TO EPILEKTON LTD ν. Χριστόφορου Κωστάκη Ευαγόρου, Αρ. Υπόθεσης: 7047/09, 04.05.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7047/09 TO EPILEKTON LTD v. Χριστόφορου Κωστάκη Ευαγόρου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 04.05.11 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Στ. Στυλιανού (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Παναγιώτου) Για Κατηγορούμενο: κος Γ. Θωμά (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Α. Αριστείδου) Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατηγορείται ότι στις 29.12.08 έκδωσε προς την παραπονούμενη την επιταγή υπ' αριθμό 05418339 της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Ύψωνα Λόφου Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα για πληρωμή δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν 15 ημερών από της εν λόγω εμφανίσεως της. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε τέσσερις μάρτυρες, ήτοι τον Γιάννο Δημητρίου που εκτελεί χρέη διευθυντή της ΣΠΕ Ύψωνα Λόφου (ΜΚ1), τη Μαρία Ανδρέου που είναι προϊστάμενη εργασιών στο υποκατάστημα Mall της Εμπορικής Τράπεζας Κύπρου Λίμιτεδ στη Λεμεσό (ΜΚ2), το Γιώργο Χρυσοστόμου που είναι ο διευθυντής της παραπονούμενης (ΜΚ3) και την Άντρη Ελευθερίου που εργαζόταν στο τμήμα επιτόπιας έρευνας στο κτηματολόγιο (ΜΚ4). Παράλληλα, κατατέθηκαν 15 τεκμήρια, μεταξύ των οποίων η επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 4). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε χωρίς όρκο κατάθεση χωρίς παράλληλα να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά που τηρούνται και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης αφού κατά την ταπεινή γνώμη μου κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Ωστόσο εδώ θα παρουσιαστεί μια συνοπτική αναφορά αλλά περισσότερες λεπτομέρειες της προσαχθείσας μαρτυρίας θα δοθούν εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της. Εν πάσει περιπτώσει, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας έχει μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνεται υπόψη και αναλόγως αξιολογείται από το Δικαστήριο. ΜΚ1 ήταν ο υπεύθυνος του τρεχούμενου λογαριασμού που ο κατηγορούμενος άνοιξε και διατηρούσε στην τράπεζα στην οποίαν εργαζόταν. Διευκρίνισε πως ο εν λόγω λογαριασμός ανοίχτηκε με σκοπό να κινείται χωρίς διευκόλυνση παρατραβήγματος αλλά μόνο με τα δικά του κεφάλαια με βάση σχετικό βιβλιάριο επιταγών ως το έντυπο δείγματος υπογραφής του κατηγορουμένου, φωτοαντίγραφο του οποίου κατάθεσε ως Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας εξήγησε πως ο προαναφερόμενος λογαριασμός σταμάτησε να λειτουργεί από τις 06.06.08 όταν αυτός παγοποιήθηκε και το όνομα του κατηγορουμένου καταχωρήθηκε στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (στο εξής καλείται το 'Κ.Α.Π.') επειδή ο κατηγορούμενος έκδωσε επιταγές που δεν τιμήθηκαν, πράγμα που ο τελευταίος γνώριζε κατόπιν σχετικής επιστολής που του αποστάληκε, φωτοαντίγραφο της οποίας κατάθεσε ως Τεκμήριο
- Αναγνωρίζοντας το Τεκμήριο 4 ως την επιταγή της ΣΠΕ Ύψωνα Λόφου που εκδόθηκε από τον κατηγορούμενο, ο μάρτυρας ανάφερε ότι αυτή αφού παρουσιάστηκε στα γραφεία του οργανισμού που εργάζεται για έλεγχο επιστράφηκε στην εισπράττουσα τράπεζα χωρίς να εξοφληθεί με τη δικαιολογία ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε και να παρουσιαστεί ξανά λόγω μη επαρκών υπολοίπων. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, μεταξύ άλλων, αναγνώρισε την υπογραφή που το Τεκμήριο 4 (επίδικη επιταγή) φέρει ως αυτή του κατηγορουμένου κατόπιν σύγκρισης της που ο ίδιος έκαμε με την υπογραφή που υπάρχει στο έντυπο δείγματος υπογραφής του κατηγορουμένου. Απέκλεισε δε την πιθανότητα να υπάρχει πληρεξούσιο έγγραφο για να υπογράφει κάποιος άλλος επειδή σε τέτοια περίπτωση η ΣΠΕ Ύψωνα Λόφου θα είχε στο μητρώο της δείγμα υπογραφής του εξουσιοδοτημένου προσώπου. Η ΜΚ2 εργαζόταν στην Εμπορική Τράπεζα Κύπρου Λίμιτεδ και στην κυρίως εξέταση της ανάφερε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι η παραπονούμενη εταιρεία είναι πελάτης της προαναφερόμενης τράπεζας από το
- Σύμφωνα με τη μάρτυρα, στις 12.10.07, κατόπιν σχετικής εντολής που δόθηκε στην Εμπορική Τράπεζα Κύπρου Λίμιτεδ από το διευθυντή της παραπονούμενης εταιρείας εκ μέρους και για λογαριασμό της, εκδόθηκε τραπεζική επιταγή προς όφελος του Κωστάκη Ευαγόρου για το ποσό των Λ.Κ.£230.000,00 με την οποίαν χρεώθηκε ο λογαριασμός της παραπονούμενης εταιρείας. Όπως επίσης ανάφερε η ΜΚ2, η εν λόγω επιταγή, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6, αφού παραδόθηκε στον Κωστάκη Ευαγόρου από τον διευθυντή της παραπονούμενης, εξαργυρώθηκε από τον πρώτο. Ο ΜΚ3 στην κυρίως εξέταση του δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως γνώρισε τον κατηγορούμενο μέσω του πατέρα του Κωστάκη Ευαγόρου, ο οποίος ενδιαφέρθηκε για την αγορά ενός ακινήτου που ανήκε σε τρεις τουρκοκύπριους συνιδιοκτήτες και βρισκόταν στη Λεωφόρο Μακεδονίας στα Κάτω Πολεμίδια της επαρχίας Λεμεσού συνολικής έκτασης 12.000 τ.μ. περίπου (στο εξής καλέιται 'το επίδιο ακίνητο'). Στη συνέχεια ο Κωστάκης Ευαγόρου θα πωλούσε μέρος του ακινήτου (περίπου 2.000 τ.μ.) στον ΜΚ3 έναντι του συμφωνημένου τιμήματος των Λ.Κ.£620.000,
- Προς τούτο υπογράφηκε σχετικό συμβόλαιο, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας επίσης είπε ότι ο Κωστάκης Ευαγόρου τον Οκτώβριο 2007 του ανάφερε πως θα έπρεπε να δοθεί το ποσό των Λ.Κ.£250.000,00 σ' ένα από τους τουρκοκύπριους συνιδιοκτήτες για να δεσμευθεί να πωλήσει το μερίδιο του. Επειδή ο Κωστάκης Ευαγόρου δεν διέθετε το ποσό αυτό πρότεινε στον ΜΚ3 να το καταβάλει και θα υπολογιζόταν ως έναντι του συμφωνημένου τιμήματος αγοράς, πράγμα το οποίο ο ΜΚ3 αποδέχτηκε. Σύμφωνα με μάρτυρα, το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.£370.000,00 να πληρωνόταν κατά την μεταβίβαση του μεριδίου του ακινήτου στην παραπονούμενη εταιρεία. Όπως ανάφερε ο μάρτυρας αυτός, στα πλαίσια πληρωμής του ποσού των Λ.Κ.£250.000,00, εκδόθηκε τραπεζική επιταγή ύψους Λ.Κ.£230.000,00 προς όφελος του Κωστάκη Ευαγόρου (Τεκμήριο 6) καθώς και Λ.Κ.£20.000,00 σε μετρητά τα οποία ο ΜΚ3 απέσυρε από το λογαριασμό της παραπονούμενης εταιρείας και παρέδωσε στον Κωστάκη Ευαγόρου ο οποίος θα τα έδινε σε μία τουρκοκύπρια η οποία του σύστησε τους τρεις τουρκοκύπριους συνιδιοκτήτες του επιδίκου ακινήτου. Ο μάρτυρας κατάθεσε φωτοαντίγραφο τραπεζικού εγγράφου ανάληψης του ποσού σε μετρητά ως Τεκμήριο
- Ως εγγύηση του ποσού που είσπραξε, ο Κωστάκης Ευαγόρου υπέγραψε επιταγή της Alpha Bank Cyprus Ltd για το ποσό των Λ.Κ.£250.000,00 με δικαιούχο την παραπονούμενη εταιρεία, η οποία συμπληρώθηκε από την κουμπάρα του ΜΚ3, Άνδρη Ελευθερίου, που ήταν παρούσα τη στιγμή εκείνη. Η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το μάρτυρα αυτό, ο Κωστάκης Ευαγόρου του ανάφερε ότι η μεταβίβαση του μεριδίου του ακινήτου που αναλογούσε στην παραπονούμενη εταιρεία θα πραγματοποιείτο εντός 3 μηνών περίπου. Έκτοτε, ο ΜΚ3 επισκέφθηκε διάφορες φορές τον Κωστάκη Ευαγόρου για να ενημερωθεί για την εξέλιξη της υπόθεσης του μέσα από τις οποίες γνώρισε και τον κατηγορούμενο. Ο ΜΚ3 ανάφερε ακόμη πως επειδή διαπίστωσε πως ο χρόνος κυλούσε χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα γνωστοποίησε στον Κωστάκη Ευαγόρου ότι η παραπονούμενη εταιρεία δεν ενδιαφερόταν πλέον για την αγορά του μεριδίου του ακινήτου και ως αποτέλεσμα αυτού ζήτησε την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.£250.000,00, πράγμα που ο Κωστάκης Ευαγόρου αποδέχτηκε. Σύμφωνα με τον ΜΚ3, ο Κωστάκης Ευαγόρου ζήτησε πίστωση χρόνου για να επιστρέψει το πιο πάνω ποσό μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου
- Σε αντίθετη περίπτωση, η παραπονούμενη εταιρεία θα εξαργύρωνε επιταγή που ο Κωστάκης Ευαγόρου του έδωσε αρχές Ιουλίου 2008 με ημερομηνία πληρωμής τα τέλη Δεκεμβρίου 2008, η οποία έφερε την υπογραφή του κατηγορούμενου και συμπληρώθηκε από τον ΜΚ3 στην παρουσία του Κωστάκη Ευαγόρου (Τεκμήριο 4-στο εξής καλείται 'η επίδικη επιταγή'). Η επιταγή αυτή, κατά το μάρτυρα, δόθηκε μετά που ο Κωστάκης Ευαγόρου του είπε να μην προχωρήσει με την κατάθεση της προηγούμενης επιταγής που του είχε δώσει (Τεκμήριο 9), της οποίας η προθεσμία κατάθεσης έληγε περί τα τέλη Ιουνίου 2008, αφού θα του έδιδε μία άλλη με νέα ημερομηνία. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι την επόμενη ημέρα που παρέλαβε το Τεκμήριο 4 συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο και αφού του υπέδειξε την επίδικη επιταγή ο τελευταίος του επιβεβαίωσε την ύπαρξη της υπογραφής του σ' αυτή ενημερώνοντας τον παράλληλα ότι γνώριζε το λόγο για τον οποίον την έκδωσε. Όπως ανάφερε ο μάρτυρας, επειδή ο Κωστάκης Ευαγόρου απέτυχε να συγκεντρώσει το ποσό των Λ.Κ.£250.000,00 μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 2009, προχώρησε και κατάθεσε την επίδικη επιταγή στις 04.02.09 με σκοπό την εξαργύρωση της, η οποία όμως δεν τιμήθηκε αφού επιστράφηκε με την ένδειξη 'Να παρουσιαστεί ξανά-Ανεπαρκή υπόλοιπα' και με δεύτερη ένδειξη ότι ο λογαριασμός του κατηγορουμένου παγοποιήθηκε ΚΑΠ. Ο ΜΚ3 επίσης ανάφερε ότι η παραπονούμενη εταιρεία απέστειλε δια του δικηγόρου της επιστολή στον κατηγορούμενο, πλην όμως ο τελευταίος δεν συμμορφώθηκε με το περιεχόμενο της. Αντίγραφο της επιστολής αυτής κατατέθηκε από το μάρτυρα αυτός ως Τεκμήριο 13Α. Ο μάρτυρας επιπλέον δήλωσε πως μετά την καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης πληρώθηκε το ποσό των €80.000,00 στον προσωπικό λογαριασμό του. Φωτοαντίγραφο του τραπεζικού εγγράφου που δείχνει την κατάθεση του προαναφερόμενου ποσού κατατέθηκε από τον ΜΚ3 ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 , μεταξύ άλλων, επανέλαβε ότι ο ίδιος συμπλήρωσε την ημερομηνία που η επίδικη επιταγή θα ήταν πληρωτέα (29.12.08) στην παρουσία του πατέρα του κατηγορουμένου αφού πρώτα τη συμφώνησε μαζί του. Διευκρίνισε δε ότι η εν λόγω επιταγή δόθηκε σ' αυτόν από τον Κωστάκη Ευαγόρου με σκοπό την αντικατάσταση της προηγούμενης επιταγής που του είχε δώσει (Τεκμήριο 9) ως εξασφάλιση για τη μεταβίβαση του ακινήτου. Ο μάρτυρας επίσης επανέλαβε τη θέση του ότι κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας τηλεφώνησε και συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 1-2 ημέρες μετά που ο Κωστάκης Ευαγόρου του έδωσε την επίδικη επιταγή έτσι ώστε να επιβεβαιώσει ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση για το Τεκμήριο 4, το ποσό που αυτό έφερε, το σκοπό της έκδοσης του, ότι το εν λόγω τεκμήριο όντως ήταν δικό του και ότι ο ίδιος το υπέγραψε. Σύμφωνα με το μάρτυρα, κατά την πιο πάνω συνάντηση εισέπραξε θετικές απαντήσεις από τον κατηγορούμενο για όλα τα ερωτήματα εξαιτίας των οποίων είχε διευθετηθεί η συνάντηση αυτή. Ο μάρτυρας επανέλαβε ακόμη ότι έναντι της επίδικης επιταγής έλαβε ποσό €80.000,00 αφού πρώτα του είχε ζητηθεί ο προσωπικός λογαριασμός που είχε στην Τράπεζα Κύπρου από τον πατέρα του κατηγορουμένου με σκοπό να εμβάσει ολόκληρο το ποσό της επίδικης επιταγής. Η ΜΚ4 στην κυρίως εξέταση της ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι είχε φιλική και οικογενειακή σχέση με τον κατηγορούμενο. Επιβεβαιώνοντας δηλώσεις του ΜΚ3, είπε ότι ο Κωστάκης Ευαγόρου επιθυμούσε την αγορά του επίδικου ακινήτου με υποθήκη και έτσι ζήτησε τη βοήθεια της, ως υπαλλήλου του κτηματολογίου, να μεσολαβήσει για την ταχεία ολοκλήρωση της πράξης της υποθήκευσης. Επειδή ο ΜΚ3, ο οποίος είναι κουμπάρος της, της είπε ότι επιθυμούσε να αγοράσει ακίνητο στην περιοχή Μακεδονίας και το ακίνητο που ο Κωστάκης Ευαγόρου ενδιαφερόταν να αγοράσει βρισκόταν στην ίδια περιοχή, η μάρτυρας έφερε σε επαφή τον ΜΚ3 με τον Κωστάκη Ευαγόρου. Όπως είπε η μάρτυρας, η επαφή των δύο ανδρών υπήρξε επιτυχής και επισφραγίστηκε με την υπογραφή του Τεκμηρίου 10 που ήταν τυποποιημένο πωλητήριο έγγραφο, το οποίο η ίδια συμπλήρωσε. Από ότι πληροφορήθηκε η μάρτυρας από τον ΜΚ3, ο τελευταίος έδωσε στον Κωστάκη Ευαγόρου ποσό ύψους Λ.Κ.£250.000,00 χωρίς να γνωρίζει τι απέγιναν. Από ότι η ίδια γνωρίζει όμως καμία μεταβίβαση έγινε είτε ολόκληρου είτε των 2.000 τ.μ. του επιδίκου ακινήτου εις το όνομα του Κωστάκη Ευαγόρου ή του ΜΚ
- Γνωρίζει ακόμη ότι τόσο ο Κωστάκη Ευαγόρου όσο και ο ΜΚ3 εγκατέλειψαν τις προσπάθειες τους για μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου. Η εν λόγω μάρτυρας γνωρίζει επίσης ότι την επίδικη επιταγή την υπέγραψε ο κατηγορούμενος επειδή της το είπε ο ΜΚ3 ενώ επιπλέον γνωρίζει ότι ο Κωστάκης Ευαγόρου βρίσκεται στο Κ.Α.Π. με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην μπορεί να εκδίδει επιταγές. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, επειδή η ίδια αισθανόταν ότι είχε ευθύνη απέναντι στον ΜΚ3 για την κατάσταση που δημιουργήθηκε, μετέβηκε στο γραφείο του Κωστάκη Ευαγόρου μετά που αυτός παρέδωσε το Τεκμήριο 4 στον ΜΚ3 για να της εξηγήσει τι απέγιναν τα χρήματα που εισέπραξε από τον κουμπάρο της. Κατά την αντεξέταση της, η ΜΚ4, ανάμεσα σ' άλλα, διευκρίνισε ότι το Τεκμήριο 9 υπογράφηκε από τον Κωστάκη Ευαγόρου στην παρουσία της ενώ το ότι το Τεκμήριο 4 δόθηκε στον ΜΚ3 της το επιβεβαίωσαν τόσο ο Κωστάκης Ευαγόρου όσο και ο ΜΚ3, χωρίς όμως η ίδια να είναι παρούσα στην παράδοση αυτή. Περαιτέρω, η εν λόγω μάρτυρας δήλωσε πως, το φθινόπωρο 2008 χωρίς όμως να είναι βέβαιη γι' αυτό, ο κατηγορούμενος έμαθε από την ίδια ότι ο ΜΚ3 είχε στην κατοχή του την επίδικη επιταγή και ότι ήταν για το ποσό των €427.150,
- Όπως της είπε ο ΜΚ3, επειδή ο Κωστάκης Ευαγόρου βρισκόταν στο Κ.Α.Π. και δεν μπορούσε να εκδώσει άλλη επιταγή, ο κατηγορούμενος έκδωσε και υπέγραψε το Τεκμήριο
- Η μάρτυρας πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος δεν υπέγραψε την επίδικη επιταγή για το ποσό των €427.150,36 και αυτό το αποδίδει στην έκφραση του προσώπου του αλλά και από τον τρόπο που αυτός αντέδρασε δείχνοντας φόβο. Η ΜΚ4 ανάφερε ακόμη πως ο κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την πώληση του επιδίκου ακινήτου. Επανεξεταζόμενη η μάρτυρας διευκρίνισε πως η ίδια αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε εκδώσει επιταγές για άλλες περιπτώσεις και εκ των υστέρων όταν του ανάφερε το θέμα της επίδικης επιταγής ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε με τη σειρά του ότι μία από αυτές πήγαινε σ' αυτό το σκοπό και γι' αυτό το ποσό. Τελικές Αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση του ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεκτεί την εκδοχή της παραπονούμενης και να απορρίψει τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου ως αναληθείς και παράλογους. Σχολιάζοντας την προσαχθείσα μαρτυρία ο κύριος Στυλιανού, ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι μέσα από αυτή έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και με αναφορά σε αποφάσεις και νομικά συγγράμματα κάλεσε το Δικαστήριο να καταδικάσει τον κατηγορούμενο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αντίθετα, ο συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε στο Δικαστήριο πως μέσα από την μαρτυρία διαφάνηκε πως δεν αποδείχτηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος κατηγορείται. Ο κύριος Θωμά ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την πατρότητα της υπογραφής του κατηγορουμένου στην επίδικη επιταγή τη στιγμή που η θέση του κατηγορουμένου είναι ότι δεν έκδωσε και δεν υπέγραψε το Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο η μαρτυρία του ΜΚ1 στο θέμα αυτό δεν ήταν επαρκής και κάλεσε το Δικαστήριο να μην την αποδεχτεί. Με παραπομπή σε κυπριακή νομολογία ο κύριος Θωμά κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο. Τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανάφεραν στο Δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα επίσημα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο και χρήσιμο να παραθέσω το περιεχόμενο τους κατά τρόπο αναλυτικό, εκτός μόνο όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων. Οι νομικές θέσεις καθώς και η νομική επιχειρηματολογία τους αλλά και η νομική βάση επί της οποίας εδράζονται, όπως αυτά εκτέθηκαν από τους συνηγόρους, έχουν εξεταστεί με τη δέουσα προσοχή και σοβαρότητα, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αναλόγως αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων.[1] Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της.[2] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο.[3] Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών.[4] Αναφορικά με τον κατηγορούμενο, αυτός προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν, εξασκώντας έτσι το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Είναι γνωστό ότι η παροχή ανώμοτης κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος του κατηγορουμένου αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του. Είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορούμενου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης.[5] Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Με βάση τις προαναφερόμενες αρχές το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο ΜΚ1 έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Χωρίς να έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την υπόθεση αυτή ήλθε στο Δικαστήριο και περιέγραψε με ειλικρίνεια τα γεγονότα που ο ίδιος προσωπικά βίωσε. Ήταν απλός, κατατοπιστικός και ουσιαστικός στις απαντήσεις που έδιδε χωρίς προσχεδιασμό και οποιαδήποτε τάση υπερβολής. Η μαρτυρία του υποστηρίζεται από τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Η δε αξιοπιστία του παρέμεινε αλώβητη και μετά την αντεξέταση του και ως εκ τούτου δέχομαι τη μαρτυρία του ως εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Αποδέχομαι ακόμη ως αξιόπιστα και αληθή τα Τεκμήρια 1, 2, 3, 4 και 5, τα οποία κατατέθηκαν από τον ΜΚ1 και αποτελούν μέρος της μαρτυρίας του. Η ΜΚ2 έκαμε επίσης καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ως υπάλληλος της τράπεζας στην οποίαν κατατέθηκε η επίδικη επιταγή, η μαρτυρία της ήταν απλή και συγκεκριμένη και ταυτόχρονα απαλλαγμένη από στοιχεία συμφέροντος, κατασκευής και υπερβολής ενώ παράλληλα επαληθεύεται από έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Χωρίς να υποπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις η μαρτυρία της παρέμεινε ακλόνητη μέχρι τέλους και συνεπώς την αποδέχομαι ως αξιόπιστη και αληθή. Περαιτέρω, αποδέχομαι ως αξιόπιστο και αληθές το Τεκμήριο 6 που αποτελεί μέρος της μαρτυρίας της ΜΚ2 και που κατατέθηκε στο Δικαστήριο από την ίδια. Ο ΜΚ3 ήταν ειλικρινής μάρτυρας. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αμεσότητα, ευθύτητα και σαφήνεια. Έδωσε ξεκάθαρες απαντήσεις σε καίρια ερωτήματα χωρίς να δώσει την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι τις προσχεδίαζε και χωρίς οποιαδήποτε τάση υπερβολής. Η μαρτυρία του υποστηρίζεται από ορισμένα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Παρά την έντονη και πιεστική αντεξέταση στην οποία υπεβλήθηκε, δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις που θα μόλυναν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του. Μικρές διαφορές που παρατηρήθηκαν μεταξύ της κυρίως εξέτασης και της αντεξέτασης του ήταν επουσιώδεις οι οποίες δικαιολογούνται τόσο από το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τότε που τα γεγονότα που βίωσε συνέβησαν μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης του στο Δικαστήριο, ήτοι 3 έτη περίπου, όσο και λόγω της μεγάλης έντασης και πίεσης που βρισκόταν κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του, παράγοντες οι οποίοι ανάγκασαν τον μάρτυρα αυτό στο να μην αποδώσει σε κάποιες περιπτώσεις επ' ακριβώς εκφραστικά αυτό που πραγματικά επιθυμούσε να επισημάνει ως γεγονός. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τοποθέτηση του ΜΚ3 στην κυρίως εξέταση του ότι η επίδικη επιταγή του δόθηκε στα πλαίσια επιστροφής του ποσού των Λ.Κ.£250.000,00 που η παραπονούμενη εταιρεία αρχικά είχε δώσει στον Κωστάκη Ευαγόρου ως έναντι του συμφωνημένου τιμήματος αγοράς μεριδίου του ακινήτου και αφού η παραπονούμενη εταιρεία σταμάτησε να ενδιαφέρεται πλέον για την συναλλαγή, η οποία τοποθέτηση διέφερε λεκτικά από αυτή που δόθηκε επί του ιδίου σημείου από τον ΜΚ3 κατά την αντεξέταση του και ήταν ότι ο λόγος που του δόθηκε η επίδικη επιταγή ήταν εις αντικατάσταση της επιταγής του Κωστάκη Ευαγόρου (Τεκμήριο 9) αλλά και ως εξασφάλιση για τη μεταβίβαση του μεριδίου του ακινήτου. Εξετάζοντας όμως με σχολαστικότητα και με πάσα προσοχή ολόκληρη τη μαρτυρία του ΜΚ3 μέσα από την αντεξέταση του, κρίνω ότι αυτό που ο ΜΚ3 πραγματικά επιθυμούσε να εξηγήσει επί του θέματος αυτού ήταν ότι η παραπονούμενη εταιρεία ζητούσε επιστροφή των χρημάτων που έδωσε με σκοπό να της μεταβιβαστεί μερίδιο του ακινήτου επειδή διαπίστωσε ότι ο πατέρας του κατηγορούμενου δεν ήταν σε θέση να τηρήσει τις υποσχέσεις του αλλά και το συμφωνητικό έγγραφο που υπέγραψε (Τεκμήριο 10). Σεβόμενος ωστόσο τις συνεχείς παρακλήσεις τόσο του Κωστάκη Ευαγόρου όσο και του ιδίου του κατηγορουμένου, ο ΜΚ3, εκ μέρους και για λογαριασμό της παραπονούμενης εταιρείας ως διευθυντής της, έδιδε διάφορες πιστώσεις χρόνου με την ελπίδα ότι έστω και την υστάτη ο πατέρας του κατηγορουμένου θα υλοποιούσε τις δεσμεύσεις που ανέλαβε αναφορικά με τη μεταβίβαση μεριδίου του ακινήτου και δεν θα χρειαζόταν έτσι η εξαργύρωση της επίδικης επιταγής. Σκοπός όμως της παραπονούμενης εταιρείας ήταν πάντοτε η κατάθεση της επίδικης επιταγής για να πάρει τα χρήματα της πίσω. Αυτό που ο μάρτυρας εννοούσε μέσα από τα λεγόμενα του ήταν ότι θεωρούσε την εν λόγω επιταγή ως εγγύηση για την επιστροφή των χρημάτων της παραπονούμενης εταιρείας. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση που ο ΜΚ3 έδωσε σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση του: "Την επιταγή [δηλαδή το Τεκμήριο 4] την πήρα για εξασφάλιση των λεφτών μου. Αυτό ήταν το βασικό. Έπρεπε να εξασκήσω πίεση. Να πάρω τα χρήματα μου με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο." Σε καμία περίπτωση ωστόσο αυτές οι μικροαντιφάσεις, εξεταζόμενες υπό το πρίσμα της συνολικής μαρτυρίας του ΜΚ3, ήταν ικανές από μόνες τους στο να κλονίσουν το ψηλό επίπεδο αξιοπιστίας που ο εν λόγω μάρτυρας διέθετε. Ούτε και επηρέασαν τα κεφαλαιώδη επίδικα θέματα της υπόθεσης σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Κατά συνέπεια, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ3 ως αληθή στην ολότητα της. Επίσης, αποδέχομαι και τα Τεκμήρια 7, 8Α, 8Β, 8Γ, 8Δ, 9, 10, 11, 12, 13Α, 13Β και 14, τα οποία κατατέθηκαν από τον ΜΚ3 και αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του. Η ΜΚ4, ενώ ήταν μάρτυρας γεγονότων, εντούτοις η μαρτυρία της δεν περιορίστηκε απλώς στην εξιστόρηση των συμβάντων που συνέβηκαν εντός της σφαίρας των γνώσεων της. Αντίθετα, έδωσε μαρτυρία που περιλάμβανε υποκειμενικές διαπιστώσεις και προσωπικές αντιλήψεις που στερούνταν πραγματικού υποβάθρου, λεπτομερειών και στοιχείων που θα τη δικαιολογούσαν και θα την μετέτρεπαν σε πειστική. Συγκεκριμένα η μάρτυρας: (α) Ανάφερε πως ο κατηγορούμενος έμαθε από την ίδια το φθινόπωρο 2008, χωρίς όμως να είναι βέβαιη γι' αυτό, ότι ο ΜΚ3 είχε την επίδικη επιταγή στην κατοχή του μη αναφέροντας ωστόσο οτιδήποτε περαιτέρω, πράγμα που δεν επρόκειτο για γεγονός αλλά μία υποκειμενική διαπίστωση από την οποία απουσιάζει το πραγματικό υπόβαθρο και όλες οι σχετικές πληροφορίες που θα την έκαμνε πειστική και κατ' επέκταση θα την δικαιολογούσε. Συνεπώς, αυτή η θέση της δεν γίνεται αποδεχτή από το Δικαστήριο. (β) Πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος δεν υπέγραψε την επίδικη επιταγή λόγω της έκφρασης του προσώπου του αλλά και από τον τρόπο που αντέδρασε, κάτι που δεν αποτελεί γεγονός αλλά προσωπική αντίληψη η οποία δεν μπορεί κι ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεχτή. (γ) Διευκρίνισε ότι αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε εκδώσει επιταγές για άλλες περιπτώσεις και εκ των υστέρων όταν του το είπε ο ίδιος αντιλήφθηκε με τη σειρά του ότι μία από αυτές πήγαιναν σ' αυτό το σκοπό και για το ποσό των €427.150,
- Αυτό σίγουρα δεν πρόκειται για γεγονός αλλά αποτελεί καθαρά προσωπική εκτίμηση της ΜΚ4 ως προς το τι η ίδια κατάλαβε πως ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε το ζήτημα αυτό. Ούτε αυτό μπορεί να γίνει αποδεχτό και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεχτό από το Δικαστήριο. Αποδέχομαι ωστόσο την υπόλοιπη μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρα που σχετίζεται αποκλειστικά και μόνο με την περιγραφή των γεγονότων που γνωρίζει προσωπικά και υποστηρίζονται από πραγματική μαρτυρία. Όσον αφορά την ανώμοτη κατάθεση του κατηγορουμένου το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ότι αυτή δεν υπέστηκε τη δοκιμασία της αντεξέτασης. Παρόλα αυτά αξιολογώντας την στο βαθμό που της αναλογεί το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα για τους εξής λόγους: (α) Ενώ μέσα από την εν λόγω κατάθεση του ο κατηγορούμενος δηλώνει ότι δεν έκδωσε ή υπέγραψε οποιαδήποτε επιταγή, στην αντεξέταση του ΜΚ1 ερώτησε δια του συνηγόρου του κατά πόσο ο κατηγορούμενος μετά την καταχώρηση του ονόματος του στο Κ.Α.Π. έκδωσε και άλλη επιταγή εκτός από την επίδικη, αποδεχόμενος έτσι ότι ο ίδιος έκδωσε και υπέγραψε το Τεκμήριο
- (β) Ενώ ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε από την ΜΚ4 ότι ο πατέρας του έδωσε στον ΜΚ3 την επίδικη επιταγή, δεν της ανάφερε ότι ο ίδιος δεν έκδωσε την εν λόγω επιταγή καθώς επίσης ότι ούτε την υπέγραψε. (γ) Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ενώ από τη μια ο κατηγορούμενος αρνείται μέσα από την κατάθεση του ότι έκδωσε και υπέγραψε την επίδικη επιταγή αγνοώντας, ως ο ισχυρισμός του, πως αυτή κατέληξε στα χέρια του ΜΚ3, από την άλλη ο ίδιος από τη στιγμή που ενημερώνεται για την ύπαρξη τέτοιας επιταγής δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε καταγγελία προς την αστυνομία είτε για πλαστογραφία είτε για εξαπάτηση του, ούτε προβαίνει σε διαβήματα με σκοπό την ανάκληση της πληρωμής της στη βάση εύλογης αιτίας, ούτε και ζητεί να του επιστραφεί το Τεκμήριο 4 και γενικά δεν εκδηλώνει συμπεριφορά αντίδρασης και απόρριψης σε σχέση με την επιταγή, χωρίς μέσα από την εν λόγω κατάθεση του να παρέχεται οποιαδήποτε εξήγηση για όλα αυτά. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής αλλά λαμβάνοντας υπόψη μου και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Η παραπονούμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, η οποία αρχικά λειτουργούσε με την επωνυμία George A. Chrysostomou Trading Limited και αργότερα μετονομάστηκε σε 'ΤΟ ΕΠΙΛΕΚΤΟΝ ΛΙΜΙΤΕΔ' (Τεκμήρια 8Α και 8Β). Ένας εκ των διευθυντών και μετόχων της παραπονούμενης εταιρείας είναι ο Γεώργιος Χρυσοστόμου-ΜΚ3 (Τεκμήρια 8Γ και 8Δ). Επειδή η παραπονούμενη εταιρεία επιθυμούσε να αγοράσει ακίνητο με τοποθεσία στη Λεωφόρο Μακεδονίας, γνώρισε μέσω της κουμπάρας του ΜΚ3, Άντρης Ελευθερίου (ΜΚ4) που εργαζόταν στο τμήμα επιτόπιας έρευνας του κτηματολογίου, τον πατέρα του κατηγορουμένου, Κωστάκη Ευαγόρου, ο οποίος ενδιαφέρθηκε για την αγορά ενός ακινήτου που ανήκε σε τουρκοκύπριους συνιδιοκτήτες και βρισκόταν στη Λεωφόρο Μακεδονίας στα Κάτω Πολεμίδια της επαρχίας Λεμεσού συνολικής έκτασης 12.000 τ.μ. περίπου. Η παραπονούμενη εταιρεία δια του ΜΚ3, ως διευθυντή της, συμφώνησε με τον Κωστάκη Ευαγόρου να της πωλήσει και μεταβιβάσει μέρος του πιο πάνω ακινήτου έκτασης 2.000 τ.μ. έναντι του συμφωνημένου τιμήματος των Λ.Κ.£620.000,
- Επισφραγίζοντας τη συμφωνία τους η παραπονούμενη εταιρεία και ο Κωστάκης Ευαγόρου υπέγραψαν στην παρουσία μαρτύρων σχετικό συμβόλαιο, το οποίο συμπληρώθηκε από την ΜΚ4 (Τεκμήριο 10). Εκ μέρους και για λογαριασμό της παραπονούμενης εταιρείας υπέγραψε ο ΜΚ
- Τον Οκτώβριο 2007 η παραπονούμενη εταιρεία πλήρωσε στον Κωστάκη Ευαγόρου το ποσό των Λ.Κ.£250.000,00 υπό τη μορφή τραπεζικής επιταγής υπ' αριθμό 5011656-6 ημερομηνίας 12.10.07 που εκδόθηκε και υπογράφηκε από την Emporiki Bank-Cyprus Ltd με δικαιούχο τον Κωστάκη Ευαγόρου, προερχόμενη από το λογαριασμό 130000001-7 της παραπονούμενης εταιρείας τον οποίον και χρέωσε με το ποσό των Λ.Κ.£230.000,00 (Τεκμήριο 6) καθώς και Λ.Κ.£20.000,00 σε μετρητά τα οποία ο ΜΚ3 απέσυρε από το λογαριασμό της παραπονούμενης εταιρείας και παρέδωσε στον Κωστάκη Ευαγόρου (Τεκμήριο 11). Η προαναφερόμενη επιταγή παραδόθηκε στον Κωστάκη Ευαγόρου, ο οποίος την εξαργύρωσε εισπράττοντας τα χρήματα αφού πρώτα την κατάθεσε στις 12.10.07 στην Emporiki Bank-Cyprus Ltd. Συμφωνήθηκε μεταξύ της παραπονούμενης εταιρείας και του Κωστάκη Ευαγόρου πως το συνολικό ποσό των Λ.Κ.£250.000,00 που η παραπονούμενη εταιρεία κατέβαλε στον Κωστάκη Ευαγόρου να υπολογιστεί ως πληρωμή έναντι του συμφωνημένου τιμήματος αγοράς του μεριδίου του ακινήτου με το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.£370.000,00 να πληρωνόταν κατά την μεταβίβαση του μεριδίου του ακινήτου στην παραπονούμενη εταιρεία. Ως εγγύηση του ποσού που είσπραξε, ο Κωστάκης Ευαγόρου παρέδωσε την επιταγή της Alpha Bank Cyprus Ltd υπ' αριθμό 14934865 για το ποσό των Λ.Κ.£250.000,00 με δικαιούχο την παραπονούμενη εταιρεία, η οποία επιταγή συμπληρώθηκε από την ΜΚ4 που ήταν παρούσα τη στιγμή εκείνη (Τεκμήριο 9). Η επιταγή αυτή προέρχεται από το λογαριασμό υπ' αριθμό 519-101-003156-9 ο οποίος ανήκει στην Kalopond Developments Limited. Έκτοτε, ο ΜΚ3 επισκέφθηκε διάφορες φορές τον Κωστάκη Ευαγόρου για να ενημερωθεί για την εξέλιξη της υπόθεσης του μέσα από τις οποίες γνώρισε και τον κατηγορούμενο. Επειδή όμως διαπίστωσε πως ο χρόνος κυλούσε χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα ο ΜΚ3 γνωστοποίησε στον Κωστάκη Ευαγόρου ότι η παραπονούμενη εταιρεία δεν ενδιαφερόταν πλέον για την αγορά του μεριδίου του ακινήτου και ως αποτέλεσμα αυτού ζήτησε την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.£250.000,00, πράγμα που ο Κωστάκης Ευαγόρου αποδέχτηκε. Ο Κωστάκης Ευαγόρου τότε ζήτησε πίστωση χρόνου για να επιστρέψει το πιο πάνω ποσό μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου
- Σε αντίθετη περίπτωση, η παραπονούμενη εταιρεία θα μπορούσε να εξαργυρώσει την επιταγή της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Ύψωνα Λόφου υπ' αριθμό 05418339 που ο Κωστάκης Ευαγόρου έδωσε αρχές Ιουλίου 2008 στον ΜΚ3 και αφού στο μεταξύ είχε λήξει περί τα τέλη Ιουνίου 2008 η προθεσμία κατάθεσης του Τεκμηρίου
- Η εν λόγω επιταγή έφερε ημερομηνία πληρωμής 29.12.08, σημείωνε ως δικαιούχο την επωνυμία της παραπονούμενης εταιρείας, ήταν υπογραμμένη από τον κατηγορούμενο και ήταν για το ποσό των €427.150,
- Όταν δόθηκε η επιταγή αυτή στον ΜΚ3 από τον Κωστάκη Ευαγόρου ήταν μόνο υπογραμμένη και στη συνέχεια συμπληρώθηκε από τον ΜΚ3 στην παρουσία του Κωστάκη Ευαγόρου (Τεκμήριο 4). Η επιταγή αυτή προερχόταν από τον λογαριασμό υπ' αριθμό 20024-40-01958-7, ο οποίος ανήκε στον κατηγορούμενο. Τις επόμενες 1-2 ημέρες που ο ΜΚ3 παρέλαβε την επίδικη επιταγή συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο και αφού του υπέδειξε το Τεκμήριο 4 ο τελευταίος του επιβεβαίωσε την ύπαρξη της υπογραφής του σ' αυτή ενημερώνοντας τον παράλληλα ότι γνώριζε το λόγο για τον οποίον την έκδωσε. Επειδή ο Κωστάκης Ευαγόρου απέτυχε να συγκεντρώσει το ποσό των Λ.Κ.£250.000,00 μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 2009, ο ΜΚ3 προχώρησε και κατάθεσε την επίδικη επιταγή στις 04.02.09 με σκοπό την εξαργύρωση της, η οποία όμως αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη 'Να παρουσιαστεί ξανά-Ανεπαρκή υπόλοιπα' και με δεύτερη ένδειξη ότι ο λογαριασμός του κατηγορουμένου παγοποιήθηκε Κ.Α.Π. φέροντας δύο αντίστοιχες τραπεζικές σφραγίδες ημερομηνίας 09.02.09 και υπογραφές αρμοδίου υπαλλήλου. Ο προαναφερόμενος λογαριασμός από τον οποίον προέρχεται η επίδικη επιταγή ανοίχτηκε με σκοπό να κινείται χωρίς διευκόλυνση παρατραβήγματος αλλά μόνο με τα δικά του κεφάλαια με βάση σχετικό βιβλιάριο επιταγών ως το έντυπο δείγματος υπογραφής του κατηγορουμένου (Τεκμήριο 1). Ο εν λόγω λογαριασμός σταμάτησε να λειτουργεί από τις 06.06.08 όταν αυτός παγοποιήθηκε και το όνομα του κατηγορουμένου καταχωρήθηκε στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών ('Κ.Α.Π.') επειδή ο κατηγορούμενος έκδωσε επιταγές που δεν τιμήθηκαν, πράγμα που ο τελευταίος γνώριζε κατόπιν σχετικής επιστολής ημερομηνίας 23.06.08 που του αποστάληκε από την ΣΠΕ Ύψωνα Λόφου και ο ίδιος παρέλαβε προσωπικά στις 07.08.08 (Τεκμήριο 2). Ο ΜΚ1 που εργαζόταν στην ΣΠΕ Ύψωνα Λόφου και ήταν ο υπεύθυνος του λογαριασμού από τον οποίον εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, αναγνώρισε την υπογραφή που το Τεκμήριο 4 φέρει ως αυτή του κατηγορουμένου κατόπιν σύγκρισης της που ο ίδιος έκαμε με την υπογραφή που υπάρχει στο έντυπο δείγματος υπογραφής του κατηγορουμένου που ο τελευταίος έδωσε στον πιστωτικό οργανισμό. Κατά την περίοδο 01.01.08-30.12.08 ο πιο πάνω τρεχούμενος λογαριασμός ήταν χρεωστικός και κατά τις 30.12.08 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €42.487,87 (Τεκμήρια 3 και 5). Ακολούθως, η παραπονούμενη εταιρεία απέστειλε δια του δικηγόρου της στον κατηγορούμενο επιστολή ημερομηνίας 26.02.09, πλην όμως ο τελευταίος δεν συμμορφώθηκε με το περιεχόμενο της (Τεκμήριο 13Α). Ο κατηγορούμενος παρέλαβε προσωπικά την επιστολή αυτή στις 04.03.09 (Τεκμήριο 13Β). Μετά την καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης, πληρώθηκε το ποσό των €80.000,00 στον προσωπικό λογαριασμό του ΜΚ3 (Τεκμήριο 14). Η επίδικη επιταγή παρέμεινε και παραμένει μέχρι σήμερα χωρίς εξόφληση. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό πλαίσιο του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο όρος 'επιταγή' σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσης της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή. Το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα διέπεται από το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το οποίο προνοεί τα εξής: "Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποίαν αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίαση της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος να εκδώσει επιταγή, (β) η οποία επιταγή κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, (γ) παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, (δ) δεν εξοφλείται, (ε) λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, (στ) και παραμένει απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της. Το πρώτο συστατικό στοιχείο του πιο πάνω αδικήματος είναι η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο. Το ότι το Τεκμήριο 4 είναι επιταγή εντός της έννοιας του νόμου δεν αμφισβητείται από τον κατηγορούμενο. Εξάλλου, το έγγραφο αυτό συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά και ουσιώδη γνωρίσματα που θα πρέπει να διαθέτει ένα έγγραφο για να θεωρείται επιταγή σύμφωνα με το άρθρο 74Γ
(6)του Κεφ.262 καθότι υπάρχει σ' αυτό ο αύξων αριθμός επιταγής, το όνομα του πιστωτικού οργανισμού που διαθέτει το λογαριασμό στον οποίον θα χρεωνόταν και επί του οποίου σύρεται η επιταγή, ο αριθμός λογαριασμός του κατηγορουμένου καθώς και το ποσό της επιταγής το οποίο έχει αναγραφεί κατόπιν εξουσιοδότησης του κατηγορουμένου. Αποτελεί όμως θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος δεν έκδωσε και δεν υπέγραψε την εν λόγω επιταγή. Εμμέσως πλην σαφώς ο κατηγορούμενος επικαλείται τη μη συμπλήρωση της επίδικης επιταγής από τον ίδιο για να ισχυριστεί μη έκδοση της. Η έκδοση της επιταγής αλλά και η απόδειξη με νομικά αποδεχτό τρόπο της πατρότητας της υπογραφής που εμφανίζεται σ' αυτή αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος που η κατηγορούσα αρχή χρειάζεται να στοιχειοθετήσει στα πλαίσια θεμελίωσης του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα.[6] Σε σχέση με το θέμα της υπογραφής καταλυτική είναι η μαρτυρία του ΜΚ1 που εργαζόταν στην ΣΠΕ Ύψωνα Λόφου και ήταν ο υπεύθυνος του λογαριασμού από τον οποίον εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, ο οποίος ανάφερε στο Δικαστήριο ότι προσωπικά προέβηκε σε σύγκριση της υπογραφής που η επίδικη επιταγή φέρει με την υπογραφή που υπάρχει στο έντυπο δείγματος υπογραφής του κατηγορουμένου που ο τελευταίος έδωσε στον πιστωτικό οργανισμό διαπιστώνοντας ότι επρόκειτο για την υπογραφή του κατηγορούμενου. Εξίσου σημαντική είναι και η μαρτυρία του ΜΚ3, ο οποίος ανάφερε ότι 1-2 ημέρες μετά που ο ΜΚ3 παρέλαβε την επίδικη επιταγή από τον πατέρα του κατηγορουμένου (ήτοι αρχές Ιουλίου 2008) συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο και αφού του υπέδειξε το Τεκμήριο 4 ο τελευταίος του επιβεβαίωσε την ύπαρξη της υπογραφής του σ' αυτή ενημερώνοντας τον παράλληλα ότι γνώριζε το λόγο για τον οποίον την έκδωσε, γεγονός εξάλλου που αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου. Από την άλλη ο κατηγορούμενος μέσα από την ανώμοτη κατάθεση του προβαίνει σε γενική άρνηση αναφορικά με την έκδοση και υπογραφή της επίδικης επιταγής χωρίς να δίδει οποιεσδήποτε εξηγήσεις, πράγμα που, μεταξύ άλλων, οδήγησε το Δικαστήριο στο να μην της προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα. Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι η πατρότητα της υπογραφής έπρεπε να αποδειχθεί μόνο είτε με μάρτυρα στην παρουσία του οποίου υπογράφηκε η επίδικη επιταγή είτε με τη βοήθεια γραφολόγου δεν με βρίσκει σύμφωνο. Με βάση το λεκτικό της απόφασης στην υπόθεση Μάρω Χ'' Ιωάννου v. Δημήτρη Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ.62 οι προαναφερόμενοι τρόποι δεν είναι και οι μοναδικές επιλογές που παρέχονται αλλά απλώς παραδείγματα χωρίς έτσι να αποκλείεται και η χρησιμοποίηση άλλων διαζευκτικών τρόπων. Εναλλακτικά υπάρχει και η επιλογή του αρμοδίου υπαλλήλου του πιστωτικού οργανισμού επί του οποίου διατηρείται ο λογαριασμός από όπου προέρχεται η επίδικη επιταγή και που προβαίνει καθημερινά σε σύγκριση της υπογραφής στη βάση συγκεκριμένου δείγματος υπογραφής που ο εκδότης του βιβλιαρίου επιταγών τον προμηθεύει. Τυχόν παραγνώριση του τρόπου αυτού ουσιαστικά αχρηστεύει τη μέθοδο που οι πιστωτικοί οργανισμοί χρησιμοποιούν καθημερινά και συστηματικά για να ελέγχουν στο μέτρο των δυνατοτήτων τους τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές που διεξάγονται με τη βοήθεια επιταγών και παράλληλα στέλλει το λανθασμένο μήνυμα εγκατάλειψης αυτού του συστήματος. Περαιτέρω, μέσα από το κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Η Απόδειξη-Το Δίκαιον της Απόδειξης όπως εφαρμόζεται στην Κύπρο' του Γιώργου Κακογιάννη επισημαίνεται με σαφήνεια ότι η απόδειξη γραφικού χαρακτήρα μπορεί να αποδειχθεί, ανάμεσα σ' άλλα με μαρτυρία γνώμης, από μη πραγματογνώμονα. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 28-08 της σελίδας 694 αυτού τονίζεται πως είναι νομικά αποδεχτή η απόδειξη γραφικού χαρακτήρα από μάρτυρα που δεν είναι πραγματογνώμονας επειδή πρόκειται για ένα από τα ζητήματα για τα οποία μπορεί να δοθεί μαρτυρία γνώμης από μη πραγματογνώμονα. Σε τέτοια περίπτωση το μόνο που χρειάζεται να αποδειχτεί είναι ότι ο μάρτυρας είναι γνώστης του γραφικού χαρακτήρα του προσώπου που υπόγραψε ή έγραψε το επίδικο έγγραφο. Δεν χρειάζεται να τον είδε να γράφει αλλά αρκεί μόνο να έχει πάρει ένα εύλογο αριθμό εγγράφων γραμμένων ή υπογραμμένων από το πρόσωπο αυτό χωρίς να έχει σημασία υπό ποια ιδιότητα έλαβε τα έγγραφα. Στην υπόθεση Doe D. Mudd v. Suckermore
(1837)5 AD. & EL. 703 υποδείχθηκε πως ένα τέτοιο άτομο είναι ο γραμματέας του προσώπου που υπέγραψε το έγγραφο. Μία άλλη νομικά αποδεχτή μέθοδος είναι δια συγκρίσεως από μάρτυρα είτε εμπειρογνώμονα είτε μη της αμφισβητούμενης γραφής με γραφή που έχει υπόψη του από γνώση που έχει αποκτήσει προηγουμένως στη βάση της απλής πιθανολόγησης. Ίδια αναφορά σημειώνεται και στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)' του Τάκη Ηλιάδη όπου στη σελίδα 78 αυτού τονίζεται ότι η απόδειξη γραφικού χαρακτήρα δύναται να γίνει, μεταξύ άλλων, είτε με μαρτυρία γνώμης για το γραφικό χαρακτήρα από πρόσωπο που δεν είναι γραφολόγος εφόσον αποδειχθεί ότι ο μάρτυρας γνωρίζει καλά την υπογραφή του προσώπου που υπέγραψε το έγγραφο, είτε με σύγκριση της αμφισβητούμενης γραφής με μια άλλη γραφή που έχει αποδειχθεί ότι είναι γνήσια. Στην προκειμένη περίπτωση ο ΜΚ1 ήταν γνώστης της υπογραφής του κατηγορουμένου και ως εκ τούτου ήταν σε θέση με βάση το δείγμα υπογραφών (Τεκμήριο 1), το οποίο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ότι περιείχε τις γνήσιες υπογραφές του, να διαπιστώσει μέσω σύγκρισης ότι η υπογραφή στην επίδικη επιταγή ήταν η ίδια με την υπογραφή του κατηγορουμένου που εμφανιζόταν μέσα από το εν λόγω έντυπο. Επιπλέον, δεν μπορεί να παραγνωριστεί η θετική μαρτυρία του ΜΚ3 για συνάντηση που είχε με τον κατηγορούμενο, ο οποίος του επιβεβαίωσε την ύπαρξη της υπογραφής του σ' αυτή ενημερώνοντας τον παράλληλα ότι γνώριζε το λόγο για τον οποίον την έκδωσε, μαρτυρία η οποία έγινε αποδεχτή από το Δικαστήριο και κατ' επέκταση αποτελεί εύρημα του. Συνεπώς, αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε την επίδικη επιταγή. Όσον αφορά το θέμα της συμπλήρωσης, παραπέμπω στον ορισμό 'επιταγή' που παρέχεται στο ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.154 (άρθρο 4) που αποτελεί την κατ' εξοχήν νομοθεσία η οποία ρυθμίζει και προδιαγράφει τα όρια διάπραξης του αδικήματος με βάση το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο: " «Επιταγή» σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσης της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή." Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία προκύπτει πως η συμπλήρωση της επιταγής αποτελεί εντολή του εκδότη της προς τράπεζα για πληρωμή συγκεκριμένου ποσού σε ορισμένο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό. Ωστόσο το προαναφερόμενο λεκτικό δεν απαιτεί τη συμπλήρωση της επιταγής αποκλειστικά και μόνο από το χέρι του εκδότη. Είναι αρκετό η συμπλήρωση της επιταγής να πραγματοποιηθεί από άλλο πρόσωπο αλλά με τη συγκατάθεση ή εξουσιοδότηση του εκδότη της. Η επιταγή είναι μορφή συναλλαγματικής πληρωτέα εν όψει όταν αυτή είναι συμπληρωμένη κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα.[7] Η θέση αυτή υποστηρίζεται από την υπόθεση Τομάζου v. Σαββίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, ημερομηνίας 21.12.2010 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αφού εξέτασε τα γεγονότα της υπόθεσης δεν απέρριψε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου επί το ότι οι δύο επιταγές που δόθηκαν στον παραπονούμενο από τον εφεσείοντα ήταν η μεν πρώτη ασυμπλήρωτη ως προς το όνομα του δικαιούχου και την ημερομηνία η δε δεύτερη ως προς την ημερομηνία, αλλά για άλλους λόγους. Επίσης, η θέση αυτή υποστηρίζεται από το άρθρο 28 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262 μετά των συναφών τροποποιήσεων μέσα από το οποίο τονίζεται πως πρόσωπο το οποίο έχει υπογράψει συναλλαγματική ως εκδότης, αποδέκτης, ή οπισθογράφος, χωρίς να λάβει κάποια αξία γι' αυτή και με σκοπό να δανείσει το όνομα του σε κάποιο άλλο πρόσωπο, ως διευκολύνον μέρος, ευθύνεται για τη συναλλαγματική έναντι του κατόχου για αξία και είναι αδιάφορο κατά πόσο, όταν ο τέτοιος κάτοχος που έλαβε τη συναλλαγματική, γνώριζε ότι το μέρος αυτό ήταν διευκολύνον μέρος ή όχι.[8] Στην προκειμένη περίπτωση αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε το Τεκμήριο 4 δίδοντας το στον πατέρα του γνωρίζοντας τον σκοπό για τον οποίον εκδόθηκε. Οι ενέργειες αυτές του κατηγορουμένου με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος έδωσε εν λευκώ εξουσιοδότηση στον πατέρα του να συμπληρώσει αυτός τα κενά του Τεκμηρίου
- Δεν είναι απαραίτητο τέτοια εξουσιοδότηση να δίδεται γραπτώς. Τέτοια εξουσιοδότηση δύναται να προκύψει μέσα από λέξεις, στάση και συμπεριφορά. Διαφορετικά εάν ο κατηγορούμενος επιθυμούσε κάποιο άλλο πρόσωπο πλην της παραπονούμενης εταιρείας ως δικαιούχο του Τεκμηρίου 4 θα φρόντιζε είτε να συμπληρώσει ο ίδιος τα κενά και κυρίως θα σημείωνε το όνομα του άλλου αυτού προσώπου είτε να μετατρέψει το Τεκμήριο 4 μη μεταβιβάσιμο καθιστώντας το δίγραμμο.[9] Πράττοντας εντός της σφαίρας εξουσιοδότησης που είχε από τον κατηγορούμενο, ο Κωστάκης Ευαγόρου κατά την παράδοση της κατοχής του Τεκμηρίου 4 στην παραπονούμενη εταιρεία μερίμνησε για τη συμπλήρωση των κενών του εν λόγω τεκμηρίου. Προκύπτει ακόμη από την προσκομισθείσα μαρτυρία και αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση για το σκοπό και τον προορισμό του Τεκμηρίου 4 καθώς επίσης ήταν ενήμερος για το όνομα του δικαιούχου, το ποσό και την ημερομηνία που θα έφερνε το Τεκμήριο
- Στοιχεία όπως η μη καταγγελία στην αστυνομία για κλοπή του Τεκμηρίου 4, η απουσία ισχυρισμού για πλαστογραφία της υπογραφής του, η μη λήψη ενεργειών με σκοπό την ανάκληση πληρωμής του, η μη λήψη διαβημάτων με σκοπό την επιστροφή του Τεκμηρίου 4 στην κατοχή του, το να μην συμπληρώσει ο ίδιος την επίδικη επιταγή και το να μην το καταστήσει μη μεταβιβάσιμο έγγραφο είναι παράγοντες που συνηγορούν προς αυτήν την κατεύθυνση και κατ' επέκταση τεκμηριώνουν το εν λόγω συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο συνεπώς κρίνει ότι η συμπλήρωση της επίδικης επιταγής δεν αντίκειται στις πρόνοιες του Κεφ.
- Αναφορικά με το θέμα έκδοσης παραπέμπω στον ορισμό που το ερμηνευτικό πλαίσιο (άρθρο 2) του Κεφ.262 δίδει: "την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος." Σύμφωνα με το Κεφ.262 ο όρος 'κάτοχος' σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του, ή τον κομιστή αυτών, ενώ 'κομιστής' είναι το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή. Η δε 'παράδοση', κάτω από την ίδια νομοθεσία, σημαίνει μεταβίβαση κατοχής, πραγματική ή τεκμαρτή από ένα πρόσωπο σε άλλο. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος δια του πατέρα του φρόντισε για τη συμπλήρωση του Τεκμηρίου 4 με την παράδοση του στην παραπονούμενη εταιρεία. Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος περί τις αρχές Ιουλίου 2008 έκδωσε την επίδικη επιταγή με την υπογραφή του σ' αυτό για να διευκολύνει και να βοηθήσει τον πατέρα του στα πλαίσια της συναλλαγής που είχε με την παραπονούμενη εταιρεία. Ως χρόνος έκδοσης της επιταγής προσδιορίστηκε περί τις αρχές Ιουλίου 2008 καθότι υπάρχει αποδεχτή μαρτυρία σύμφωνα με την οποίαν ο Κωστάκης Ευαγόρου συναντήθηκε μαζί με τον ΜΚ3 όπου του παρέδωσε την επίδικη επιταγή υπογραμμένη από τον κατηγορούμενο και στην οποίαν συνάντηση ο ΜΚ3 συμπλήρωσε τα κενά του Τεκμηρίου 4 με την εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου και του πατέρα του. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στην υπόθεση Τομάζου v. Σαββίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, ημερομηνίας 21.12.2010 το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έθεσε θέμα μη έκδοσης επιταγών, οι οποίες συμπληρώθηκαν από την παραπονούμενη ως προς την ημερομηνία και το ποσό. Επομένως, το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος πληρείται. Σχετικά με το δεύτερο και τρίτο συστατικό στοιχείο, αποτελούν ήδη ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη επιταγή κατέστη πληρωτέα την ημερομηνία που αυτή έφερε, δηλαδή τις 29.12.08, ενώ στις 04.02.09 κατατέθηκε από τον ΜΚ3, εκ μέρους και για λογαριασμό της παραπονούμενης εταιρείας, στην Emporiki Bank-Cyprus Ltd και ακολούθως στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, ήτοι την ΣΠΕ Ύψωνα Λόφου. Προς τούτο υπάρχουν σχετικές σφραγίδες του εν λόγω πιστωτικού οργανισμού. Αποτελεί ακόμη εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 09.02.09 η επιταγή επιστράφηκε χωρίς αντίκρισμα κατόπιν σχετικών σφραγίδων και υπογραφής από αρμόδιο λειτουργό της πληρώτριας τράπεζας, ως προνοεί το άρθρο 305Α
(3)του Κεφ.154 με τις εξής δύο ενδείξεις: 'Να παρουσιαστεί ξανά-Ανεπαρκή υπόλοιπα' και 'ο λογαριασμός του κατηγορουμένου παγοποιήθηκε Κ.Α.Π.' Με δεδομένο ότι οι προαναφερόμενες σφραγίδες των τραπεζών μαζί με το περιεχόμενο και τα στοιχεία τους δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο και λαμβάνοντας υπόψη ότι το εν λόγω εδάφιο ρητά υποδεικνύει ότι οι σφραγίδες και σημειώσεις των τραπεζών, ο λόγος επιστροφής της επιταγής καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία καθώς και μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους, κρίνω ότι πληρούνται τόσο το δεύτερο όσο και το τρίτο συστατικό στοιχείο του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.
- Αναφορικά με το τέταρτο και πέμπτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αρκεί να αναφέρω ότι αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επιταγή επιστράφηκε χωρίς να έχει εξοφληθεί λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του κατηγορουμένου. Προς τούτο συνηγορούν και οι τραπεζικές σφραγίδες που φαίνονται στο Τεκμήριο
- Αποτελεί ακόμη εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο λογαριασμός από τον οποίον προέρχεται η επίδικη επιταγή και ανήκει στον κατηγορούμενο είχε παγοποιηθεί με το όνομα του κατηγορουμένου να είχε καταχωρηθεί στο Κ.Α.Π. περί τις 23.06.09 (Τεκμήριο 2). Εξάλλου όλη η πιο πάνω μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο στη βάση της οποίας προέκυψαν τα ευρήματα παρέμεινε μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης αναντίλεκτη αφού ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Συνεπώς, πληρούνται η τέταρτη και πέμπτη προϋπόθεση του εν λόγω αδικήματος. Όσον αφορά το έκτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αρκεί να σημειωθεί ότι αποτελεί περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι μέχρι σήμερα η επίδικη επιταγή παραμένει χωρίς εξόφληση, στοιχείο που επίσης δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο, παρά την αποστολή προειδοποιητικής επιστολής ημερομηνίας 26.02.09 από το δικηγόρο της παραπονούμενης στον κατηγορούμενο, η οποία του επιδόθηκε δια χειρός στις 04.03.09 από ιδιώτη επιδότη σύμφωνα με τα άρθρα 48 και 49 του Κεφ.
- Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι πληρείται και το έκτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος αυτού. Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο η παραπονούμενη είναι νομιμοποιημένος κομιστής της επίδικης επιταγής. Εμμέσως πλην σαφώς ο κατηγορούμενος αμφισβητεί κάτι τέτοιο αφού προέβαλε τη θέση ότι ο ίδιος ουδεμία σχέση είχε με τη συναλλαγή που ο πατέρας του είχε με την παραπονούμενη εταιρεία στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Στην υπόθεση Τσιακλίδης ν. Σιάνου
(2008)1Α Α.Α.Δ., 296 τονίστηκε ότι νομιμοποιημένος κομιστής υπό την έννοια του άρθρου 29
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, είναι το πρόσωπο στου οποίου την κατοχή νομίμως περιήλθε η συναλλαγματική, επειδή δόθηκε αξία γι' αυτήν. Ο κάτοχος, για αξία, μιας επιταγής έχει εκ του νόμου (άρθρο 38 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262) δικαιώματα ανάμεσα στα οποία και το δικαίωμα έγερσης αγωγής στο όνομα του, εναντίον του εκδότη της επιταγής. Στην υπόθεση Τρικωμίτης ν. Ανδρέου (Αρ. 2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 597 τονίστηκε ότι νομιμοποιημένος κομιστής μιας επιταγής είναι εκείνος που έχει αγώγιμο δικαίωμα επ' αυτής. Ζητήματα νομιμοποιημένου κομιστή και αγώγιμου δικαιώματος επί επιταγής εξετάστηκαν και στην υπόθεση Λούτσιου ν. Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 343. Στην υπόθεση εκείνη επιβεβαιώθηκαν οι αρχές που διατυπώθηκαν στην Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 102, ότι το πρόσωπο που έχει δικαίωμα να υποβάλει παράπονο για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και
(2)του Ποινικού Κώδικα είναι ο νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής, μέσα στην έννοια του νόμου, δηλαδή το πρόσωπο που έχει αγώγιμο δικαίωμα να εγείρει αγωγή με βάση τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής. Στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 102 το Δικαστήριο επισήμανε πως η φράση 'αγώγιμο δικαίωμα' δεν πρέπει να συγχύζεται με την πιθανή αιτία αγωγής, που μπορεί να εγερθεί με βάση τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής από την οποίαν να προκύπτει διαφορά αστικής ευθύνης των μερών. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Τομάζου v. Σαββίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, ημερομηνίας 21.12.
- Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος έκδωσε την επίδικη επιταγή για να διευκολύνει και να βοηθήσει τον πατέρα του στα πλαίσια της συναλλαγής που είχε με την παραπονούμενη εταιρεία. Στα πλαίσια της συναλλαγής η παραπονούμενη εταιρεία συμφώνησε με τον Κωστάκη Ευαγόρου να της πωλήσει και μεταβιβάσει μέρος του ακινήτου έκτασης 2.000 τ.μ. έναντι του συμφωνημένου τιμήματος των Λ.Κ.£620.000,
- Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω συμφωνίας που επισφραγίστηκε με την υπογραφή σχετικού συμβολαίου, η παραπονούμενη εταιρεία πλήρωσε στον Κωστάκη Ευαγόρου το ποσό των Λ.Κ.£250.000,00 ως έναντι του συμφωνημένου τιμήματος αγοράς του μεριδίου του ακινήτου με το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.£370.000,00 να πληρωνόταν κατά την μεταβίβαση του μεριδίου του ακινήτου στην παραπονούμενη εταιρεία. Επειδή όμως διαπίστωσε πως ο χρόνος κυλούσε χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα ο ΜΚ3 γνωστοποίησε στον Κωστάκη Ευαγόρου ότι η παραπονούμενη εταιρεία δεν ενδιαφερόταν πλέον για την αγορά του μεριδίου του ακινήτου και ως αποτέλεσμα αυτού ζήτησε την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.£250.000,00, πράγμα που ο Κωστάκης Ευαγόρου αποδέχτηκε. Ο κατηγορούμενος τότε διευκόλυνε και βοήθησε τον πατέρα του για την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.£250.000,00 στην παραπονούμενη εταιρεία εκδίδοντας και υπογράφοντας την επίδικη επιταγή ύψους €427.150,36 που ισοδυναμεί με Λ.Κ.£250.000,00 και προοριζόταν για ΤΟ ΕΠΙΛΕΚΤΟΝ ΛΙΜΙΤΕΔ, η οποία όμως ήταν χωρίς αντίκρισμα για του λόγους που προαναφέρθηκαν. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο βρίσκει και αποδέχεται ότι η παραπονούμενη εταιρεία είναι νομιμοποιημένος κομιστής της επίδικης επιταγής εντός της έννοιας του άρθρου 29
(1)(β) του Κεφ.262 αφού νομίμως το Τεκμήριο 4 περιήλθε στην κατοχή της, απορρίπτοντας έτσι όλους τους λόγους που ο κατηγορούμενος επικαλείται σε σχέση με το θέμα αυτό ως αβάσιμους. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/ Final Judgment Αναφορά: Ιδιωτική Ποινική/ /Επιταγή χωρίς αντίκρισμα/Άρθρο 305Α
(1)Κεφ.154/Τελική Απόφαση [1] Το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820 [2] Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256 [3] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320 [4] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 8.2.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [5] Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ..91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132 [6] Μάρω Χ'' Ιωάννου v. Δημήτρη Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 62 [7] Άρθρο 73 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262 μετά των συναφών τροποποιήσεων [8] Εδάφια 1 και 2 του άρθρου 28 του Κεφ.262 [9] Άρθρο 82
(1)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο