Δήμο Λεμεσού ν. Lukoil Cyprus Limited κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6419/2009, 20.04.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6419/2009 Μεταξύ: Δήμο Λεμεσού v.
- Lukoil Cyprus Limited
- Sergey Maslennikov Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 20.04.11 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Α. Λοϊζίδης Για Κατηγορούμενη 1: κος Λ. Κούσιος (για να ακούσει απόφαση ο κ. Σ. Σωφρονίου) ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει το αδίκημα της διατήρησης πρατηρίου πετρελαιοειδών χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή κατά παράβαση των σχετικών άρθρων των Περί Ρυθμίσεως Πρατηρίων Πετρελαιοειδών Νόμου Ν.94/68, Περί Πετρελαιοειδών Νόμου Κεφ. 272 και Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο, Κεφ.96 μετά των συναφών τροποποιήσεων καθώς επίσης και των σχετικών κανονισμών. Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι περί τις 16.12.08 διατηρούσε πρατήριο πετρελαιοειδών, ήτοι κτίριο που περιλαμβάνει αντλίες το οποίο χρησιμοποιείται από τρίτους με σκοπό το κέρδος για τον εφοδιασμό μηχανοκινήτων οχημάτων με πετρελαιοειδή με τη χρήση των εν λόγω αντλιών εντός του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/69836, τεμάχιο 698, Φ/Σχ. 59/1.6.1, 1.6.2, 1.3.3, 1.3.4, τμήμα 3(στο εξής καλείται 'το ακίνητο'), ιδιοκτησίας του Σάββα Καθητζιώτη, το οποίο ακίνητο βρίσκεται στη Λεωφόρο Φραγκλίνου Ρούσβελτ αρ.92, ενορία Ομόνοια της επαρχίας Λεμεσού, χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλιστεί άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 η κατηγορούσα αρχή απέσυρε στην πορεία την υπόθεση εναντίον του και ως εκ τούτου το εν λόγω πρόσωπο απαλλάχτηκε. Στα πλαίσια παρουσίασης της υπόθεσης τα μέρη από κοινού δήλωσαν τα ακόλουθα ως παραδεκτά γεγονότα
- Η κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με το νόμο.
- Το ακίνητο που περιγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λεμεσού.
- Ο ιδιοκτήτης του εν λόγω ακινήτου είναι ο κύριος Σάββας Νεοφύτου Καθιτζιώτης.
- Από το έτος 2004 μέχρι και το 2008 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων δεν υπήρχε άδεια λειτουργίας του επίδικου πρατηρίου. Στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας υπόθεσης τα παραδεκτά γεγονότα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο καθίστανται αυτόματα ευρήματα Δικαστηρίου. Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, την κυρία Δήμητρα Ζαχαρίου, τεχνικό στο τμήμα Δημοτικού Μηχανικού στο Δήμο Λεμεσού (ΜΚ1) και τον κύριο Σάββα Καθιτζιώτη, ιδιοκτήτη του ακινήτου εντός του οποίου λειτουργεί το επίδικο πρατήριο (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορουμένης 1 και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, η κατηγορούμενη 1 παρουσίασε μαρτυρία δια της κλητεύσεως ως μοναδικού μάρτυρα του εσωτερικού νομικού συμβούλου της, κυρίου Χρήστου Αχιλλέως (ΜΥ1). Παράλληλα, κατά τη διάρκεια εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης κατατέθηκαν συνολικά 12 τεκμήρια. Δεν προτίθεμαι να αναφέρω λεπτομερή περιγραφή της προσαχθείσας ενώπιον μου μαρτυρίας αφού κάτι τέτοιο είναι ήδη καταγραμμένο μέσα από τα επίσημα πρακτικά που τηρούνται στα πλαίσια εκδίκασης της αγωγής αυτής. Ωστόσο εδώ θα παρουσιαστεί μια συνοπτική αναφορά αλλά περισσότερες λεπτομέρειες της προσαχθείσας μαρτυρίας θα δοθούν όπου είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της. Εν πάσει περιπτώσει, οι θέσεις και ισχυρισμοί των μερών μαζί με την προσαχθείσα μαρτυρία αλλά και τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια κατά τη διάρκεια των ακροαματικών συνεδριάσεων της παρούσας αγωγής έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αναλόγως αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Η ΜΚ1 εργάζεται ως τεχνικός του τμήματος Δημοτικού Μηχανικού στο Δήμο Λεμεσού από το έτος
- Στα καθήκοντα της περιλαμβάνεται η εξέταση αδειών λειτουργίας πρατηρίων πετρελαιοειδών. Μέσα από την κυρίως εξέταση της ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 16.12.08 μετέβηκε προσωπικά στο ακίνητο όπου είδε ότι λειτουργούσε πρατήριο πώλησης πετρελαιοειδών καθότι υπάλληλος του πρατηρίου προμήθευε όχημα έναντι αμοιβής μέσω αντλιών που βρίσκονταν στο ακίνητο. Εισερχόμενη στο κτίριο πωλήσεων του πρατηρίου ζήτησε να μιλήσει με τον υπεύθυνο του πρατηρίου και αφού εξήγησε στον υπάλληλο που εκείνη την ημέρα εργαζόταν εκεί ότι το πρατήριο λειτουργούσε χωρίς άδεια, αυτός την παρέπεμψε στον πρατηριούχο Χαράλαμπο Φελλά. Επίσης, η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε πως διευθετήθηκε συνάντηση στην οποίαν παρευρέθηκε, εκτός από την ΜΚ1, ο Φελλάς μαζί με τον ιδιοκτήτη του ακινήτου (Καθιτζιώτη). Αφού τους εξήγησε ότι για νομιμοποίηση λειτουργίας του πρατηρίου θα έπρεπε να υποβληθούν στο Δήμο Λεμεσού αιτήσεις για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας, άδειας οικοδομής καθώς και συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του τμήματος δημοσίων έργων, πυροσβεστικής υπηρεσίας και τμήματος πολεοδομίας και οικήσεως ώστε να εξασφαλιστούν τα απαιτούμενα πιστοποιητικά για έκδοση άδειας λειτουργίας του πρατηρίου, ο Καθιτζιώτης δήλωσε πως ο ίδιος έχει προσωπική συμφωνία με την κατηγορούμενη 1 που την εξουσιοδοτεί να υποβάλει τις απαιτούμενες αιτήσεις και να εξασφαλίζει τις απαιτούμενες άδειες. Στα πλαίσια της μαρτυρίας της η ΜΚ1 κατάθεσε ως Τεκμήριο 1Β άδεια λειτουργίας του πρατηρίου πετρελαιοειδών για το έτος 2003 καθώς επίσης ως Τεκμήρια 1Α και 1Γ τις αιτήσεις που η κατηγορούμενη 1 υπέβαλε στο Δήμο Λεμεσού με σκοπό την απόκτηση άδειας λειτουργίας του πρατηρίου αναφορικά με τα έτη 2003 και
- Καταλήγοντας, η εν λόγω μάρτυρας δήλωσε πως από την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης μέχρι σήμερα δεν υπάρχει άδεια λειτουργίας του επιδίκου πρατηρίου. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 ανάφερε πως δεν θυμάται τι είδους βενζίνη προμήθευε ο υπάλληλος του πρατηρίου τα οχήματα την ημέρα της επίσκεψης της. Ούτε ήταν σε θέση να υποδείξει την ταυτότητα των καυσίμων και την προέλευση προμήθειας αυτών στο συγκεκριμένο πρατήριο. Ήταν όμως κατηγορηματική ότι μέχρι τις 16.12.08, ημερομηνία κατά την οποίαν επισκέφθηκε το πρατήριο, κανένα πιστοποιητικό καταλληλότητας είχε εξασφαλιστεί, τα οποία ήταν προαπαιτούμενα για την έκδοση άδειας λειτουργίας του σταθμού πρατηρίου. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, για τη λειτουργία του πρατηρίου ευθύνεται η κατηγορούμενη 1 επειδή διατηρεί σε ισχύ γραπτή συμφωνία με τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, εντός του οποίου βρίσκεται το επίδικο πρατήριο, με βάση την οποίαν μόνο η κατηγορούμενη 1 μπορεί να αιτηθεί στο Δήμο Λεμεσού την εξασφάλιση άδειας για τη νόμιμη λειτουργία του εν λόγω πρατηρίου. Είναι η θέση της μάρτυρας ότι παρά τη διαφωνία της με τον πρατηριούχο η κατηγορούμενη 1 συνεχίζει να δεσμεύει τον ιδιοκτήτη του ακινήτου για διαχείριση πρατηρίου και πώληση πετρελαιοειδών. Προς στήριξη της θέσης αυτής η ΜΚ1 κατάθεσε ως Τεκμήριο 3 επιστολή της κατηγορούμενης 1 ημερομηνίας 29.09.08 που αποστάληκε στον ιδιοκτήτη του ακινήτου με την οποίαν σημειώνεται η επιθυμία της για ανανέωση της συμφωνίας ενοικίασης του εν λόγω ακινήτου για περίοδο 5 ετών, ήτοι από τις 25.10.08 μέχρι 24.10.13, στη βάση όρων συμπληρωματικής συμφωνίας ημερομηνίας 22.04.99 και έναντι καθορισμένου ετήσιου ενοικίου. Η μάρτυρας ακόμη δηλώνει ότι η κατηγορούμενη 1 δεν είναι πρατηριούχος και συμφωνεί ότι στο επίδικο πρατήριο δεν υπήρχε οποιοσδήποτε αντιπρόσωπος της. Η μάρτυρας ανάφερε ότι γνώριζε για την ύπαρξη διαφορών μεταξύ της κατηγορουμένης 1 και του πρατηριούχου από το έτος 2006 από την επιστολή ημερομηνίας 02.11.06 που η κατηγορούμενη 1 απέστειλε στο Δήμο Λεμεσού, την οποίαν κι κατάθεσε ως Τεκμήριο
- Κατάθεσε επίσης ως Τεκμήριο 5 επιπρόσθετη επιστολή της κατηγορούμενης 1 με την οποίαν επισημαίνεται η έκταση των προβλημάτων στο πρατήριο αλλά και οι διαφωνίες που υπήρχαν και συνεχίζουν να υπάρχουν μεταξύ της κατηγορούμενης 1 και του πρατηριούχου. Σε υποβολή ότι η κατηγορούμενη 1 δεν είχε κανένα έλεγχο πώλησης πετρελαιοειδών στο επίδικο πρατήριο αλλά ούτε και ποιος εισερχόταν σ' αυτό, η ΜΚ1 διαφώνησε ισχυριζόμενη πως η κατηγορούμενη 1 είχε έμμεσο έλεγχο στο εν λόγω πρατήριο. Η μάρτυρας ισχυρίστηκε επίσης ότι ενώ ο πρατηριούχος ήταν πρόθυμος να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια απαιτείτο για την εξασφάλιση άδειας λειτουργίας του πρατηρίου ο ίδιος δεν μπορούσε να προχωρήσει καθότι η υποβολή αίτησης ήταν αρμοδιότητα της κατηγορούμενης
- Η μάρτυρας ακόμη ανάφερε ότι η κατηγορούμενη 1 ήταν ενήμερη για την παράνομη λειτουργία του πρατηρίου για σειρά ετών. Η μάρτυρας περαιτέρω συμφώνησε ότι εσωτερικά και εξωτερικά του πρατηρίου τόσο πριν τις 16.12.08 όσο και μεταγενέστερα δεν υπήρχαν διακριτικά της κατηγορούμενης 1 πλην μιας απόδειξης που έτυχε να βρεθεί στα χέρια της. Η ΜΚ1 επιπλέον δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει σε ποια εταιρεία πετρελαιοειδών ανήκει το επίδικο πρατήριο όπως ούτε ήταν σε θέση να υποδείξει ποιας εταιρείας πετρελαιοειδών ήταν το προσωπικό που εργαζόταν στο επίδικο πρατήριο. ΜΚ2 ήταν ο ιδιοκτήτης του ακινήτου. Στην κυρίως εξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι καθ' όλη τη διάρκεια που ήταν ιδιοκτήτης το ακίνητο του χρησιμοποιούταν ως σταθμός βενζίνης. Προχώρησε σε ενοικίαση του χωραφιού μαζί με το σταθμό βενζίνης αρχικά στην Mobil Oil Cyprus Limited και στη συνέχεια στην κατηγορούμενη
- Προς υποστήριξη των πιο πάνω κατάθεσε τις σχετικές συμφωνίες ως Τεκμήρια 6Α, 6Β, 7Α και 7Β. Σύμφωνα με το μάρτυρα, η κατηγορούμενη 1 ενοικίασε το ακίνητο του πριν από 10 χρόνια ενώ πριν από 3 χρόνια έγινε ανανέωση της συμφωνίας για περαιτέρω ενοικίαση του ακινήτου από 25.10.08 μέχρι 24.10.08 έναντι αυξημένου ενοικίου. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι εισπράττει το ενοίκιο προκαταβολικώς κάθε 6 μήνες χωρίς μέχρι σήμερα να υπάρχει πρόβλημα πληρωμής. Γνωρίζει ότι το πρατήριο λειτουργεί από τον Φελλά όμως δηλώνει δεν έχει οποιαδήποτε συμφωνία με τον κύριο αυτό καθώς επίσης ότι δεν πληρώνεται χρήματα από αυτόν. Επιπλέον, ο ΜΚ2 δήλωσε πως ουδέποτε του ζητήθηκε να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο για άδεια λειτουργίας του πρατηρίου. Παράλληλα, αρνήθηκε ότι μέσω εγγράφου έδωσε εξουσιοδότηση στην κατηγορούμενη 1 για να υποβάλει αίτηση στην αρμόδια αρχή για άδεια λειτουργίας του πρατηρίου ωστόσο δήλωσε ότι πάντοτε την άδεια αυτή την έβγαζε αρχικά η Mobil Oil Cyprus Limited και αργότερα η κατηγορούμενη
- Κατά την αντεξέταση του δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι η κατηγορούμενη 1 ενοικιάζει μόνο το χωράφι, στην οποία ανήκουν ο σταθμός, κτίρια, αντλίες και δεξαμενές που βρίσκονται εντός αυτού. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, με την αποχώρηση της κατηγορούμενης 1 θα παραλάβει πίσω το χωράφι που τώρα ενοικιάζει. Συμφώνησε ακόμη πως είναι ο Φελλάς που διατηρεί και λειτουργεί το επίδικο πρατήριο. ΜΥ1 ήταν ο εσωτερικός νομικός σύμβουλος της κατηγορούμενης 1, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι το επίδικο πρατήριο το αγόρασε από την ExxonMobil Cyprus Inc δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 24.12.03, την οποίαν και κατάθεσε ως Τεκμήριο
- Επιβεβαιώνοντας ως πρατηριούχο το Φελλά, ο μάρτυρας ανάφερε ότι ο Φελλάς μαζί με κάποιο Λεμονιάτη αποδέχτηκαν το Δεκέμβριο 2003 δυνάμει εγγράφου όπως η κατηγορούμενη 1 υποκαταστήσει την ExxonMobil Cyprus Inc στη συμφωνία ημερομηνίας 15.12.02 που είχε με τους Φελλά και Λεμονιάτη αναλαμβάνοντας όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της εν λόγω εταιρείας. Επί τούτου ο μάρτυρας κατάθεσε τα προαναφερόμενα έγγραφα ως Τεκμήρια 9Α και 9Β. Ο ΜΥ1 επίσης ανάφερε πως επειδή ο Φελλάς χρωστούσε το οφειλόμενο ποσό των €155.000,00 από προϊόντα πετρελαιοειδών τα οποία αγόρασε από την κατηγορούμενη 1 χωρίς να την πληρώσει η κατηγορούμενη 1 τερμάτισε τη συμφωνία που είχε με το Φελλά με επιστολή της ημερομηνίας 20.03.
- Η επιστολή αυτή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Μετά τον τερματισμό της συμφωνίας η κατηγορούμενη 1 καταχώρησε στο δικαστήριο την αγωγή υπ' αριθμό 1449/06 με σκοπό τη διεκδίκηση αποζημιώσεων και ανάκτηση του ελέγχου του πρατηρίου. Πιστό αντίγραφο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος καθώς επίσης και της έκθεσης απαίτησης κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 11 και 12 αντίστοιχα. Σύμφωνα με το μάρτυρα, από τότε έχουν γίνει διάφορες προσπάθειες με σκοπό τη διευθέτηση της υπόθεσης χωρίς όμως αυτές να καρποφορήσουν. Στον Φελλά αναφέρθηκε ότι ο σταθμός χρήζει οπωσδήποτε ανακαίνιση, κάτι το οποίο επισημάνθηκε και στο Δήμο Λεμεσού, πλην όμως ο Φελλάς απαιτεί ως προϋπόθεση διευθέτησης να του διαγραφούν όλα τα οφειλόμενα ποσά. Ο μάρτυρας δήλωσε πως από τις 20.03.06 η κατηγορούμενη 1 δεν έχει κατοχή αλλά ούτε και τον έλεγχο του πρατηρίου. Δεν έχουν υπάλληλο να εργάζεται εκεί και δεν έχουν οποιαδήποτε συνεργασία με το Φελλά. Ο δε Φελλάς δεν αγοράζει προϊόντα από την κατηγορούμενη 1 και στο επίδικο πρατήριο δεν υπάρχουν σήματα αυτής. Ουδείς υπάλληλος της κατηγορούμενης 1 εισήλθε στο σταθμό. Η κατηγορούμενη 1 δεν γνωρίζει σε ποια κατάσταση βρίσκεται από το 2006 το πρατήριο ενώ ακόμη δεν γνωρίζει εάν έχει αλλάξει ο εξοπλισμός του σταθμού. Η κατηγορούμενη 1 προσπάθησε να παραλάβει κατοχή του πρατηρίου αποστέλλοντας για το σκοπό αυτό το διευθυντή επιχειρήσεων της, Ευάγγελο Γρηγορίου, πλην όμως ο Φελλάς αρνήθηκε να πράξει κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι η κατηγορούμενη 1 αγόρασε το σταθμό που βρίσκεται εντός του ακινήτου και έχει το δικαίωμα εάν επιθυμεί να τον κατεδαφίσει πριν την παράδοση του ακινήτου στον ιδιοκτήτη του, είτε με τη λήξη της συμφωνίας είτε με τον τερματισμό της. Ο ΜΥ1 εξήγησε πως η κατηγορούμενη 1 δεν εξασφάλισε άδεια λειτουργίας του εν λόγω πρατηρίου επειδή δεν έχει την κατοχή και έλεγχο του. Ωστόσο ανανέωσε τη συμφωνία ενοικίασης του ακινήτου επειδή σκοπός της είναι να ανακτήσει την κατοχή και έλεγχο του πρατηρίου είτε μέσω της νομικής οδού είτε μέσω εξώδικης διευθέτησης έτσι ώστε να προχωρήσει με ανακαίνιση του σταθμού και σε οτιδήποτε άλλο της ζητηθεί από το Δήμο Λεμεσού για τη λειτουργία του πρατηρίου. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι παρόλο ότι η κατηγορούμενη 1 θεωρεί ότι ο σταθμός της ανήκει εντούτοις από το 2006 δεν έχουν τον έλεγχο και κατοχή του επειδή το Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο πρατηριούχος είναι θέσμιος ενοικιαστής. Ο μάρτυρας διευκρίνισε πως αρχικά πρατηριούχοι ήταν ο Φελλάς και Λεμονιάτης αλλά το 2006 αποχώρησε ο Λεμονιάτης. Παράλληλα, επιβεβαίωσε πως η κατηγορούμενη 1 ενοικίασε το ακίνητο για να το χρησιμοποιούν ως σταθμό διάθεσης ειδών πετρελαίου. Περαιτέρω, ο εν λόγω μάρτυρας επιβεβαίωσε πως στη συγκεκριμένη περίπτωση ο πρατηριούχος δεν μπορούσε να υποβάλει αίτηση για εξασφάλιση άδειας λειτουργίας επειδή δεν είχε τέτοιο δικαίωμα από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου. Στην τελική αγόρευση του ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε στο Δικαστήριο ότι η κατηγορούμενη 1 διατηρεί το πρατήριο και αυτό δικαιολογείται από το ότι η συμφωνία ενοικίασης και του πρατηρίου ανανεώθηκε μέχρι το 2013 με την κατηγορούμενη 1 να πληρώνει το τίμημα της ενοικίασης. Είναι η θέση του κυρίου Λοϊζίδη ότι με την ενοικίαση του ακινήτου η κατηγορούμενη 1 παρέλαβε νόμιμα την κατοχή του ακινήτου. Είναι επίσης η θέση του κυρίου Λοϊζίδη ότι με βάση το Κεφ.224 ο σταθμός θεωρείται αναπόσπαστο μέρος του ακινήτου εφόσον βρίσκεται εντός αυτού. Κατά τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής η κατηγορούμενη 1 κατέχει το σταθμό πρατηρίου και απλά το λειτουργεί κάποιος άλλος. Εκμεταλλεύεται το σταθμό και αποκομίζει όφελος που είναι η απώλεια ενοικίων και το κέρδος από την πώληση της επιχείρησης. Στην ουσία το πρατήριο διατηρείται από την κατηγορούμενη 1, η οποία με βάση το άρθρο 7 του Τεκμηρίου 6Α είναι υπεύθυνη για την έκδοση άδειας λειτουργίας. Αντίθετα, ο συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε στο Δικαστήριο πως ενώ η κατηγορούμενη 1 ενοικιάζει το ακίνητο από τον Καθιτζιώτη αγόρασε το πρατήριο με τον εξοπλισμό του από την ExxonMobil Cyprus Inc, τα οποία και της ανήκουν. Ωστόσο ο κύριος Κούσιος παραδέχτηκε πως η κατηγορούμενη 1 είναι εξουσιοδοτημένη να υπογράφει όλα τα αναγκαία έγγραφα για την έκδοση άδειας. Με παραπομπή στον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο, ο ευπαίδευτος συνήγορος ανάφερε πως η σχέση της κατηγορούμενης 1 διέπεται ρητά από την εν λόγω νομοθεσία με αποτέλεσμα ο Φελλάς να θεωρείται απέναντι στην κατηγορούμενη 1 θέσμιος ενοικιαστής. Επικαλούμενος το ελληνικό ερμηνευτικό λεξικό του Μπαμπινιώτη, ο κύριος Κούσιος διερωτήθηκε πως είναι δυνατό η κατηγορούμενη 1 να διατηρεί τον έλεγχο του πρατηρίου τη στιγμή που υπάρχει θέσμιος ενοικιαστής. Διερωτήθηκε ακόμη πως είναι δυνατό να διατηρεί πρατήριο η κατηγορούμενη 1 τη στιγμή που δεν μπορεί να εισέλθει σ' αυτό. Παράλληλα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε πως με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχουν στοιχειοθετηθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται. Καταλήγοντας, ο κύριος Κούσιος ανάφερε ότι η κατηγορούμενη 1 προέβηκε σε όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα τα οποία μπορούσε να λάβει. Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων.[1] Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της.[2] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο.[3] Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών.[4] Με βάση τις προαναφερόμενες αρχές το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Η ΜΚ1 ήλθε στο Δικαστήριο και με τη μαρτυρία της επιχείρησε να επιρρίψει ευθύνες στην κατηγορούμενη 1 προσπαθώντας έτσι να δικαιολογήσει την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Από την κατάθεση της δέχομαι μόνο τα γεγονότα που η ίδια βίωσε κατά την επίσκεψη της στο πρατήριο στις 16.12.
- Από την άλλη δεν δέχομαι τις θέσεις της περί ευθύνης λειτουργίας και ελέγχου πρατηρίου από την κατηγορουμένη 1 καθώς επίσης για την προθυμία που κατά την άποψη της εκδήλωσε ο πρατηριούχος επειδή αυτά πρόκειται για προσωπικούς ισχυρισμούς της και όχι γεγονότα που διαδραματίστηκαν εντός της σφαίρας των γνώσεων της. Ο ΜΚ2 κατάθεσε στο Δικαστήριο μαρτυρία η οποία ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούμενη
- Χωρίς να υπάρχει οτιδήποτε περί του αντιθέτου την αποδέχομαι, με εξαίρεση ωστόσο το κομμάτι αυτής που αφορά τη δήλωση του περί μη παροχής εξουσιοδότησης στην κατηγορουμένη 1 για να υποβάλει αίτηση στην αρμόδια αρχή για άδεια λειτουργίας του επιδίκου πρατηρίου αφού αυτό καταρρίπτεται τόσο από τους όρους 4(e) και 7 των Τεκμηρίων 6Α και 7Α όσο και από μεταγενέστερη δήλωση του με την οποίαν αναφέρει πως πάντοτε ήταν η εταιρεία πετρελαιοειδών που μεριμνούσε για την έκδοση άδεια λειτουργίας του πρατηρίου. Ο ΜΥ1 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήλθε και κατάθεσε τη δική του μαρτυρία με πάσα ειλικρίνεια. Απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με αμεσότητα και ευθύτητα χωρίς προσχεδιασμό και τάση υπερβολής. Κατά την αντεξέταση του δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και ως εκ τούτου η αξιοπιστία του παρέμεινε ακλόνητη. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της ως εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής αλλά λαμβάνοντας υπόψη μου και τα γεγονότα που κατατέθηκαν από τα μέρη ως παραδεχτά αλλά και αυτά που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/69836, τεμάχιο 698, Φ/Σχ. 59/1.6.1, 1.6.2, 1.3.3, 1.3.4, τμήμα 3 που βρίσκεται στη Λεωφόρο Φραγκλίνου Ρούσβελτ αρ.92, ενορία Ομόνοια της επαρχίας Λεμεσού, ιδιοκτησίας του Σάββα Καθητζιώτη, ενοικιάστηκε ως χωράφι στην εταιρεία πετρελαιοειδών Mobil Oil Cyprus Limited, μετέπειτα ονομασθείσα σε ExxonMobil Cyprus Inc., στη βάση γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 24.07.92 και συμπληρωματικού συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 22.04.99 έναντι συμφωνημένου ετήσιου μισθώματος. Σύμφωνα με τους όρους των εγγράφων συμβολαίου, το ακίνητο θα χρησιμοποιείτο για την ανέγερση και λειτουργία πρατηρίου πώλησης πετρελαιοειδών. Αποτελούσε, μεταξύ άλλων, ρητό όρο των εγγράφων ότι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου θα εξουσιοδοτούσε την εταιρεία πετρελαίων να υπογράφει κάθε έγγραφο που απαιτείτο από το Δήμο Λεμεσού και να προβαίνει σε ενέργειες με σκοπό την έκδοση άδειας λειτουργίας του πρατηρίου. Δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 15.11.02, το οποίο υπογράφηκε μεταξύ της πιο πάνω εταιρείας και των κυρίων Χαράλαμπου Φελλά και Πανίκκου Λεμονιάτη, οι τελευταίοι, υπό την ιδιότητα των πρατηριούχων, απέκτησαν άδεια χρήσης του πρατηρίου πώλησης πετρελαιοειδών έναντι συμφωνημένου ανταλλάγματος. Ακολούθως, η κατηγορούμενη 1, η οποία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με το νόμο, αγόρασε από την προαναφερόμενη εταιρεία ολόκληρη την επιχείρηση πώλησης πετρελαιοειδών στη βάση σχετικού συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 24.12.
- Ένεκα της εξέλιξης αυτής, η κατηγορούμενη 1 από τις 02.01.04 υποκατέστησε την εν λόγω εταιρεία στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της τόσο στα έγγραφα συμβολαίου με τον ιδιοκτήτη του ακινήτου για την ενοικίαση της γης όσο και στο συμφωνητικό έγγραφο για άδεια χρήσης του πρατηρίου από τους πρατηριούχους, πράγμα με το οποίο συμφώνησαν γραπτώς τον Δεκέμβριο 2003 οι Φελλάς και Λεμονιάτης δυνάμει σχετικού εγγράφου. Ως αποτέλεσμα διαφωνιών που προέκυψαν μεταξύ της κατηγορουμένης 1 και των πρατηριούχων του επιδίκου πρατηρίου, η κατηγορούμενη 1 με συστημένη επιστολή της ημερομηνίας 20.03.06 τερμάτισε τη συμφωνία άδεια χρήσης απαιτώντας, μεταξύ άλλων, την ανάκτηση κατοχής και ελέγχου του πρατηρίου. Παράλληλα, ο Λεμονιάτης αποχώρησε από τη λειτουργία του πρατηρίου το
- Με τον τερματισμό της συμφωνίας για άδεια χρήσης, η κατηγορούμενη 1 προσπάθησε να παραλάβει κατοχή του πρατηρίου αποστέλλοντας για το σκοπό αυτό το διευθυντή επιχειρήσεων της, Ευάγγελο Γρηγορίου, πλην όμως ο Φελλάς που παρέμεινε πλέον ως ο μόνος πρατηριούχος, αρνήθηκε να πράξει κάτι τέτοιο. Μετά τον τερματισμό της εν λόγω συμφωνίας η κατηγορούμενη 1 καταχώρησε στο δικαστήριο την αγωγή υπ' αριθμό 1449/06 με σκοπό τη διεκδίκηση αποζημιώσεων και ανάκτηση της κατοχής και του ελέγχου του πρατηρίου από τον πρατηριούχο. Στα πλαίσια δικαστικών διαδικασιών, αποφασίστηκε πως ο πρατηριούχος που διαθέτει άδεια χρήσης του πρατηρίου έχει το καθεστώς θέσμιου ενοικιαστή. Από τις 20.03.06 μέχρι σήμερα ο πρατηριούχος σταμάτησε να συνεργάζεται με την κατηγορούμενη
- Ειδικότερα, ο πρατηριούχος έπαψε να αγοράζει προϊόντα και να προμηθεύεται καύσιμα από την κατηγορούμενη
- Η κατηγορούμενη 1 δεν διέθετε και δεν διαθέτει κανένα υπάλληλο ή αντιπρόσωπο που να εργαζόταν ή να εργάζεται στο πρατήριο. Ούτε οποιοσδήποτε εισήλθε στο πρατήριο εκ μέρους και για λογαριασμό της κατηγορουμένης
- Τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά του πρατηρίου δεν υπήρχαν και δεν υπάρχουν σήματα και διακριτικά της κατηγορουμένης
- Η δε κατηγορούμενη 1 δεν γνωρίζει σε ποια κατάσταση βρίσκεται από το 2006 το πρατήριο ενώ ακόμη δεν γνωρίζει εάν έχει αλλάξει ο εξοπλισμός του σταθμού. Η κατηγορούμενη 1 με επιστολές της ημερομηνίας 23.10.06 και 02.11.06 αναζήτησε συνεργασία και βοήθεια από το Δήμο Λεμεσού αναφορικά με το θέμα της νόμιμης λειτουργίας του πρατηρίου υπό το κράτος των εξελίξεων που συνέβηκαν μετά τις 20.03.
- Έκτοτε, η κατηγορούμενη 1 κατέβαλε και συνεχίζει να καταβάλει προσπάθειες τόσο δια της νομικής οδού όσο και εξωδίκως με σκοπό την ανάκτηση κατοχής, ελέγχου και λειτουργίας του πρατηρίου, χωρίς ωστόσο μέχρι σήμερα αυτές να καρποφορήσουν. Στο μεταξύ η κατηγορούμενη 1 με επιστολή της ημερομηνίας 29.09.08 κοινοποίησε γραπτώς την επιθυμία της για ανανέωση της ενοικίασης του ακινήτου για περαιτέρω περίοδο 5 ετών, ήτοι από τις 25.10.08 μέχρι τις 24.10.13, στη βάση των όρων της συμπληρωματικής συμφωνίας ημερομηνίας 22.04.99 έναντι συμφωνημένου ενοικίου, κάτι που τελικά πραγματοποιήθηκε. Στις 16.12.08 η τεχνικός του τμήματος Δημοτικού Μηχανικού στο Δήμο Λεμεσού (ΜΚ1) μετέβηκε στο ακίνητο όπου είδε ότι λειτουργούσε πρατήριο πώλησης πετρελαιοειδών. Συγκεκριμένα, υπάλληλος του πρατηρίου προμήθευε όχημα έναντι αμοιβής μέσω αντλιών που βρίσκονταν στο ακίνητο. Εισερχόμενη στο κτίριο πωλήσεων του πρατηρίου ζήτησε να μιλήσει με τον υπεύθυνο του πρατηρίου και αφού εξήγησε στον υπάλληλο που εκείνη την ημέρα εργαζόταν εκεί ότι το πρατήριο λειτουργούσε χωρίς άδεια, αυτός την παρέπεμψε στον πρατηριούχο Χαράλαμπο Φελλά. Στη συνέχεια διευθετήθηκε συνάντηση στην οποίαν παρευρέθηκε, εκτός από την ΜΚ1, ο Φελλάς μαζί με τον ιδιοκτήτη του ακινήτου (ΜΚ2). Αφού η ΜΚ1 τους εξήγησε ότι για νομιμοποίηση λειτουργίας του πρατηρίου θα έπρεπε να υποβληθούν στο Δήμο Λεμεσού αιτήσεις για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας, άδειας οικοδομής καθώς και συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του τμήματος δημοσίων έργων, πυροσβεστικής υπηρεσίας και τμήματος πολεοδομίας και οικήσεως ώστε να εξασφαλιστούν τα απαιτούμενα πιστοποιητικά για έκδοση άδειας λειτουργίας του πρατηρίου, ο ΜΚ2 δήλωσε πως ο ίδιος έχει προσωπική συμφωνία με την κατηγορούμενη 1 που την εξουσιοδοτεί να υποβάλει τις απαιτούμενες αιτήσεις και να εξασφαλίζει τις απαιτούμενες άδειες. Από το έτος 2004 μέχρι και το 2008 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων δεν υπήρχε άδεια λειτουργίας του επίδικου πρατηρίου. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στη βάση της τεθείσας μαρτυρίας στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη
- Όπως έχει προαναφερθεί η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της διατήρησης πρατηρίου πετρελαιοειδών χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει σχετική άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή. Η εν λόγω κατηγορία συνοδεύεται από λεπτομέρειες που σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή περιγράφουν τη διάπραξη του κατ' ισχυρισμό αδικήματος. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο η εν λόγω κατηγορία εδράζεται, μεταξύ άλλων, στον Περί Πετρελαιοειδών Νόμο Κεφ.
- Κατόπιν όμως προσεκτικής μελέτης της νομοθεσίας αυτής, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι αυτή αφορά στην εξασφάλιση άδειας από την αρμόδια αρχή για αποθήκευση και φύλαξη πετρελαιοειδών. Ο νόμος αυτός ουδεμία σχέση έχει με τη διατήρηση πρατηρίου που εμπίπτει στις πρόνοιες του Περί Ρυθμίσεως Πρατηρίων Πετρελαιοειδών Νόμου, Ν.94/
- Οι δε οι λεπτομέρειες που παρέχονται σχετίζονται με το κατ' ισχυρισμό αδίκημα της διατήρησης πρατηρίου και ουδεμία αναφορά γίνεται αδίκημα περί αποθήκευσης και φύλαξης πετρελαιοειδών. Εάν η κατηγορούσα θεωρεί πως υπήρξε αδίκημα περί αποθήκευσης και φύλαξης πετρελαιοειδών χωρίς άδεια τότε θα έπρεπε να υπήρχε στο κατηγορητήριο δεύτερη κατηγορία που να αναφέρει επ' ακριβώς το εν λόγω αδίκημα καθώς επίσης να συνοδεύεται ξεχωριστά από σχετικές λεπτομέρειες. Από τη στιγμή που όχι κάτι τέτοιο δεν υπάρχει αλλά το κατηγορητήριο απλά ισχυρίζεται διάπραξη του αδικήματος της διατήρησης πρατηρίου πετρελαιοειδών χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει σχετική άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή, ο Περί Πετρελαιοειδών Νόμος, Κεφ. 272 δεν τυγχάνει εδώ εφαρμογής. Η υποχρέωση εξασφάλισης άδειας από την αρμόδια αρχή για διατήρηση και λειτουργία πρατηρίου πώλησης πετρελαιοειδών διέπεται από το άρθρο 8
(1)του Περί Ρυθμίσεως Πρατηρίων Πετρελαιοειδών Νόμου, Ν.94/68 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο: "Ουδείς δύναται κατά νόμον να εκμεταλλεύηται ή διατηρή πρατήριον πετρελαιοειδών ή να ανέχηται ή επιτρέπει την λειτουργίαν ή διατήρησιν τοιούτου πρατηρίου, εκτός εάν κατέχει άδειαν λειτουργίας εκδοθείσαν συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Νόμου." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Κάποιος να εκμεταλλεύεται πρατήριο πετρελαιοειδών ή
(2)να διατηρεί τέτοιο πρατήριο ή
(3)να ανέχεται τη λειτουργία ή διατήρηση τέτοιου πρατηρίου ή
(4)να επιτρέπει τη λειτουργία ή διατήρηση τέτοιου πρατηρίου και
(5)να μην έχει στην κατοχή του άδεια λειτουργίας του εν λόγω πρατηρίου η οποία να εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας. Με βάση το άρθρο 2 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του Ν.94/68, 'πρατήριο πετρελαιοειδών' σημαίνει οποιοδήποτε κτίριο ή τόπο που χρησιμοποιείται ή πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στα πλαίσια άσκησης εμπορίας ή αποκόμισης κέρδους, ανάμεσα σ' άλλα, για τον εφοδιασμό μηχανοκινήτων οχημάτων μέσω της χρήσεως αντλίας ή σωλήνας τροφοδοτήσεως ή παρόμοιας φύσεως συσκευής ή μέσου, περιλαμβανομένου οποιαδήποτε οικοδομής, διαφήμισης, αντλίας ή άλλης συσκευής που χρησιμοποιείται στο κτίριο ή τόπο. Δυνάμει του άρθρου 3 του εν λόγω νόμου, αρχή αδειών για σκοπούς λειτουργίας οποιουδήποτε υφιστάμενου πρατηρίου πετρελαιοειδών είναι η αρμόδια αρχή που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 2 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.96 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Στην παρούσα υπόθεση, από τη στιγμή που είναι παραδεχτό γεγονός ότι το ακίνητο στο οποίο υπάρχει πρατήριο πετρελαιοειδών βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λεμεσού, αρμόδια αρχή υπεύθυνη για την έκδοση άδειας λειτουργίας του υφιστάμενου σταθμού είναι ο Δήμος Λεμεσού. Προκύπτει ακόμη ως αδιαμφισβήτητο γεγονός μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία το ότι αυτό που υπάρχει εντός του ακινήτου ως κτίριο, υποστατικά αποθήκευσης καυσίμων, αντλία τροφοδότησης, εξοπλισμός και άλλα συναφή εμπίπτει στην έννοια του υφιστάμενου πρατηρίου πετρελαιοειδών για το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 8 του Ν.94/68, απαιτείται προηγουμένως η έκδοση άδειας λειτουργίας από το Δήμο Λεμεσού. Συνάδει ακόμη με την ερμηνεία που δίδεται μέσα από το περιεχόμενο των σχετικών Κανονισμών της Δ.Π. 83/72 (βλέπε άρθρο 2-ερμηνευτικό πλαίσιο). Ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι να μην υπάρχει εκδομένη άδεια λειτουργίας του πρατηρίου από την αρμόδια αρχή. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί μέρος των παραδεχτών γεγονότων το ότι από το έτος 2004 μέχρι και το 2008 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων δεν υπήρχε άδεια λειτουργίας του επίδικου πρατηρίου. Με δεδομένο ότι μέσα από τις λεπτομέρειες του κατ' ισχυρισμό αδικήματος αναδύεται ως ουσιώδης χρόνος η περίοδος περί τις 16.12.08, πάντοτε σε συνδυασμό με το προαναφερόμενο παραδεχτό γεγονός, εύκολα διαπιστώνεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατ' ισχυρισμό αδικήματος δεν υπήρχε εκδομένη άδεια λειτουργίας του επιδίκου πρατηρίου. Εξάλλου μέσα από την τεθείσα μαρτυρία, προέκυψε πως παρόλο που η κατηγορούμενη 1 είναι εξουσιοδοτημένη να υπογράφει όλα τα αναγκαία έγγραφα για την έκδοση άδειας λειτουργίας του πρατηρίου εντούτοις δεν το έπραξε αναφορικά με τον ουσιώδη χρόνο για τους λόγους που προέβαλε ο ΜΥ
- Αυτό όμως που παραμένει ουσιαστικό είναι ότι στις 16.12.08, ημερομηνία κατά την οποίαν η ΜΚ1 μετέβηκε προσωπικά στο ακίνητο και διαπίστωσε ότι λειτουργούσε το επίδικο πρατήριο πώλησης πετρελαιοειδών δεν υπήρχε εκδομένη άδεια λειτουργίας του από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.94/
- Ένα άλλο συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η διατήρηση του πρατηρίου από την κατηγορούμενη
- Μέσα από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν χωρεί αμφιβολία ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρείτο πρατήριο πετρελαιοειδών. Η μαρτυρία της ΜΚ1 ότι προσωπικά είδε ότι λειτουργούσε πρατήριο πώλησης πετρελαιοειδών καθότι υπάλληλος του πρατηρίου προμήθευε όχημα έναντι αμοιβής μέσω αντλιών που βρίσκονταν στο ακίνητο είναι αρκετή για να αναδείξει τη διατήρηση πρατηρίου. Η εν λόγω μαρτυρία έγινε αποδεχτή από το Δικαστήριο κάτι που οδήγησε σε συναφές εύρημα. Αυτό εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε ούτε από την κατηγορούμενη
- Το ερώτημα όμως που χρήζει απάντησης είναι κατά πόσο η κατηγορούμενη 1 διατηρεί το επίδικο πρατήριο που δεν έχει άδεια λειτουργίας. Είναι γεγονός ότι με βάση τα Τεκμήρια 6Α, 6Β, 7Α και 7Β ο ιδιοκτήτης του ακινήτου ενοικίασε το εν λόγω ακίνητο στην εταιρεία πετρελαιοειδών Mobil Oil Cyprus Limited (μετέπειτα ονομασθείσα σε Exxonmobil Cyprus Inc.) έναντι μισθώματος με σκοπό την ανέγερση από την εν λόγω εταιρεία πρατηρίου πώλησης πετρελαιοειδών (βλέπε όρο 1 των εγγράφων αυτών). Αποτελεί περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη 1 αφού αγόρασε στη βάση γραπτής συμφωνίας (βλέπε Τεκμήριο 8) το πρατήριο και γενικά την επιχείρηση που ανέγειρε και δημιούργησε η Exxonmobil Cyprus Inc. υποκατέστησε την τελευταία στα δικαιώματα και υποχρεώσεις που είχε απέναντι στον ιδιοκτήτη ακινήτου. Προχώρησε ακόμη από τις 02.01.04 στο να υποκαταστήσει τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Exxonmobil Cyprus Inc. στη συμφωνία που είχε με τους πρατηριούχους (βλέπε Τεκμήρια 9Α και 9Β), η οποία χαρακτηριζόταν από τα συμβαλλόμενα μέρη ως συμφωνία άδειας χρήσης του πρατηρίου έναντι ανταλλάγματος (licence agreement). Παρόλα αυτά, το Δικαστήριο αποφάσισε στην Αίτηση του Χαράλαμπου Φελλά
(2007)1Α Α.Α.Δ. 537 ότι το καθεστώς που απέκτησε ως πρατηριούχος μετά τον τερματισμό της συμφωνίας του με την κατηγορούμενη 1 από την τελευταία δια σχετικής επιστολής ημερομηνίας 20.03.06 (βλέπε Τεκμήριο 10) ήταν αυτή του θέσμιου ενοικιαστή. Μέσα από την ίδια απόφαση τονίστηκε ότι στην επιφύλαξη του όρου 'ενοικίασης' στο άρθρο 2 του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983, Ν.23/83 προνοείται πως το δικαίωμα κατοχής και ο καθορισμός του ενοικίου ή ανταλλάγματος από την υπενοικίαση ή την άδεια χρήσης, μεταξύ του πρατηριούχου και της εταιρείας πετρελαιοειδών, διέπεται και ρυθμίζεται από το Ν.23/
- Συνεπεία της πιο πάνω δικαστικής απόφασης, η οποία ας σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα δεν έχει ανατραπεί, ο πρατηριούχος απέκτησε αποκλειστική κατοχή του επίδικου πρατηρίου πετρελαιοειδών χωρίς η κατηγορούμενη 1 να είναι σε θέση να την ανακτήσει. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η κατάσταση που πλέον επικρατεί στο πρατήριο από τις 20.03.06 έχει διαφοροποιηθεί από προηγουμένως. Συγκεκριμένα, ενώ η κατηγορούμενη 1 προσπάθησε να παραλάβει κατοχή του πρατηρίου αποστέλλοντας για το σκοπό αυτό το διευθυντή επιχειρήσεων της, ο πρατηριούχος, υπό την κάλυψη πλέον της πιο πάνω δικαστικής απόφασης, αρνήθηκε να πράξει κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, από τις 20.03.06 δημιουργήθηκαν τα πιο κάτω δεδομένα που επίσης αποτελούν ευρήματα και τα οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει: (α) Η κατηγορούμενη 1 δεν είχε και δεν έχει υπάλληλο ή αντιπρόσωπο να εργάζεται στο επίδικο πρατήριο. (β) Ουδείς υπάλληλος της κατηγορούμενης 1 εισήλθε στο σταθμό. (γ) Ο πρατηριούχος δεν αγοράζει προϊόντα από την κατηγορούμενη
- (δ) Στο επίδικο πρατήριο δεν υπάρχουν σήματα και διακριτικά της κατηγορουμένης 1 τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά αυτού. (ε) Η κατηγορούμενη 1 δεν γνωρίζει σε ποια κατάσταση βρίσκεται το πρατήριο. (στ) Η κατηγορούμενη 1 δεν γνωρίζει εάν έχει αλλάξει ο εξοπλισμός του πρατηρίου. Όσον αφορά την ετυμολογία της λέξης 'διατηρώ', το Δικαστήριο ανάτρεξε βοήθεια από το ερμηνευτικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, του Γ. Μπαμπινιώτη, Β' Έκδοση. Συγκεκριμένα, μία εκ των ερμηνειών που παρέχεται για τη λέξη 'διατηρώ' στη σελίδα 496 αυτού είναι 'το να έχω κάτι στην κατοχή μου'. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι αυτός που κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε το πρατήριο δεν είναι η κατηγορούμενη 1 αλλά ο πρατηριούχος. Πέραν αυτού, δεν διαφεύγει της προσοχής του παρόντος Δικαστηρίου το σχόλιο του Δικαστηρίου στην υπόθεση Αίτηση του Χαράλαμπου Φελλά
(2007)1Α Α.Α.Δ. 537 ότι αυτός που γενικά λειτουργεί το σταθμό είναι ο πρατηριούχος. Συνεπώς, στην παρούσα υπόθεση ο πρατηριούχος με το καθεστώς του θέσμιου ενοικιαστή διατηρούσε αποκλειστική κατοχή και ταυτόχρονα ασκούσε αποκλειστικό έλεγχο του πρατηρίου. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η κατηγορούμενη 1 δεν ήταν σε θέση να διατηρεί και να λειτουργεί και ως εκ τούτου δεν διατηρούσε και δεν λειτουργούσε το επίδικο πρατήριο κατά τον ουσιώδη χρόνο της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος. Ούτε η κατηγορούμενη 1 είχε αλλά ούτε και έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο τον έλεγχο του πρατηρίου. Αυτός που, υπό τις περιστάσεις, έχει τον πραγματικό, ουσιαστικό και αποκλειστικό έλεγχο και λειτουργία του πρατηρίου, το οποίο και διατηρεί από τις 20.03.06 μέχρι σήμερα είναι ο πρατηριούχος. Ένα άλλο συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η κατηγορούμενη 1 να εκμεταλλεύεται το επίδικο πρατήριο πετρελαιοειδών. Είναι η θέση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι η κατηγορούμενη 1 εκμεταλλεύεται το σταθμό και αποκομίζει όφελος που είναι η απώλεια ενοικίων και το κέρδος από την πώληση της επιχείρησης. Αντίθετη είναι η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι το στοιχείο της εκμετάλλευσης που πρέπει να υπάρχει σε τέτοιου είδους περιπτώσεις είναι πραγματικό και όχι θεωρητικό. Μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία, προκύπτει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατ' ισχυρισμό αδικήματος, η κατηγορούμενη 1 δεν μπορούσε και κατ' επέκταση δεν εκμεταλλεύτηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο, είτε οικονομικά είτε άλλως πως, τη λειτουργία του πρατηρίου. Το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 1 κινήθηκε δικαστικά εναντίον του πρατηριούχου ζητώντας αποζημιώσεις και άλλες νομικές θεραπείες ένεκα παράβασης συμφωνητικού εγγράφου δεν αποδεικνύει την ύπαρξη στοιχείου εκμετάλλευσης από την ίδια κατά τη δεδομένη κρίσιμη χρονική στιγμή. Αντίθετα, το Δικαστήριο, στη βάση των προαναφερομένων παραγόντων, οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη 1 ουδεμία επιρροή είχε στον πρατηριούχο ως προς την εκμετάλλευση του πρατηρίου. Μπορεί στο παρελθόν και συγκεκριμένα πριν από τις 20.03.06, ημερομηνία κατά την οποίαν υπήρξε τερματισμός της συμφωνίας για άδεια χρήσης του πρατηρίου και ουσιαστικά διακοπή της συνεργασίας μεταξύ της κατηγορουμένης 1 και του πρατηριούχου, να υπήρξε εκμετάλλευση του σταθμού από την κατηγορούμενη 1 και μπορεί να υπάρχει επιθυμία της για εκμετάλλευση του πρατηρίου στο μέλλον, εξ' ου και οι προσπάθειες που καταβάλλει, πλην όμως κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατ' ισχυρισμό αδικήματος αλλά και μέχρι σήμερα κάτι τέτοιο δεν υφίσταται. Ούτε και το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 1 ανανέωσε τη σύμβαση ενοικίασης του ακινήτου είναι στοιχείο που, υπό τις παρούσες περιστάσεις, αποδεικνύει διατήρηση ή εκμετάλλευση ή λειτουργία του πρατηρίου από μέρους της. Οι πρόνοιες των συμφωνητικών εγγράφων μεταξύ της κατηγορουμένης 1 με τον ιδιοκτήτη του ακινήτου και της κατηγορουμένης 1 με τους πρατηριούχους δείχνει απλώς δυνατότητα εκμετάλλευσης, ελέγχου, λειτουργίας και διατήρησης πρατηρίου σε θεωρητικό επίπεδο από μέρους της κατηγορουμένης 1, πλην όμως οι διατάξεις του άρθρου 8
(1)του Ν.94/68 προϋποθέτουν πραγματική και ουσιαστική εκμετάλλευση ή ελέγχου ή λειτουργία ή διατήρησης πρατηρίου σε πρακτικό βαθμό, στοιχείο που στην παρούσα περίπτωση απουσιάζει λόγω του καθεστώτος της θέσμιας ενοικίασης που υπάρχει από τον πρατηριούχο σε σχέση με το σταθμό. Τα τελευταία δύο συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι αλληλένδετα μεταξύ τους και ως εκ τούτου θα εξεταστούν μαζί. Μέσα από τα Τεκμήρια 4 και 5 αλλά και γενικότερα μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία που έγινε αποδεχτή από το Δικαστήριο καθίσταται, ανάμεσα σ' άλλα, σαφές πως: (α) Η κατηγορούμενη 1 προχώρησε στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον των πρατηριούχων έχοντας ως κύριο σκοπό την ανάκτηση κατοχής και ελέγχου του πρατηρίου έτσι ώστε να μπορέσει να προχωρήσει σε οποιεσδήποτε επιδιορθώσεις που απαιτούνται για την έκδοση άδειας λειτουργίας του. (β) Οι πρατηριούχοι διέκοψαν κάθε είδους συνεργασία που είχαν με την κατηγορούμενη 1 από τότε που τερματίστηκε η μεταξύ τους συμφωνία. (γ) Η ίδια η κατηγορούμενη 1 υπέδειξε στο Δήμο Λεμεσού, ως αρμόδια αρχή έκδοσης άδειας λειτουργίας, την ανάγκη αντικατάστασης των υπόγειων εγκαταστάσεων του πρατηρίου (υπόγειες δεξαμενές καυσίμων και διασωληνώσεις) έτσι ώστε να αποφευχθεί ρύπανση του εδάφους από ενδεχόμενο διαρροής. (δ) Η ίδια η κατηγορούμενη 1 υπέδειξε στο Δήμο Λεμεσού την ανάγκη λειτουργίας vapor recovery που βάση ευρωπαϊκής νομοθεσίας είναι απαραίτητο για την προστασία του περιβάλλοντος. (ε) Η ίδια η κατηγορούμενη 1 επισημαίνει στο Δήμο Λεμεσού ότι ένεκα της έλλειψης συνεργασίας που έχει με τους πρατηριούχους του συγκεκριμένου πρατηρίου αδυνατεί να εφαρμόσει τους σχετικούς νόμους και διαδικασίες που άπτονται θεμάτων ασφάλειας, υγιεινής και προληπτικών ελέγχων. (στ) Η ίδια η κατηγορούμενη 1 καλεί το Δήμο Λεμεσού να παρέμβει και να τη βοηθήσει στο να επιταχυνθεί η προσπάθεια διόρθωσης των παρανομιών με σκοπό τη νόμιμη λειτουργία του επίδικου πρατηρίου. Στη βάση των προαναφερομένων, το Δικαστήριο καταλήγει στο ασφαλές συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατ' ισχυρισμό αδικήματος δεν ανέχτηκε τη λειτουργία ή διατήρηση του εν λόγω πρατηρίου όπως ούτε και επέτρεψε καθ' οιονδήποτε τρόπο τη λειτουργία ή διατήρηση αυτού. Προς τούτο συνηγορούν οι διάφορες προσπάθειες που η κατηγορούμενη 1 κατέβαλε και συνεχίζει να καταβάλλει, οι οποίες κάθε άλλο παρά ανοχή ή άδεια για καταστρατήγηση των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας και συναφών κανονισμών είναι. Έχοντας αυτά υπόψη του, το Δικαστήριο κρίνει ότι θα ήταν τελικά άδικο και ανεπιεικές ενώ παράλληλα δεν θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της απονομής της δικαιοσύνης η έκδοση διατάγματος εναντίον της κατηγορουμένης 1 για τερματισμό της λειτουργίας και κατεδάφισης του πρατηρίου τη στιγμή που, πέραν των εμφανών προσπαθειών που η κατηγορούμενη 1 καταβάλλει για άρση της παράνομης διατήρησης και λειτουργίας του πρατηρίου είτε δια της νομικής οδού είτε μέσω εξώδικης διευθέτησης, η εν λόγω κατηγορούμενη δεν θα μπορούσε να συμμορφωθεί με αυτό αφού δεν είχε και συνεχίζει να μην διαθέτει την κατοχή και έλεγχο λειτουργίας του επίδικου πρατηρίου αντιμετωπίζοντας έτσι τον κίνδυνο να κατηγορηθεί μεταγενέστερα για παρακοή τέτοιου διατάγματος. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της εναντίον της κατηγορουμένης 1 και ως εκ τούτου αυτή αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της κατηγορουμένης 1 και εναντίον της κατηγορούσας αρχής. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ιδιωτικές Ποινικές/Παράνομη Λειτουργία Πρατηρίου Πετρελαίων/Νόμος 94/68/ Τελική Απόφαση [1] Το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820 [2] Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256 [3] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320 [4] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 8.2.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο