← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Φειδία Αθανασίου, Αρ. Υπόθεσης: 2667/10, 21/4/2011

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Φειδία Αθανασίου, Αρ. Υπόθεσης: 2667/10, 21/4/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2667/10 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Φειδία Αθανασίου Κατηγορούμενου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 21/4/2011 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Α. Αναστασίου Για τον κατηγορούμενο: κ. Γ. Κονναρής Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (1η Κατηγ.) και της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας (2η Κατηγ.). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 14/9/2009 στη Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στην Ορθοδοξία Κρικώνη από τη Λεμεσό, ενώ την ίδια ημερομηνία, παράνομα και άσεμνα, επιτέθηκε εναντίον της. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, ο αστυφ.934 Μ. Νεοκλέους (Μ.Κ.1), η Ορθοδοξία Κρικώνη (Μ.Κ.2), ο ο Λευτέρης Στυλιανού (Μ.Κ3) και η Ελένη Δαμιανού (Μ.Κ.3). Μετά δε την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός προέβη σε ανώμοτη δήλωση, χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Οι Μ.Κ. 1-3 και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, κατέθεσαν τις γραπτές τους καταθέσεις, τις οποίες και υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης και στη συνέχεια αντεξετάσθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου, ενώ η Μ.Κ.4 κατάθεσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1, ο οποίος είναι ο αστυφύλακας που συνέλαβε, έλαβε ανακριτική κατάθεση και κατηγόρησε τον κατηγορούμενο, γίνεται πλήρως αποδεκτή αφού αυτός κατάθεσε με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα έπραξε μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του. Η Μ.Κ.2, είναι η παραπονούμενη. Αυτή προέβαλε την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε άσεμνα και της προκάλεσε τραυματισμούς, όταν μετά από δική της εισήγηση και αφού η ίδια σχόλασε από τη δουλειά της σε καφετέρια την οποία το συγκεκριμένο βράδυ ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε ως θαμώνας, κατευθύνονταν πεζοί να πάνε κάπου οι δυό τους, μέχρι κάποιος φίλος του κατηγορούμενου να έλθει να τον παραλάβει για να τον μεταφέρει στο χωριό του, όπου διαμένει μαζί την οικογένεια του. Παρά το ότι σε κάποια σημεία της μαρτυρίας της υπάρχουν μικροαντιφάσεις και ενώ επίσης σε κάποιο σημείο η μαρτυρία που έδωσε ενόρκως, διαφέρει από όσα στην κατάθεση της είχε αναφέρει, θεωρώ ότι αυτή καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτύρησε την αλήθεια περιγράφοντας τα όσα συνέβησαν το βράδυ που έγινε το συμβάν και ότι οι κάποιες διαφορές που υπάρχουν με την κατάθεση της, δεν οφείλονται σε πρόθεση της να παραποιήσει την αλήθεια. Και αυτό γιατί μαρτύρησε με άμεσο, σταθερό και θετικό τρόπο χωρίς αμφιταλαντεύσεις και ενδοιασμούς. Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί ότι οι αντιφάσεις αυτές δεν αφορούσαν ουσιαστικά σημεία της μαρτυρίας της επί των οποίων η παραπονούμενη ήταν απόλυτα σταθερή στις θέσεις της, τις οποίες περιέγραψε με πλήρη αμεσότητα και σαφήνεια και γενικότερα με τρόπο που με έπεισε ότι έλεγε την αλήθεια. Η διαφορά που εντοπίζεται μεταξύ της ένορκης μαρτυρίας της και της κατάθεσης της, προσδιορίζεται να υπάρχει σε σχέση με το εάν αμέσως μετά το επεισόδιο και πριν μεταβούν στην αστυνομία και στο νοσοκομείο μαζί με τον Μ.Κ.3 με τον οποίο διατηρούσαν κατά το χρόνο του επεισοδίου και εξακολουθούν να διατηρούν ερωτικό δεσμό, ανέβηκαν μαζί στο σπίτι της και μίλησαν με την μητέρα της για το συμβάν. Για τα όσα περιέχονται στην κατάθεση και στην οποία η εξέλιξη των γεγονότων αναφέρεται με διαφορετική σειρά από αυτήν που παραπονούμενη έδωσε στην προφορική της μαρτυρία, ούτε και η ίδια η παραπονούμενη έδωσε εξήγηση. Όμως ο τρόπος που απάντησε στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν επί του συγκεκριμένου θέματος, κατεδείκνυε ότι αυτή προτίμησε να περιγράψει ενόρκως τα γεγονότα στο Δικαστήριο με τον τρόπο και τη σειρά που πραγματικά έλαβαν χώραν, παρά το ότι και όπως διαφάνηκε από τις απαντήσεις της, ήξερε και γνώριζε ότι η σειρά με την οποία αυτά περιγράφονταν στην κατάθεση της ήταν διαφορετική. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγω λαμβάνοντας υπόψη εκτός του πιο πάνω στοιχείου και τον τρόπο που απάντησε σε σειρά ερωτήσεων επί του συγκεκριμένου ζητήματος και ο οποίος χαρακτηριζόταν από πλήρη αμεσότητα, θετικότητα και γνησιότητα, στοιχεία βέβαια που δεν εμφαίνονται από τα στυγνά πρακτικά και τα οποία μου δημιούργησαν την βεβαιότητα ότι τα όσα μαρτύρησε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν η αλήθεια. Ούτε και η διαφορά που υπάρχει με την αναφορά του Μ.Κ.3 ότι η ίδια τηλεφώνησε στην μητέρα της να την ενημερώσει για το επεισόδιο είναι ικανή να αλοιώσει την θετική εντύπωση που σχημάτισα για τη μάρτυρα, ως μάρτυρα της αλήθειας, αφού κατά το χρόνο που έγινε το τηλεφώνημα προς τη μητέρα της παραπονούμενης τόσο η τελευταία όσο και ο Μ.Κ.3 βρισκόντουσαν και ενεργούσαν μαζί. Εν πάση περιπτώσει και όπως προαναφέρεται όλα τα πιο πάνω δεν είναι ικανά να αλλοιώσουν την θετική εντύπωση που σχημάτισα για την μάρτυρα, αφού στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας της παρέμεινε σταθερή και ακλόνητη. Για τους λόγους αυτούς αποδέχομαι τη μαρτυρία της, πλην του σημείου της κατάθεσης της όπου αναφέρει ότι μετά το επεισόδιο και πριν μεταβούν στην αστυνομία και στο νοσοκομείο ανέβηκαν πάνω στο σπίτι της και του μέρους όπου προέβαλε ότι η ίδια τηλεφώνησε στη μητέρα της για να την πληροφορήσει τι είχε συμβεί. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της γίνεται πλήρως αποδεκτό. Ο Μ.Κ. 3 μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Αυτός μαρτύρησε με άμεσο, σταθερό και θετικό τρόπο, χωρίς σε οποιοδήποτε σημείο της μαρτυρίας του να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να κλονίσει τη θετική εντύπωση που σχημάτισα γι΄ αυτόν και γι' αυτό αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Η Μ.Κ.4, η οποία είναι γιατρός και κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο τμήμα πρώτων βοηθειών του γενικού νοσοκομείου Λεμεσού, μαρτύρησε επίσης με θετικό τρόπο τα όσα περιήλθαν σε γνώση της μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων της όταν εξέτασε την παραπονούμενη, Μ.Κ.2 και γι΄αυτό αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Ο κατηγορούμενος μετά την κλήση του σε απολογία επέλεξε και προέβη σε ανώμοτη δήλωση, λέγοντας, «είμαι αθώος εγώ, δεν έκαμα τίποτε». Η δήλωση αυτή έχει κάποια αξία, η οποία θα πρέπει να εξετασθεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια, που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (βλ. Ονησιφόρου v. The Police

(1987)2 CLR 261 και Ιωάννου & Συμιανός v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή κατάρριψη γεγονότων αλλά από το περιεχόμενο της μπορεί να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η ανώμοτη δήλωση (όπως και η σιωπή) σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλ. Τhemistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. The Rebublic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός μπορεί να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). H ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (βλ. Μαυρικίου v. Αστυνομίας, 2007
(2)AAΔ.359). Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ευρήματα. Στις 13/9/09 περί ώρα 23.45 το βράδυ, ο κατηγορούμενος μαζί με παρέα στην οποία ήταν και κάποιος Παντελής, επισκέφθηκαν την καφετέρια «Ocean Drive» που βρίσκεται στην περιοχή εναερίου στη Λεμεσό και στην οποία η Μ.Κ.2 εργαζόταν ως γκαρσόνα. Περί ώρα 00.30 της επόμενης μέρας, η Μ.Κ.2 φεύγοντας από τη δουλειά της, συνάντησε τον κατηγορούμενο να κάθεται μόνος του έξω από την καφετέρια, περιμένοντας όπως της ανάφερε κάποιο πρόσωπο να έλθει να τον παραλάβει για να τον μεταφέρει στο χωριό του, την Πάχνα, όπου διαμένει μαζί με την οικογένεια του. Η Μ.Κ. 2 του πρότεινε να μεταβούν για ένα ποτό μέχρι το τρίτο πρόσωπο να έλθει να τον παραλάβει για να μην περιμένει μόνος του και αφού ο κατηγορούμενος δέχθηκε, ξεκίνησαν, για να μεταβούν εκεί με τα πόδια. Καθώς περπατούσαν στον παραλιακό δρόμο, ο κατηγορούμενος, άρχισε να φλερτάρει την Μ.Κ.2 και της πρότεινε να προχωρήσουν σε ερωτική πράξη, χωρίς αυτό να το μάθει ο φίλος της, ο Μ.Κ.3. Η Μ.Κ.2 αρνήθηκε και επειδή θύμωσε με τον κατηγορούμενο του είπε ότι δεν θα πήγαιναν για ποτό, αλλά θα πήγαινε στο σπίτι της, προς το οποίο άρχισε να κατευθύνεται και το οποίο βρισκόταν βόρεια του εστιατορίου «Fridays». O κατηγορούμενος συνέχισε να την ακολουθεί και παρά το ότι η M.K.2 επιτάχυνε το βήμα της, αυτός σε κάποια στιγμή, κατάφερε να την πλησιάσει. Την άρπαξε από το δεξί χέρι και όταν αυτή τραβήχτηκε προς τα πίσω για να διαφύγει, αυτός την πήρε και από τα δύο χέρια και την τράβηξε από την μέση και την έσπρωξε σε απόμερο ανοικτό χωράφι, που βρίσκεται λίγο πιο πάνω από το εστιατόριο. Τότε η Μ.Κ.2 άρχισε να του τραβά τα μαλλιά και αυτός την έριξε χάμω, αφού προηγουμένως την φίλησε στο λαιμό και στο στόμα. Στην προσπάθεια της να ξεφύγει, ο κατηγορούμενος την έσπρωξε και πάλι χάμω και έπεσε από πάνω της, αγγίζοντας με το χέρι του πάνω από το παντελόνι της στα γεννητικά της όργανα και στο στήθος της μέσα από τη φανέλα της, λέγοντας της, «αφού δεν θέλεις με το καλό....». Τότε η Μ.Κ.2 η οποία φώναζε, τον κτύπησε με το χέρι της στο πρόσωπο του, αυτός την πήρε από το χέρι και την σήκωσε πάνω κλείνοντας της το στόμα με το χέρι του και της έδωσε μια μπουνιά στο πρόσωπο και την κτύπησε στο κεφάλι. Σπρώχνοντας τον, η Μ.Κ.2 κατάφερε να διαφύγει και κατευθύνθηκε προς το σπίτι της, ενώ ο κατηγορούμενος προς την παραλία. Κατευθυνόμενη η Μ.Κ.2 προς το σπίτι της τηλεφώνησε κλαίγοντας στον Μ.Κ.3 με τον οποίο διατηρούσε και διατηρεί ερωτικό δεσμό, να έλθει να την πάρει γιατί κάτι συνέβη. Ο τελευταίος, βρισκόταν στο σπίτι του και κοιμόταν. Πράγματι ο Μ.Κ.3 μετέβη και παρέλαβε την Μ.Κ.2 η οποία τον περίμενε στην είσοδο του σπιτιού της. Ήταν αναστατωμένη και όταν ο Μ.Κ.3 την ρώτησε τι συνέβη, του είπε ότι της επιτέθηκε άσεμνα κάποιος ξάδελφος της και του εξήγησε τι είχε προηγηθεί. Αφού την παρέλαβε, μετέβησαν στο σπίτι του Μ.Κ.3, όπου και κάθισαν για αρκετή ώρα. Αφού σκέφθηκαν τι έπρεπε να κάμουν, αποφάσισαν ότι το ορθότερο ήταν να καταγγείλουν την υπόθεση στην αστυνομία, όπου και μετέβησαν στη συνέχεια, αφού πρώτα ο Μ.Κ.3 ενημέρωσε τηλεφωνικά την μητέρα της Μ.Κ.2 για το συμβάν. Κατά την μετάβαση τους στην αστυνομία, η παραπονούμενη εξακολουθούσε να είναι αναστατωμένη από το συμβάν. Όταν ο Μ.Κ.3 παρέλαβε την Μ.Κ.2, τα ρούχα της ήταν σκονισμένα ενώ στο σπίτι του όπου μετέβησαν, είδε και ο ίδιος τα τραύματα της. Μετά την καταγγελία στην αστυνομία μετέβησαν στις 14/9/09, στο γενικό νοσοκομείο της Λεμεσού, όπου η Μ.Κ.2 εξετάσθηκε από ιατρό του τμήματος πρώτων βοηθειών, τη Μ.Κ.4, η οποία και διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη παρουσίαζε μώλωπα, οίδημα στο αριστερό ζυγωματικό, πολλές εκδορές στην αριστερή και δεξιά ωμοπλάτη, εκδορές στον αριστερό αγκώνα και στον αριστερό καρπό. Η παραπονούμενη υπεβλήθη επίσης σε ακτινογραφίες οι οποίες ήταν αρνητικές για ύπαρξη κατάγματος και αφού της δόθηκαν οι πρώτες βοήθειες απολύθηκε με οδηγίες. Στις 14/9/09 ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε στην παρουσία του πατέρα του και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο, του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση και δεν παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Την ίδια μέρα και πάλι στην παρουσία του πατέρα του, ο κατηγορούμενος, κατηγορήθηκε γραπτώς και δεν παραδέχθηκε ενοχή. Όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, έτσι και στην παρούσα, το βάρος για απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Επίθεση, είναι οποιαδήποτε πράξη που σκόπιμα ή απερίσκεπτα προκαλεί σε κάποιον άλλο την αντίληψη πως απειλείται με άμεση και παράνομη βία. Η έννοια της, περικλείει και την πραγματική ή σκοπούμενη χρήση βίας σε αυτόν χωρίς την συναίνεση του. Μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και χωρίς κάποιος να αγγιχθεί, όταν δε επέλθει ανεπιθύμητη σωματική επαφή, αυτή από μόνη της αρκεί όσο ανεπαίσθητη και αν είναι η βία που εξασκήθηκε. Θα πρέπει όμως πρώτα να αποδειχθεί η διάπραξη της επίθεσης αυτής καθεαυτής (βλ. D.P.P. v. Rogers
(1953)2 All E.R. 644). Θα πρέπει δηλαδή ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία εναντίον του παραπονούμενου με πρόθεση και απερίσκεπτα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση που είναι υπολογισμένη να προκαλέσει την αίσθηση της απειλής για χρήση βίας στο μυαλό του άλλου προσώπου διαφορετικά η επίθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. (βλ. Archbold Pleading, Evidence & Practice, παρα 19-166 μέχρι 19-167, Georgiou ν. The Police
(1961)C.L.R, Fairclough v. Whipp
(1951)2 All E.R. 834). Άλλο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι από την επίθεση, ο παραπονούμενος έχει υποστεί πραγματική σωματική βλάβη. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 CLR επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (Βλ., επίσης, R v. Miller
(1954)2 All E R 529, 534 και Αστυνομία ν. Ιωάννου
(1989)2 ΑΑΔ 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Στην υπό εξέταση περίπτωση και από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί τόσο η επίθεση όσο και η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ο κατηγορούμενος άσκησε εναντίον της παραπονούμενης πραγματική βία, αρπάζοντας την από το χέρι, από την μέση, τραβώντας την σε απόμερο χωράφι, ρίχνοντας την χάμω, δίδοντας της μπουνιά στο πρόσωπο και κτυπώντας την στο κεφάλι, για να πετύχει αυτό που ήθελε. Αποδείχθηκε επίσης ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη η παραπονούμενη προκλήθηκαν ως αποτέλεσμα της επίθεσης που υπέστη από τον κατηγορούμενο. Τα τραύματα που αυτή παρουσίαζε δηλαδή μώλωπας, οίδημα στο αριστερό ζυγωματικό, πολλές εκδορές στην αριστερή και δεξιά ωμοπλάτη, εκδορές στον αριστερό αγκώνα και στον αριστερό καρπό, προκλήθηκαν από την επίθεση που υπέστη από τον κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια της επίθεσης αυτής. Η θέση της υπεράσπισης που προωθήθηκε κατά την αντεξέταση της παραπονούμενης και του Μ.Κ.3, ότι δηλαδή τα τραύματα που παρουσίασε η πρώτη και διαπιστώθηκαν μετά την εξέταση της στο νοσοκομείο από την Μ.Κ.4 προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια των μεταξύ τους ερωτικών περιπτύξεων, παρέμεινε αστήρικτη και μετέωρη. Εν πάση περιπτώσει και μετά την αποδοχή της μαρτυρίας των δύο αυτών προσώπων (Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3), σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να πετύχει. Ούτε και το γεγονός ότι η Μ.Κ.4 δεν μπορούσε να προσδιορίσει με χρονική ακρίβεια πότε ακριβώς προκλήθηκαν τα τραύματα που παρουσίαζε η παραπονούμενη, δεν αλλοιώνει το ζήτημα, αφού αυτή εξέτασε την παραπονούμενη στις 14.9.09 μετά το επεισόδιο. Με βάση τα πιο πάνω, βρίσκω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα της 1ης κατηγορίας. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο έχει αποδειχθεί το αδίκημα της 2ης κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τη φύση του αδικήματος, το οποίο εμπίπτει σε αυτά που καλύπτονται από το στοιχείο της σεξουαλικής υφής, θα προχωρήσω σε αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Όχι ως θέμα νομοθετικής επιταγής αλλά πρακτικής. Είναι βέβαια γνωστό ότι η αναγκαιότητα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας δεν είναι απόλυτη. Το Δικαστήριο, νοουμένου ότι αποδέχεται τη μαρτυρία της παραπονούμενης σε σχέση με το συγκεκριμένο αδίκημα, μπορεί να ενεργήσει και να στηριχθεί μόνο σε αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι προειδοποιεί τον εαυτό του για τους κινδύνους που ελλοχεύουν να βασιστεί αποκλειστικά σε τέτοια μαρτυρία και να κριθεί η ενοχή του κατηγορούμενου χωρίς ενίσχυση της μαρτυρίας του παραπονούμενου προσώπου (βλ Θεοδώρου ν. Αστυνομίας
(1971)2 Α.Α.Δ. 245). Η προειδοποίηση αυτή, θα πρέπει να διατυπώνεται στην απόφαση χωρίς βέβαια να απαιτείται σταθερός τύπος φρασεολογίας. Η ενισχυτική μαρτυρία πρέπει να προέρχεται από άλλη πηγή, ανεξάρτητη από τον μάρτυρα, την μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να ενισχύσει. Εκτός από το ότι το αδίκημα διαπράχθηκε, θα πρέπει επίσης να τείνει να καταδείξει και ότι εκείνος που το διέπραξε είναι ο κατηγορούμενος. Πάντως, σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας, δεν είναι να προσθέσει εγκυρότητα και αξιοπιστία σε μαρτυρία ελλιπή, ύποπτη ή αναξιόπιστη (βλ. Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258). Η ενίσχυση δεν πρέπει να εξετάζεται ως επόμενο της αξιοπιστίας της παραπονούμενης αλλά ως να εμπεριέχεται σ' αυτήν κατά την εξέταση της υπόθεσης (βλ. Α. G. Hong Kong ν. Wong Munk Pink
(1987)A.C. 501 P.G. και Ρόπας ν. Δημοκρατίας (αρ.2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628). Όπως λέχθηκε στην Μουσταφά ν. Καυκαρή κ.α. Ποιν. Έφεση 10705 ημερ. 8.2.2002, είναι επιθυμητό η μαρτυρία να σχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, «προσέγγιση που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου». Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω την εισήγηση του κ. Κονναρή με την οποία κάλεσε το Δικαστήριο να μην αποδεχθεί ως άμεσο παράπονο, τα όσα η παραπονούμενη προέβαλε στον Μ.Κ.
  1. Το άρθρο 10 του Κεφ. 9 και σε σχέση με το άμεσο παράπονο, θέτει δύο προϋποθέσεις:
  2. Ότι το παράπονο έγινε στο πρώτο πρόσωπο στο οποίο ο παραπονούμενος μίλησε μετά τη διάπραξη του αδικήματος ή στο πρόσωπο στο οποίο ήταν φυσικό ότι θα παραπονιόταν σχετικά με το αδίκημα.
  3. Ότι το παράπονο έγινε αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Μια περαιτέρω προϋπόθεση που αναγνωρίζεται από τη νομολογία ως εξυπακουόμενη είναι ότι το παράπονο πρέπει να είναι αυθόρμητο. Αυτή εμπεριέχεται ως τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 10 υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει κάποιο «παράπονο» και όχι οποιαδήποτε άλλη αναφορά ως αποτέλεσμα συζήτησης, προτροπής ή κάτι άλλου. Το ζήτημα αυτό, είναι θέμα βαθμού και κρίσης του Δικαστηρίου πάνω στα γεγονότα (βλ. R. v. Hedjes, 3 Cr. App. R. 262). Η πρώτη προϋπόθεση, είναι ότι το παράπονο πρέπει να έχει γίνει «αμέσως μετά», πρέπει δηλαδή, να έχει γίνει στο πρώτο πρόσωπο που η παραπονούμενη μίλησε μετά την ισχυριζόμενη διάπραξη του αδικήματος. Μάλιστα, στην αγγλική νομολογία εξετάζεται κυρίως η αντίστοιχη και ενιαία γενική προϋπόθεση το παράπονο να γίνει στην πρώτη προσφερόμενη λογική ευκαιρία, που περιλαμβάνει την εξέταση των δύο προϋποθέσεων που διακρίνονται στο δικό μας άρθρο
  4. Η νομολογία δείχνει ότι παράπονα που εκμαιεύονται με την απειλή βίας (S. ν. T.
(1963)
(1)SA 484 (A)) ή σαν αποτέλεσμα ουσιαστικής αντεξέτασης (R. v. Adams and Ross [1965] Qd R 255) ή ακόμη και συνομιλίας (R. v. Merry
(1900)19 Cox C.C. 442) δεν μπορούν να θεωρηθούν αυθόρμητα. Από την άλλη, είναι επίσης καθαρό ότι το γεγονός και μόνο ότι το παράπονο επακολούθησε κάποια ερώτηση δεν είναι αναγκαστικά επαρκές για να το καταστήσει μη αυθόρμητο, όπως προκύπτει από την υπόθεση R. v. Freeman
(1980)V.R. 1, όπου το παράπονο έγινε μετά που η παραπονούμενη ρωτήθηκε μήπως είχε βιασθεί, λαμβανομένου υπόψη ότι είχε ήδη, όταν ρωτήθηκε, εκδηλώσει τη στεναχώρια της. Στην Κύπρο, το πρώτο παράπονο έχει αναγνωρισθεί ως ενισχυτική μαρτυρία σε αντίθεση με τα στην Αγγλία ισχύοντα. Αυτό εξηγείται βέβαια λόγω της διάφορης φύσης και εμβέλειας του πρώτου παραπόνου με βάση το άρθρο 10 του Κεφαλαίου 9 σε σχέση με την Αγγλική προσέγγιση, (βλ. για την δεκτότητα του πρώτου παραπόνου σαν ενισχυτική μαρτυρία τις υποθέσεις Sutton v. King 14 C.L.R. 160, Republic v. Votsis 19 C.L.R. 306, Hajilouca v. Republic
(1961)1 C.L.R. 57). Αντίθετα για τις αντιδράσεις της παραπονούμενης δεν ισχύει η ίδια αρχή, σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Καϊλης ν. Δημοκρατίας, 2004
(2)ΑΑΔ 251, στην οποία το Κακουργιοδικείο επικρίθηκε γιατί εξέλαβε τις αντιδράσεις της παραπονούμενης ως ενίσχυση. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Δημοκρατίας, 2003
(2)ΑΑΔ 1: «Η άμεση μάλιστα εκδήλωση παραπόνου θεωρείται τόσο σημαντική ώστε θεσμοθετημένη πρόνοια στον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9, άρθρο 10, να επιτρέπει, κατ΄ εξαίρεση του κανόνα της μη αποδοχής εξ ακοής μαρτυρίας, την κατάθεση στο Δικαστήριο του παραπόνου αυτού ως απόδειξη του καταγγελλόμενου γεγονότος ή και ενισχύσεως του.» Όπως τονίζεται στην αγγλική απόφαση R v. Wright
(1990)Cr. App. R. 92, ουσιώδες για την αποδοχή του παραπόνου δεν είναι αφ΄ εαυτού το γεγονός ότι έγινε παράπονο αλλά το περιεχόμενο του και η εμφάνιση συνοχής μεταξύ των λεπτομερειών του παραπόνου και της εκδοχής της παραπονούμενης. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, η παραπονούμενη αμέσως μετά την άσεμνη επίθεση που υπέστη από τον κατηγορούμενο, τηλεφώνησε αναστατωμένη στον Μ.Κ.3 με τον οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να διατηρεί ερωτικό δεσμό και του ζήτησε να μεταβεί κοντά της γιατί κάτι είχε συμβεί. Ήταν το πρώτο πρόσωπο που συνάντησε μετά το επεισόδιο και όταν συναντήθηκαν του περιέγραψε με λεπτομέρεια τι συνέβη και μαζί μετέβησαν στο σπίτι του, όπου πέρασαν μερικές ώρες μέχρι να αποφασίσουν να επισκεφθούν την αστυνομία. Κρίνεται ότι η αντίδραση και επιλογή της παραπονούμενης να τηλεφωνήσει στο φίλο της, αμέσως μετά τη λήξη του επεισοδίου να έλθει να την παραλάβει και να του πει τι είχε συμβεί, αντί να ανέβει πάνω στο σπίτι της και να ενημερώσει την μητέρα της που ήταν στο σπίτι και κοιμόταν, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι γεγονός που πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο στην μη αποδοχή των όσων ανέφερε στον Μ.Κ.3, ως άμεσου παραπόνου. Και αυτό γιατί η επιλογή του προσώπου στο οποίο μπορεί κάποιο πρόσωπο, η παραπονούμενη στη συγκεκριμένη περίπτωση, να επιλέξει να προβάλει το παράπονο του, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως π.χ. ο χαρακτήρας της παραπονούμενης, αλλά και οι σχέσεις που μπορεί να υπάρχουν μεταξύ των προσώπων για τα οποία γίνεται η επιλογή και ιδιαίτερα της παραπονούμενης και του προσώπου στο οποίο επιλέγει να προβάλει το παράπονο της. Η νομική φιλοσοφία που οδήγησε στην αναγνώριση του «πρώτου παραπόνου» σαν μαρτυρικού υλικού, εδράζεται στην αμεσότητα του με αναφορά στο αδίκημα και με τρόπο που να μην παρέχεται περιθώριο σκηνοθεσίας και να καταρρίπτεται το ενδεχόμενο της σκευωρίας. Κρίνεται λοιπόν ότι τα όσα η παραπονούμενη προέβαλε στον Μ.Κ.3, αποτελούν άμεσο παράπονο, αφού αυτός ήταν το πρώτο πρόσωπο που συνάντησε αμέσως μετά το επεισόδιο αλλά και πρόσωπο προς το οποίο ήταν φυσικό να απευθυνθεί, κάτι που η παραπονούμενη έπραξε αυθόρμητα, αμέσως μετά τη λήξη του επεισοδίου. Το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας προκύπτει από το άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα εξής: «Όποιος παράνομα και άσεμνα επιτίθεται εναντίον γυναίκας είναι ένοχος πλημμελήματος». Στην υπόθεση R. v. Court
(1988)2 All E. R. 221 λέχθηκε ότι η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε με πρόθεση στο θύμα, ότι η επίθεση ή οι περιστάσεις που την αποτελούν είναι δυνατόν να εκληφθούν από ορθόφρονα πρόσωπα ως άσεμνες και ότι ο κατηγορούμενος είχε την πρόθεση να διαπράξει την επίθεση με τον τρόπο που περιγράφηκε. Θα πρέπει κατ΄αρχή να αποδειχθεί η διάπραξη της επίθεσης αυτής καθ' εαυτής (βλ. D.P.P. v. Rogers
(1953)2 All E. R. 644). Θα πρέπει δηλαδή ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία εναντίον της παραπονούμενης είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση που είναι υπολογισμένη να προκαλέσει την αίσθηση της απειλής για χρήση βίας στο μυαλό του άλλου προσώπου διαφορετικά η επίθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. (βλ. Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, παρα. 19-166 μέχρι 19-167). Όσον αφορά το στοιχείο του άσεμνου, είναι γενικά μια πράξη που προσβάλλει τα αναγνωρισμένα επίπεδα σεμνότητας, ευπρέπειας και ήθους σε ένα τόπο. Η αντίληψη περί ηθικής μεταβάλλεται μέσα στο χρόνο και το άσεμνο κρίνεται από το φως των περιστάσεων, του τόπου και του χρόνου. Με βάση τη μαρτυρία της παραπονούμενης, αλλά και της υπόλοιπης μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο κρίνεται ότι και το αδίκημα της 2ης κατηγορίας έχει αποδειχθεί. Η παραπονούμενη, έπεσε θύμα άσεμνης επίθεσης από τον κατηγορούμενο τις πρώτες πρωινές ώρες της 14.9.2009, αφού αυτός χρησιμοποίησε βία εναντίον της, της επιτέθηκε και παρά τη συγκατάθεση της και ενώ εκείνη του αντιστεκόταν και φώναζε, αυτός την φίλησε στο λαιμό και στο στόμα, την έσπρωξε χάμω και έπεσε από πάνω της, αγγίζοντας με το χέρι του πάνω από το παντελόνι της στα γεννητικά της όργανα και στο στήθος της μέσα από τη φανέλα της. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι και το αδίκημα της 2ης κατηγορίας έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα βρίσκω τον κατηγορούμενο ένοχο τόσο στην 1η όσο και στην 2η κατηγορία. (Υπ.)................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Criminal/final Αναφορά: Άσεμνη επίθεση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.