← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ANDRIAN - IOAN VIRLAN κ.α., Αρ. Υπόθεσης 3068/10, 28.4.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ANDRIAN - IOAN VIRLAN κ.α., Αρ. Υπόθεσης 3068/10, 28.4.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B97 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 3068/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.

  1. ANDRIAN - IOAN VIRLAN
  2. ALEXANDRU NEAGU
  3. ANDREI IULIAN PADURE κατηγορούμενων ---------------------------------- Ημερομηνία: 28.4.2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αβρααμίδης Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες Για 2ο: κ. Νικολαϊδης Για 3ο: κα Αδάμου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο 2ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυχτός, κατά παράβαση των άρθρων 296(γ) και 20 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία) και μαζί με τον 3ο κατηγορούμενο, την κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας, κατά παράβαση των άρθρων 309 και 20 του Ποινικού Κώδικα (3η κατηγορία). Τις ίδιες κατηγορίες καθώς και την 1η κατηγορία, η οποία, επίσης, αφορά στο αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας αντιμετώπιζε και ο 1ος κατηγορούμενος. Επισημαίνεται ότι ο 1ος κατηγορούμενος, κατόπιν παραδοχής έχει βρεθεί ένοχος και στις τρεις κατηγορίες. Η υπόθεση αναφορικά με αυτόν, συμπληρώθηκε στις 6.4.2010 με την επιβολή ποινής. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της παρουσίασε ως μάρτυρες τους: αστυφύλακα 2532 Α. Παναγίδη (Μ.Κ.1), αρχιαστυφύλακα 2129 Κ. Γιωργούδη (Μ.Κ.2) και αρχιαστυφύλακα 2820 Σ. Σωκράτους (Μ.Κ.3). Οι κατηγορούμενοι αφού κλήθηκαν σε απολογία και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους κατάθεσαν ενόρκως. Ο 2ος κατηγορούμενος, προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρα τον Adrian Mitrea (Μ.Υ.1). Επισημαίνεται ακόμη, ότι, κατά τη δίκη κατατέθηκαν από κοινού και αρκετά παραδεκτά γεγονότα. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του Μ.Κ.1 (βλ. το τεκμήριο 7), το οποίο υιοθετήθηκε από το μάρτυρα για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Ειδικότερα: Ο μάρτυρας, που στον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού, στις 30.1.2010 και περί ώρα 02:30 βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία για πρόληψη διαρρήξεων και κλοπών, στην περιοχή Άγιος Νικόλαος στη Λεμεσό, μαζί με το συνάδελφό του, αστυφύλακα
  4. Ενώ κατευθύνονταν στην οδό Ομήρου, με νότια κατεύθυνση, αντιλήφθηκαν δύο πρόσωπα να περπατούν κατά μήκος της εν λόγω οδού, από την αντίθετη κατεύθυνση και να κοιτάζουν επίμονα και ύποπτα τις κατοικίες. Επειδή τα εν λόγω πρόσωπα θεωρήθηκαν ύποπτα από το μάρτυρα, με τη βοήθεια και του συνάδελφού του τα ανέκοψε για έλεγχο. Κατά το σχετικό έλεγχο προέκυψε ότι επρόκειτο για τους 1ο και 2ο κατηγορούμενους από τη Ρουμανία. Κατά τη σωματική έρευνα που ακολούθησε, ο μάρτυρας εντόπισε στην κατοχή του 1ου κατηγορούμενου, ένα ζευγάρι πλαστικά γάντια κουζίνας, ροζ χρώματος, δύο σουγιάδες καθώς και μια άδεια τσάντα τύπου handbag που έφερε στον ώμο του ο 1ος κατηγορούμενος. Ακολούθως και οι δύο κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στα γραφεία του Τ.Α.Ε., όπου ανακρινόμενοι προφορικά, δεν έδωσαν σαφείς εξηγήσεις ούτε για την παρουσία τους στο σημείο ανακοπής τους ούτε για την κατοχή των παραπάνω αντικειμένων. Και οι δύο ισχυρίστηκαν ότι βρίσκονταν σε καφεστιατόριο στην περιοχή όπου ανακόπηκαν και ότι μετέβαιναν στο σπίτι τους. Αναφορικά με τα γάντια ισχυρίστηκαν ότι τα χρησιμοποιούν στις οικοδομές όπου εργάζονται. Στη συνέχεια και οι δύο έδωσαν γραπτή συγκατάθεση για να γίνει έρευνα στην οικία όπου διέμεναν. Ο 1ος κατηγορούμενος, αρχικά υπέδειξε ως κατοικία τους διαμέρισμα στην περιοχή Γερμασόγειας, στο οποίο διαπιστώθηκε ότι δε διέμεναν οι κατηγορούμενοι, αλλά, άλλα πρόσωπα, ομοεθνείς τους. Ακολούθως υπέδειξαν ως χώρο διαμονής τους, κατοικία που βρίσκεται στη γωνία των οδών Αριστείδου και Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στην περιοχή Άγιος Νικόλαος. Κατά την είσοδο του ο Μ.Κ.1 σ' αυτή βρήκε τους 3ο κατηγορούμενο και Adrian Mitrea (Μ.Υ.1), επίσης από τη Ρουμανία, να κοιμούνται. Μεταξύ των ωρών 03:15 και 04:00, ο Μ.Κ.1, με τη βοήθεια ακόμη τεσσάρων συναδέλφων του διενήργησε έρευνα στην υπό αναφορά κατοικία. Κατά την έρευνα, η οποία έγινε στην παρουσία των τριών κατηγορούμενων και του Μ.Υ.1, ο μάρτυρας εντόπισε τα ακόλουθα αντικείμενα:
  5. Μια φωτογραφική μηχανή μάρκας Benq DCE30, χρώματος ασημί, S.N.0269Ε
  6. Μια φωτογραφική μηχανή μάρκας hp Photosmart M525, S.N.698630 MP.
  7. Ένα οικοδομικό μίξερ μάρκας Flex R500FR, χρώματος κόκκινου.
  8. Ένα σπαθί (διακοσμητικό) Samurai, χρώματος μαύρου με χρυσό.
  9. Ένα μεγάφωνο μάρκας Bose, χρώματος άσπρου S.N.043092980080111 AE με τη θήκη και το φορτιστή του.
  10. Ένα διακοσμητικό βιολί καφέ, μέσα στη μαύρη θήκη του.
  11. Μια γυναικεία τσάντα, χρώματος μαύρου βελούδο με αλυσίδα.
  12. Ένα ραδιοσιντί αυτοκινήτου μάρκας AIWA, model: CDC-R504MP.
  13. Ένα ραδιοσιντί αυτοκινήτου μάρκας PIONEER, S.N.HATM048802EW.
  14. Ένα ηλεκτρονικό τραπανάκι μάρκας BLACK & DECKER.
  15. Mια φωτογραφική μηχανή μάρκας SONY, χρώματος ασημί, Model DSC-P
  16. Ποσότητα χαλκού, βάρους 7kg.
  17. Μια τηλεόραση LCD μάρκας AEG CTV
  18. Ένα JIGSAW MIQ-50, Κινέζικης προέλευσης.
  19. Μια τρέμουλα άγνωστης μάρκας, Κινέζικης προέλευσης.
  20. Μια τρέμουλα μάρκας BOSCH, Μοντέλο PSS-
  21. Ένα JIGSAW BLACK & DECKER, Μοντέλο ΚS
  22. Ένα Turbo Timer. Είναι η θέση του Μ.Κ.1 - σύμφωνα πάντοτε με τη γραπτή του κατάθεση - ότι κανένας από τους προαναφερόμενους έδωσε ικανοποιητικές εξηγήσεις για την προέλευση των παραπάνω αντικειμένων - σε σχέση με τα οποία οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν την 3η κατηγορία -. Ο 2ος κατηγορούμενος, που κι αυτός υιοθέτησε το περιεχόμενο των δύο ανακριτικών καταθέσεών του στην Αστυνομία (βλ. τα τεκμήρια 13 - η πρώτη, ημερομηνίας 30.1.2010 - και 20Α - η δεύτερη, ημερομηνίας 3.2.2010 -) ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, με την πρώτη (τεκμήριο 13) ισχυρίζεται και τα εξής, μεταξύ άλλων: Ειδικότερα: Κατάγεται από τη Ρουμανία και ήρθε στην Κύπρο στις 8 Αυγούστου, 2009, μαζί με τους συμπατριώτες του, 3ο κατηγορούμενο και Μ.Υ.
  23. Τον τελευταίο μήνα διαμένουν σε κατοικία που βρίσκεται στις οδούς Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και Αριστείδου, Άγιος Νικόλαος, Λεμεσός. Ο ίδιος εργάζεται σε εταιρεία που κατασκευάζει δρόμους. Και ο 3ος κατηγορούμενος εργάζεται όμως δε γνωρίζει πού, ενώ, ο Μ.Υ.1 εργάζεται σε πλυντήριο αυτοκινήτων. Τις τελευταίες 2 - 3 μέρες διαμένει μαζί τους και ο 1ος κατηγορούμενος, αλλά, ο ίδιος, δεν ξέρει αν εργάζεται και τι κάνει. Στις 29.1.2010 το βράδυ, μεταξύ 10 και 11 η ώρα, μαζί με τον 1ο κατηγορούμενο πήγαν σ' ένα μπαράκι που βρίσκεται κοντά στο σπίτι του. Δε θυμάται τ' όνομά του. Αφού έμειναν για κάμποση ώρα εκεί και ήπιαν μπύρες επέστρεψαν στο σπίτι. Εκεί φόρεσε και άλλα ρούχα επειδή κρύωνε. Ακολούθως, μαζί με τον 1ο κατηγορούμενο αναχώρησαν από το σπίτι για να πάνε ξανά στο μπαράκι. Ο 1ος κατηγορούμενος πήρε μαζί του ένα τσαντάκι μαύρο και το έβαλε στους ώμους του, χωρίς ο ίδιος να δει τι είχε μέσα. Έφυγαν από το σπίτι περπατητοί και πήγαν σ' ένα περίπτερο όπου αγόρασαν πίσσες. Μετά, καθώς περπατούσαν ήρθαν οι αστυνομικοί και τους έλεγξαν οι οποίοι βρήκαν μέσα στην τσάντα του 1ου κατηγορούμενου τα γάντια και άλλα δύο μεταλλικά εργαλεία. Στην Αστυνομία, οι αστυνομικοί ήθελαν να δουν το σπίτι τους και ο 1ος κατηγορούμενος τους είπε ψέματα, οπότε πήγαν σε κάτι διαμερίσματα στο "Tatiana". Στη συνέχεια, τους πήρε ο ίδιος στο πραγματικό τους σπίτι, όπου βρήκαν κάμποσες ηλεκτρικές συσκευές και άλλα πράγματα. Ισχυρίζεται ο 2ος κατηγορούμενος, ότι, από το σύνολο των ανευρεθέντων κατά την αστυνομική έρευνα, στον ίδιο ανήκει μόνο η φωτογραφική μηχανή μάρκας Benq, την οποία έφερε από τη Ρουμανία και ότι σ' αυτή υπάρχει φωτογραφία της οικογένειάς του στη Ρουμανία. Περαιτέρω αναφέρει και σε ποιον ανήκουν σχεδόν όλα τα υπόλοιπα αντικείμενα. Ο 3ος κατηγορούμενος, που κι αυτός υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 10), ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, με αυτή ισχυρίζεται και τα εξής: Κατάγεται από τη Ρουμανία και ήρθε στην Κύπρο πριν από δύο χρόνια περίπου για να εργαστεί. Εδώ και μια βδομάδα εργάζεται ως μπογιατζής σε κάποιο Κύπριο, ονόματι Γιώργος. Διαμένει στη διεύθυνση γωνία Αριστείδου και Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, μαζί με τους 1ο και 3ο κατηγορούμενους και το Μ.Υ.1, όλοι από τη Ρουμανία. Πρόκειται για ένα μικρό σπίτι με δύο δωμάτια και στο ένα μένει ο ίδιος μαζί με τον 1ο κατηγορούμενο. Ο 1ος κατηγορούμενος μένει στο συγκεκριμένο σπίτι περίπου ένα μήνα. Όταν ήρθε για να μείνει μαζί τους, απ' ότι θυμάται έφερε μαζί του μια τηλεόραση μεγάλη, μάρκας Samsung LCD, ένα σπαθί σουβενίρ, ένα κομπιούτερ laptop και τα ρούχα του. Ο 1ος κατηγορούμενος τώρα δε δουλεύει αλλά παλαιότερα εργαζόταν ως οικοδόμος. Στις 29.1.2010, μαζί με τους 1ο κατηγορούμενο και ακόμη ένα φίλο τους από τη Ρουμανία πήγαν για καφέ στο McDonalds της τουριστικής. Κατά τα μεσάνυχτα, ο ίδιος επέστρεψε στο σπίτι και κοιμήθηκε. Δεν ξέρει τι θα έκαμναν οι άλλοι δύο που ήταν μαζί του. Ενώ κοιμόταν ήρθε στο σπίτι η Αστυνομία μαζί με τους 1ο και 2ο κατηγορούμενους. Οι αστυνομικοί έκαμαν έρευνα στην παρουσία τους και βρήκαν κάποια αντικείμενα. Ο 3ος κατηγορούμενος, στη συνέχεια αναφέρει ποια από τα ανευρεθέντα είναι δικά του και πού τα βρήκε ενώ, για τα υπόλοιπα ισχυρίζεται ότι ανήκουν στους συγκάτοικούς του, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει πού τα βρήκαν. Ότι όλα τα αναφερόμενα υπό 1 μέχρι 18 αντικείμενα (ανωτέρω) ανευρέθηκαν στο πλαίσιο της αστυνομικής έρευνας που έγινε στην οικία των τριών κατηγορούμενων καθώς και του Μ.Υ.1, στις 30.1.2010 αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός, ότι, η έρευνα έγινε στην παρουσία των τριών κατηγορούμενων καθώς και του Μ.Υ.
  24. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες καθώς και τους δύο κατηγορούμενους, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 και Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ.149, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης των κατηγορούμενων (ανακριτικών του 2ου κατηγορούμενου) λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη τους, επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Τέλος, παραπέμπω και στο ακόλουθο απόσπασμα, από τη Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225, σε σχέση με τις προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις: «Στην Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (πιο πάνω) σελ. 651 λέχθηκαν τα εξής: «Το Δικαστήριο είναι ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις, καθώς και οι προεκτάσεις τους συνιστούν γεγονότα που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Δεν εξουδετερώνουν, όμως, τη μαρτυρία του, ως το αντικείμενο αξιολόγησης (από το δικαστήριο) παραδεκτής, κατά το δίκαιο της αποδείξεως, μαρτυρίας. Το ακόλουθο απόσπασμα από τη Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω), αντανακλά τη σωστή προσέγγιση: .......» Στην Τεβλετιάν κ.ά. ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) σελ. 520 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ως προς το ζήτημα προηγούμενων αντιφατικών καταθέσεων ενός μάρτυρα και το κατά πόσο τέτοιες καταθέσεις καθιστούν τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, εκ προοιμίου, αναξιόπιστη, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, στην οποία το προαναφερόμενο ερώτημα απαντήθηκε αρνητικά. Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στην υπόθεση Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510 όπου παρατηρήθηκε πως τα κριτήρια για την αποτίμηση αντιφάσεων σχετίζονται άμεσα με τους διαφαινόμενους λόγους που οδηγούν στην προβολή διϊστάμενων θέσεων και με την ετοιμότητα του μάρτυρα να καταφύγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες, προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος. Το τελικό κριτήριο είναι η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια......» Βλ. και την Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του αστυφύλακα 2532 Α. Παναγίδη (Μ.Κ.1) δεν είναι ιδιαίτερα θετική. Ο μάρτυρας υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, κατά το στάδιο της αντεξέτασης αναίρεσε αρκετούς από τους ισχυρισμούς του, οι οποίοι περιέχονται στη γραπτή του κατάθεση (το περιεχόμενο της οποίας, για να επαναλάβω, υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης), ενώ υπήρξαν περιπτώσεις που δήλωνε πως δε θυμόταν, μολονότι του υποβάλλονταν από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των κατηγορούμενων, ερωτήσεις σε σχέση με ισχυρισμούς του που προβλήθηκαν από αυτόν στην κυρίως εξέταση. Δυστυχώς υπήρξε και μια τουλάχιστον περίπτωση όπου ο μάρτυρας προφανώς ψευδόταν, ενώ είναι φανερό, ότι, για λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια, δεν επιτέλεσε με πλήρη επάρκεια τα καθήκοντά του στον ουσιώδη χρόνο. Φυσικά, επειδή η μαρτυρία του, κατά κύριο λόγο αντιπαραβάλλεται με τη μαρτυρία των κατηγορούμενων και σε σημαντικό βαθμό, διάφορα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε ο μάρτυρας, είτε δεν αμφισβητούνται από τους κατηγορούμενους είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών είμαι διατεθειμένος να δεχθώ σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του και συγκεκριμένα, εκείνο που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας. Αυτονόητο πως, κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του υπό αναφορά μάρτυρα απορρίπτεται. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται ο μάρτυρας στη γραπτή του κατάθεση, ότι, κατά τη σωματική έρευνα που ακολούθησε - της ανακοπής των κατηγορούμενων 1 και 2 στην οδό Ομήρου - εντόπισε στην κατοχή του 1ου κατηγορούμενου ένα ζευγάρι γάντια πλαστικά της κουζίνας, δύο σουγιάδες καθώς και μια τσάντα τύπου handbag που έφερε στον ώμο του. Ωστόσο, απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου συναφώς με τον ισχυρισμό του αυτό, προέκυψε ότι τα γάντια και τους σουγιάδες, ο 1ος κατηγορούμενος τα είχε μέσα στην τσάντα, η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να εντοπίστηκε κατόπιν έρευνας, αφού, ο 1ος κατηγορούμενος την είχε στον ώμο, επομένως ήταν εμφανής. Στη γραπτή του κατάθεση και πάλιν, ισχυρίζεται ο μάρτυρας, ότι, μετά τον εντοπισμό των παραπάνω αντικειμένων, οι δύο κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στα γραφεία του Τ.Α.Ε. για ανάκριση, όπου ανακρινόμενοι προφορικά, δεν έδωσαν σαφείς εξηγήσεις, ούτε για την παρουσία τους στο σημείο ανακοπής ούτε για την κατοχή των προαναφερόμενων αντικειμένων, ισχυριζόμενοι ότι βρίσκονταν σε καφεστιατόριο στην περιοχή όπου ανακόπηκαν και ότι μετέβαιναν στο σπίτι τους. Αναφορικά με τα γάντια ισχυρίστηκαν ότι τα χρησιμοποιούν στις οικοδομές όπου εργάζονται. Αντεξεταζόμενος, ωστόσο και πάλιν από τον κ. Νικολαϊδη ανάφερε και τα εξής: Ο 2ος κατηγορούμενος δεν είχε καμιά σχέση με τα αντικείμενα της τσάντας που κρατούσε ο 1ος, όμως ήταν μαζί του. Δε θυμάται τι εξήγηση έδωσαν για την παρουσία τους στο σημείο της ανακοπής, όμως το αναφέρουν οι ίδιοι καθαρά στην κατάθεσή τους. Με όλο το σεβασμό προς το μάρτυρα, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι αυτό που αναφέρουν οι κατηγορούμενοι στη γραπτή τους κατάθεση είναι κατ' ανάγκη το ίδιο με αυτό που ανάφεραν ανακρινόμενοι προφορικά, το οποίο, καθ' ομολογία του δε θυμάται. Ούτε και μπορεί να ισχυρίζεται ότι οι κατηγορούμενοι δεν έδωσαν σαφείς εξηγήσεις για την παρουσία τους στο σημείο της ανακοπής και να απαντά καταφατικά στην υποβολή, ότι ο 2ος κατηγορούμενος έδωσε σαφέστατες και λογικές εξηγήσεις για την παρουσία του στο συγκεκριμένο σημείο. Συμφώνησε ακόμη, ότι σε σχέση με την κατοχή των αντικειμένων που βρέθηκαν στην κατοχή του 1ου κατηγορούμενου, ο 2ος κατηγορούμενος, πιθανόν να μην έδωσε σαφή εξήγηση, επειδή πιθανόν και να μη γνώριζε τι περιείχε η τσάντα. Άξιος αναφοράς είναι ο ισχυρισμός του, ότι δε διερευνήθηκε ο ισχυρισμός του 2ου κατηγορούμενου, ότι ήταν στο καφεστιατόριο, κάτι που αποδεικνύει πόσο πλημμελώς άσκησε τα καθήκοντά του στον ουσιώδη χρόνο, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη ποιες θα ήταν οι επιπτώσεις για την αξιοπιστία του 2ου κατηγορούμενου, σε περίπτωση που διερευνάτο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του και προέκυπτε ότι δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Φυσικά, λέγοντας αυτά, δε σημαίνει ότι αποδέχομαι τον ισχυρισμό του 2ου κατηγορούμενου επί του προκειμένου. Σε σχέση με αυτόν, θα επανέλθω και θα αποφασίσω κατά πόσο ανταποκρίνεται ή όχι στην πραγματικότητα, στο πλαίσιο αξιολόγησης της δικής του μαρτυρίας. Ακόμη ένας ισχυρισμός του μάρτυρα, από τη γραπτή του κατάθεση, τον οποίο ανάτρεψε αντεξεταζόμενος, αφορά στο ποιος από τους δύο κατηγορούμενους είπε ψέματα σε σχέση με την κατοικία όπου διέμεναν. Στη γραπτή του κατάθεση ισχυρίζεται ότι είπαν ψέματα και οι δύο. Αντεξεταζόμενος, όμως, συμφώνησε με το δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου ότι ο 1ος κατηγορούμενος είπε ψέματα επί του προκειμένου. Η ευκολία με την οποία ο μάρτυρας μετακινείτο από τη μια θέση στην άλλη είναι εντυπωσιακή για αστυνομικό μάρτυρα, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι αυτό συνέβη αρκετές φορές και μάλιστα, σε σχέση με ενέργειες στις οποίες προέβη ο ίδιος, καθηκόντως, οπότε, στοιχειώδης αίσθηση της ευθύνης του για εκτέλεση των καθηκόντων του και για εκπλήρωση της αποστολής του απαιτούσε μεγαλύτερη σοβαρότητα, αλλά και υπευθυνότητα, τουλάχιστον, έναντι του Δικαστηρίου. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να δηλώνει πως δεν μπορεί να αναφέρει πού ακριβώς εντόπισε τα διάφορα αντικείμενα κατά την έρευνα που έκανε στην κατοικία των κατηγορούμενων, είτε ακόμη, πως δε θυμάται πού κοιμόταν ο 2ος κατηγορούμενος και ευθύς αμέσως, να δέχεται την υποβολή, ότι μόνο μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή βρήκε στο δωμάτιο του 2ου κατηγορούμενου. Ούτε και αντιλαμβάνομαι επί τη βάσει ποιας λογικής συμφώνησε με το δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου, ότι αυτός δεν είχε σχέση με τα διάφορα αντικείμενα που εντοπίστηκαν κατά την έρευνα, πλην της ψηφιακής φωτογραφικής μηχανής. Σε σχέση με όσα ανάφερε ο μάρτυρας, αναφορικά με την προέλευση της φωτογραφικής μηχανής που ο 2ος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι έφερε από τη Ρουμανία, μολονότι και πάλι θεωρώ ότι ο μάρτυρας ούτε ιδιαίτερα πειστικός ήταν μα ούτε και επιτέλεσε ορθά το έργο διερεύνησης του συγκεκριμένου ισχυρισμού του κατηγορούμενου, εντούτοις, αποδίδω μεγαλύτερη σημασία, σε όσα ανάφεραν επί του προκειμένου, τόσο ο 2ος κατηγορούμενος όσο και ο Μ.Υ.1, αφού, από αυτά είναι που θα διακριβωθεί το βάσιμο ή μη του συγκεκριμένου ισχυρισμού του 2ου κατηγορούμενου και όχι από το πόσο επαρκώς ή ανεπαρκώς άσκησε τα καθήκοντά του για σκοπούς διερεύνησης του εν λόγω ισχυρισμού ο μάρτυρας. Και τι να πω για την ομολογία του, ότι ουδέποτε συζήτησε με τον 3ο κατηγορούμενο, σε σχέση με τα ανευρεθέντα κατά την έρευνα που έκανε αντικείμενα και συγκεκριμένα, όπως ήταν η ερώτηση που του υποβλήθηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο του συγκεκριμένου κατηγορούμενου «..ποια ήταν δικά του ποια ήταν στην κατοχή του και ποια όχι», ομολογία που συγκρούεται με τον ισχυρισμό του στη γραπτή του κατάθεση, ότι, για όλα τα ανευρεθέντα δεν έδωσε κανένας - άρα και ο 3ος κατηγορούμενος - ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς την προέλευσή τους. Και ενώ είναι φανερό, ότι δεν μπορεί ο μάρτυρας να ισχυρίζεται τουλάχιστον για τον 3ο κατηγορούμενο, πως δεν έδωσε ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς την προέλευση των διάφορων αντικειμένων που βρέθηκαν κατά τη διάρκεια της επίδικης έρευνας, με δεδομένη την ομολογία του, ότι ουδέποτε συζήτησε μαζί του, συναφώς με αυτά θεωρώ εκπληκτική την απάντησή του στην υποβολή της κας Αδάμου, πως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός του περί μη ικανοποιητικών εξηγήσεων. «Δε μου απέδειξε τη νόμιμη κατοχή αυτών των αντικειμένων» ήταν η απάντηση του. Τώρα πώς ανάμενε να του αποδείξει τη νόμιμη κατοχή των αντικειμένων ο κατηγορούμενος, χωρίς καν ο ίδιος να επιδιώξει κάτι τέτοιο είναι απορίας άξιο. Η μόνη συζήτηση που έγινε το επίδικο βράδυ μεταξύ μάρτυρα και 3ου κατηγορούμενου, καθ' ομολογία του πρώτου, ήταν σε σχέση με τα προσωπικά στοιχεία του δεύτερου και για το λόγο που βρίσκεται στην Κύπρο. Δε νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ, μολονότι θα μπορούσα να το κάνω, προκειμένου να αιτιολογήσω την κρίση μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του Μ.Κ.1 και να εξηγήσω γιατί περιορισμένο ρόλο θα διαδραματίσει η μαρτυρία του στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης των δύο κατηγορούμενων. Η μαρτυρία του Μ.Κ.2, αρχιαστυφύλακα 2129 Κ. Γιωργούδη, βασικά παρέμεινε αναντίλεκτη. Κατά συνέπεια γίνεται αποδεκτή. Για τις ενέργειές του στον ουσιώδη χρόνο παραπέμπω στο περιεχόμενο της κατάθεσής του (βλ. το τεκμήριο 9) που κι αυτός υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Για τον ίδιο λόγο δέχομαι και τη μαρτυρία του αρχιαστυφύλακα 2820 Σ. Σωκράτους (Μ.Κ.3). Για τις δικές του ενέργειες και πάλιν παραπέμπω στο περιεχόμενο της κατάθεσής του στην Αστυνομία (βλ. το τεκμήριο 12) που κι αυτός υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία των κατηγορούμενων καθώς και του Μ.Υ.1 είναι αρνητική και τούτο, παρά την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του βασικού μάρτυρα κατηγορίας (Μ.Κ.1). Όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, οι σχετικές διαπιστώσεις μου για το Μ.Κ.1 ούτε οδηγούν αφ' εαυτών σε αποδοχή της μαρτυρίας των δύο κατηγορουμένων καθώς και του Μ.Υ.1 μα ούτε και αποτελούν πρόκριμα τελικής κρίσης, για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης των κατηγορούμενων, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη και η φύση των επίδικων κατηγοριών. Και οι δύο κατηγορούμενοι υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις, προέβαλαν ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, ήρθαν σε σύγκρουση, τόσο μεταξύ τους όσο και με το δικηγόρο τους, αφού υπήρξαν περιπτώσεις που άλλα έλεγαν οι ίδιοι και άλλα υποβάλλονταν στο Μ.Κ.1, ενώ, ο 2ος κατηγορούμενος είναι φανερό ότι επιστράτευσε και το Μ.Υ.1, ο οποίος, με διάφορες αναλήθειες επιχείρησε να τεκμηριώσει και ενισχύσει την εκδοχή του πρώτου, ως προς την προέλευση της φωτογραφικής μηχανής που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι ήταν στην κατοχή του στον ουσιώδη χρόνο· δηλαδή, της ανεύρεσής της από το Μ.Κ.1, κατά τη διάρκεια της αστυνομικής έρευνας στην κατοικία όπου διέμεναν οι τρεις κατηγορούμενοι καθώς και ο Μ.Υ.1. Σ' αυτά τα πλαίσια, ο Μ.Υ.1, με όσα ανάφερε ήρθε σε σύγκρουση με το 2ο κατηγορούμενο. Ειδικότερα: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί και οι δύο κατηγορούμενοι υιοθέτησαν το περιεχόμενο της ανακριτικής τους κατάθεσης - δύο καταθέσεις ο 2ος κατηγορούμενος - για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της (τεκμήρια 13 και 20Α οι δυο καταθέσεις του 2ου κατηγορούμενου και τεκμήριο 10 η κατάθεση του 3ου κατηγορούμενου). Με δεδομένο ότι και οι δύο κατέστησαν το περιεχόμενο των εν λόγω ανακριτικών καταθέσεων ένορκη μαρτυρία, οτιδήποτε αναφέρεται σ' αυτές μπορεί να αποτελέσει αποδεκτή μαρτυρία εναντίον συγκατηγορούμενου. Βλέπε σχετικά, το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια Πρακτική Προσέγγιση)»
(1994)σελ.334 και
  1. Αρχίζω με μια σοβαρή αντίφαση που εντοπίζω ανάμεσα στην πρώτη ανακριτική κατάθεση του 2ου κατηγορούμενου (τεκμήριο 13) και την ανακριτική κατάθεση του 3ου κατηγορούμενου (τεκμήριο 10) και οι δύο, ημερομηνίας 30.1.
  2. Ο πρώτος ισχυρίζεται ότι ο 1ος κατηγορούμενος μένει μαζί τους (δηλαδή, με τον ίδιο, τον 3ο κατηγορούμενο και το Μ.Υ.1) τις τελευταίες δύο - τρεις μέρες. Ο δεύτερος ισχυρίζεται ότι ο 1ος κατηγορούμενος μένει μαζί τους στο ίδιο σπίτι εδώ και ένα περίπου μήνα. Όσα ακολουθούν άπτονται της κρίσης μου αναφορικά με την αξιοπιστία του 2ου κατηγορούμενου: Ερωτηθείς από το δικηγόρο του τι έχει να πει για τα διάφορα αντικείμενα που βρήκε η Αστυνομία στο διαμέρισμα όπου διέμενε με τους άλλους δύο κατηγορούμενους ισχυρίστηκε πως δε γνωρίζει τίποτε γι' αυτά. Καθώς έχει αναφέρει «δεν ήταν μέσα στο δωμάτιό μου, το δεύτερο, δεν ήξερα και από πού προέρχονταν». Απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, ήταν μέσα στο δωμάτιο του 1ου κατηγορούμενου ανάφερε (εννοείται τα επίδικα αντικείμενα). Παρόλα αυτά, στη γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο 13) αναφέρεται λεπτομερώς σ' αυτά και μάλιστα, σχεδόν για όλα αναφέρει σε ποιον ανήκουν ενώ για αρκετά από αυτά αναφέρει και από πού προέρχονται. Εκεί όπου είναι πλήρως εκτεθειμένος είναι σε σχέση με τον ισχυρισμό του, ότι, η μια από τις τρεις φωτογραφικές μηχανές που βρήκε η Αστυνομία στην οικία του κατά την επίδικη έρευνα (βλ. τη φωτογραφική που υποδεικνύεται με βελάκι στη φωτογραφία αρ. 2 του τεκμηρίου 5 - δέσμη φωτογραφιών αποτελούμενη από 5 φωτογραφίες -) είναι δική του και την έφερε από τη Ρουμανία. Το πόσο αντιφατικός υπήρξε σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό, θα διαφανεί αμέσως. Στην ανακριτική του κατάθεση ισχυρίζεται ότι η φωτογραφική Benq είναι δική του και την έφερε από τη Ρουμανία. Περαιτέρω, ότι σ' αυτή υπάρχει φωτογραφία της οικογένειάς του. Περί το τέλος της ανακριτικής του κατάθεσης επαναλαμβάνει τον ίδιο ισχυρισμό, με μόνη διαφορά, ότι τώρα αναφέρεται σε φωτογραφίες - και όχι σε φωτογραφία - της οικογένειάς του. Απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις του δικηγόρου του ανάφερε και τα εξής, μεταξύ άλλων, σε σχέση πάντοτε με τη συγκεκριμένη φωτογραφική: Ο ίδιος δεν τη χρησιμοποίησε ποτέ στην Κύπρο, άλλα πρόσωπα ναι. Την αγόρασε από τη Ρουμανία από ένα φίλο του. Με τη φωτογραφική αυτή, στη Ρουμανία, φωτογράφισε την οικογένειά του. Στη φωτογραφία (τεκμήριο 21) είναι το παιδί του με την προηγούμενή του γυναίκα. Την πήρε - δηλαδή την τράβηξε - στη Ρουμανία ο φίλος του που του έφερε και τη φωτογραφική από τη Ρουμανία. Ερώτημα πρώτο: Τελικά ποιος έφερε τη φωτογραφική στη Κύπρο, ο ίδιος ή ο φίλος του; Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Ερώτημα δεύτερο: Ποιος πήρε τη φωτογραφία (τεκμήριο 21), ο φίλος του (Μ.Υ.1) ή τραβήχτηκε σε μαγαζί που κάνουν φωτογραφίες, όπως ανάφερε στη συνέχεια, πάντοτε στην κυρίως εξέταση; Και σε τέτοια περίπτωση, τι νόημα είχε η προσπάθεια που κατέβαλε ο δικηγόρος του στο στάδιο αντεξέτασης του Μ.Κ.1, προκειμένου να εκθέσει το μάρτυρα, ότι δεν έλεγξε την επίδικη φωτογραφική μηχανή, όπως του είχε ζητήσει ο κατηγορούμενος, κάτι που αν έκανε θα έβρισκε μέσα στη μηχανή, σε ηλεκτρονική μορφή τη φωτογραφία (τεκμήριο 21); Τρίτο ερώτημα: Από πού αγόρασε τη φωτογραφική μηχανή, από ένα φίλο του, όπως ισχυρίστηκε στην κυρίως εξέταση ή από κατάστημα, όπως ανάφερε αντεξεταζόμενος; Για ό,τι ανάφερε ο φίλος του (Μ.Υ.1) για το ίδιο θέμα θα αναφερθώ στο πλαίσιο αξιολόγησης της δικής του μαρτυρίας. Προχωρώ τώρα σε όσα ισχυρίστηκε, συναφώς με την ανακοπή του καθώς και του 1ου κατηγορούμενου από το Μ.Κ.1, στην οδό Ομήρου. Αρχίζω με μια βασική διαπίστωση. Ανεξάρτητα από την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του Μ.Κ.1, αλλά και παρά την πιεστική αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε ο συγκεκριμένος μάρτυρας από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου, ο ισχυρισμός του, ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος καθώς και ο 1ος κατηγορούμενος, περί η ώρα 02:30 της 30ης.1.2010 περπατούσαν κατά μήκος της οδού Ομήρου και κοίταζαν επίμονα τις κατοικίες παρέμεινε αναντίλεκτος. Ό,τι αμφισβητήθηκε από τον κ. Νικολαΐδη είναι ο χαρακτηρισμός της συμπεριφοράς των δύο κατηγορούμενων από το μάρτυρα, ως ύποπτης. Ισχυρίζεται ο 2ος κατηγορούμενος στη γραπτή του κατάθεση, ότι, στον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν με τον 1ο κατηγορούμενο σ' ένα μπαράκι και ότι κατά το χρόνο της ανακοπής τους από το Μ.Κ.1 επέστρεφαν σ' αυτό. Διερωτώμαι πώς μπορώ να του πιστέψω, όταν, αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι με τον 1ο κατηγορούμενο ήταν σ' ένα καφέ - χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι ο ευπαίδευτος δικηγόρος του υπόβαλε στο Μ.Κ.1 ότι βρισκόταν σε εστιατόριο, ενώ, προηγουμένως, κατά κάποιο τρόπο τον έψεξε κιόλας, επειδή δε διερευνήθηκε ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι ήταν σε καφεστιατόριο, που αποτελεί τέταρτη εκδοχή, - γεγονός το οποίο, αν αποδεικνύει κάτι είναι ότι ο 2ος κατηγορούμενος δε βρισκόταν ούτε σε μπαράκι, ούτε σε καφέ, ούτε σε εστιατόριο μα ούτε σε καφεστιατόριο μαζί με τον 1ο κατηγορούμενο, προτού ανακοπούν για έλεγχο από το Μ.Κ.
  3. Ούτε και μπορεί ο ευπαίδευτος δικηγόρος του να μέμφεται το Μ.Κ.1, ότι δε διερεύνησε τον ισχυρισμό του, ότι βρισκόταν σε καφεστιατόριο, επειδή, για να επαναλάβω, ο 2ος κατηγορούμενος, στη γραπτή του κατάθεση, πρώτο, σε δύο περιπτώσεις αναφέρεται σε μπαράκι και δεύτερο ισχυρίζεται πως δε θυμάται το όνομά του. Ούτε και μου φαίνεται λογικό το να ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι το μπαράκι βρίσκεται κοντά στο σπίτι του, αλλά να μη θυμάται το όνομά του. Ισχυρίζεται ακόμη ο κατηγορούμενος, ότι δεν ήξερε τι είχε μέσα στην τσάντα ο 1ος κατηγορούμενος. Ερώτημα: Αφού ο λόγος που έφυγαν από το μπαράκι και πήγαν στο σπίτι, βασικά ήταν επειδή κρύωσε, οπότε, αφού φόρεσε και άλλα ρούχα αναχώρησαν από το σπίτι με τον 1ο κατηγορούμενο για να επιστρέψουν στο μπαράκι, δεν του έκανε εντύπωση το γεγονός, ότι ο 1ος κατηγορούμενος φεύγοντας από το σπίτι πήρε τη μαύρη τσάντα και την έβαλε στους ώμους, για να το ρωτήσει προς τι η συγκεκριμένη ενέργεια; Έπειτα, αφού αναχώρησαν από το σπίτι για να επιστρέψουν στο μπαράκι, τι γύρευαν στην οδό Ομήρου τέτοια ώρα και γιατί κοίταζαν επίμονα τις κατοικίες; Η υποβολή του κ. Νικολαϊδη προς το Μ.Κ.1, ότι ο 2ος κατηγορούμενος είχε νομικούς λόγους για να βρίσκεται στο συγκεκριμένο δρόμο τη συγκεκριμένη ώρα (στις 02:30) ασφαλώς, δε δίνει απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα. Τέλος, στο μπαράκι τι ήπιαν μαζί με το 1ο κατηγορούμενο; Μπύρες, όπως αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση ή μπύρα και καφέ όπως ανάφερε αντεξεταζόμενος; Δε νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του 2ου κατηγορούμενου ως μάρτυρα, σε βαθμό που απορρίπτω τη μαρτυρία του ως αναξιόπιστη και ψευδή, με εξαίρεση, εκείνο το μέρος που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ή που συντίθεται από ισχυρισμούς που υπέχουν θέση δηλώσεων ενάντια στα συμφέροντά του ή που έχει αποδειχθεί από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία. Η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του 2ου κατηγορούμενου διαγράφει και την τύχη της μαρτυρίας καθώς και της αξιοπιστίας του Adrian Mitrea (Μ.Υ.1). Ο εν λόγω μάρτυρας είναι φανερό, ότι επιστρατεύτηκε από το 2ο κατηγορούμενο, προκειμένου με διάφορα ψεύδη, να με πείσει ότι αυτός απέκτησε νόμιμα την επίδικη φωτογραφική μηχανή, μάρκας Benq. Τόσο «ειλικρινής» μάρτυρας ήταν ο Μ.Υ.1, σε βαθμό που δυσκολεύτηκε να αναφέρει ότι με το 2ο κατηγορούμενο ήταν συγκάτοικοι στον ουσιώδη χρόνο αλλά και σήμερα. Και τι να πω για τον ισχυρισμό του, ότι η επίδικη φωτογραφική μηχανή έχει ένα λάθος πάνω και ανοίγει, όποτε άνοιξε και είδε μια φωτογραφία στην οποία είναι ο 2ος κατηγορούμενος μαζί με το μωρό του, με τον οποίο - ισχυρισμό - κατέστησε ακόμη πιο δύσκολο το έργο του 2ου κατηγορούμενου να με πείσει να δεχθώ τον ισχυρισμό του - κατά μια εκδοχή, - ότι τη φωτογραφία (τεκμήριο 21) την τράβηξε στη Ρουμανία και του την έφερε στην Κύπρο ο εν λόγω μάρτυρας. Τόσο «πειστικοί και αξιόπιστοι» ήταν και οι δύο, σε βαθμό που για το Μ.Υ.1, το παιδί στη φωτογραφία (τεκμήριο 21) μοιάζει με το παιδί που φαίνεται στη φωτογραφία που είδε όταν άνοιξε τη φωτογραφική του κατηγορούμενου, ενώ, ουδεμία αναφορά έκανε για τη γυναίκα που κρατά το παιδί στη φωτογραφία, που κατά το 2ο κατηγορούμενο είναι η πρώην γυναίκα του. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα απορρίπτεται στο σύνολό της ως αναξιόπιστη και ψευδής. Υπεισέρχομαι τώρα στη μαρτυρία του 3ου κατηγορούμενου: Όσα ακολουθούν αιτιολογούν πλήρως πιστεύω το συμπέρασμά μου, ότι και αυτός ο κατηγορούμενος είναι αναξιόπιστος ως μάρτυρας, σε βαθμό που απορρίπτω και αυτού τη μαρτυρία, με εξαίρεση ό,τι ισχύει και για το 2ο κατηγορούμενο. Ειδικότερα: Στη γραπτή - ανακριτική - του κατάθεση (τεκμήριο 10) ισχυρίζεται τα εξής, αναφορικά με τα διάφορα δικά του αντικείμενα που βρήκε η Αστυνομία στο σπίτι όπου διέμενε μαζί με τους 1ο και 3ο κατηγορούμενους καθώς και με το Μ.Υ.1: Την τηλεόραση LCD, μάρκας AEG, την αγόρασε πριν από ένα χρόνο περίπου από το παζαράκι Λινόπετρας για €50.
  4. Δε μου φαίνεται λογικό να την αγόρασε για το ευτελές ποσό των €50.00, τη στιγμή που αποτελεί παραδεκτό γεγονός (βλ. τη γραπτή κατάθεση του Κ. Κλαπίδη - τεκμήριο 16-) ότι ένα χρόνο μετά, η αξία της είναι γύρω στα €200.
  5. Τη φωτογραφική μάρκας SΟΝY, την αγόρασε από το παζαράκι των Φιλιππινέζων στο μόλο Λεμεσού, πριν μια περίπου βδομάδα. Φυσικά απαντώντας σε σχετική ερώτηση της δικηγόρου του, η μια βδομάδα έγινε 15 μέρες πριν και συγκεκριμένα γύρω στις 15.1., όπως ισχυρίστηκε. Το βιολί το αγόρασε και αυτό από το παζαράκι, σύμφωνα με τη γραπτή του κατάθεση, πριν 2-3 μήνες, για το ποσό των €20.
  6. Ωστόσο, σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε από τη δικηγόρο του, οι 2-3 μήνες έγιναν 3 -
  7. Σύμφωνα πάντοτε με τη γραπτή του κατάθεση, το ένα ράδιο αυτοκινήτου, το έβγαλε από το αυτοκίνητό του, ενώ, το άλλο, το αγόρασε από το παζαράκι της Λινόπετρας, πριν από 5-6 μήνες, για το ποσό των €20,
  8. Άξιο σχολιασμού, καταρχήν είναι το γεγονός, ότι, ενώ θυμόταν τη μάρκα ραδίου που αγόρασε από το παζαράκι δε θυμόταν τη μάρκα του άλλου που είχε στο αυτοκίνητό του. Και τι τα ήθελε τα δύο ραδιοκασετόφωνα αυτοκινήτου, τη στιγμή που μετά τις 30.11.2009, δεν είχε αυτοκίνητο, όπως ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος; Και πώς μπορεί να δηλώνει στο Δικαστήριο στις 2.3.2011 που κατάθετε, ότι το ένα κασετόφωνο το είχε τοποθετημένο στο αυτοκίνητο και το βγάζει κάποτε, τη στιγμή που, για να επαναλάβω, μετά τις 30.11.2009 δεν είχε αυτοκίνητο; Τα διάφορα εργαλεία (όπως το μίξερ, το τραπανάκι, το cutter και την τρέμουλα) και πάλιν σύμφωνα με τη γραπτή του κατάθεση τα έβρισκε κατά διαστήματα στα σκουπίδια και τα έπιανε, με σκοπό να τα επιδιορθώσει. Όταν κλήθηκε από τη δικηγόρο του να πει ποια αντικείμενα από τα αναφερόμενα στο συνημμένο στις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, Πίνακα Α είναι δικά του ανάφερε και τα εξής: «Είδη τα οποία χρησιμοποιούσα για τη δουλειά μου, ένα mixer, το οποίο το βρήκα στα σκουπίδια, το οποίο πήρα να διορθώσω για τη δουλειά μου, ένα τράπανο, ένα μηχάνημα τρέμουλα που τρίβει, ένα timer turbo, το οποίο τοποθετείται στο αυτοκίνητο». Λίγο παρακάτω ισχυρίστηκε ότι στα σκουπίδια βρήκε και ένα μηχανάκι που κόβει ξύλα. Έχοντας υπόψη ότι είναι μπογιατζής, όπως ανάφερε και υποτίθεται ότι πήρε τα διάφορα εργαλεία από τα σκουπίδια τα οποία θα επιδιόρθωνε και θα χρησιμοποιούσε για τη δουλειά του τίθενται τα ακόλουθα ερωτήματα: Καταρχήν, γιατί θα έπρεπε να τα επιδιορθώσει, τη στιγμή που μερικά από αυτά αποτελεί παραδεκτό γεγονός (βλ. την κατάθεση του Δ. Κωνσταντινίδη - τεκμήριο 14 -) ότι δεν έχρηζαν επιδιόρθωσης; π.χ., το τραπανάκι Black & Decker, το Jigsaw MIQ-50 και την τρέμουλα μάρκας Bosch, γιατί θα έπρεπε να τα επιδιορθώσει; Έπειτα, γιατί δεν τα επιδιόρθωσε μέχρι και τη μέρα που τα βρήκε η Αστυνομία στο σπίτι του αφού θα τα χρησιμοποιούσε στη δουλειά του; Τέλος, μερικά από αυτά ( το turbo timer και το Jigsaw, που αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι πρόκειται για ηλεκτρικό πριόνι) πού και πώς θα τα χρησιμοποιούσε στη δουλειά του, μιας και πρόκειται για μπογιατζή όπως είπε; Περιττό να πω πως κάθε άλλο παρά πειστικές θεωρώ τις διάφορες απαντήσεις που έδωσε σε μερικά από τα παραπάνω εύλογα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής. Τη γυναικεία τσάντα, σύμφωνα με τη γραπτή του κατάθεση, την αγόρασε από το παζαράκι €15,00, για να την κάνει δώρο στη φιλενάδα του. Φυσικά, όταν κλήθηκε από τη δικηγόρο του να δει την πρώτη φωτογραφία - επί του τεκμηρίου 5 - και να πει ποια αντικείμενα είναι δικά του και ποια όχι, η τσάντα είπε δεν είναι δική του. Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Ωστόσο, ακόμη και να μην υπήρχε η συγκεκριμένη αντίφαση και επέμενε στον αρχικό του ισχυρισμό, αναφορικά με την προέλευση της τσάντας τίθεται το ερώτημα, πότε θα την έδινε στη φιλενάδα του. Περαιτέρω, για όλα τα αντικείμενα που ισχυρίστηκε ότι είναι δικά του τίθενται τα εξής, εύλογα κατά την κρίση μου ερωτήματα: Πόσο λογικό είναι να αγόρασε, όσα υποτίθεται αγόρασε από το παζαράκι και κανένα από κάποιο κατάστημα που πωλεί τέτοια είδη; Έπειτα, στα διάφορα παζαράκια από τα οποία τα αγόρασε, δεν εκδίδουν αποδείξεις; Επισημαίνεται ότι ουδεμία απόδειξη έχει προσκομίσει συναφώς με την αγορά οποιουδήποτε αντικειμένου. Τέλος, πόσο λογικό είναι επίσης να ισχυρίζεται ότι βρήκε στα σκουπίδια, όσα αντικείμενα αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι, είτε ήταν σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση (δουλεύουν για να χρησιμοποιήσω το ρήμα που χρησιμοποιεί ο Δ. Κωνσταντινίδης στη γραπτή του κατάθεση - τεκμήριο 14 -) είτε ακόμη και αν δε δούλευαν, θα μπορούσαν να επιδιορθωθούν; Το χαλκό, σύμφωνα με τη γραπτή του κατάθεση, βάρους 7 κιλών, τον έβρισκε μέσα σε καλώδια κατά διαστήματα στα σκουπίδια και αφού τον καθάριζε το φύλαγε με σκοπό να τον πωλήσει. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι τον είχε μαζέψει ένα μήνα προτού το συλλάβει η Αστυνομία, από το μεγάλο χώρο σκουπιδιών που βρίσκεται έξω από τη Λεμεσό, στα αριστερά, όταν πηγαίνουμε προς το Τρόοδος. Εκεί πρόσθεσε πήγαινε με το αυτοκίνητό του. Αν ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός του, ότι, μετά τις 30.11.2009 που του πήρε η ασφάλεια το αυτοκίνητο, έκτοτε δεν απέκτησε άλλο, διερωτώμαι πώς μπορεί να ισχυρίζεται ότι πήγαινε στο σκουπιδότοπο έξω από τη Λεμεσό με το αυτοκίνητό του, ένα μήνα προτού το συλλάβει η Αστυνομία στις 30.1.2010, τη στιγμή που του είχε πάρει το αυτοκίνητο η ασφάλεια, δύο μήνες προτού συλληφθεί. Τέλος διερωτώμαι και για τα εξής: Το turbo timer τι το ήθελε αφού δεν είχε αυτοκίνητο; Και γιατί αφού τον αποζημίωσε η ασφάλεια αυτού που του κτύπησε το αυτοκίνητο και του το πήρε αφαίρεσε το κασετόφωνο από αυτό; Δε νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας και αυτού του κατηγορούμενου ως μάρτυρα. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι τα εξής: Στις 30.1.2010 και περί ώρα 02:30, ο Μ.Κ.1 βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία μαζί με τον αστυφύλακα 316 στην περιοχή Άγιος Νικόλαος στη Λεμεσό, για πρόληψη διαρρήξεων και κλοπών. Ενώ κατευθύνονταν στην οδό Ομήρου, με νότια κατεύθυνση αντιλήφθηκαν δύο πρόσωπα να περπατούν κατά μήκος της εν λόγω οδού, με βόρεια κατεύθυνση και να κοιτάζουν επίμονα και ύποπτα τις κατοικίες. Συνεπεία αυτού, ο Μ.Κ.1 με τη βοήθεια του αστυφύλακα 316, τους ανέκοψε για έλεγχο. Κατά τον έλεγχο προέκυψε ότι επρόκειτο για τους 1ο και 2ο κατηγορούμενους από τη Ρουμανία. Σε σωματική έρευνα που ακολούθησε και επί των δύο, ο μάρτυρας εντόπισε μέσα σε τσάντα τύπου handbag την οποία ο 1ος κατηγορούμενος είχε στον ώμο, ένα ζευγάρι πλαστικά γάντια κουζίνας, χρώματος ροζ και δύο σουγιάδες. Ακολούθως και οι δύο κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στα γραφεία του Τ.Α.Ε. για ανάκριση. Ανακρινόμενοι προφορικά, σε σχέση με την παρουσία τους στο χώρο ανακοπής ισχυρίστηκαν ότι βρίσκονταν σε καφεστιατόριο στην περιοχή και πήγαιναν σπίτι τους. Ειδικά για τα γάντια που βρέθηκαν στην κατοχή του 1ου κατηγορούμενου ισχυρίστηκαν ότι τα χρησιμοποιούν στις οικοδομές όπου εργάζονται. Μετά από γραπτή συγκατάθεση και των δύο για έρευνα στην οικία όπου διέμεναν, αρχικά, ο 1ος κατηγορούμενος υπέδειξε ως κατοικία τους διαμέρισμα στην περιοχή Γερμασόγειας, στο οποίο διαπιστώθηκε ότι διέμεναν άλλα πρόσωπα ομοεθνείς τους. Ακολούθως υπέδειξαν την κατοικία όπου πραγματικά διέμεναν που βρίσκεται στη γωνία των οδών Αριστείδου και Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στην περιοχή Άγιος Νικόλαος. Κατά την είσοδο του ο Μ.Κ.1 στην εν λόγω κατοικία εντόπισε και τον 3ο κατηγορούμενο καθώς και το Μ.Υ.1 οι οποίοι κοιμούνταν. Μεταξύ των ωρών 03:15 και 04:00, ο Μ.Κ.1 διενήργησε έρευνα στην κατοικία των τριών κατηγορούμενων και του Μ.Υ.1 στην παρουσία τους, κατά την οποία βρήκε σε διάφορα μέρη το σύνολο των αντικειμένων που αναφέρονται σε άλλο σημείο, πιο πάνω, τα οποία εμφαίνονται στις 6 φωτογραφίες που συνθέτουν σε δέσμη το τεκμήριο
  9. Τα εν λόγω αντικείμενα, ανεξάρτητα από το ποιος τα κατείχε στον ουσιώδη χρόνο - ο όρος κατοχή αφορά στο φυσικό έλεγχό τους - αποτελεί επίσης γεγονός ότι και οι δύο κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι βρίσκονταν στην κατοικία τους κατά τον επίδικο χρόνο. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ο 2ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυχτός - μαζί με τον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος καθώς ήδη έχει αναφερθεί κρίθηκε ένοχος μετά από παραδοχή -, κατά παράβαση των άρθρων 296(γ) και 20 του Ποινικού Κώδικα. Για σκοπούς στοιχειοθέτησης του συγκεκριμένου αδικήματος θα πρέπει να αποδειχθεί ότι κάποιος: πρώτο, έχει στην κατοχή του διαρρηκτικό όργανο, δεύτερο, κατά τη διάρκεια της νύχτας. Αν αποδειχθούν τα παραπάνω στοιχεία, τότε, το αδίκημα στοιχειοθετείται εκτός εάν ο κατηγορούμενος αποδείξει ότι κατείχε το διαρρηκτικό όργανο με νόμιμη δικαιολογία. Σε σχέση με το συγκεκριμένο βάρος απόδειξης που έχει ο κατηγορούμενος παρατηρώ τα εξής: Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)
(1994)σελ. 70: «Ο κανόνας στις ποινικές υποθέσεις είναι ότι η ενοχή του κατηγορούμενου πρέπει να αποδεικνύεται πέραν λογικής αμφιβολίας (beyond reasonable doubt) είτε με άμεση είτε με περιστατική μαρτυρία. Στην Κύπρο το τεκμήριο της αθωότητας κατοχυρώνεται με την παράγραφο 12.4 του Συντάγματος που αντιστοιχεί στο άρθρο 6
(2)της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που προνοεί ότι, «ο κατηγορούμενος δια αδίκημα τι θεωρείται αθώος, μέχρις ότου αποδειχθεί ένοχος συμφώνως προς το νόμο». Περαιτέρω, στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250, που αφορούσε κατηγορίες καλλιέργειας και κατοχής δύο φυτών κάνναβης, στη σελίδα 255 αναφέρονται τα εξής, αναφορικά με τη σχέση της απόδειξης των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος και την παρεχόμενη στον κατηγορούμενο από το νόμο υπεράσπιση: «Το αποδεικτικό βάρος, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση που εναποτίθεται στον κατηγορούμενο, αποσείεται με την προσαγωγή μαρτυρίας η οποία δημιουργεί αμφιβολίες για την ύπαρξη των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, όπως επεξηγείται στην υπόθεση Charalambous ν. The Republic
(1985)2 C.L.R.97». Τέλος, ιδιαίτερα κατατοπιστικό είναι και το απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Ηρακλέους ν. Δήμου Λεμεσού
(1993)2 Α.Α.Δ. 410, σελ. 420, 421. «Το άρθρο 12 του Συντάγματος προβλέπει στην παράγραφο 4 ότι ο κατηγορούμενος για αδίκημα θεωρείται αθώος μέχρις ότου αποδειχθεί η ενοχή του σύμφωνα με το Νόμο. .................................................................. Το τεκμήριο της αθωότητας, που καθιερώνεται και διασφαλίζεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 12 του Συντάγματος, είναι δικονομικός κανόνας και όχι ουσιαστικό δίκαιο. Το βάρος της απόδειξης της ενοχής κατηγορούμενου είναι πάντοτε στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής. Η απόδειξη της ενοχής πρέπει να είναι νόμιμη. Το τεκμήριο της αθωότητας δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και το Δικαστήριο, το οποίο έχει υποχρέωση να απαλλάξει το Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο από ρυθμίσεις ή χαρακτηρισμούς που το προσβάλλουν. Το αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη είναι η ενοχή του κατηγορούμενου που συνιστά τη βάση και το περιεχόμενο της εναντίον του κατηγορίας. Η αθωότητα του κατηγορούμενου δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη.». Συνάγεται από τα πιο πάνω, πρώτο, ότι και τα δύο συστατικά στοιχεία του αδικήματος θα πρέπει να αποδειχθούν στον αναγκαίο βαθμό, δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Δεύτερο, ότι η υποχρέωση του κατηγορούμενου να προβάλει την υπεράσπιση της, με νόμιμη δικαιολογία κατοχής των διαρρηκτικών οργάνων έπεται της υποχρέωσης της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Άλλως πως, θα είχαμε αναστροφή του τεκμηρίου αθωότητας σε τεκμήριο ενοχής. Όλες οι παραπάνω επισημάνσεις ισχύουν και για την ανάλογη υπεράσπιση που προνοεί το άρθρο 309 του Ποινικού Κώδικα, συναφώς με το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, για το οποίο οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν τη σχετική - 3η κατηγορία. Σύμφωνα με το άρθρο 309 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το συγκεκριμένο αδίκημα: «Όποιος έχει στην κατοχή του κινητό, χρήματα, αξιόγραφο ή οποιαδήποτε άλλην περιουσία, για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν αποδείξει με αυτό τον τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι απόκτησε νόμιμα την κατοχή τους». Προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, με αναφορά στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι τα εξής: πρώτο, η κατοχή περιουσίας δεύτερο, για την οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία. Νοείται ότι σε περίπτωση απόδειξης των παραπάνω στοιχείων το αδίκημα στοιχειοθετείται εκτός εάν οι κατηγορούμενοι αποδείξουν - υπό την έννοια που αναφέρεται πιο πάνω - με τέτοιο τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο, ότι απέκτησαν νόμιμα την κατοχή της περιουσίας. Διαρρηκτικό όργανο είναι οποιοδήποτε εργαλείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς διάρρηξης. Κριτήριο καθορισμού κάποιου οργάνου ως διαρρηκτικού είναι η κοινή πείρα και η λογική. Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο την ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία και τα αποδεδειγμένα γεγονότα που απορρέουν από αυτή παρατηρώ τα εξής: Ο 2ος κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο έγινε αντιληπτός από το Μ.Κ.1 να περπατά στην οδό Ομήρου μαζί με τον 1ο κατηγορούμενο, με τον οποίο κοίταζαν επίμονα τις κατοικίες. Αν ληφθεί υπόψη ότι αυτό έγινε στις 02:30 περίπου, δικαίως ο μάρτυρας θεώρησε ότι κοίταζαν όχι απλά επίμονα αλλά και ύποπτα τις κατοικίες. Το δε εύλογο του παραπάνω χαρακτηρισμού των κινήσεων των δύο κατηγορούμενων από το μάρτυρα ενισχύθηκε στη συνέχεια, όταν κατά την έρευνα που έκανε βρήκε στη μαύρη τσάντα που έφερε στον ώμο του ο 1ος κατηγορούμενος, τα πλαστικά γάντια κουζίνας καθώς και τους δύο σουγιάδες, που ασφαλώς και αποτελούν διαρρηκτικά όργανα και τούτο, έχοντας υπόψη, ότι αρκετές διαρρήξεις γίνονται από διάφορα πρόσωπα που φορούν πλαστικά γάντια, προφανώς για να μην αφήνουν στον τόπο του εγκλήματος τα δακτυλικά και/ή παλαμικά τους αποτυπώματα, προκειμένου να καταστεί δύσκολη, αν όχι αδύνατη, σύνδεσή τους με το συγκεκριμένο αδίκημα, ενώ έχω δικαστική γνώση και για το γεγονός, ότι ο σουγιάς, σε αρκετές, επίσης, περιπτώσεις αποτελεί το μέσο που χρησιμοποιούν οι διαρρήκτες προκειμένου να πετύχουν είσοδο στο υποστατικό που προτίθενται να εισέλθουν. Moλονότι τα παραπάνω όργανα βρίσκονταν στη φυσική κατοχή του 1ου κατηγορούμενου, εντούτοις, θεωρώ κάτοχό τους τη εννοία του νόμου και το 2ο κατηγορούμενο. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καταρχήν, ο 2ος κατηγορούμενος, παρά τον περί αντιθέτου ισχυρισμό του, γνώριζε ότι τα συγκεκριμένα όργανα ήταν μέσα στην τσάντα του 1ου κατηγορούμενου στον ουσιώδη χρόνο και τούτο γιατί, αν δε γνώριζε δε θα έπρεπε να δώσει την εξήγηση που έδωσε στο Μ.Κ.1 σε σχέση με την κατοχή των γαντιών. Να υπενθυμίσω, ότι, παρά την κρίση μου για την αξιοπιστία του Μ.Κ.1, ο ισχυρισμός του ότι και οι δύο κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν ότι τα γάντια τα χρησιμοποιούν στις οικοδομές όπου εργάζονται παρέμεινε αναντίλεκτος. Και βέβαια, εκτός του ότι προκύπτει συμπερασματικά, ότι, ο 2ος κατηγορούμενος, μόνο και μόνο που επιχείρησε να δώσει εξήγηση, για το γεγονός ότι ο 1ος κατηγορούμενος είχε μέσα στην τσάντα του τα γάντια, γνώριζε το γεγονός αυτό τίθεται και το ερώτημα, για ποιο λόγο ο 1ος κατηγορούμενος, αφού κατά το 2ο, στον ουσιώδη χρόνο θα επέστρεφαν, υποτίθεται, στο μπαράκι, πήρε από το σπίτι την τσάντα και τη μετέφερε μαζί του έχοντας μέσα σ' αυτή μόνο τα πλαστικά γάντια και τους δυο σουγιάδες; Ακόμη ένας λόγος για τον οποίο ο 2ος κατηγορούμενος είμαι βέβαιος ότι είχε γνώση σε σχέση με το παραπάνω γεγονός αποτελεί ακόμη ένα κραυγαλέο ψέμα που είπε τόσο στη γραπτή του κατάθεση όσο και στο Δικαστήριο. Ενώ τόσο στη γραπτή του κατάθεση όσο και στο Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι κατά το χρόνο της ανακοπής του καθώς και του 1ου κατηγορούμενου από τους αστυνομικούς επέστρεφαν στο μπαράκι, στο Μ.Κ.1 ανάφεραν και οι δύο ότι βρίσκονταν σε καφεστιατόριο στην περιοχή όπου ανακόπηκαν και μετέβαιναν στο σπίτι τους. Με δεδομένο ότι ο 2ος κατηγορούμενος γνώριζε ότι στην τσάντα του 1ου υπήρχαν τα γάντια είναι βέβαιο ότι γνώριζε και για την ύπαρξη των δύο σουγιάδων και τούτο αν ληφθεί υπόψη και το γεγονός, ότι, αυτά, για να επαναλάβω, ήταν και τα μόνα αντικείμενα που περιείχε η τσάντα. Ούτε και μου διαφεύγει ότι στην έκθεση αδικήματος της σχετικής κατηγορίας περιλαμβάνεται και το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, οπότε, η όλη συμπεριφορά του 2ου κατηγορούμενου, σε κάθε περίπτωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 20(β) του Ποινικού Κώδικα, επομένως, ορθώς διώκεται ως αυτουργός του συγκεκριμένου αδικήματος. Κατ' ακολουθία όσων αναφέρονται πιο πάνω και τα δύο συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 2ης κατηγορίας έχουν αποδειχθεί. Έχοντας υπόψη, ότι, ο 2ος κατηγορούμενος, όχι μόνο δεν απέδειξε ότι κατείχε νόμιμα τα επίδικα διαρρηκτικά όργανα, αλλά, αντίθετα, ψευδόμενος ισχυρίστηκε στο Μ.Κ.1 ότι τα γάντια τα χρησιμοποιούσε στις οικοδομές και στο Δικαστήριο, ότι δε γνώριζε ότι τα συγκεκριμένα όργανα ήταν μέσα στην τσάντα του 1ου κατηγορούμενου, η ευθύνη του για τη διάπραξη του αδικήματος της 2ης κατηγορίας στοιχειοθετείται πλήρως. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω κατά πόσο αποδείχτηκε η 3η κατηγορία την οποία αντιμετωπίζουν και οι δύο κατηγορούμενοι. Αναφορικά με αυτή είναι σαφές, ότι η ποινική ευθύνη των κατηγορούμενων, θα διαγνωσθεί σε σχέση με όσα από τα ανευρεθέντα κατά την αστυνομική έρευνα στην οικία τους αντικείμενα ήταν στην κατοχή τους. Μια πρώτη επισήμανση είναι ότι, ο πλημμελής τρόπος με τον οποίο ο Μ.Κ.1 άσκησε τα καθήκοντά του στον ουσιώδη χρόνο δε μου επιτρέπει να προβώ σε συμπέρασμα, ότι οι δύο κατηγορούμενοι είχαν στην κατοχή τους οποιαδήποτε αντικείμενα, πέραν όσων οι ίδιοι ομολογούν ότι κατείχαν στο πλαίσιο της ανακριτικής τους κατάθεσης, που και οι δύο υιοθέτησαν στο Δικαστήριο για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Είμαι διατεθειμένος να δεχθώ τη μαρτυρία τους επί του προκειμένου και τούτο γιατί το συγκεκριμένο μέρος υπέχει θέση δηλώσεων ενάντια στα συμφέροντά τους, με αναφορά στο στοιχείο της κατοχής, που αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της παράνομης κατοχής περιουσίας. Επομένως, το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος θεωρώ ότι έχει αποδειχθεί, ως ακολούθως: Αναφορικά με τον 1ο κατηγορούμενο, σε σχέση με τη φωτογραφική μηχανή μάρκας Benq (βλ. το υπ' αριθμό 3 αντικείμενο στο συνημμένο ΠΙΝΑΚΑ Α, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας). Αναφορικά με τον 3ο κατηγορούμενο, σε σχέση με τα αντικείμενα υπ' αριθμό 2, 6, και 9 μέχρι 20, σύμφωνα πάντοτε με το συνημμένο ΠΙΝΑΚΑ Α, ανωτέρω. Αυτονόητο πως, όλα τα παραπάνω αντικείμενα, αποτελούν περιουσία τη εννοία του νόμου. Σε σχέση με το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος και την απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο αυτό έχει αποδειχθεί παρατηρώ τα εξής: Επισημαίνεται στη νομολογία (βλ. Καριπίδης ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 237) ότι η εύλογη υπόνοια που αναφέρεται στο άρθρο 309 αποδεικνύεται ως αντικειμενικό γεγονός, από το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και όχι με την έκφραση της υποκειμενικής κρίσης και αντίληψης του οποιουδήποτε, π.χ. του εξεταστή μιας υπόθεσης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Τσακαρίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.396, μολονότι αφορά στην έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας κρίθηκε ότι το είδος και η φύση των ανευρεθέντων αντικειμένων, το δεδομένο πως στην Πάφο και Λεμεσό είχαν γίνει πολλές κλοπές που διερευνούνταν και η άρνηση του εφεσείοντα να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση, αναφορικά με την προέλευση των αντικειμένων, συνιστούσαν επαρκή στοιχεία για την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Σημειώνεται ότι οι παραπάνω παρατηρήσεις του εφετείου αποτελούν απάντηση στον ισχυρισμό του εφεσείοντα, ότι, το γεγονός και μόνο της ανεύρεσης των επίδικων αντικειμένων στο αυτοκίνητό του, χωρίς άλλο στοιχείο δε δημιουργούσε εύλογη υπόνοια ότι διαπράχθηκε το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας και περαιτέρω, ότι ο ίδιος αδικαιολόγητα θεωρήθηκε πως πιθανόν να ενεχόταν στη διάπραξή του. Με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακολούθων στοιχείων και υπαγωγή τους στις παραπάνω αρχές κρίνω ότι και το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Αποτελεί θέμα δικαστικής γνώσης ότι στην πόλη και επαρχία Λεμεσού, τα τελευταία χρόνια, διαπράττονται καθημερινά σωρεία διαρρήξεων και κλοπών και γενικά αδικήματα που στρέφονται κατά της περιουσίας. Το γεγονός αυτό επιμαρτυρείται από το μεγάλο αριθμό σχετικών υποθέσεων που τίθενται καθημερινά ενώπιον των Δικαστηρίων, ενταλμάτων σύλληψης και έρευνας που εκδίδονται για σκοπούς διερεύνησης και εξιχνίασης τέτοιων αδικημάτων καθώς και των αιτήσεων για έκδοση διαταγμάτων προσωποκράτησης, σε σχέση πάντοτε με τα ίδια αδικήματα. Στο σύνολό της η επίδικη περιουσία εντοπίστηκε στην κατοικία όπου διέμεναν και οι δύο κατηγορούμενοι στον ουσιώδη χρόνο καθώς και ο 1ος κατηγορούμενος ο οποίος καταδικάστηκε για το ίδιο αδίκημα αλλά και ο Μ.Υ.1 που κρίθηκε αναξιόπιστος. Η φύση της επίδικης περιουσίας και ειδικότερα οι ηλεκτρονικές συσκευές, τα ηλεκτρικά εργαλεία και ο χαλκός έχω επίσης δικαστική γνώση ότι αποτελούν συστηματικά αντικείμενο κλοπής τα τελευταία χρόνια. Οι διάφοροι ισχυρισμοί που προέβαλαν οι κατηγορούμενοι σε σχέση με την προέλευση της επίδικης περιουσίας, για λόγους που έχουν αναφερθεί αποδείχθηκαν ψευδείς. Ιδιαίτερα σε σχέση με τον 3ο κατηγορούμενο ούτε και μου φαίνεται λογικό να απέκτησε τόσα πολλά αντικείμενα είτε αγοράζοντας τα από το παζαράκι και κανένα από κάποιο κατάστημα που πωλεί ανάλογα είδη, σε κάθε περίπτωση, χωρίς να παρουσιάσει για οποιοδήποτε κάποια απόδειξη πληρωμής είτε παίρνοντάς τα από τα σκουπίδια, με δεδομένο, ότι μερικά από αυτά είτε θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν είτε να επιδιορθωθούν. Σε σχέση τέλος με τον 2ο κατηγορούμενο, λαμβάνω υπόψη και το γεγονός ότι κατά τον ίδιο χρόνο διέπραξε και το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυχτός που είναι της ίδιας φύσης με το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας καθώς και τα εξής: Η ώρα που εντοπίστηκε από το Μ.Κ.1 μαζί με τον 1ο κατηγορούμενο στην οδό Ομήρου, το γεγονός ότι κοίταζαν ύποπτα και επίμονα τις κατοικίες καθώς και τα καταστήματα στο συγκεκριμένο δρόμο, έχοντας στην κατοχή τους και τα διαρρηκτικά όργανα, όλα αυτά, αποκαλύπτουν και τις προθέσεις τους, που προφανώς ήταν αν δεν ανακόπτονταν από την Αστυνομία, να διαπράξουν το αδίκημα της διάρρηξης και κλοπής είτε σε κάποια κατοικία είτε σε κάποιο κατάστημα. Οι κατηγορούμενοι κάθε άλλο παρά απέδειξαν ότι απέκτησαν νόμιμα κατοχή της επίδικης περιουσίας. Απεναντίας, στο βαθμό που το επιχείρησαν κρίθηκαν αναξιόπιστοι. Έπεται ότι η ευθύνη και των δύο για τη διάπραξη του αδικήματος της 3ης κατηγορίας, στην έκταση που έχει αναφερθεί για τον καθένα από αυτούς στοιχειοθετείται πλήρως. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του 2ου κατηγορούμενου στη 2η κατηγορία και των δύο κατηγορούμενων στην 3η κατηγορία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, ο 2ος κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος τόσο στη 2η όσο και στην 3η κατηγορία, ενώ ο 3ος κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 3η κατηγορία. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ, ΚΠ (Αναφορά: κατοχή διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυχτός, παράνομη κατοχή περιουσίας - συστατικά στοιχεία αδικήματος -) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.