανικού μου, αλλά σίγουρα δεν πήρα αυτά τα πράγματα ποτέ στην κατοχή μου. Δεν έχω οποιαδήποτε σχέση με εγκλήματα κάτι που το είπα και του Πανίκου πριν δυο-τρεις μήνες από σήμερα όταν μου έδειξε ένα πιστόλι που είχε στην τσέπη του. Δεν κατάλαβα τι πιστόλι ήταν αλλά μου το έδειξε στο σπίτι του και το είχε κρυμμένο στην τσέπη της παραλλαγής που είναι στο πλευρό του ποδιού. Δεν γνωρίζω οτιδήποτε άλλο για την υπόθεση αυτή και αν γνώριζα πού είναι κρυμμένα τα εκρηκτικά θα βοηθούσα την Αστυνομία να τα βρει. Έχω πρόθεση να συνεργαστώ μαζί σας και έχω κάθε πρόθεση να σας υποδείξω όλα τα σημεία και τις διαδρομές που ακολούθησα». Αγορεύοντας οι συνήγοροι ανέλυσαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Ο κ. Κανναουρίδης με αναφορά στη μαρτυρία εντόπισε στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας τα οποία οδηγούν στην ενοχή του κατηγορούμενου
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της θεληματικής του κατάθεσης στην αστυνομία, την οποία ανέλυσε. Πρόκειται για μία κατάθεση η οποία περιέχει ανάμεικτες δηλώσεις (mixed statements) δηλαδή κάποια ενοχοποιητικά στοιχεία και κάποια μη ενοχοποιητικά και σύμφωνα με τη νομολογία που παρέθεσε, το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στα μέρη της κατάθεσης που συνθέτουν παραδοχές και μικρότερη σ΄ αυτά που δεν είναι ενοχοποιητικά. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε να μην δώσει ένορκη κατάθεση, ανέφερε ο συνήγορος, είναι μεν μία επιλογή που είχε, το Δικαστήριο όμως μπορεί να σχολιάσει δυσμενώς το γεγονός αυτό, ειδικότερα έχοντας υπόψη ότι η υπόθεση στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στη θεληματική του κατάθεση. Ο κ. Κανναουρίδης εισηγήθηκε όπως απορριφθεί η θέση του κατηγορούμενου όσον αφορά τις υποψίες του για το θηροφύλακα καθώς και το λόγο που βρισκόταν στο πάρκο το βράδυ της διάρρηξης. Σε τέτοια περίπτωση ανέφερε, οι παραδοχές του όπως προβάλλονται στη κατάθεση του οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτός γνώριζε ότι η διάπραξη των αδικημάτων ήταν πιθανή. Σε ότι αφορά το mens rea του κατηγορούμενου, αυτό, σύμφωνα με το συνήγορο, περιορίζεται στο ότι γνώριζε γεγονότα αναγκαία για τη διάπραξη του αδικήματος ή του αδικήματος που πιθανόν να διαπράττετο από το δράστη και που τελικά διαπράχθηκε. Δεν είναι αναγκαίο ο κατηγορούμενος να γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά αποτελούν ή συνιστούν το συγκεκριμένο αδίκημα. Γνώση δε, εισηγήθηκε ο κ. Κανναουρίδης με αναφορά στην νομολογία περιλαμβάνει και την εθελοτυφλία (willful blindness). Από την άλλη ο κ. Ευσταθίου εισηγήθηκε όπως γίνει αποδεκτό το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορούμενου. Σε συνάρτηση με τις κατηγορίες της συνωμοσίας ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει αυτές. Δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς το τι προηγήθηκε της διαμόρφωσης κοινού σκοπού, με ποιους και πότε διαμορφώθηκε αυτός έτσι ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει στην ύπαρξη των συστατικών στοιχείων της συνομωσίας. Δεν θα μπορούσε επίσης από τη μια η κατηγορούσα αρχή να στηρίζεται σε εθελοτυφλία του κατηγορουμένου 4 για να στηρίξει την ενοχή σε συνάρτηση με τις κατηγορίες 3 και 4 και ταυτόχρονα, στηριζόμενη στην ίδια μαρτυρία να εισηγείται τη διαμόρφωση κοινού σχεδίου όπως θέτει η συνομωσία. Σε συνάρτηση με τις κατηγορίες 3, 4 και 5 η θέση της υπεράσπισης είναι ότι ο κατηγορούμενος 4 είναι ένοχος του αδικήματος της συνέργειας μετά τη διάπραξη των αδικημάτων και πως όλες οι πράξεις του κατηγορούμενου οδηγούν σ΄ αυτό το συμπέρασμα. Όπως είχε γίνει αποδεκτό κατά το αρχικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης, το οποίο ο κ. Ευσταθίου επανέλαβε και στο στάδιο των αγορεύσεων, είναι αποδεκτό από την υπεράσπιση ότι έχουν διαπραχθεί τα φυσικά περιστατικά ήτοι το actus reus των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Αποτελεί όμως εισήγηση της υπεράσπισης ότι τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης εντάσσονται στις πρόνοιες του άρθρου 16 του Κεφ. 154 δηλαδή του εξαναγκασμού «duress». Ο ευπαίδευτος συνήγορος με αναφορά στο Ινδικό Δίκαιο και σε συγγράμματα, κατέληξε ότι στην παρούσα περίπτωση εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου αυτού. Αναφερόμενος στα ψέματα που ο κατηγορούμενος 4 ανέφερε στην κατάθεση του Τεκ. 21 εισηγήθηκε πως δεν πρέπει να θεωρηθούν κρίκος της περιστατικής μαρτυρίας πάνω στην οποία εδράζονται τα υπό εκδίκαση αδικήματα. Αυτά θα πρέπει να εξεταστούν υπό το φως του αδικήματος της συνέργειας μετά τη διάπραξη, σε μια προσπάθεια του κατηγορούμενου να μην ενοχοποιήσει τον εαυτό του για το αδίκημα αυτό. Θα αναφερθούμε σε επιμέρους θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών στην πορεία της απόφασης μας. Η αξιολόγηση της προσαχθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας είναι μια λεπτή και παράλληλα σημαντική εκδήλωση της δικαστικής κρίσης γιατί μέσα από αυτή το Δικαστήριο αφού μορφώσει άποψη για την ποιότητα της και την αξιοπιστία των μαρτύρων θα διαμορφώσει τη θέση του και θα οδηγηθεί στα συμπεράσματα του ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Το Εφετείο στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 επανέλαβε τις παραμέτρους μέσα στις οποίες πρέπει να κινηθεί το Δικαστήριο ασκώντας τη λειτουργία του στο στάδιο αυτό. Η αξιολόγηση, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω υπόθεση, πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας και επίσης με βάση τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Παράλληλα η δυνατότητα αποδοχής μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και η απόρριψη άλλου, είναι, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 1 θεμελιωμένη με τον κυρίαρχο ρόλο του Δικαστή ως κριτή γεγονότων. Στην υπόθεση Ομήρου (πιο πάνω) γίνεται επίσης επίκληση της πιο πάνω αρχής, αλλά τονίζεται ταυτόχρονα η αναγκαιότητα αιτιολόγησης από πλευράς Δικαστηρίου μιας τέτοιας μερικής αποδοχής. Έχουμε παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες στη ζωντανή τους παρουσία ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχαμε επίσης την ευκαιρία να εξετάσουμε με προσοχή το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας περιλαμβανομένων και των τεκμηρίων. Ένας σημαντικός αριθμός γεγονότων έχουν γίνει παραδεκτά με την έγκριση του Δικαστηρίου και συνακόλουθα τα γεγονότα που αναφέρονται πιο πάνω και συμπεριλαμβάνονται στο Τεκμήριο 1 καθώς και άλλα γεγονότα που έγιναν αποδεκτά στη πορεία της ακροαματικής διαδικασίας αποτελούν και δικά μας ευρήματα. Ως προς τη σημασία των παραδεκτών γεγονότων σχετική είναι η υπόθεση Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498 όπου τονίστηκε ότι όταν ένα γεγονός καταστεί παραδεκτό γεγονός καθίσταται όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο ουσιαστικά σε δεδομένο, το οποίο έχει τέτοια σημασία που, ακόμα και σε περίπτωση μαρτυρίας η οποία αντίκειται προς αυτό, η μαρτυρία εκείνη να κρίνεται ανάλογα. Ξεκινώντας από τους αστυφύλακες που έδωσαν μαρτυρία Α/Λοχ. 2492 Στ. Περικλέους (ΜΚ2), Υπ/ο Οδ. Οδυσσέως (ΜΚ3) και Αστ. 494 Μ. Φιλίππου (ΜΚ8), αυτοί μας άφησαν μίαν απόλυτα θετική εικόνα. Η μαρτυρία τους υπήρξε σαφής ως προς τη διερεύνηση της υπόθεσης και τα ευρήματα τους και γίνεται αποδεκτή. Την ίδια απόλυτα θετική εικόνα μας δημιούργησε και η χημικός κα Κ. Κονάρη (ΜΚ1), η μαρτυρία της οποίας όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση αλλά οδήγησε και στην καταχώρηση περαιτέρω αποδεκτών γεγονότων. Ο Ανθυπολοχαγός Ι. Μενελάου (ΜΚ4) και ο Ντ. Κασσαπιάν (ΜΚ7), με άμεσο και σαφή τρόπο εξήγησαν στο Δικαστήριο τα καθήκοντα και ενέργειες τους στο στρατόπεδο της Παλώδιας, και η μαρτυρία τους που ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση γίνεται αποδεκτή. Ο Ν. Αγαθοκλέους (ΜΚ6) παρά τις διορθώσεις που έκανε στην αρχική του κατάθεση στην αστυνομία, κρίνεται ως ένας καθόλα αξιόπιστος μάρτυρας που μας δημιούργησε θετική εντύπωση και ο οποίος ήρθε στο Δικαστήριο να περιγράψει με ειλικρίνεια τα όσα βίωσε εκείνο το βράδυ της διάρρηξης του στρατοπέδου. Ο Θ. Λουκά (ΜΚ5) δεν αντεξετάστηκε από την υπεράσπιση και η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Βέβαια, η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από μία τάση ασάφειας και γενικότητας στις αναφορές του, προφανώς λόγω της φιλίας του με τον κατηγορούμενο 4, χωρίς όμως να αντιστρατεύεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο της υπόλοιπης μαρτυρίας και γίνεται αποδεκτή. Από τη πλευρά του ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση, όπως άλλωστε είναι δικαίωμα του, χωρίς αυτό να αποτελεί στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να επενεργήσει εναντίον του. Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. R v Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284), το Δικαστήριο οφείλει να προσδώσει σε αυτή το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη προτού καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι αυτό που λέγεται σε μια τέτοια κατάθεση, δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα, με μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, μπορεί όμως να κάνει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Ανάλογος τρόπος προσέγγισης υιοθετήθηκε και στην υπόθεση R v Cambell
(1979)69 Cr. App. R.221) στην οποία λέχθηκε ότι « μια ανώμοτη κατάθεση του κατηγορούμενου, με την πρακτική που επικρατεί σήμερα, φαίνεται να πήρε κάπως σκιερό χαρακτήρα που βρίσκεται στο μισό δρόμο, σε ότι αφορά αξία και βάρος, ανάμεσα σε ένορκη κατάθεση και απλή εξ΄ ακοής μαρτυρία. Δεν μπορεί να λέγεται στους ενόρκους ότι οφείλουν να την αγνοήσουν εξ΄ ολοκλήρου. Πρέπει να τους λέγεται ότι μπορούν να της δώσουν το βάρος που νομίζουν ότι της αξίζει, αλλά ότι δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία, όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση.» Στην ανώμοτη του δήλωση ο κατηγορούμενος υιοθετεί το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία (Τεκ. 20) και ισχυρίζεται άγνοια για το τι πραγματικά συνέβαινε ή θα συνέβαινε εκείνο το βράδυ στο στρατόπεδο της Παλώδιας. Είναι γεγονός ότι η θεληματική κατάθεση του κατηγορούμενου Τεκ. 20, περιέχει ενοχοποιητικά στοιχεία, τα οποία τον συνδέουν με τη διάπραξη των αδικημάτων, τουλάχιστον όσον αφορά τις ενέργειες που έγιναν και που αφορούν το actus reus των αδικημάτων της διάρρηξης και κλοπής, κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών, αλλά ταυτόχρονα περιέχει και στοιχεία που τείνουν να τον αποσυνδέσουν από την αναγκαία γνώση για τη διάπραξη των αδικημάτων, λόγω ισχυριζόμενης άγνοιας του ως προς τα διαπραχθέντα αδικήματα. Πρόκειται δηλαδή για μίαν ανάμεικτη κατάθεση (mixed statement). Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 στη σελ. 112 το Εφετείο πραγματεύεται αυτό το θέμα και με αναφορά στην υπόθεση Duncan 73 Cr. App. Rep. 359, στην οποία μας παρέπεμψε και ο κ. Κανναουρίδης, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορούμενου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης.». Σχετικές με το θέμα είναι και οι υποθέσεις Western v. DPP [1997] 1 Cr. App. R. 474, R. v. Sharp
(1888)86 Cr. App.R. 274, R. v. Aziz [1995] 2 Cr. App. R. 478, στις οποίες επίσης μας παρέπεμψε ο κ. Κανναουρίδης. Το Δικαστήριο, όπως αναφέρθηκε στην Storey
(1968)52 Cr. App. R. 334 στις σελ. 338 - 339 που αφορούσε υπόθεση ναρκωτικών, μπορεί να σχολιάσει αρνητικά το γεγονός ότι η κατηγορούμενη επέλεξε να μην δώσει ένορκη κατάθεση και να τεθεί κάτω από τη βάσανο της αντεξέτασης, όταν η μόνη μαρτυρία που υπήρχε εναντίον της ήταν το περιεχόμενο της θεληματικής κατάθεσης της στην οποία ανέφερε ότι τα ναρκωτικά που βρέθηκαν στο διαμέρισμα της δεν ήταν δικά της. (Βλ. επίσης Sparrow
(1973)57 Cr. App. R. 252 στη σελ. 280 - 281). Στην παρούσα υπόθεση έχουμε εξετάσει με προσοχή την θεληματική κατάθεση του κατηγορούμενου καθώς και την ανώμοτη του δήλωση με την οποία την επιβεβαιώνει. Τα μέρη της κατάθεσης του που αφορούν τις ενοχοποιητικές πράξεις του κατηγορούμενου, γίνονται αποδεκτά. Στα υπόλοιπα μέρη, με τα οποία γίνεται προσπάθεια αποσύνδεσης του από την αναγκαία γνώση των υπό εξέταση αδικημάτων, δεν θα μπορούσαμε να δώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα έχοντας υπόψη την επιλογή του κατηγορούμενου να μην καταθέσει ενόρκως. Και αυτό γιατί, η μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση η οποία τον ενοχοποιεί, στηρίζεται στις δικές του παραδοχές και για να έχουν οποιαδήποτε βαρύτητα οι ισχυρισμοί του, οι οποίοι τον αποσυνδέουν από τη διάπραξη των αδικημάτων, θα έπρεπε να τεθούν κάτω από τη βάσανο της αντεξέτασης. Για τους λόγους που θα αναφέρουμε στη πορεία της απόφασης μας η έλλειψη γνώσης του κατηγορούμενου ως προς τα διαδραματισθέντα καθώς και η δικαιολογία που προβάλλει για την αναμονή του στο χώρο του «πάρκου» δεν γίνονται αποδεκτά. Δεν γίνεται επίσης αποδεκτή η θέση του κατηγορούμενου ότι το βράδυ εκείνο είδε μία σκιά στο σπίτι του θηροφύλακα με ένα φανάρι καθώς επίσης και ο ισχυρισμός του ότι κατά την φόρτωση των κλαπέντων στο αυτοκίνητο του αυτός φώναζε, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία του θηροφύλακα την οποία κρίνουμε ως αληθινή. Ο ΜΚ6 ανέφερε πως βρισκόταν στο βόρειο μέρος του σπιτιού του και συνεπώς δεν θα μπορούσε να γίνει αντιληπτός από το δρόμο. Βέβαια το γεγονός ότι κρατούσε φανάρι το οποίο στρεφόταν προς το βουνό, καθιστά δυνατόν ο κατηγορούμενος να είδε το φώς αυτό. Ο ΜΚ6 υπήρξε επίσης σαφής στη μαρτυρία του ότι δεν άκουσε οποιοδήποτε θόρυβο και συνεπώς ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου στη κατάθεση του ότι φώναζε δεν γίνεται αποδεκτός. Όπως έχουμε κατ΄ επανάληψη αναφέρει πιο πάνω, η υπεράσπιση αποδέχεται ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις φυσικές ενέργειες που του καταλογίζονται. Συνακόλουθα, τηρουμένων των ως άνω, αποτελούν και δικά μας ευρήματα τόσο οι ενέργειες που περιλαμβάνονται στα παραδεκτά γεγονότα όσο και αυτές που προκύπτουν από την κατάθεση του κατηγορούμενου Τεκ. 20 αναφορικά με τις ενέργειες του ίδιου μέχρι και της διάπραξης των αδικημάτων. Υπήρξε η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος υποβοήθησε στην διάπραξη των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στις κατηγορίες 3, 4 και 5 με βάση τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και την υπόλοιπη περιστατική μαρτυρία που υπάρχει στην υπόθεση. Η δε απαιτούμενη γνώση περιορίζεται στο ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε γεγονότα αναγκαία για την διάπραξη των αδικημάτων ή αδικημάτων που πιθανόν να διαπράττοντο από το δράστη και που τελικά διαπράχθηκαν. Δεν είναι αναγκαίο, ανέφερε ο κ. Κανναουρίδης, ο κατηγορούμενος να γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά αποτελούν ή συνιστούν το συγκεκριμένο αδίκημα. Η ύπαρξη γνώσης στην παρούσα υπόθεση στηρίζεται, όπως εισηγήθηκε ο κ. Κανναουρίδης, στην εθελοτυφλία (willful blindness) του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 QB 11 στη σελίδα 20 αναφέρεται «...aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances."[1] Όπως επισημαίνεται δε από τον Devlin J. στη σελίδα 23 της ίδιας απόφασης πρόθεση ενός κατηγορούμενου να παρέχει βοήθεια δεν προϋποθέτει ότι ο σκοπός του κατηγορούμενου ήταν η διάπραξη του αδικήματος το οποίο τελικά διαπράχθηκε. «If one man deliberately sells to another a gun to be used for murdering a third, he may be indifferent about whether the third man lives or dies and interested only in the cash profit to be made out of the sale, but he can still be an aider and abettor. To hold otherwise would be to negative the rule that mens rea is a matter of intent only and does not depend on desire or motive.»[2] Στην υπόθεση Johnson v. Youden and others [1950] 1 All E R 300, στη σελ. 302 αναφέρθηκε ότι «a person cannot be convicted of aiding and abetting the commission of an offence if he does not know of the essential matters which would constitute the offence»[3]. Στην υπόθεση DPP for Northern Ireland v. Maxwell [1978] 3 All E R 1140 αποφασίστηκε ότι ένα πρόσωπο μπορεί να βρεθεί ένοχο για το ότι υποβοήθησε την διάπραξη ενός αδικήματος (aiding and abetting) χωρίς να καθίσταται αναγκαίο να αποδειχθεί η γνώση του για το ακριβές αδίκημα που επρόκειτο να διαπραχθεί εάν ανέμενε τη διάπραξη ενός από ένα περιορισμένο αριθμό αδικημάτων από τον δράστη και πρόσφερε τη βοήθεια του για τη διάπραξη του αδικήματος. Στην υπόθεση Chan Wing-Siu v. The Queen [1984] 3 W.L.R. 677 αποφασίστηκε ότι όλα τα άτομα που έλαβαν μέρος σε μία κοινή επιχείρηση θα έχουν την απαιτούμενη πρόθεση να διαπράξουν το αδίκημα εάν είχαν προβλέψει ότι η διάπραξη του αδικήματος ήταν η εύλογη απόρροια της κοινής επιχείρησης. Στη σελ. 684 της ίδιας απόφασης αναφέρεται: «As in other cases where the state of a person´s mind has to be ascertained, this may be inferred from his conduct and any other evidence throwing light on what he foresaw at the material time, including of course any explanation that he gives in evidence or in a statement put in evidence by the prosecution»[4]. Χρήσιμη αναφορά γίνεται και στο σύγγραμμα Crown Court Practice: Trial, έκδοση Butterworths 1978, στη σελ. 179 που μας παρέπεμψε ο κ. Ευσταθίου, όπου εξετάζεται η φύση και η έκταση της γνώσης και η συμμετοχή αυτού που παρέχει βοήθεια ή παρακινεί ένα αδίκημα: «It must be proved that the principal in the second degree: 1 Had an intention to encourage or assist, and 2 Assisted or encouraged the principal in the first degree at the time or was ready to do so if necessary. He must be aware of the essential matters constituting the offence although it is not necessary to show that he knew that those matters constituted a crime. He may, of course, be liable on the basis that he shut his eyes to the obvious or refrained from making such enquiries as a sensible person would have made: Carter v Mace [1949] 2 All ER 214... »[5] Στην παρούσα υπόθεση, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία περί της ύπαρξης γνώσης του κατηγορούμενου ότι η διάπραξη των αδικημάτων ήταν πιθανή. Υπάρχει όμως περιστατική μαρτυρία πάνω στην οποία στηρίζεται η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Οι αρχές αξιολόγησης περιστατικής μαρτυρίας έχουν διασαφηνιστεί από τη νομολογία. Στην υπόθεση Παφίτης και άλλου ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 λέχθηκαν τα εξής: «Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας, αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας, πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορούμενου, να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου, πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. Φουρνίδης
(1986)2 ΑΑΔ 19). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας, την ενοχή του». (Βλ. επίσης R. v. Mentesh 14 CLR 232, Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 97, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, Κυριάκος Α. Καϊμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662, Χριστάκης Ιωάννου άλλως Τίτος και άλλοι ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, R. ν. Hodge 168 Ε.R. 1+136). H περιστατική αυτή μαρτυρία της υπόθεσης συνοψίζεται ως ακολούθως: Ο κατηγορούμενος 4 μεταφέρει τον κατηγορούμενο 1 μετά από δική του απαίτηση στο δρόμο μπροστά από το στρατόπεδο της Παλώδιας τρεις φορές κατά τη διάρκεια της νύκτας. Την πρώτη φορά που μεταβαίνουν στο μέρος, ο κατηγορούμενος 1 υποδεικνύει στον κατηγορούμενο 4 το σπίτι του θηροφύλακα και στη συνέχεια κοιτάζει επίμονα το στρατόπεδο λέγοντας του ότι οι αποθήκες του στρατού είναι μεγάλες. Όταν φθάνουν στο σημείο του δρόμου όπου υπάρχει πρατήριο βενζίνης κάνουν επαναστροφή περνώντας και πάλι μπροστά από το στρατόπεδο ενώ ο κατηγορούμενος 1 συνέχιζε να κοιτάζει το στρατόπεδο επίμονα. Τη δεύτερη φορά που μεταβαίνουν στο μέρος, ο κατηγορούμενος 1 κοιτάζει στο σπίτι του θηροφύλακα και μετά στο στρατόπεδο. Φθάνοντας στο πρατήριο βενζίνης κάνουν επαναστροφή, σταμάτησαν στα αριστερά, περίμεναν εκεί για 5-10 λεπτά οπόταν ο κατηγορούμενος 1 δέχτηκε τηλεφώνημα και απάντησε εντάξει ή οκ, πέρασαν ξανά μπροστά από το στρατόπεδο, μπροστά από το σπίτι του θηροφύλακα σταμάτησαν, κατέβηκε ο κατηγορούμενος 1 απομακρύνθηκε λίγα μέτρα και επέστρεψε. Περίμεναν για λίγο και μετά έφυγαν από το μέρος. Την τρίτη φορά που μεταβαίνουν στο μέρος, το βράδυ της διάρρηξης, με οδηγίες του κατηγορούμενου 1, ο κατηγορούμενος 4 πηγαίνει στο περίπτερο όπου υπάρχει σταθμευμένο εμπορευματοκιβώτιο και πίσω από αυτό ένα μονοκάμπινο αυτοκίνητο το οποίο δεν φαινόταν από το δρόμο. Από αυτό κατέβηκαν δύο άτομα φορώντας μαύρες μάλλινες κουκούλες οι οποίοι μπήκαν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του χωρίς να μιλήσουν. Ο ένας από αυτούς κρατούσε κάτι που ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν αναγνώρισε τι ήταν. Ο κατηγορούμενος 1 τον καθοδήγησε στο στρατόπεδο, σταμάτησε το αυτοκίνητο και όλοι οι επιβαίνοντες του αυτοκινήτου του κατέβηκαν. Ο κατηγορούμενος 1 του άφησε ένα κινητό τηλέφωνο με οδηγίες να τον καλέσει στον τελευταίο αριθμό και πως θα τον ειδοποιούσε να τους πάρει σε 20-25 λεπτά. Ο κατηγορούμενος 4 υπάκουσε στις εντολές αυτές και πήγε και κάθισε σε παρακείμενο πάρκο από το οποίο υπήρχε οπτική επαφή προς το στρατόπεδο. Όταν ειδοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο 1 πήγε να τους παραλάβει και αυτοί κατέβηκαν από ύψωμα και τοποθέτησαν χακί σκούρα σακίδια στο αυτοκίνητο του τα οποία αντιλήφθηκε ότι ήταν στρατιωτικά. Τα αντικείμενα αυτά ξεφορτώθηκαν σε χωράφι και τοποθετήθηκαν ανάμεσα σε χόρτα. Μετά από πάροδο λίγων ημερών ο κατηγορούμενος 1 συνελήφθη στο αεροδρόμιο Λάρνακας ενώ βρισκόταν με τον κατηγορούμενο 4 έτοιμοι να αναχωρήσουν για Βουλγαρία. Μετά τη σύλληψη του κατηγορούμενου 4 από την αστυνομία στην ανακριτική του κατάθεση προέβη σε δηλώσεις τις οποίες στη συνέχεια ανέτρεψε με τη θεληματική του κατάθεση, οι οποίες ήταν ψευδείς. Έχουμε εξετάσει τα πιο πάνω στοιχεία μαρτυρίας με πολλή προσοχή. Ο τρόπος που εξελίχθηκαν τα γεγονότα δεν αφήνει καμία αμφιβολία στο μυαλό μας ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να έχει γνώση για το τι συνέβαινε πριν ακόμα διαπραχθούν τα αδικήματα. Η μετάβαση του σε τόπο όπου ευρίσκεται στρατόπεδο αργά το βράδυ για τρείς συνεχόμενες σχεδόν βραδιές, σε συνδυασμό με την επισταμένη παρακολούθηση από πλευράς του κατηγορούμενου 1 των εγκαταστάσεων του στρατοπέδου, την επαναστροφή που έκαναν στον ίδιο δρόμο με την ταυτόχρονη παρατήρηση του ότι είναι μεγάλες οι αποθήκες του στρατού, θα έπρεπε να θέσουν αυτόν σε εγρήγορση. Το γεγονός επίσης ότι σε κάποιο προγενέστερο χρόνο ο κατηγορούμενος 1 του είχε επιδείξει ένα πιστόλι θα έπρεπε να τον είχε κάνει να αντιληφθεί ότι αυτός ήταν ικανός για εγκληματικές ενέργειες. Πέραν τούτων όμως, ο τρόπος που εξελίχθηκαν τα γεγονότα το βράδυ της διάρρηξης δεν αφήνει καμία αμφιβολία στο μυαλό μας ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να γνωρίζει το τι διαδραματιζόταν και παρόλα αυτά με τις πράξεις του προχώρησε και πρόσφερε βοήθεια στους δράστες. Μπήκαν στο αυτοκίνητο του δύο κουκουλοφόροι, τους μετέφερε έξω από το στρατόπεδο, δέχθηκε να συνεργαστεί με τον τρόπο που του ζήτησε ο κατηγορούμενος 1 και ακολούθως ο ίδιος μετέβη στο πάρκο και ανέμενε τις οδηγίες του. Το γεγονός ότι δεν εγκατέλειψε το μέρος μετά που τους άφησε, ότι τους ανέμενε σε πάρκο που δεν ήταν ορατό παρά μόνο όταν κάποιος ανέβαινε και το τελευταίο σκαλί και το γεγονός επίσης ότι από το πάρκο υπήρχε ορατότητα προς το στρατόπεδο, ουδόλως μπορεί να καταστήσει πιστευτό τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι δεν ήξερε τι συνέβαινε. Δεν μας διαφεύγει ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία ο φωτισμός στο στρατόπεδο και ειδικά στην αποθήκη των πυρομαχικών ήταν περιορισμένος, όμως παραμένει αδιαμφισβήτητο γεγονός, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, ότι από το πάρκο υπήρχε ορατότητα προς το στρατόπεδο και συνεπώς το μόνο εύλογο συμπέρασμα είναι ότι ο κατηγορούμενος παρέμεινε στο σημείο εκείνο για να βοηθήσει στην όλη επιχείρηση. Το γεγονός ότι στο μέρος προσκάλεσε και φίλους του ουδόλως μπορεί να ανατρέψει αυτό μας το εύρημα. Τα ως άνω ευρήματα μας επίσης δεν μπορούν να ανατραπούν από το γεγονός ότι στην πρώτη τους μετάβαση στο χώρο ο κατηγορούμενος 1 έκαμε αναφορά και στο σπίτι του θηροφύλακα. Είναι αξιοπρόσεκτο φυσικά ότι ενώ ο κατηγορούμενος 4 αναφέρεται σε υποψία του για το ότι κάτι κακό θα γινόταν σε σχέση με το θηροφύλακα, και αυτό λόγω της πιο πάνω υπόδειξης από τον κατηγορούμενο 1, καμία υποψία δεν του προξενήθηκε, σύμφωνα με τον ίδιο, για κάτι κακό σε σχέση με το στρατόπεδο, κάτι που άλλωστε θα ήταν πιο πιθανό και εύλογο να υποθέσει λόγω του ότι οι ενέργειες των δραστών εμφανώς είχαν να κάνουν με το στρατόπεδο και όχι με το σπίτι του θηροφύλακα. Η 3η κατηγορία στηρίζεται στα άρθρα 294(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154[6] ενώ οι κατηγορίες 4 και 5 στα άρθρα 4
(4)(β) και 4
(5)(β)[7] του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ. 54 όπως τροποποιήθηκε. Αναφορικά με τις κατηγορίες αυτές, όπως έχουμε αναφέρει και πιο πάνω, το μοναδικό στοιχείο που παρέμεινε επίδικο είναι το στοιχείο της ένοχης σκέψης (mens rea), αφού το πραγματικό υπόβαθρο των κατηγοριών κατέστη αποδεκτό. Με βάση τα όσα έχουμε αναλύσει πιο πάνω, κρίνουμε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος επέλεξε να εθελοτυφλήσει στο εμφανές αναφορικά με τις περιστάσεις διάπραξης αδικημάτων που σχετίζονταν με τις αποθήκες οπλισμού του στρατοπέδου, παραλείποντας να διερευνήσει τα γεγονότα με τον τρόπο που αναμένεται από ένα μέσο λογικό άνθρωπο. Αυτό τον καθιστά υπόλογο για τα αδικήματα στη βάση του ότι αποδεικνύεται η απαιτούμενη γνώση. Γνώση, η οποία δεν περιορίζεται σε γεγονότα μετά τη διάπραξη, ως εισηγήθηκε ο συνήγορος υπεράσπισης και που ενδεχόμενα θα στοιχειοθετούσε άλλα αδικήματα, όπως τη συνέργεια μετά τη διάπραξη. Ο κ. Ευσταθίου εισηγήθηκε πως στην παρούσα υπόθεση τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 16 του Ποινικού Κώδικα του Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Εξαιρουμένων του φόνου εκ προμελέτης και των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 36 και 37 δεν συνιστά ποινικό αδίκημα η πράξη, την οποία διενεργεί κάποιος που εξαναγκάστηκε για αυτό με απειλές, οι οποίες, κατά το χρόνο διενέργειας της πράξης, εύλογα προκαλούν το φόβο ότι η μη διενέργεια της πράξης θα έφερνε τον άμεσο θάνατό του. Νοείται ότι τα πιο πάνω θα ισχύσουν μόνο εφόσον εκείνος που διάπραξε δεν οδήγησε τον εαυτό του, είτε εκούσια είτε από εύλογο φόβο πρόκλησης βλάβης σε αυτόν μικρότερης από τον άμεσο θάνατο, στην κατάσταση με την οποία αυτός υπέστει τέτοιον εξαναγκασμό.» Το εν λόγω άρθρο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 94 του Indian Penal Code και οι αναφορές στο Σύγγραμμα The Penal Law of India 9η έκδοση, σελίδες 701 και επόμενες που μας παρέπεμψε ο κ. Ευσταθίου είναι σχετικές. Η εν λόγω νομοθετική διάταξη προνοεί μια πιο αυστηρή ερμηνεία από αυτή που εφαρμόζεται στην Αγγλία. Όπως προκύπτει από την ανάλυση που γίνεται στη σελίδα 702 του πιο πάνω συγγράμματος για να επιτύχει η υπεράσπιση του εξαναγκασμού θα πρέπει κατά το χρόνο διενέργειας της πράξης ο κατηγορούμενος να είχε την πεποίθηση ότι θα επέρχετο ο θάνατος του αν δεν προέβαινε στην εν λόγω διάπραξη. Στην Αγγλική νομοθεσία φόβος για βαριά σωματική βλάβη θα ήταν αρκετός. Στο Σύγγραμμα Crown Court Practice: Trial, έκδοση 1978 Βutterworths, αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 277 : «In Hudson and Taylor
(1971)56 Cr App Rep 1, the Court of Appeal held that is was essential to the defence that the threat must be "present" in the sense that it is effective to neutralise the will of the accused at the time. Where there was "no opportunity for delaying tactics, and the person threatened must make up his mind whether he is to commit the criminal act or not, the existence at the moment of threats sufficient to destroy his will ought to provide him with a defence even though the threatened injury may not follow instantly, but an interval"[8]. Περαιτέρω στη σελίδα 278 αναφέρεται το ακόλουθο: "In Director of Public Prosecutions for Northern Ireland v. Lynch [1975] 1 All ER 913, [1975] 2 WLR 641, 61 Cr. App Rep 6, the House of Lords held that where a person under duress in the form of real threats (either expressly made or implied by conduct) to kill him or cause serious physical injury to him, hijacked a car and then drove three terrorists to a place where the three men shot a constable and thereafter drove them away, he could raise duress when charged with murder as a principal in the second degree and that it could excuse guilt and was not just a reason for absolving the defendant from punishment after conviction."[9] Στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να τονιστεί ότι για να είχε πιθανότητα επιτυχίας η υπεράσπιση που προνοείται από το άρθρο 16 του Κεφ. 154 ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να είχε εξαναγκαστεί με απειλές οι οποίες του προκάλεσαν φόβο ότι σε περίπτωση που δεν υπάκουε σ΄ αυτές και δεν διενεργούσε την πράξη που του ζητείτο, θα επέρχετο ο άμεσος θάνατος του. Κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο από τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο κατηγορούμενος είτε στις καταθέσεις του στην αστυνομία, Τεκ. 20 και 21, είτε στην ανώμοτη του δήλωση. Πρέπει να τονιστεί ότι οι εν λόγω απειλές και η πρόκληση φόβου για το θάνατο του θα έπρεπε να προηγηθούν της διάπραξης των αδικημάτων. Κάτι τέτοιο δεν έχει καταδειχθεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, ακόμα και στην περίπτωση που οι θέσεις του κατηγορούμενου ότι φοβήθηκε και τρομοκρατήθηκε γίνονταν αποδεκτές στην ολότητα τους. Οι κατηγορίες 1 και 2 αφορούν το αδίκημα της συνωμοσίας κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ. 154. Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας πρέπει να αποδειχθεί ότι υπήρξε μία συμπληρωμένη τελική συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων για τη διάπραξη του αδικήματος. Η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας είναι θέμα πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κατά πόσο τα εν λόγω πρόσωπα μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο (Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 42η έκδοση, παρ. 18-2 επ., η συνωμοσία εκτός της ύπαρξης συμφωνίας περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ΄ ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ΄ ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα μας καθίσταται εμφανές ότι οι εν λόγω κατηγορίες δεν θα μπορούσαν να ευσταθήσουν. Και αυτό γιατί ελλείπει μαρτυρία ως προς την ύπαρξη συμφωνίας για προώθηση του κοινού σκοπού που αναφέρεται στις κατηγορίες. Έχει αναλυθεί πιο πάνω στην απόφαση μας ο τρόπος συμμετοχής του κατηγορούμενου 4 και αυτός δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ενοχής του ως προς τις κατηγορίες 1 και
- Υπό το φως των πιο πάνω κρίνουμε τον κατηγορούμενο 4 ένοχο στις κατηγορίες 3, 4 και 5 ενώ στις κατηγορίες 1 και 2 αθωώνεται και απαλλάττεται. (Υπ.) ............... Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Μ. Αμπίζας, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Assize Court/Final (Αναφορά: Διάρρηξη και κλοπή/κατοχή και μεταφορά εκρηκτικών υλών [1] (Σε πρόχειρη μετάφραση) «η υποβοήθηση είναι ένα αδίκημα το οποίο απαιτεί απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεσης για υποβοήθηση καθώς επίσης γνώσης των περιστάσεων». [2] (Σε πρόχειρη μετάφραση) «αν κάποιος ηθελημένα πωλεί σε κάποιον άλλο ένα όπλο για να χρησιμοποιηθεί για φόνο κάποιου τρίτου, μπορεί να είναι αδιάφορος για το κατά πόσο αυτός ο τρίτος θα ζήσει ή θα πεθάνει και να ενδιαφέρεται μόνο για το κέρδος σε μετρητά που θα του αποφέρει η πώληση, όμως μπορεί ακόμη να είναι υποβοηθητής. Το να θεωρήσουμε διαφορετικά θα ισοδυναμούσε με κατάργηση του κανόνα ότι η ένοχη σκέψη (mens rea) είναι θέμα γνώσης μόνο και δεν εξαρτάται από βούληση ή κίνητρο.» [3] (Σε πρόχειρη μετάφραση) «ένα πρόσωπο δεν μπορεί να καταδικαστεί για υποβοήθηση της διάπραξης ενός αδικήματος αν δεν γνωρίζει τα ουσιώδη στοιχεία τα οποία θα συνιστούσαν το αδίκημα». [4] (Σε πρόχειρη μετάφραση) «Όπως σε άλλες περιπτώσεις όπου η νοητική κατάσταση ενός προσώπου πρέπει να διαπιστωθεί, αυτή μπορεί να υποτεθεί από τη συμπεριφορά του και οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που ρίχνει φως στο τι αυτό προέβλεψε κατά τον ουσιώδη χρόνο, συμπεριλαμβανομένης φυσικά οποιασδήποτε εξήγησης που δίνει σε μαρτυρία του ή σε κατάθεση που τίθεται στη μαρτυρία από την κατηγορούσα αρχή.» [5] (Σε πρόχειρη μετάφραση) «Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αυτουργός σε δεύτερο βαθμό: 1 Είχε την πρόθεση να ενθαρρύνει ή να παρέχει βοήθεια, και 2 Παρείχε βοήθεια ή ενεθάρρυνε τον αυτουργό στον πρώτο βαθμό κατ΄ εκείνο το χρόνο ή ήταν έτοιμος να πράξει τοιουτοτρόπως εάν απαιτείτο. Αυτός πρέπει να είναι ενήμερος για τα ουσιαστικά στοιχεία που αποτελούν το αδίκημα παρά το ότι δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί ότι γνώριζε ότι εκείνα τα στοιχεία αποτελούσαν ποινικό αδίκημα. Δύναται βέβαια κάποιος να είναι υπόλογος στη βάση ότι έκλεισε τα μάτια του στο εμφανές ή παρέλειψε να προβεί σε διερεύνηση όπως θα έπραττε ένας λογικός άνθρωπος: Carter v Mace [1949] 2 All ER 214.» [6] «
- Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) ............ (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον· (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος·» [7] «
(4)Πρόσωπο το οποίο - (δ) μεταφέρει ή έχει στην κατοχή του· οποιαδήποτε εκρηκτική ύλη χωρίς να είναι κάτοχος άδειας ή έγκρισης (το βάρος απόδειξης της οποίας φέρει ο ίδιος), είναι ένοχο αδικήματος ..» «
(5)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(4)- (β) όταν διαπράττεται αδίκημα, κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο
(4), κάθε ένα από τα ακόλουθα πρόσωπα θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη του αδικήματος και ότι είναι ένοχο του αδικήματος και δύναται να κατηγορηθεί και δικαστεί για το ότι πραγματικά διέπραξε αυτό και δύναται να τιμωρηθεί ανάλογα, δηλαδή- (
- i)κάθε πρόσωπο, το οποίο πράγματι τελεί την πράξη ή προβαίνει σε παράλειψη, η οποία συνιστά το αδίκημα· (
- ii)κάθε πρόσωπο, το οποίο τελεί ή παραλείπει να τελέσει οποιαδήποτε πράξη για το σκοπό να διευκολύνει ή βοηθήσει άλλο πρόσωπο να διαπράξει το αδίκημα· (iii) κάθε πρόσωπο, το οποίο προάγει, βοηθά ή παρακινεί άλλο πρόσωπο στη διάπραξη του αδικήματος· (
- iv)κάθε πρόσωπο που εξωθεί ή παρακινεί ή προσπαθεί να πείσει άλλο πρόσωπο να διαπράξει το αδίκημα· (
- v)κάθε πρόσωπο το οποίο τελεί οποιαδήποτε πράξη προπαρασκευαστική της διάπραξης του αδικήματος.» [8] (Σε πρόχειρη μετάφραση) «Στην In Hudson and Taylor
(1971)56 Cr App Rep 1, το Εφετείο αποφάσισε ότι ήταν απαραίτητη για την υπεράσπιση η «ύπαρξη» απειλής με την έννοια ότι αυτή είναι αποτελεσματική στο να εξουδετερώσει τη βούληση του κατηγορουμένου κατά τον εν λόγω χρόνο. Όπου δεν υπήρχε «δυνατότητα για τακτική καθυστέρησης και το απειλούμενο πρόσωπο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο θα διαπράξει το ποινικό αδίκημα ή όχι, η ύπαρξη κατά τη συγκεκριμένη στιγμή απειλών ικανών να αδρανοποιήσουν τη βούληση του θα πρέπει να του παρέχει υπεράσπιση έστω και αν η επαπειλούμενη βλάβη δεν θα ακολουθούσε άμεσα αλλά μετά από ένα χρονικό σημείο. » [9] (Σε πρόχειρη μετάφραση) «Στην In Director of Public Prosecutions for Northern Ireland v. Lynch [1975] 1 All ER 913, [1975] 2 WLR 641, 61 Cr. App Rep 6, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι όπου ένα πρόσωπο κάτω από εξαναγκασμό υπό τύπο πραγματικών απειλών (είτε γενομένων ρητά είτε εξυπακουόμενα διά συμπεριφοράς) ότι θα τον φονεύσουν ή θα προκαλέσουν σοβαρή φυσική βλάβη σ΄ αυτόν κατέλαβε ένα αυτοκίνητο και μετά οδήγησε τρεις τρομοκράτες σε ένα μέρος όπου οι τρεις άνδρες πυροβόλησαν ένα αστυφύλακα και αμέσως μετά τους οδήγησε μακριά μπορούσε να εγείρει θέμα εξαναγκασμού όταν κατηγορήθηκε για το φόνο ως αυτουργός δεύτερου βαθμού και ότι αυτό θα μπορούσε να τον απαλλάξει από ενοχή και δεν ήταν απλώς λόγος να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από τιμωρία μετά την καταδίκη.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο