← Κύπρος

ΕΦΟΡΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ν. ΜΑΡΙΟΥ ΑΤΤΕΣΛΗ, Αρ. Υπόθεσης: 27473/09, 20.04.11

ΕΦΟΡΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ν. ΜΑΡΙΟΥ ΑΤΤΕΣΛΗ, Αρ. Υπόθεσης: 27473/09, 20.04.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27473/09 ΕΦΟΡΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ v. ΜΑΡΙΟΥ ΑΤΤΕΣΛΗ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20.04.11 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Τρυφωνίδου Για Κατηγορούμενο: κος Σεβεριάδης Κατηγορούμενος: παρόν ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράλειψης υποβολής καταστάσεων στον Έφορο Ταμείων Προνοίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 8

(2)(δ), 17, 19, 29 29Α και 30 των Περί Ταμείων Προνοίας Νόμων του 1981 μέχρι του 2005 μετά των συναφών τροποποιήσεων καθώς και του Κανονισμού 8 των Περί Ταμείων Προνοίας Κανονισμών του 1981 μέχρι
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μεταξύ 01.10.04 και 16.11.09 στη Λεμεσό ενώ ήταν μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Προνοίας του μόνιμου προσωπικού της Atteshlis Group of Companies παρέλειψε να υποβάλει στον Έφορο Ταμείων Προνοίας αντίγραφο του λογαριασμού εσόδων και εξόδων, αντίγραφο του ισολογισμού, αντίγραφο έκθεσης του ελεγκτή και κατάσταση σχετικά με τα μέλη αναφορικά με το πιο πάνω ταμείο για τα έτη 2003, 2004, 2005, 2006, 2007 και
  2. Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή δεν κλήτευσε οποιοδήποτε μάρτυρα. Ωστόσο, τα μέρη κατέθεσαν εκ συμφώνου τα πιο κάτω έγγραφα, των οποίων τόσο η ύπαρξη όσο και το περιεχόμενο τους είναι παραδεχτό από αυτά: (α) Φωτοαντίγραφο καταστατικού ταμείου προνοίας υπαλλήλων των εταιρειών L. Atteshlis Shipping Ltd, L. Atteshlis Bonded Stores Ltd, M. Atteshlis Travel Ltd και G.L. Atteshlis ως Τεκμήριο
  3. (β) Φωτοαντίγραφο πιστοποιητικό εγγραφής του Ταμείου Προνοίας του μόνιμου προσωπικού της Atteshlis Group of Companies ως Τεκμήριο
  4. Περαιτέρω, στα πλαίσια παρουσίασης της υπόθεσης από μέρους της κατηγορούσας αρχής τα μέρη κατέθεσαν τα ακόλουθα παραδεχτά γεγονότα:
  5. Το Ταμείο Προνοίας του μόνιμου προσωπικού της Atteshlis Group of Companies συστάθηκε στις 31.03.03 με αρ. Τ.Π.2284 και είχε αναδρομική ισχύ σύμφωνα με το καταστατικό από 01.01.
  6. Η αρχική Διαχειριστική Επιτροπή όπως φαίνεται στο καταστατικό είναι ο κύριος Μάριος Αττεσλιής Πρόεδρος, ο κύριος Πάρης Ονησιφόρου Γραμματέας, η κυρία Μαρία Κουτσού και ο κύριος Χριστάκης Χριστοφόρου.
  7. Στην πορεία, δηλαδή στις 04.03.03, ο κύριος Χριστάκης Χριστοφόρου παραιτήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κύριο Μάριο Δαλμυρά.
  8. Ο κύριος Πάρης Ονησιφόρου παραιτήθηκε από τη θέση του στις 31.08.
  9. Ο κύριος Μάριος Δαλμυράς παραιτήθηκε από τη θέση του στις 10.10.
  10. Η κυρία Μαρία Κουτσού απεβίωσε το 2005 μετά από μακροχρόνια ασθένεια.
  11. Σύμφωνα με τα αρχεία του Εφόρου Ταμείου Προνοίας ουδέποτε γνωστοποιήθηκε οποιαδήποτε αντικατάσταση των εν λόγω μελών της Διαχειριστικής Επιτροπής, ήτοι των παραιτηθέντων μελών και της αποβιωσάσης.
  12. Το συγκεκριμένο ταμείο κάλυπτε τις εταιρείες που φαίνονται στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου
  13. Από αυτές η μόνη που υφίσταται και λειτουργεί σήμερα είναι η M. Atteshlis Travel Ltd.
  14. Η πρώτη εταιρεία που εμφανίζεται στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 1 διαλύθηκε με απόφαση Δικαστηρίου στις 13.03.
  15. Η δεύτερη εταιρεία που εμφανίζεται στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 1 διαλύθηκε με απόφαση Δικαστηρίου στις 24.04.
  16. Η τέταρτη εταιρεία που εμφανίζεται στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 1 έχει διαγραφεί από τον Έφορο Εταιρειών στις 04.09.
  17. Η Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου Προνοίας του μόνιμου προσωπικού της Atteshlis Group of Companies όφειλε σύμφωνα με το νόμο να υποβάλει τους κοινούς λογαριασμούς του 2003 μέχρι τις 30.09.
  18. Σε αντίθετη περίπτωση από 01.10.04 καθίστατο ποινικό αδίκημα.
  19. Ουδέποτε υποβλήθηκαν οποιοιδήποτε λογαριασμοί του Ταμείου Προνοίας στον Έφορο Ταμείου Προνοίας.
  20. Σύμφωνα με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Ταμείου Προνοίας του μόνιμου προσωπικού της Atteshlis Group of Companies ημερομηνίας 22.07.03 αποφασίστηκε όπως ανασταλούν οι αποκοπές του προσωπικού για το ταμείο από 01.07.
  21. Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στον Έφορο Ταμείου Προνοίας στις 09.07.
  22. Στις 09.07.04 κοινοποιήθηκαν στον Έφορο Ταμείου Προνοίας οι παραιτήσεις των κυρίων Ονησιφόρου, Χριστοφόρου και Δαλμυρά. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Συγκεκριμένα, ο ευπαίδευτος συνήγορος ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ενώ οι λογαριασμοί του ταμείου προνοίας έπρεπε να είχαν ετοιμαστεί με το τέλος του έτους 2003 εντούτοις κάτι τέτοιο δεν έγινε επειδή μέχρι τότε 2 μέλη είχαν παραιτηθεί ενώ τρίτο μέλος απουσίαζε λόγω ασθένειας. Σύμφωνα με τον κύριο Σεβεριάδη, ο διορισμός νέων μελών εις αντικατάσταση άλλων δεν αποτελεί καθήκον του προέδρου της διαχειριστικής επιτροπής αλλά της Γενικής Συνέλευσης. Περαιτέρω, ο εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι από τις 09.07.04 που ο Έφορος Ταμείου Προνοίας γνώριζε ότι δεν υπήρχε διαχειριστική επιτροπή όφειλε να λάβει κάποια μέτρα και όχι να σέρνει κάποιον στο Δικαστήριο εν γνώσει του ότι δεν μπορούσε να τον ικανοποιήσει. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής αντικρούοντας τη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου για το αδίκημα που κατηγορείται, τον οποίο, όπως υποστήριξε, το Δικαστήριο πρέπει να καλέσει σε απολογία. Η κυρία Τρυφωνίδου ισχυρίστηκε ότι ο πρόεδρος εκπροσωπεί και δεσμεύει τη διαχειριστική επιτροπή και ως εκ τούτου οφείλει να υποβάλει στον Έφορο Ταμείου Προνοίας τα έγγραφα τα οποία περιγράφονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος για τα έτη που επίσης αναφέρονται μέσα από την εν λόγω κατηγορία. Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Ευγένειος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:- "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: " Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή." Από τη στιγμή που στην προκειμένη περίπτωση η μόνη μαρτυρία που τέθηκε στο στάδιο αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελείται από παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα των οποίων το περιεχόμενο είναι αποδεκτό τόσο από την κατηγορούσα αρχή όσο και από τον κατηγορούμενο για την αλήθεια τους, τότε το δεύτερο κριτήριο, ήτοι η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή να είναι τόσο αντινομική ή να στερείται πειστικότητας ή να είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο, απλά δεν ισχύει. Το Δικαστήριο τώρα θα εξετάσει κατά πόσο στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος κατηγορείται, κάτω από το πέπλο των προαναφερομένων παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων που έχουν από κοινού κατατεθεί από τα μέρη και τα οποία το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη του χωρίς ταυτόχρονα αυτό, ενόψει του στοιχείου της παραδοχής και αποδοχής τους από τα μέρη, να οδηγεί σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτών αλλά ούτε και να αποτελεί υποκειμενική αξιολόγηση τους όταν αυτά ληφθούν υπόψη. Τα θέματα που αφορούν ταμείο προνοίας εταιρειών διέπονται από πρωτογενή και δευτερογενή νομοθεσία. Συγκεκριμένα, ο Περί Ταμείων Προνοίας Νόμος του 1981 μέχρι 1995, Ν.44/81 μετά των συναφών τροποποιήσεων (στο εξής καλείται 'ο νόμος' ή 'η νομοθεσία') και οι δυνάμει του άρθρου 30 του νόμου εκδοθέντες κανονισμοί (στο εξής καλούνται 'οι κανονισμοί') ρυθμίζουν, μεταξύ άλλων, την ίδρυση, λειτουργία και εγγραφή των ταμείων προνοίας και άλλων συναφών θεμάτων, όπως η διοίκηση αυτών. Επίσης, κάθε ταμείο προνοίας εκδίδει το δικό του καταστατικό το οποίο περιλαμβάνει κανονισμούς που διέπουν τη δική του λειτουργία. Η νομοθεσία προβλέπει ότι το καταστατικό ταμείου προνοίας, ανάμεσα σ' άλλα, καθορίζει τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μελών καθώς και την τήρηση και έλεγχο των λογαριασμών του ταμείου προνοίας (βλέπε επίσης Ταμείο Προνοίας των Διευθυντών Συμβούλων των Π.Κ. Ορεινός Λτδ και Σαδολίν Πέϊντς (Κύπρος) Λτδ κ.α. v. Φρίξου Φιλίππου
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 2013). Η διαχείριση των οικονομικών του ταμείου αποτελεί ένα από τα σημαντικά καθήκοντα της διαχειριστικής επιτροπής. Η υποχρέωση ετοιμασίας λογαριασμού εσόδων και εξόδων και ισολογισμών που να δείχνει την αληθινή και οικονομική κατάσταση του ταμείου προνοίας ανήκει στη διαχειριστική επιτροπή, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 16 του νόμου οφείλει να το πράξει εντός 6 μηνών από της λήξεως εκάστου οικονομικού έτους. Τα βιβλία και οι λογαριασμοί του ταμείου προνοίας ελέγχονται από ελεγκτή ο οποίος διορίζεται από τη διαχειριστική επιτροπή, εκτός εάν το καταστατικό ορίζει διαφορετικά. Ακολούθως, ο ελεγκτής ετοιμάζει και υποβάλει προς τη διαχειριστική επιτροπή την έκθεση του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος (άρθρο 17 του νόμου). Με βάση το άρθρο 19 του νόμου, η διαχειριστική επιτροπή υποβάλλει ετησίως και εντός τέτοιου χρονικού διαστήματος που καθορίζεται από τους κανονισμούς προς τον Έφορο Ταμείου Προνοίας έκθεση η οποία περιλαμβάνει σχετικά έγγραφα και πληροφορίες. Επιπλέον διαφωτιστικός είναι και ο Κανονισμός 8 της Κ.Δ.Π. 324/81 ο οποίος προνοεί την υποβολή στον Έφορο Ταμείων Προνοίας από την διαχειριστική επιτροπή όλων των εγγράφων που περιγράφονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος εντός 9 μηνών από της λήξεως εκάστου λογιστικού έτους, προθεσμία η οποία στην προκειμένη περίπτωση έληγε αναφορικά με το έτος 2003, με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, στις 30.09.04, για το έτος 2004 στις 30.09.05 και ούτω κάθε εξής. Στην παρούσα ποινική υπόθεση ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του ως μέλος της διαχειριστικής επιτροπής παρέλειψε να υποβάλει στον Έφορο Ταμείων Προνοίας αντίγραφο του λογαριασμού εσόδων και εξόδων, αντίγραφο του ισολογισμού, αντίγραφο έκθεσης του ελεγκτή και κατάσταση σχετικά με τα μέλη αναφορικά με το ταμείο προνοίας για τα έτη 2003, 2004, 2005, 2006, 2007 και 2008. Πρόκειται για το ταμείο προνοίας του μονίμου προσωπικού της Atteshlis Group of Companies (στο εξής καλείται 'το ταμείο'), το οποίο περιλαμβάνει την εταιρεία L. Atteshlis Shipping Ltd και τις αδελφικές εταιρείες L. Atteshlis Bonded Stores Ltd, M. Atteshlis Travel Ltd και G.L. Atteshlis (βλέπε Τεκμήριο 1 που κατατέθηκε από τα μέρη και το περιεχόμενο του οποίου είναι κοινά παραδεκτό ως προς την αλήθεια του). Τα ζητήματα που εδώ χρήζουν εξέτασης είναι αν μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο αποδεικνύεται παράλειψη υποβολής στον Έφορο Ταμείων Προνοίας αντίγραφο του λογαριασμού εσόδων και εξόδων, αντίγραφο του ισολογισμού, αντίγραφο έκθεσης του ελεγκτή και κατάσταση σχετικά με τα μέλη (στο εξής καλούνται 'τα έγγραφα') αναφορικά με το ταμείο προνοίας για τα έτη 2003, 2004, 2005, 2006, 2007 και 2008, για την οποίαν παράλειψη ευθύνεται ο κατηγορούμενος ως μέλος της διαχειριστικής επιτροπής του ταμείου. Αυτά είναι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος και τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν αν αποδείχτηκαν στα πλαίσια αντιμετώπισης του πρώτου κριτηρίου. Το ότι τα πιο πάνω έγγραφα για τα εν λόγω έτη δεν υποβλήθηκαν στον Έφορο Ταμείων Προνοίας είναι παραδεκτό γεγονός στην προκειμένη περίπτωση. Κατά συνέπεια, το μόνο που απομένει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι αν ο κατηγορούμενος ευθύνεται γι' αυτήν την παράλειψη. Η έννοια και σημασία της διαχειριστικής επιτροπής είναι αυτή που αποδίδεται μέσα από το άρθρο 14 του νόμου (βλέπε άρθρο 2-ερμηνευτικό πλαίσιο του νόμου). Το άρθρο 14
(1)του νόμου προνοεί ρητά πως το ταμείο διοικείται από διαχειριστική επιτροπή που αποτελείται από όχι λιγότερο των 3 προσώπων που ορίζονται σύμφωνα με τις πρόνοιες του καταστατικού. Η διαχειριστική επιτροπή του ταμείου προνοίας επιμελείται των υποθέσεων του ταμείου το οποίο και αντιπροσωπεύει τόσο δικαστικώς όσο και εξωδίκως (βλέπε άρθρο 14
(2)του νόμου). Σύμφωνα ακόμη με το άρθρο 7
(1)του νόμου, το ταμείο προνοίας με την εγγραφή του στο μητρώο του Εφόρου Ταμείων Προνοίας αποκτά νομική προσωπικότητα η οποία εξαφανίζεται με τη διάλυση του. Αυτό με βάση την υπόθεση Αθηνούλα Αντωνίου και άλλου v. Ταμείου Προνοίας Υπαλλήλων Ξενοδοχειακής Βιομηχανίας
(2002)1Α Α.Α.Δ. 204 σημαίνει ότι το ταμείο, ως νομικό πρόσωπο που είναι, νομιμοποιείται να εμφανίζεται με το δικό του όνομα σε δικαστική διαδικασία αλλά και γενικότερα σε έγγραφα που αφορούν τη συμμετοχή του σε οποιαδήποτε δικαιοπραξία. Περαιτέρω, στην ίδια υπόθεση υποδείχθηκε ότι η έννοια του άρθρου 14
(2)του Ν.44/81 είναι πως σε ότι δικαστικώς ή εξωδίκως χρειάζεται να επιτελεστεί το ταμείο ενεργεί μέσω της διαχειριστικής επιτροπής που το αντιπροσωπεύει. Αυτό περιλαμβάνει και την υποχρέωση της διαχειριστικής επιτροπής να υποβάλει στον Έφορο ταμείων Προνοίας αντίγραφο του λογαριασμού εσόδων και εξόδων, αντίγραφο του ισολογισμού, αντίγραφο έκθεσης του ελεγκτή και κατάσταση σχετικά με τα μέλη αναφορικά με το ταμείο προνοίας για κάθε έτος λειτουργίας του. Ωστόσο, σύμφωνα με την υπόθεση Κυριακίδης v. Διαχειριστικής Επιτροπής Ταμείου Προνοίας Προσωπικού Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου Λτδ
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1271, η διαχειριστική επιτροπή δεν είναι νομικό πρόσωπο ούτε έχει τέτοια νομική οντότητα ώστε να μπορεί να ενεργεί νομικά ως τέτοιο. Συνεπώς, οποιεσδήποτε ευθύνες τυχόν προκύπτουν λόγω παράλειψης ή πλημμελής εκτέλεσης υποχρεώσεων ή καθηκόντων της επιτροπής αναζητούνται στο ταμείο που δυνάμει του άρθρου 7
(1)του νόμου αλλά και της προαναφερόμενης υπόθεσης Αθηνούλα Αντωνίου και άλλου v. Ταμείου Προνοίας Υπαλλήλων Ξενοδοχειακής Βιομηχανίας
(2002)1Α Α.Α.Δ. 204 διαθέτει νομική προσωπικότητα, έχοντας υπόψη το άρθρο 14 του νόμου που, ανάμεσα σ' άλλα, προνοεί ότι το ταμείο ευθύνεται για τις πράξεις και παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, καθώς επίσης σε πρόσωπο υπό την προσωπική ιδιότητα του. Κατά προέκταση της θέσης αυτής, το άρθρο 29 του Ν.44/81 προνοεί χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €2.562,90 ή ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος εάν υπάρξει καταδίκη ή και τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση που υπάρξει από οποιονδήποτε παραβίαση ή παράλειψη συμμόρφωσης με οποιαδήποτε διάταξη του νόμου ή κανονισμών. Στην παρούσα περίπτωση υπάρχει σχετικό έγγραφο που πιστοποιεί την εγγραφή του ταμείου στο μητρώο του Εφόρου Ταμείων Προνοίας (βλέπε Τεκμήριο 2 που κατατέθηκε από κοινού). Επίσης, στο πίσω μέρος του καταστατικού που ήδη κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο 1 βρίσκεται ενσωματωμένη, ως αναπόσπαστο μέρος αυτού, γραπτή δήλωση με την οποίαν γνωστοποιούνται τα αρχικά μέλη της διαχειριστικής επιτροπής του ταμείου, τα οποία είναι: οι κύριοι Μάριος Αττεσλής (Πρόεδρος), Πάρης Ονησιφόρου (Γραμματέας), Μαρία Κουτσού (Λογίστρια) και Χριστάκης Χριστοφόρου (απλό μέλος). Είναι ακόμη μέρος των παραδεκτών γεγονότων ότι στην πορεία και συγκεκριμένα: (α) Στις 04.03.03 ο κύριος Χριστοφόρου παραιτήθηκε από μέλος της διαχειριστικής επιτροπής του ταμείου και τη θέση του πήρε ο κύριος Μάριος Δαλμυράς. (β) Στις 10.10.03 ο κύριος Δαλμυράς παραιτήθηκε από τη θέση του μέλους της διαχειριστικής επιτροπής του ταμείου χωρίς οποιοσδήποτε να εκλεγεί ή διοριστεί εις αντικατάσταση του. (γ) Στις 31.08.03 ο κύριος Ονησιφόρου παραιτήθηκε από τη θέση του γραμματέα της διαχειριστικής επιτροπής του ταμείου χωρίς οποιοσδήποτε να εκλεγεί ή διοριστεί εις αντικατάσταση του. Προκύπτει σαφώς από τα πιο πάνω ότι από τις 10.10.03 μέχρι τις 30.09.04, ημερομηνία κατά την οποίαν τα μέρη δέχονται ότι έληγε η προθεσμία υποβολής των εγγράφων που περιγράφονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, η διαχειριστική επιτροπή του ταμείου αποτελείτο μόνο από δύο μέλη, ήτοι τον κύριο Αττεσλής ως πρόεδρο και την κυρία Κουτσού ως λογίστρια. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι περί το έτος 2005 ο κύριος Αττεσλής παρέμεινε ως το μοναδικό μέλος της διαχειριστικής επιτροπής καθότι η κυρία Κουτσού απεβίωσε μετά από μακροχρόνια ασθένεια (βλέπε παραδεκτά γεγονότα). Επομένως, παρατηρείται πως από τις 10.10.03 και μετέπειτα και ειδικότερα καθ' όλη τη διάρκεια του ουσιώδη χρόνου των λεπτομερειών του αδικήματος η διαχειριστική επιτροπή, η οποία όχι μόνο δεν αποτελείτο από 4 άτομα όπως ο όρος 5.1 του καταστατικού του ταμείου προνοεί αλλά δεν αποτελείτο ούτε από τον ελάχιστο αριθμό μελών που ο νόμος απαιτεί, δεν μπορούσε νόμιμα να επιμεληθεί των υποθέσεων του ταμείου. Ούτε κατά τον ουσιώδη χρόνο που αφορά τα έτη 2004, 2005, 2006, 2007 και 2008 υπήρχε αλλά ούτε και μπορούσε να υπήρχε νόμιμη αντιπροσώπευση του ταμείου τη στιγμή που η διαχειριστική επιτροπή δεν ήταν συγκροτημένη και συμπληρωμένη σύμφωνα με τη νομοθεσία και το καταστατικό του ταμείου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο επομένως, ήτοι από 01.10.04 και μετέπειτα, δεν υφίστατο διαχειριστική επιτροπή. Αναφορικά με τα καθήκοντα εκάστου μέλους της διαχειριστικής επιτροπής του ταμείου διαφωτιστικό είναι το περιεχόμενο των όρων 5.7 και 5.9 του καταστατικού. Ειδικότερα, ο όρος 5.7 αναφέρει ότι ο πρόεδρος προεδρεύει της διαχειριστικής επιτροπής και των γενικών συνελεύσεων, ο γραμματέας τηρεί τα πρακτικά των συνεδριάσεων της διαχειριστικής επιτροπής και των συνελεύσεων ενώ ο λογιστής τηρεί τα λογιστικά βιβλία του ταμείου. Ο δε όρος 5.9 προνοεί ρητά ότι δικαίωμα υπογραφής και δέσμευσης για το ταμείο έχουν από κοινού ο πρόεδρος με το γραμματέα της διαχειριστικής επιτροπής. Οι αποφάσεις της διαχειριστικής επιτροπής λαμβάνονται κατά πλειοψηφία και είναι έγκυρες όταν κατά τη συνεδρία παρευρίσκονται τουλάχιστο 3 μέλη της (βλέπε όρο 6.2 του καταστατικού). Οι αποφάσεις της διαχειριστικής επιτροπής που ασχολείται με όλες τις υποθέσεις του ταμείου και λαμβάνονται στη βάση του όρου 6.2 θεωρούνται τελεσίδικες (βλέπε όρο 6.3 του καταστατικού). Στην παρούσα περίπτωση προκύπτει σαφώς πως από τη στιγμή που δεν υπήρχε διορισμένος γραμματέας εις αντικατάσταση του κυρίου Ονησιφόρου που παραιτήθηκε στις 31.08.03 καθώς επίσης άλλο άτομο εις αντικατάσταση του κυρίου Δαλμυρά που παραιτήθηκε στις 10.10.03, δεν μπορούσε να υπάρξει τήρηση πρακτικών συνεδριάσεων της διαχειριστικής επιτροπής. Ούτε όμως μπορούσε από τις 31.08.03 και μετέπειτα ουσιαστικά να διεξαχθεί οποιαδήποτε συνεδρία της εν λόγω διαχειριστικής επιτροπής αφού καμία δεσμευτική και τελεσίδικη απόφαση μπορούσε να παρθεί με δεδομένη την κένωση 2 θέσεων μελών της επιτροπής αλλά και της απουσίας της λογίστριας λόγω ασθένειας. Συνεπώς, κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης του κατ' ισχυρισμό αδικήματος, η διαχειριστική επιτροπή δεν μπορούσε να λειτουργήσει όπως θα έπρεπε με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να ασχολείται με τα θέματα και τις υποθέσεις του ταμείου καθώς επίσης να μην μπορεί να εκτελεί τα καθήκοντα και υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη νομοθεσία αλλά και το καταστατικό του ταμείου. Ο πρόεδρος της διαχειριστικής επιτροπής, που από το έτος 2005 παρέμεινε ως το μοναδικό μέλος της επιτροπής ενώ μεταξύ τις 10.10.03 και του έτους 2005 ήταν μαζί με τη λογίστρια τα μέλη που απέμειναν από την επιτροπή, δεν μπορούσε είτε από μόνος του είτε ακόμη σε συνεργασία με τη λογίστρια να ετοιμάσει και να υποβάλει τα έγγραφα που περιγράφονται μέσα από τις λεπτομέρειες του αδικήματος στον Έφορο Ταμείων Προνοίας. Ούτε μπορούσε από μόνος του να συγκαλεί συνεδρίες της διαχειριστικής επιτροπής για να συμμετέχει μόνος του σ' αυτές και να λαμβάνει μόνος του αποφάσεις ούτε και να τις καταγράφει ο ίδιος σε πρακτικά. Ο κατηγορούμενος δεν είχε εξουσία ή δικαίωμα για κάτι τέτοιο αλλά ούτε και ήταν μέρος των καθηκόντων ή υποχρεώσεων του. Η θέση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι ο πρόεδρος εκπροσωπεί και δεσμεύει τη διαχειριστική επιτροπή και ως εκ τούτου οφείλει να υποβάλει στον Έφορο Ταμείου Προνοίας τα έγγραφα τα οποία περιγράφονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος για τα έτη που επίσης αναφέρονται μέσα από την εν λόγω κατηγορία δεν με βρίσκει σύμφωνο. Οι όροι 5.1, 5.7, 5.9 και 6.2 του καταστατικού καθώς και τα άρθρα 2, 14, 15, 16 και 19 του Ν.44/81 επιβεβαιώνουν την ορθότητα των πιο πάνω θέσεων του Δικαστηρίου και ταυτόχρονα καταρρίπτουν τον εν λόγω ισχυρισμό της κυρίας Τρυφωνίδου. Πέραν αυτού, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που εκ πρώτης όψεως να δείχνει ότι ο κατηγορούμενος ευθύνεται καθ' οιονδήποτε τρόπο για την κατάσταση που δημιουργήθηκε τόσο μεταξύ τις 31.08.03 και 10.10.03 όπου τα μέλη της διαχειριστικής επιτροπής μειώθηκαν από τέσσερα που το καταστατικό του ταμείου προνοούσε σε τρία, όσο μεταξύ τις 10.10.03 μέχρι το έτος 2005 όπου τα μέλη μειώθηκαν στα δύο αλλά όσο και από το έτος 2005 και μετέπειτα όταν ο κατηγορούμενος παρέμεινε το μοναδικό μέλος της διαχειριστικής επιτροπής. Η διαδικασία πλήρωσης θέσης μέλους της διαχειριστικής επιτροπής του ταμείου που κενώνεται ρυθμίζεται με τους όρους 5.5 και 5.6 του καταστατικού. Συγκεκριμένα, ο όρος 5.5 αναφέρει πως σε τέτοια περίπτωση η θέση πληρούται από τους επιλαχόντες κατά σειρά προτεραιότητας. Αν όμως δεν υπάρχουν επιλαχόντες, θα καλείται έκτακτη γενική συνέλευση για συμπληρωματική εκλογή. Ο δε όρος 5.6 αναφέρει ότι οι εκλεγόμενοι αντικαταστάτες θα κατέχουν το αξίωμα για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της κανονικής θητείας της επιτροπής. Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει θέμα επιλαχόντων και ως εκ τούτου η κένωση θέσεων μπορούσε να γίνει με τη κλήση αντίστοιχων εκτάκτων γενικών συνελεύσεων για συμπληρωματικές εκλογές. Σύμφωνα με τον όρο 7.2 του καταστατικού, οι έκτακτες γενικές συνελεύσεις καλούνται από την επιτροπή του ταμείου όταν το θεωρήσει αναγκαίο ή όταν το ζητήσει το 1/3 των μελών του ταμείου με έγγραφη αίτηση στην οποίαν θα αναγράφονται οι σκοποί και τα θέματα της έκτακτης συνέλευσης. Η διαχειριστική επιτροπή του ταμείου οφείλει να γνωστοποιεί τη συγκρότηση των έκτακτων γενικών συνελεύσεων 15 ημέρες πριν από την ημερομηνία συγκρότησης τους με πρόσκληση υπογραμμένη από το γραμματέα της διαχειριστικής επιτροπής με εντολή της διαχειριστικής επιτροπής (βλέπε όρο 7.4 του καταστατικού). Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρόεδρος της διαχειριστικής επιτροπής δεν μπορούσε από μόνος του να συνεδριάσει ως διαχειριστική επιτροπή και να λάβει από μόνος του απόφαση για σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης καθώς επίσης δεν μπορούσε από μόνος του να δώσει εντολή για γνωστοποίηση συγκρότησης τέτοιας συνέλευσης αλλά και υλοποιώντας την παράλληλα με εκτέλεση καθηκόντων που άπτονται της αρμοδιότητας του γραμματέα. Ούτε και ο κατηγορούμενος, ως πρόεδρος της διαχειριστικής επιτροπής, είχε εξουσία ή δικαίωμα στο να προβεί από μόνος του σε οποιαδήποτε από τις προαναφερόμενες ενέργειες. Ούτε όμως ήταν μέρος των καθηκόντων ή υποχρεώσεων του κάτι τέτοιο. Από τη στιγμή που δεν υφίστατο διαχειριστική επιτροπή ταμείου δεν προκύπτει οποιαδήποτε ευθύνη για τον κατηγορούμενο ως μέλος μιας τέτοιας ανύπαρκτης επιτροπής. Και να υπήρχε όμως νόμιμα συγκροτημένη διαχειριστική επιτροπή πάλι ο κατηγορούμενος δεν θα υπείχε οποιαδήποτε ποινική ευθύνη αφού είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι η διαχειριστική επιτροπή δεν είναι νομικό πρόσωπο, ούτε βέβαια και φυσικό πρόσωπο είναι, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να μην ευθύνεται ως μέλος ενός σώματος που το ίδιο δεν έχει νομική οντότητα και κατ' επέκταση νομική ευθύνη. Ούτε και μέσα από το Ν.44/81υπάρχουν διατάξεις μέσα από τις οποίες να απορρέει απευθείας ποινική ευθύνη φυσικού προσώπου ως μέλος διαχειριστικής επιτροπής ταμείου προνοίας. Πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ακόμη και αν θεωρηθεί ως αδίκημα από το ταμείο η παράλειψη υποβολής των εγγράφων που περιγράφονται μέσα από την μοναδική κατηγορία του κατηγορητηρίου, παρόλο που βεβαίως κάτι τέτοιο δεν δικαιολογείται από τον τίτλο της παρούσας ποινικής υπόθεσης, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία που εκ πρώτης όψεως να παρουσιάζει συνέργεια ή παροχή βοήθεια στη διάπραξη του κατ' ισχυρισμό αδικήματος από μέρους του κατηγορουμένου στη βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σχετική επί του θέματος αυτού είναι η υπόθεση Παυλόπουλος v. Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261. Ούτε επίσης υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που εκ πρώτης όψεως να δείχνει συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια από μέρους του κατηγορουμένου στη διάπραξη του κατ' ισχυρισμό αδικήματος. Το ότι η διαχειριστική επιτροπή του ταμείου δεν είναι συμπληρωμένη και συγκροτημένη ως οι πρόνοιες της νομοθεσίας αλλά και του καταστατικού αναγνωρίζεται ευθέως από την κατηγορούσα αρχή. Αυτό επιβεβαιώνεται τόσο μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα όσο και από το γεγονός ότι η παρούσα ποινική υπόθεση εγέρθηκε μόνο εναντίον του κατηγορουμένου. Το ότι το ταμείο προνοίας του μονίμου προσωπικού της Atteshlis Group of Companies, το οποίο εγγράφηκε στο μητρώο του Εφόρου Ταμείων Προνοίας, βρίσκεται σε κατάσταση αδράνειας και σε πορεία διάλυσης επίσης αναγνωρίζεται από την κατηγορούσα αρχή, πράγμα που τεκμηριώνεται τόσο από τα παραδεκτά γεγονότα όσο και από τη μη συμπερίληψη της επωνυμίας του ταμείου στον τίτλο της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Την ίδια στιγμή είναι άξιο απορίας η συμπεριφορά της κατηγορούσας αρχής μέσα από αυτή την υπόθεση. Πραγματικά εγείρονται ερωτηματικά γιατί ενώ ο Έφορος Ταμείων Προνοίας δεν άσκησε συστηματικό έλεγχο στο ταμείο και δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια με σκοπό την εκκαθάριση του συνεπεία της προβληματικής λειτουργίας του και τη διαγραφή του από το μητρώο, ιδιαίτερα όταν με βάση τον όρο 13
(2)του καταστατικού το ταμείο διαλύεται αυτόματα όταν η εταιρεία L. Atteshlis Shipping Ltd ευρίσκεται υπό εκκαθάριση ή σε κατάσταση διάλυσης και η εν λόγω εταιρεία σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα διαλύθηκε κατόπιν σχετικής δικαστικής απόφασης στις 13.03.07, προχώρησε στις 25.11.09 σε ποινική δίωξη εναντίον ενός μόνο ατόμου μετά πάροδο 5 ετών περίπου από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής των εγγράφων για το έτος 2003, τη στιγμή που γνώριζε ότι η διαχειριστική επιτροπή ήταν ανύπαρκτη και ότι ο κατηγορούμενος από μόνος του δεν ήταν σε θέση να διεκπεραιώσει τα καθήκοντα και υποχρεώσεις της. Κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί το σκοπό για τον οποίον καταχωρείται μια ποινική υπόθεση και κατ' επέκταση δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της ορθής απονομής δικαιοσύνης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την υπόθεση αυτή, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του κατηγορουμένου και εναντίον της κατηγορούσας αρχής. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Interim Αναφορά: Ιδιωτική Ποινική/Εκ πρώτης όψεως-Ενδιάμεση Απόφαση/ Διαχειριστική Επιτροπή Ταμείου Προνοίας/ Παράλειψη υποβολής εγγράφων στον Έφορο Ταμείου Προνοίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.