Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Νίκου Κακοπετρίτη, Αρ. Υπόθεσης: 2994/10, 10 Μαϊου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2994/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Νίκου Κακοπετρίτη Κατηγορούμενου --------------------- Ημερομηνία: 10 Μαϊου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν ο κ. Σαβεριάδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της κατοχής, προσφοράς για πώληση, και έκθεσης εμπορικά και δημόσια, αντίστοιχα, αντιτύπων που ενέχουν προσβολή επί έργου τινός υφισταμένου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 13
(1)
(2)και 14
(1)(β)(γ)(δ)
(5)και
(6)του περί Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων Νόμου του 1976, Ν. 59/76, όπως τροποποιήθηκε. Η ακροαματική διαδικασία όσον αφορά τους μάρτυρες κατηγορίας ήταν ιδιαίτερα σύντομη, καθότι όλη η μαρτυρία από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής κατατέθηκε σε μορφή εγγράφων, κοινώς παραδεκτών γεγονότων, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στην κατάθεση του αστ. 2868 Γ. Συμεού, του ΟΠΕ Λεμεσού, Τεκμήριo 1, στις 11.6.2008 και ώρα 15.15, μαζί με άλλους αστυνομικούς, μετέβη στο Sunrise Video Club που βρίσκεται στην οδό Αγίας Ζώνης 22α, κατόπιν πληροφορίας ότι εκεί πωλούνταν/ενοικιάζονταν ψηφιακοί δίσκοι (DVD,CD) που περιείχαν μη εξουσιοδοτημένα αντίτυπα διαφόρων έργων. Μεταξύ των ωρών 15.15-16.45, ο αστ. 2868 διεξήγαγε έρευνα σε σταντ στο κατάστημα όπου εκτίθεντο προς πώληση/ενοικίαση διάφοροι ψηφιακοί δίσκοι και ως υπεύθυνος παρουσιάστηκε ο κατηγορούμενος. Η έρευνα διεξήχθη στην παρουσία της κατηγορούμενου. Κατά την έρευνα εντοπίστηκαν 3700 ψηφιακοί δίσκοι (DVD) οι οποίοι εκ πρώτης όψεως περιείχαν μη εξουσιοδοτημένα αντίγραφα διαφόρων μουσικών έργων. Αυτοί συσκευάστηκαν σε 33 χάρτινα κιβώτια και παραλήφθηκαν από τον αστ. 2868, έναντι σχετικής απόδειξης. Ο αστ. 2868 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για το αδίκημα που διέπραξε, δηλαδή της προσβολής δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, και αυτός απάντησε «Έχουν τζιαι άλλοι». Ακολούθως ο αστ. 2868 παρέδωσε τα τεκμήρια στον αστ. 1871, του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Λεμεσού, που ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης Ο αστ. 1871 Σ. Μητροφάνους έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στις 11.6.2008, Τεκμήριο
- Στην εν λόγω κατάθεση του ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι είναι ο ιδιοκτήτης του επίδικου καταστήματος και ασχολείται με πωλήσεις DVD. Στις 11.6.2008 η αστυνομία πήγε στο κατάστημα του και κατάσχε 3700 DVD τα οποία μπορεί να είναι παράνομα. Εξ΄ όσον ο ίδιος γνωρίζει, υπήρχαν και γνήσια DVD αλλά και αντίτυπα διαφόρων έργων. Στις 2, 17 και 18.11.2009 ο κ. Harry Wildeboer εξέτασε τα επίδικα 3700 DVD. Η Έκθεση του κ. Wildeboer κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Όπως αναφέρεται σε αυτή, ο κ. Wildeboer είναι υπάλληλος της εταιρείας CYFACT («Cyprus Federation Against Copyright Theft»), η οποία, μεταξύ άλλων, προσφέρει υπηρεσίες έρευνας και αναγνώρισης σε υποθέσεις που αφορούν παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Ο ίδιος εργοδοτείται τα τελευταία 6 χρόνια ως διερευνητής της CYFACTκαι έτυχε εκπαίδευσης στην αναγνώριση μη εξουσιοδοτημένων αναπαραγωγών ταινιών και προγραμμάτων λογισμικού. Λόγω της εκπαίδευσης και της πείρας του είναι σε θέση να αναγνωρίζει μη εξουσιοδοτημένες αναπαραγωγές ταινιών και προγραμμάτων λογισμικού. Ο κ. Wildeboer καταλήγει ότι, εξαιρουμένων των 28 άδειων κουτιών που δεν περιείχαν δίσκους και των 34 γνήσιων DVD, οι υπόλοιποι
(3638)ψηφιακοί δίσκοι είναι όλοι DVD-Rs, οι οποίοι δεν είναι εξουσιοδοτημένες αναπαραγωγές των πρωτοτύπων DVD, αυτοί είναι πειρατικοί που έγιναν χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση του δικαιούχου. Τέλος, στις 15.12.2009, στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λεμεσού, ο αστ.1871 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Ό,τι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο». Η γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε εισήγηση ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου καθότι ελλείπει παντελώς μαρτυρία που να αποδεικνύει τα συστατικά των αδικημάτων. Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής παρέπεμψε το Δικαστήριο στην προσαχθείσα μαρτυρία, καλώντας το να αποφασίσει επί του θέματος. Τα κριτήρια που διέπουν το ζήτημα απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι πολύ γνωστά. Όπως υποδηλώνει ο όρος «εκ πρώτης όψεως» η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης απαιτείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση - βλ. Re In Κάκος
(1985)1 C.L.R. 250. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, στην οποία αναλύονται οι αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορούσα Αρχή έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η απαλλαγή του κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) όταν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Ο Δικαστής δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά η απόφαση του περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης - βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στ. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Έχοντας κατά νου την προσαχθείσα μαρτυρία και τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, θα εξετάσω τώρα κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Οι τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στηρίζονται στο άρθρο 14
(1)(β) (γ) (δ) του Νόμου 59/76, όπως έχει τροποποιηθεί, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «14.-
(1)Οποιοσδήποτε ο οποίος εν γνώσει του - ............................... (β) πωλεί, εκμισθώνει ή διαφημίζει την πώληση ή μίσθωση ή εκθέτει εμπορικά ή προσφέρει για πώληση ή εκμίσθωση οποιοδήποτε τέτοιο αντίτυπο, ή (γ) αποκτά κατοχή ή διανέμει αυτά τα αντίτυπα είτε με σκοπό την εμπορία τους είτε σε τέτοια έκταση ώστε να επηρεάζει επιζήμια το δικαιούχο της πνευματικής ιδιοκτησίας, (δ) εκθέτει εμπορικά και δημόσια οποιοδήποτε τέτοιο αντίτυπο, ή ............................... διαπράττει αδίκημα .....» Είναι εμφανές ότι ένα από τα συστατικά των αδικημάτων που πρέπει να αποδειχθεί δυνάμει των υποπαραγράφων (α)-(γ) του άρθρου 14
(1)είναι το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας το οποίο προστατεύεται από το Νόμο. Ο όρος «δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας» ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Νόμου ως «το υπό του παρόντος Νόμου προβλεπόμενο δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας». Το Δικαστήριο οφείλει επίσης να ανατρέξει στις πρόνοιες των άρθρων 3-7 που προσδιορίζουν τη φύση, τον τρόπο και τη διάρκεια προστασίας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση αυτής, καταλήγω ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και ελλείπει παντελώς μαρτυρία για τη φύση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και τον κάτοχο αυτού, όσον αφορά τα επίδικα τεκμήρια. Η μαρτυρία του κ. Wildeboer είναι παντελώς ελλιπής, γενική και αόριστη, και δεν είναι ικανή να καταδείξει τη φύση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, ούτε τον κάτοχο ή δικαιούχο αυτής, ή ότι η MPΑ (στην οποία γίνεται αναφορά στις λεπτομέρειες αδικήματος των 3 κατηγοριών ως η ιδιοκτήτρια του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας) κατέχει το δικαίωμα αυτό, ούτε ακόμα ότι το εν λόγω δικαίωμα προστατεύεται από το Νόμο. Η δε διαπίστωση του ότι οι εν λόγω δίσκοι δεν είναι πρωτότυποι δεν είναι ούτε αυτή αρκετή από μόνη της να καταδείξει τη φύση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και ότι η MPA κατέχει το δικαίωμα αυτό. Ο κ. Wildeboer δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην ιδιοκτήτρια ή τη δικαιούχο του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, η οποία με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία παραμένει άγνωστη προς το Δικαστήριο, και επομένως η οποιαδήποτε αναφορά/κατάληξη του στη μη εξουσιοδότηση για την αναπαραγωγή των δίσκων ή την έλλειψη γραπτής συγκατάθεσης από το νόμιμο δικαιούχο για την παραγωγή τους παραμένει στο κενό, καθότι αυτός ουδέποτε έχει αναφερθεί ή προσδιοριστεί από τον κ. Wildeboer ή οποιονδήποτε άλλο μάρτυρα. Θεωρώ ότι η εν λόγω μαρτυρία είναι ελλιπής έτσι ώστε να μην είναι ικανή να αποδείξει τα βασικά συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Τέλος, κρίνω σκόπιμο να ανατρέξω στην κατάθεση του και γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου, καθότι αυτές μπορούν να ληφθούν υπόψη στον βαθμό που περιέχουν ενοχοποιητικές δηλώσεις. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 και Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166 στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13. Η αναφορά του κατηγορούμενου στην κατάθεση του ότι τα 3700 DVD «μπορεί να είναι παράνομα» και ότι υπήρχαν και γνήσια αλλά και αντίτυπα διαφόρων έργων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απλή και ανεπιφύλακτη παραδοχή, και έτσι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ενοχοποιητική εναντίον του. Ο κατηγορούμενος προέβη στην εν λόγω αναφορά με πιθανότητα και πιθανολογία και με γενικότητα και αοριστία για το σε ποια DVD αφορά ο καθένας εκ των ισχυρισμών του. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, ο οποίος απαλλάσσεται και αθωώνεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.).................. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: ποινική/ενδιάμεση απόφαση/εκ πρώτης όψεως υπόθεση Αναφορά: προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο