← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Στέργιου Μπαρπούτη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16815/09, 20/4/2011

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Στέργιου Μπαρπούτη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16815/09, 20/4/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16815/09 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και 1.Στέργιου Μπαρπούτη

  1. Νεόφυτου Αντωνίου
  2. Βάσου Ηρακλέους
  3. Stamatis Barboutis Ltd Κατηγορουμένων -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 20/4/2011 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Γ. Ιωαννίδου Για τον κατηγορούμενο 3: κ. Η. Κονναρής (κ. Γ. Κονναρής για απαγγελία της ενδιάμεσης απόφασης) Κατηγορούμενος 3 παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του Μ.Κ.2, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 3, υπέβαλε εισήγηση ότι η υπόθεση θα πρέπει από το στάδιο αυτό να απορριφθεί και ο πελάτης του να απαλλαγεί των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι η ακροαματική διαδικασία που διεξάγεται, αφορά μόνο τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος από τώρα και στο εξής θα καλείται ο κατηγορούμενος, καθότι οι κατηγορίες που οι λοιποί κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν, διακόπηκαν πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αυτοί απαλλάγηκαν. Πυρήνα της επιχειρηματολογίας του κ. Κονναρή, αποτέλεσαν κάποια γεγονότα που σύμφωνα με τη θέση του επισυνέβησαν μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και τα οποία όπως υποστήριξε είναι σοβαρότατης σημασίας αφού είχαν ως αποτέλεσμα την παραβίαση της εμπιστευτικότητας της επικοινωνίας δικηγόρου με πελάτη και βέβαια στη συγκεκριμένη υπόθεση του συνηγόρου της υπεράσπισης με τον κατηγορούμενο, της αποκάλυψης οδηγιών και εντολών που δόθηκαν από τον κατηγορούμενο στους συνηγόρους του και γενικότερα της γραμμής της υπεράσπισης στην αστυνομία και στην κατηγορούσα αρχή και κατ΄ ακολουθία την παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Αντίθετη υπήρξε η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής η οποία υποστήριξε ότι το στάδιο αυτό είναι πρόωρο για να διαπιστωθεί εάν υπήρξε οποιαδήποτε παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη και γι΄ αυτό το ζήτημα δεν μπορεί στο στάδιο αυτό να εξετασθεί. Το δικαίωμα κάποιου κατηγορούμενου σε ποινική δίκη ή διαδίκου σε αστική διαδικασία να τύχει δίκαιης δίκης, διασφαλίζεται από το άρθρο 30

(2)του Συντάγματος και το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαικής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 157/62. Στην υπόθεση Δημοκρατίας v. Ford (Αρ.2)
(1995)2 ΑΑΔ 232, λέχθηκε ότι η εμπιστευτικότητα της επικοινωνίας μεταξύ διαδίκου και του δικηγόρου του αποτελεί πτυχή του δικαιώματος του διαδίκου για εκπροσώπηση από δικηγόρο της επιλογής του, δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.3(δ) του Συντάγματος. Λέχθηκε ακόμα στην ίδια απόφαση ότι τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το άρθρο αυτό του Συντάγματος αποτελούν εχέγγυα για τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης και ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού συναρτάται με τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Ενόψει τούτων, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον το στάδιο τούτο είναι κατάλληλο να διαγνωσθεί εάν υπήρξε ή όχι παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. Hλία Ευσταθίου, 2009
(2)AAΔ.376, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα της δίκαιης δίκης με αφετηρία όμως, ισχυριζόμενη καθυστέρηση, το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά σε παλιότερη νομολογία ανέφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Το κρίσιμο όμως ερώτημα είναι αν από μόνη της η καθυστέρηση, χωρίς τη συνύπαρξη άλλων παραμέτρων, που να καθιστούν τη δίκη που θα διεξαχθεί μη δίκαιη μπορεί να οδηγήσει σε τερματισμό της δικαστικής διαδικασίας και συνακόλουθη απαλλαγή του κατηγορούμενου. Η απάντηση είναι αρνητική. Η διαπίστωση της ενδεχόμενης παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορούμενου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, που αποτελεί το υπόβαθρο της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν εξετάζεται in abracto. Τούτο τίθεται κάτω από τη βάσανο του συνυπολογισμού ύπαρξης και άλλων παραμέτρων, που να δείχνουν ότι υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να διεξαχθεί δίκαιη δίκη όπως της απώλειας μαρτυρίας, της δυσκολίας στην εξασφάλιση μαρτυρικού υλικού, της χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορούμενου κ.λπ. Τα πιο πάνω, τίθενται ως παραδείγματα και δεν εξαντλούν τον κατάλογο των θεμάτων που θα πρέπει να εξεταστούν. Ποιο είναι όμως το πλαίσιο διαπίστωσης των εγγενών αδυναμιών, ή των δυσμενών επιπτώσεων που ενδεχομένως θα αντιμετωπίσει ο κατηγορούμενος; Η δίκη. Είναι συνεπώς απαραίτητο να ξεκινήσει η διαδικασία ακρόασης μιας υπόθεσης και εκεί, κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, να εξεταστούν τα εγειρόμενα θέματα. Βρίσκουμε κατ΄επέκταση ότι έσφαλε η πρωτόδικος δικαστής όταν προχώρησε σε εύρημα παραβίασης του δικαιώματος του εφεσίβλητου για εκδίκαση της υπόθεσης του εντός εύλογου χρόνου, μόνο με γνώμονα τον παράγοντα χρόνο και κατέληξε σε τούτο χωρίς να προχωρήσει στην ακρόαση της υπόθεσης. Ταυτοχρόνως κατέληξε στο πιο πάνω συμπέρασμα χωρίς να εξετάσει αν ο παράγοντας αυτός θα μπορούσε να καταστήσει τη δίκη μη δίκαιη ή αν θα προκαλείτο οποιαδήποτε αδικία στον εφεσίβλητο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου αναφέρθηκε στην ηλικία του πελάτη του, το γεγονός ότι συνταξιοδοτήθηκε και τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει αν προχωρήσει η παρούσα υπόθεση. Με όλη την κατανόηση που μπορούσε να έχουμε, δεν μπορούν τα στοιχεία αυτά να οδηγήσουν σε απόρριψη μιας ποινικής υπόθεσης, χωρίς να ακολουθηθεί η συνήθης πορεία της δικαστικής διαδικασίας που αποτελεί το εχέγγυο της θεμελίωσης της δίκαιης δίκης. Δεν μπορεί ταυτοχρόνως να μη λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά του εφεσίβλητου, που στην προκείμενη υπόθεση ζητούσε κατ΄επανάληψη αναβολή της ακρόασης της υπόθεσης επειδή, μεταξύ άλλων, εκκρεμούσαν και άλλες υποθέσεις. Το γεγονός ότι πάντοτε εξασφαλιζόταν και η συγκατάθεση της κατηγορούσας αρχής ποσώς δεν διαφοροποιεί την κατάσταση. Η προσέγγιση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου,
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, δίδει πιστεύουμε το στίγμα της νομολογίας στην αντιμετώπιση παρομοίων θεμάτων. Επιβάλλεται, επισημαίνεται στις σελίδες 230-231, η αναγκαιότητα κατάδειξης πειστικών λόγων ότι δεν θα ήταν εφικτό να υπάρξει δίκαιη δίκη ή για ποιο λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον ενός κατηγορουμένου. Ούτε σ΄αυτά τα ερωτήματα έστρεψε την προσοχή του το πρωτόδικο Δικαστήριο, σε βαθμό που κρίνουμε την απόφαση του, ως τρωτή. Είναι σαφές και έκδηλα αντιληπτό, ότι οποιαδήποτε άλλη πορεία, παρά η προώθηση της υπόθεσης για ακρόαση, θα μπορούσε να προτρέψει «επιρρεπείς» διάδικους σε υποβολή συνεχών αιτημάτων αναβολής με προφανή σκοπό τη δημιουργία χρονικού υπόβαθρου για προώθηση αιτήματος απόρριψης μιας υπόθεσης». Το ότι τυχόν παρέκκλιση από τα θέσμια της δίκαιης δίκης είναι ζήτημα το οποίο αποφασίζεται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης και όχι έξω από τα πλαίσια της, προκύπτει αβίαστα από την πιο πάνω απόφαση αλλά και από παλιότερη νομολογία (βλ. Αντώνης Βασιλείου v. Δημοκρατίας 2002
(2)ΑΑΔ 104). Όπως αποφασίσθηκε στην υπόθεση αυτή, ο ισχυρισμός κατηγορούμενου για παραβίαση του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη, δεν αποφασίζεται με τρόπο αφηρημένο αλλά ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδείξει ότι πράγματι έχει επηρεασθεί δυσμενώς. Όπως και παλαιότερα αποφασίσθηκε στην υπόθεση Δημοκρατίας v. Ford, πιο πάνω, «Ο λόγος της Φάντη (απόφαση πλειοψηφίας) είναι ότι τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30
(3)του Συντάγματος είναι συνυφασμένα με τη διεξαγωγή της δίκης και όχι με την κατάργηση της. Η παρατήρηση του Δικαστηρίου «ότι μπορεί να εγερθεί ζήτημα ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου που να αφορά τη δίκαιη δίκη, και διάφορα άλλα, όπως επιτρέπει ο Νόμος και το Σύνταγμα», αναφέρεται στη σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου να εξετάσει θέματα που αναφέρονται στη διεξαγωγή της δίκης σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας κρίνεται αναγκαίο, ανάλογα με τις συνέπειες που ενέχει το θέμα στη διεξαγωγή και την πορεία της δίκης. Η προάσπιση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, βάσει του άρθρου 30
(3), συναρτάται, όπως προκύπτει από τη Φάντη, με τη διασφάλιση των εχέγγυων που εξασφαλίζονται στον κατηγορούμενο κατά τη διεξαγωγή της δίκης και όχι τον αποκλεισμό ή τη διαγραφή της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου» Και συνεχίζεται σε άλλο σημείο της απόφασης, «Τα δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται από το άρθρο 30
(3)αποτελούν εχέγγυα για διεξαγωγή δίκαιης δίκης προς διαπίστωση της ενοχής του κατηγορουμένου. Η άσκηση τους εντάσσεται μέσα στη διαδικασία για τη διακρίβωση της ευθύνης του κατηγορουμένου στη κατηγορία και όχι έξω από αυτή». Παρόμοιας προσέγγισης έτυχε το ζήτημα, στην ίδια υπόθεση και από τον τότε Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Αρτεμίδη, ο οποίος στη δική του ξεχωριστή γνωμάτευση υπογράμμισε ότι: «Παραβίαση του οποιουδήποτε κανόνα, που εγγυάται τη δίκαιη δίκη, προκαλεί την επέμβαση του Δικαστηρίου, με σκοπό την επάνοδο στα νόμιμα πλαίσια. Η παραβίαση, και αυτό είναι σημαντικό, δεν καταργεί τη δίκη. H επίκληση παραβίασης οποιουδήποτε δικαιώματος γίνεται ενώπιον του δικάζοντος Δικαστηρίου στη διαδικασία της δίκης. Το Δικαστήριο παρέχει την πρέπουσα θεραπεία ανάλογα με την εκτροπή που παρατηρείται». Στην μεταγενέστερη απόφαση Λιασίδης 1999 (1A) ΑΑΔ 185, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η απόφαση στη Δημοκρατία v. Ford (Αρ.2) (ανωτέρω) ορίζει ότι τα δικαιώματα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη συναρτώνται με τη διεξαγωγή της δίκης. Η δίκη είναι το μέσο για τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου. Η τήρηση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης συσχετίζεται με αυτή τούτη τη δίκη. Εάν η δίκη δεν υπήρξε δίκαιη τότε ακυρώνεται. Η δίκη καθίσταται άδικη εάν η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου διαπιστωθεί έξω από τα θέσμια της δίκαιης δίκης ή κατ' αντίθεση προς τα δικαιώματα της υπεράσπισης του κατηγορούμενου που εξασφαλίζονται από τα άρθρα 12.5 και 30.3 του Συντάγματος. Η τήρηση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης κρίνεται στο πλαίσιο της δίκης και υπό το φως του αποτελέσματος της. Καθοριστική για τα δικαιώματα του διαδίκου περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων του οποίου διασφαλίζονται από το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, μπορεί να είναι μόνο τελική απόφαση του Δικαστηρίου, προσδιοριστική της ποινικής του ευθύνης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.3)
(1993)1 ΑΑΔ 442, Καρατζαφέρης
(1993)1 ΑΑΔ 607, Ρωτή v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 246». Και στην παρούσα υπόθεση προβλήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου κάποια γεγονότα και περιστατικά που σύμφωνα με τη θέση του επισυνέβησαν και τα οποία όπως υποστηρίζει, οδήγησαν σε καταστρατήγηση του δικαιώματος του πελάτη του για δίκαιη δίκη. Όμως τα γεγονότα αυτά δεν είναι στο στάδιο αυτό, γνωστά στο Δικαστήριο. Αυτά μπορούν να αποκαλυφθούν μόνο μέσα από την ακροαματική διαδικασία, είτε με τη μορφή μαρτυρίας είτε με τη μορφή παραδεκτών γεγονότων. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Αντωνίου v. Δημοκρατίας, 2008
(2)AAΔ.746 το ερώτημα κατά πόσο η δίκη είναι δίκαιη ή όχι θα πρέπει να απαντάται με βάση την αξιολόγηση στο σύνολο της. Τότε και μόνο το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου τα οποιαδήποτε γεγονότα τυχόν έλαβαν χώρα τεθούν ενώπιον του με αποδεκτή μαρτυρία, τότε μόνο θα μπορεί να αποφασίσει κατά πόσον ένεκα των γεγονότων αυτών, υπήρξε παραβίαση του συγκεκριμένου δικαιώματος του κατηγορούμενου. Στο στάδιο αυτό τα όσα προβλήθηκαν κατά την αγόρευση του κ. Κονναρή, δεν αποτελούν γεγονότα γνωστά στο Δικαστήριο και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να αποτελέσουν το πραγματικό υπόβαθρο για την εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος. Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να αποφασισθεί κατά πόσον υπήρξε παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να εξετασθεί το ζήτημα που ήγειρε η υπεράσπιση. (Υπ.).......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Criminal/interim Αναφορά:Δίκαιη Δίκη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.