← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σωτήρη Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης 27825/09, 5.5.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σωτήρη Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης 27825/09, 5.5.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B100 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 27825/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σωτήρη Ιωάννου, από Αγ. Θεράπων Κατηγορούμενου --------------------------------- Ημερομηνία: 5.5.2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αβρααμίδης Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κα Βλαδιμήρου Α Π Ο Φ Α Σ Η O κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα καθώς και την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη των δύο κατηγοριών παρουσίασε ως μάρτυρες τους: αρχιλοχία 2492 Σ. Περικλέους (Μ.Κ.1), αρχιαστυφύλακα 2128 Κ. Κωνσταντά (Μ.Κ.2) και τον παραπονούμενο Α. Τσίτση (Μ.Κ.3). Ο κατηγορούμενος Σ. Ιωάννου, αφού κλήθηκε σε απολογία και στις δύο κατηγορίες και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση απορρέει από τη μαρτυρία του παραπονούμενου, ο οποίος, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της, το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του στην αστυνομία (βλ. το τεκμήριο 5). Ειδικότερα: Ο παραπονούμενος, στις 26.7.2009 το απόγευμα ήταν στο καφενείο του Κύρου στο χωριό Άγιος Θεράπων. Το καφενείο, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο των τριών πρώτων φωτογραφιών, που μαζί με άλλες εφτά συνθέτουν σε δέσμη το τεκμήριο 2, βρίσκεται στην πλατεία του χωριού και εφάπτεται του δρόμου. Ενώ ο παραπονούμενος καθόταν μαζί με άλλα πρόσωπα έξω από το καφενείο, ουσιαστικά, μέσα στο δρόμο και έπιναν τον καφέ τους πέρασε από δίπλα τους με το αυτοκίνητό του ο κατηγορούμενος. Επειδή έτρεχε και πέρασε δυο-τρεις φορές από το ίδιο σημείο σηκώθηκε σκόνη η οποία κάλυψε τους θαμώνες του καφενείου. Όταν ο παραπονούμενος του είπε να πηγαίνει σιγά, αυτός το ρώτησε ποιο είναι το πρόβλημά του. Όταν ακολούθως ο παραπονούμενος του είπε ότι τους σκόνισε, ο κατηγορούμενος, του απάντησε «έτσι θέλω να κάμνω». Στην υπόδειξη του παραπονούμενου να μην του λέει έτσι θέλει να κάμνει ο κατηγορούμενος, του απάντησε ως εξής: «Ήντα που εννά με δέρεις; Είσαι ένα ππουστοπεζέβεγκος, ένα ππουστόπαιδο». Ο παραπονούμενος τότε, του είπε να μην τον βρίζει διότι θα τον κάνει εφτά τόνους που το ξύλο, ενώ, τον εξύβρισε κιόλας με τη φράση «γαμώ τη ράτσα που σε έκαμε». Ο κατηγορούμενος, στη συνέχεια, αφού πάρκαρε το αυτοκίνητό του ήρθε προς το μέρος του παραπονούμενου με άγριο ύφος και αφού άρπαξε μια ξύλινη καρέκλα του καφενείου του επιτέθηκε χτυπώντας τον. Ο παραπονούμενος αμύνθηκε με τα χέρια του, με αποτέλεσμα να σπάσει η καρέκλα με την οποία το χτύπησε ο κατηγορούμενος. Ευθύς αμέσως, ο κατηγορούμενος άρπαξε και δεύτερη καρέκλα για να χτυπήσει τον παραπονούμενο, οπότε αυτός, επειδή έχει κάποιο πρόβλημα στο σπόνδυλο και δεν μπορούσε ν' αντιδράσει στα χτυπήματα που θα του επέφερε ο κατηγορούμενος, έβγαλε από την τσέπη του παντελονιού του ένα πτυσσόμενο μαχαίρι, το οποίο άνοιξε για να τον εκφοβίσει. Ο κατηγορούμενος, όμως, αντί να σταματήσει συνέχισε να το χτυπά, με αποτέλεσμα, στον καβγά απάνω, να το μαχαιρώσει κοντά στο στήθος, όπως πρόσεξε μετά ο παραπονούμενος, χωρίς να έχει τέτοια πρόθεση σε καμιά περίπτωση. Προκύπτει από το ιατρικό πιστοποιητικό του γιατρού Καυκαλιά, ημερομηνίας 26.7.2009 (βλ. το τεκμήριο 6) το περιεχόμενο του οποίου αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι, ο παραπονούμενος, ο οποίος παραπέμφθηκε από την αστυνομία στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για εξέταση, με τον ισχυρισμό ότι στις 26.7.2009 και ώρα 18:30 χτυπήθηκε από άλλο πρόσωπο, έφερε εκχύμωση στο δεξιό αντιβραχιóνιο καθώς στο αριστερό βραχιόνιο και αντιβραχιόνιο. Επίσης παραπονείτο για πόνο στους ώμους. Ο κατηγορούμενος, με τη σειρά του παραδέχεται το σοβαρό επεισόδιο διαπληκτισμού που είχε με τον παραπονούμενο στο καφενείο κατά τον ουσιώδη χρόνο, με τη διαφορά, ότι αντιστρέφει τα κρίσιμα γεγονότα, υπό την εξής έννοια: Ισχυρίζεται ότι είναι ο παραπονούμενος που τον εξύβρισε και του επιτέθηκε πρώτος με την καρέκλα. Η εκδοχή του, σύμφωνα με το περιεχόμενο της δικής του γραπτής κατάθεσης στην αστυνομία (βλ. το τεκμήριο 7) που κι αυτός υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης είναι η εξής: Στις 26.7.2009 γύρω στις 18:30 πήρε το αυτοκίνητό του για να πάει στο καφενείο του Κύρου Παναγιώτου για να πιάσει τον Παναγιώτη Ξενοφώντος, τον οποίο θα έπαιρνε να δει ένα χωράφι. Επειδή ο δρόμος είναι στενός και γίνονται διορθωτικά έργα οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα. Μόλις πλησίασε στο καφενείο, ο παραπονούμενος του φώναξε «κάμνε σιγά ρε άχρηστε τζιαι εττόζιασες μας» ενώ άρχισε να το βρίζει με διάφορες λέξεις, όπως «καραθκιόζη, ππουστόπαιδο, γαμώ τη ράτσα που σε έκαμε». Καθώς τον εξύβριζε πήγε προς το μέρος του προς την πόρτα του οδηγού και αποπειράθηκε να το χτυπήσει από το ανοιχτό παράθυρο, χωρίς όμως να τα καταφέρει επειδή αντέδρασε ο ίδιος. Επειδή νευρίασε (ο κατηγορούμενος) προχώρησε λίγα μέτρα το αυτοκίνητό του για να ανοίγει η πόρτα και σταμάτησε. Αφού κατέβηκε από το αυτοκίνητο άρχισε να βρίζει τον παραπονούμενο, λέγοντάς του «παλιάνθρωπε, ξημαρισμένε» και άλλα που δε θυμάται. Καθώς κατευθυνόταν προς το μέρος του, ο παραπονούμενος άρπαξε μια καρέκλα τόνενη από το καφενείο και το χτύπησε στο στήθος, σπάζοντάς την. Ακολούθως προσπάθησε να αρπάξει και άλλη καρέκλα, αλλά, αντιδρώντας ο ίδιος αμέσως, άρπαξε κι αυτός μια καρέκλα, με την οποία πρόλαβε και το χτύπησε στα χέρια για να αφήσει την καρέκλα που κρατούσε. Ακολούθως πιάστηκαν στα χέρια. Σε κάποια φάση ένιωσε πόνο στο στήθος, αλλά, δεν αντιλήφθηκε τι ακριβώς έγινε. Επενέβησαν αμέσως θαμώνες του καφενείου και τους χώρισαν. Τη στιγμή αυτή είδε τον παραπονούμενο να κλείνει ένα μαύρο μαχαίρι και να το βάζει στην τσέπη του παντελονιού του. Μετά που τους χώρισαν οι θαμώνες πρόσεξε ότι είχε αίμα στην αριστερή πλευρά του στήθους, οπότε, κατάλαβε ότι την ώρα του καβγά, ο παραπονούμενος του έμπηξε το μαχαίρι που κρατούσε. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή και τους τρεις μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 και Akil v. Αστυνομίας,
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων, η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά, γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Σε σχέση με αξία της ιατρικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51). Η ουσία της μαρτυρίας του αρχιλοχία 2492 Σ. Περικλέους (Μ.Κ.1) απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 1) το οποίο υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τον κατηγορούμενο (ο οποίος χειριζόταν προσωπικά την υπόθεση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης). Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο αρχιαστυφύλακας 2128 Κ. Κωνσταντά (Μ.Κ.2) θα μπορούσε να λεχθεί ότι αποτελεί τον εξεταστή της υπόθεσης. Για τις ενέργειές του παραπέμπω απευθείας στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 3) που κι αυτός υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Επισημαίνεται ότι, ο μάρτυρας, στις 27.7.2009 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ο οποίος, αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο απάντησε «παραδέχομαι». Πρόκειται για το τεκμήριο 4 η γραπτή κατηγορία. Αντιπαραβάλλοντας την εκδοχή του παραπονούμενου (Μ.Κ.1), προς την αντίστοιχη του κατηγορούμενου δεν έχω καμιά αμφιβολία, ότι η εκδοχή του πρώτου, επί της ουσίας αποτυπώνει τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο. Δε μου διαφεύγει ότι ο παραπονούμενος υπέπεσε σε κάποιες αντιφάσεις κατά τη διάρκεια που έδινε μαρτυρία, ωστόσο, θεωρώ αυτές τόσο ασήμαντες, οι οποίες αφορούν σε μικρολεπτομέρειες, που σε καμιά περίπτωση είναι δυνατό να κλονίσουν την αξιοπιστία, του επί της ουσίας όσων ανάφερε. Οι εν λόγω αντιφάσεις, αν αποδεικνύουν κάτι είναι ότι ο μάρτυρας κατάθεσε στο δικαστήριο αυθόρμητα, ειλικρινά και χωρίς προσχεδιασμό. Ούτε και μου διαφεύγει ότι η μαρτυρία του, σε σχέση με κρίσιμα γεγονότα επιβεβαιώνεται ακόμη και από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, ενώ, σε σημαντικό βαθμό επιβεβαιώνεται και/ή ενισχύεται και από το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, στην αποδεικτική αξία της οποίας έχω ήδη αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία (βλ. τη Γεωργίου, ανωτέρω). Και κάτι ακόμη που τεκμηριώνει πιστεύω τη θέση μου, ότι ο παραπονούμενος ήταν ειλικρινής και ότι η εκδοχή του είναι πιο λογική και πειστική, συν τοις άλλοις, από την αντίστοιχη του κατηγορούμενου. Ο παραπονούμενος, ενώ επέμενε σταθερά ότι ουδέποτε επιτέθηκε του κατηγορούμενου χτυπώντας τον με καρέκλα του καφενείου και μάλιστα πρώτος, όπως ήταν η θέση του κατηγορούμενου, ομολόγησε ότι ανέσυρε μαχαίρι που είχε στην τσέπη του παντελονιού του, το οποίο, αν και πρόθεσή του ήταν να χρησιμοποιήσει για σκοπούς εκφοβισμού του κατηγορούμενου και μόνο, εν τέλει, χωρίς να το αντιληφθεί παραδέχεται ότι έπληξε μ' αυτό τον κατηγορούμενο στο στήθος. Δε νομίζω να είναι πιο σοβαρό αυτό που του καταλογίζεται από τον κατηγορούμενο ότι έκανε, από αυτό που ο ίδιος ομολογεί ότι έκανε. Στο κάτω κάτω, αν αποτελούσε γεγονός ότι επιτέθηκε του κατηγορούμενου χτυπώντας με την καρέκλα, θα μπορούσε να ισχυριστεί και αυτός ό,τι και ο κατηγορούμενος, δηλαδή, ότι το έκανε αμυνόμενος. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του παραπονούμενου, επί της ουσίας, γίνεται αποδεκτή. Ο κατηγορούμενος δε με έπεισε ότι ήταν ειλικρινής μάρτυρας που έλεγε την αλήθεια. Είμαι βέβαιος, ότι, υπό το βάρος όσων έκανε εναντίον του παραπονούμενου θεώρησε ότι με το να αντιστρέψει τα γεγονότα, θα μπορούσε να απαλλαγεί από την ευθύνη που το βαραίνει. Η προσπάθειά του να με πείσει πως ό,τι έκανε εναντίον του παραπονούμενου, το έκανε αμυνόμενος, όχι μόνο έπεσε στο κενό, αλλά και τον εκθέτει. Σ' αυτά τα πλαίσια υπέβαλε διάφορους ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται στη γραπτή του κατάθεση, ότι, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητό του με χαμηλή ταχύτητα στον ουσιώδη χρόνο, μόλις πλησίασε στο καφενείο, ο παραπονούμενος του φώναξε «κάμε σιγά ρε άχρηστε, τζιαι εττόζιασες μας». Ουδέποτε ανάφερε πως είχε οποιεσδήποτε διαφορές με τον παραπονούμενο και το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Γιατί να το βρίσει ο παραπονούμενος και γιατί να του ζητήσει να κάμνει σιγά (οδηγεί ήθελε να πει) αφού οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα; Έπειτα, εάν ο λόγος που πέρασε από το καφενείο ήταν για να πιάσει τον Παναγιώτη Ξενοφώντος να τον πάρει στο χωράφι, γιατί δεν τον πήρε και να φύγουν, έστω, μετά το φραστικό επεισόδιο που είχε με τον παραπονούμενο κοντά στο καφενείο, παρά μόνο προχώρησε και πάρκαρε το αυτοκίνητό του σε άλλο σημείο και επέστρεψε στο καφενείο; Και τούτο, τη στιγμή που το καφενείο, ουσιαστικά βρίσκεται μέσα στο δρόμο του χωριού. Και πόσο λογικό είναι εντελώς απρόκλητα και αναίτια, ο παραπονούμενος να το βρίσει πρώτος και μάλιστα, δύο φορές, να αποπειραθεί να το χτυπήσει μια φορά (από το παράθυρο της πόρτας του οδηγού, όπως ανάφερε) και να το χτυπήσει μια φορά με την καρέκλα; Και αφού ο παραπονούμενος του επιτέθηκε χτυπώντας του τόσο βίαια με την καρέκλα στο στήθος, σε βαθμό που έσπασε η καρέκλα, δεν ήταν λογικό να του προκαλέσει κάποιες κακώσεις; Το παράδοξο είναι ότι ουδεμία ιατρική βεβαίωση έχει προσκομίσει συναφώς με οποιοδήποτε τραυματισμό ή κάκωση. Και πώς να χαρακτηρίσω την απάντηση που έδωσε στην ερώτηση της δικηγόρου του, γιατί στην αστυνομία παραδέχθηκε τις επίδικες κατηγορίες; Καθώς έχει αναφέρει: «για το λόγο ότι άρκεψε πρώτος τζίνος έσυρε μου την πρώτη καρέκλα, ύστερα επήε να πιάσει δεύτερη, τζιαι έπιασα εγώ μια τζιαι έσυρα του, τζιαι ύστερα εγίνην συμπλοκή». Λίγο παρακάτω, ερωτηθείς για ποιο λόγο παραδέχθηκε ότι εξύβρισε τον παραπονούμενο έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Εξύβρισεν με πρώτα τζίνος τζιαι ύστερα εγώ». Τίθεται το ακόλουθο ερώτημα: Τι συνέβηκε τελικά από τα εξής: Ο παραπονούμενος, του έριξε την καρέκλα, όπως ισχυρίστηκε απαντώντας στην πρώτη από τις παραπάνω ερωτήσεις της δικηγόρου του, του την εγύρισε πάνω του και την έσπασε πάνω του, όπως ανάφερε αντεξεταζόμενος ή το χτύπησε μ' αυτή στο στήθος σπάζοντάς την, όπως αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση; Επειδή, τίποτα απ' αυτά έγινε εξ ου και οι αντιφάσεις. Έπειτα, με ποια λογική επιμένει μέχρι τέλους να αρνείται τη 2η κατηγορία στο δικαστήριο, τη στιγμή που την παραδέχθηκε γραπτώς στην αστυνομία (βλ. το τεκμήριο 4), με τις σχετικές λεπτομέρειες αδικήματος, να είναι ίδιες και στις δύο περιπτώσεις; Παρέλκει νομίζω να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του κατηγορούμενου ως μάρτυρα και να εξηγήσω γιατί απορρίπτω τη μαρτυρία του και κατ' επέκταση την εκδοχή του, με εξαίρεση, εκείνο το μέρος της μαρτυρίας του που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ή που συντίθεται από ισχυρισμούς του οι οποίοι υπέχουν θέση δηλώσεων ενάντια στα συμφέροντά του και/ή ενοχοποιητικών δηλώσεων. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανέφερα βρίσκω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής. Ειδικότερα: Ο παραπονούμενος Ανδρέας Τσίτσης, στις 26.7.2009 το απόγευμα ήταν στο καφενείο του Κύρου που βρίσκεται στην πλατεία του χωριού Άγιος Θεράπων και εφάπτεται του δρόμου. Ενώ έπινε τον καφέ του μαζί με άλλους θαμώνες, ο κατηγορούμενος οδηγώντας το αυτοκίνητό του στο δρόμο περνώντας μπροστά από το καφενείο έτρεχε με αποτέλεσμα να σηκωθεί σκόνη, η οποία κάλυψε τους θαμώνες του καφενείου, περιλαμβανομένου του παραπονούμενου. Συνεπεία αυτού, ο παραπονούμενος του υπέδειξε να πηγαίνει σιγά. Αυτός το ρώτησε ποιο είναι το πρόβλημά του, μεταξύ των δύο λέχθηκαν και διάφορα άλλα, με τον κατηγορούμενο να εξυβρίζει τον παραπονούμενο με τις φράσεις «είσαι ένας ππουστοπεζέβεγκος, ένα ππουστόπαιδο». Ο παραπονούμενος τότε, αντιδρώντας, μεταξύ άλλων, τον εξύβρισε κι αυτός με τη φράση «γαμώ τη ράτσα που σε έκαμε». Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια, αφού πάρκαρε το αυτοκίνητό του σε άλλο σημείο, ήρθε προς το μέρος του παραπονούμενου με άγριο ύφος. Αφού άρπαξε μια καρέκλα ξύλινη του καφενείου χτύπησε τον παραπονούμενο με αυτή, ο οποίος, αμυνόμενος πρόταξε τα χέρια, με αποτέλεσμα να σπάσει η καρέκλα. Τότε, ο κατηγορούμενος άρπαξε άλλη καρέκλα για να το χτυπήσει. Επειδή ο παραπονούμενος δεν μπορούσε να αντιδράσει στα χτυπήματα που θα του επέφερε ο κατηγορούμενος, λόγω κάποιου προβλήματος που έχει στο σπόνδυλο, έβγαλε από την τσέπη του παντελονιού του ένα πτυσσόμενο μαχαίρι, το οποίο άνοιξε για να τον εκφοβίσει. Ο κατηγορούμενος, ωστόσο, συνέχισε να το χτυπά, με αποτέλεσμα, πάνω στον καβγά, να το μαχαιρώσει ο παραπονούμενος κοντά στο στήθος, όπως πρόσεξε μετά, χωρίς να έχει τέτοια πρόθεση. Ο παραπονούμενος την ίδια μέρα παραπέμφθηκε από την αστυνομία για εξέταση στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Ατυχημάτων του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Σύμφωνα με το γιατρό Καυκαλιά που τον εξέτασε και τη σχετική έκθεσή του (τεκμήριο 6) ο παραπονούμενος έφερε εκχύμωση στο δεξιό αντιβραχιόνιο, στο αριστερό βραχιόνιο και αντιβραχιόνιο, ενώ παραπονέθηκε και για πόνο στους ώμους. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα καθώς και την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα. Το αδίκημα της κοινής επίθεσης δημιουργεί το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα και στοιχειοθετείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου, είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα. Στην υπόθεση R. v. Vienna
(1975)3 All E.R. 788 τέθηκαν οι νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης, δε χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος «επίθεση» χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί και χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο [βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445]. Βλ. επίσης το σύγγραμμα Archbold Pleading and Practice, 40η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1280. Όταν ως αποτέλεσμα της επίθεσης, υπό την έννοια όσων αναφέρονται πιο πάνω, προκαλείται πραγματική σωματική βλάβη, τότε στοιχειοθετείται το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα. Στο σύγγραμμα Russel on Crime στη σελ. 629 αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ορισμός της πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ σημειώνεται ότι αυτή μπορεί να σημαίνει εσωτερικές ή εξωτερικές κακώσεις. Ωστόσο, στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 56 αναφέρεται ότι μια επιπόλαια εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα, ήταν αρκετά για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Σύμφωνα με το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης στοιχειοθετείται όταν κάποιος: Πρώτο, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, Δεύτερο, εξυβρίζει άλλο, και Τρίτο, με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα: «"Δημόσιος χώρος" ή "δημόσιο υποστατικό" περιλαμβάνει και δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση"», ενώ, «"δημόσια διάβαση" περιλαμβάνει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση, που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό». Παρατηρώ τα εξής: Όταν ο κατηγορούμενος επιτέθηκε του παραπονούμενου χτυπώντας τον με την ξύλινη καρέκλα άσκησε εναντίον του πραγματική βία, δηλαδή, επίθεση, η οποία εκδηλώθηκε εκ μέρους του με πρόθεση, προφανώς παράνομα και χωρίς τη συγκατάθεση του παραπονούμενου. Οι εκχυμώσεις που υπέστη ο παραπονούμενος, ως αποτέλεσμα της επίθεσης αποτελούν ασφαλώς πραγματική σωματική βλάβη. Ακολουθεί ότι η ευθύνη του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας στοιχειοθετείται πλήρως. Ούτε και τίθεται θέμα αυτοάμυνας, όπως εισηγήθηκε η δικηγόρος του κατηγορούμενου στο πλαίσιο της τελικής της αγόρευσης, με μόνο λόγο, ότι δεν έχει αποδειχθεί το πραγματικό επίκλησής της, που είναι ο ψευδής ισχυρισμός του κατηγορούμενου, ότι είναι ο παραπονούμενος που του επιτέθηκε πρώτος, χτυπώντας τον με την πρώτη καρέκλα, στον οποίο αποδίδει ότι πήρε και δεύτερη για να του επιτεθεί, επομένως, όσα επακολούθησαν, σύμφωνα με τη δικηγόρο του ήταν στα πλαίσια της άμυνας. Ούτε και το γεγονός, τέλος, ότι κάποια στιγμή, κάτω από συνθήκες που έχουν αναφερθεί ο παραπονούμενος μαχαίρωσε κοντά στο στήθος τον κατηγορούμενο νομιμοποιεί τον τελευταίο να εγείρει θέμα αυτοάμυνας, γιατί πολύ απλά, αυτός σε κάθε περίπτωση πρώτος ήρξατο χειρών αδίκων. Απ' εκεί και πέρα, όταν ο κατηγορούμενος αποκαλούσε τον παραπονούμενο «ππουστοπεζέβεγκο» και «ππουστόπαιδο», ασφαλώς και τον εξύβριζε και δε νομίζω να χρειάζεται να ανατρέξω στα λεξικά, προς τεκμηρίωση της εν λόγω διαπίστωσής μου. Το καφενείο του χωριού, ο δρόμος μπροστά από αυτό και η πλατεία του χωριού όπου βρίσκονταν ο παραπονούμενος, ο κατηγορούμενος και άλλα πρόσωπα στον ουσιώδη χρόνο, ασφαλώς και αποτελούν δημόσιο χώρο τη εννοία του νόμου. Τέλος, το να εξυβρίζει κάποιος κάποιο άλλο, είτε «ππουστόπαιδο» είτε «ππουστοπεζέβεγκο» λογικό είναι να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο και ιδιαίτερα στον αποδέκτη - θύμα της εξύβρισης, επίθεση. Έπεται ότι η ευθύνη του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του αδικήματος και της 2ης κατηγορίας στοιχειοθετείται πλήρως, με αναφορά στις παραπάνω λέξεις. Η φράση «γαμώ τη ράτσα που σε έκαμε», μολονότι περιλαμβάνεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής κατηγορίας, τόσο στο κατηγορητήριο της υπόθεσης όσο και στη γραπτή κατηγορία (τεκμήριο 4) την οποία μάλιστα παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος είναι φανερό, ότι εκ λάθους περιλήφθηκε, αφού, με τη φράση αυτή είναι ο παραπονούμενος που εξύβρισε τον κατηγορούμενο και όχι το αντίθετο. Προτού καταλήξω θα ήθελα να πω και το εξής: Ο ισχυρισμός της ευπαίδευτης δικηγόρου του κατηγορούμενου στο πλαίσιο της τελικής της αγόρευσης, ότι με βάση τη μαρτυρία, ο κατηγορούμενος, ό,τι έκανε το έκανε στα πλαίσια της άμυνας αποτελεί αντινομία σε σχέση με το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. Η έννοια της αυτοάμυνας συναφώς με το αδίκημα της εξύβρισης είναι άγνωστη στο νόμο. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου και στις δύο κατηγορίες, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος, τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη κατηγορία. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά: Επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, δημόσια εξύβριση - συστατικά στοιχεία -, μαρτυρία - ιατρική, ενισχυτική -). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.