← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Tawfik Smeisem, Αρ. Υπόθεσης 4473/11, 11.5.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Tawfik Smeisem, Αρ. Υπόθεσης 4473/11, 11.5.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B103 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 4473/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Tawfik Smeisem, από τη Συρία Κατηγορούμενου -------------------------------- Ημερομηνία: 11.5.2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αβρααμίδης Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κα Ιωάννου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, του καταλογίζεται ότι στις 2 Φεβρουαρίου, 2011, στη Λεμεσό έκλεψε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΡΗ 514, αξίας €1.200, περιουσία του Ahmad Khalil Fashtaki από τη Συρία. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας παρουσίασε ως μάρτυρες τους: παραπονούμενο Ahmad Khalil Fashtaki (ανωτέρω - Μ.Κ.1 -), αστυφύλακα 1807 Μ. Περικλέους (Μ.Κ.2) και ειδικό αστυφύλακα 5385 Ν. Χριστοφή (Μ.Κ.3). Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του παραπονούμενου στην αστυνομία, ημερομηνίας 2.2.2011 (βλ. το τεκμήριο 3Α - πιστή μετάφραση στα Ελληνικά - ) το οποίο υιοθετήθηκε από το μάρτυρα, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Με αυτή, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος, το οποίο αγόρασε πριν από ένα περίπου μήνα, από κάποιο άλλο Σύριο (συμπατριώτη του δηλαδή) για το ποσό των €1.200,

  1. Τα βράδια σταθμεύει το υπό αναφορά όχημα σε ανοιχτό χώρο, έξω από το σπίτι του. Αυτό έκανε και το βράδυ της 1ης Φεβρουαρίου,
  2. Όταν το πρωί, 2.2.2011, γύρω στις 05:30 έφυγε με άλλο αυτοκίνητο για τη δουλειά του, το επίδικο ήταν εκεί που το είχε αφήσει κλειδωμένο από το βράδυ. Γύρω στις 5 το απόγευμα που επέστρεψε από τη δουλειά του, το αυτοκίνητο έλειπε από τη θέση του. Ο κατηγορούμενος, που κι αυτός υιοθέτησε το περιεχόμενο των δύο ανακριτικών καταθέσεων που του λήφθηκαν από την αστυνομία (βλ. το τεκμήριο 6, η πρώτη, ημερομηνίας 12.3.2011 - μετάφρασή της στα Ελληνικά - και τεκμήριο 5, η δεύτερη, ημερομηνίας 13.3.2011 - πιστή μετάφρασή της στα Ελληνικά -) ισχυρίζεται τα εξής, αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης: Κατάγεται από τη Συρία και βρίσκεται στην Κύπρο παράνομα, αφού εισήλθε σ' αυτή μέσω θαλάσσης από την Τουρκία, πριν από 4 χρόνια. Αγόρασε το επίδικο όχημα στην Πάφο, πριν από 12 μέρες, σύμφωνα με την πρώτη του γραπτή κατάθεση (πριν 15 περίπου μέρες, σύμφωνα με τη δεύτερη του κατάθεση) από ένα Κούρδο της Συρίας, ονόματι Σουλτάν, για το ποσό των €500,
  3. Δεν είχε λεφτά και δανείστηκε από φίλους του για να το πάρει. Το αγόρασε για να ψάξει να βρει δουλειά, αφού τους τελευταίους 3 μήνες δεν έχει δουλειά. Γνώρισε το Σουλτάν πριν από καιρό όταν δούλευαν μαζί. Ενδιαφερόταν από τότε να αγοράσει αυτοκίνητο και το είπε στο Σουλτάν, ο οποίος, μια φορά, του έφερε το επίδικο όχημα στο σπίτι και το είδε. Του άρεσε το όχημα και ο Σουλτάν ήθελε να του δώσει €600,00 για να το πάρει. Τελικά συμφώνησαν να το αγοράσει €500,00, οπότε έδωσε το ποσό αυτό στο Σουλτάν την ίδια ώρα και πήρε το αυτοκίνητο. Εν τω μεταξύ ρώτησε το Σουλτάν εάν το αυτοκίνητο είχε κανένα πρόβλημα ή ήταν κλοπιμαίο και αυτός του απάντησε αρνητικά. Ο Σουλτάν του έδωσε και το κλειδί του αυτοκινήτου. Μένει στη Γεροσκήπου και ο αριθμός τηλεφώνου του είναι 99-
  4. Δηλώνω ευθέως, ότι δυσκολεύομαι να βασιστώ στη μαρτυρία, είτε του παραπονούμενου είτε του κατηγορούμενου, για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων, αναφορικά με ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Θεωρώ ότι και οι δύο απέκρυψαν ή παραποίησαν κρίσιμα γεγονότα, υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις, ενώ προέβαλαν ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας. Και κάτι ακόμη. Ο παραπονούμενος, σε σχέση με μια από τις πιο ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης, με όσα ανάφερε ήρθε σε σύγκρουση με αστυνομικό μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος το διέψευσε. Ειδικότερα: Ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος, ότι ο άνθρωπος που του πώλησε το αυτοκίνητο, ονόματι Mohamad, του έδωσε μόνο ένα κλειδί, Περαιτέρω, ότι μια μέρα, ενώ βρισκόταν σ' ένα μηχανουργείο συνάντησε τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του οχήματος (ονόματι Mohamad Alsheikh Ali, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8 - παραδεκτό γεγονός -), ο οποίος του ανάφερε ότι του χρωστά ένα κλειδί του αυτοκινήτου, το οποίο, ουδέποτε του έδωσε. Όταν κλάπηκε το αυτοκίνητο επικοινώνησε μαζί του, επειδή υποπτεύθηκε ότι εκείνος το έκλεψε. Σε σχέση με το κλειδί, ο προηγούμενος ιδιοκτήτης, του είπε ότι χάθηκε. Όταν πήγε στην αστυνομία, τους είπε για την παραπάνω υποψία του, όμως δεν τους έδωσε το τηλέφωνο του προηγούμενου ιδιοκτήτη για να του τηλεφωνήσουν, επειδή δεν το είχε. Το πήρε από άλλα άτομα μετά. Ωστόσο, λίγο παρακάτω ισχυρίστηκε ότι τηλεφώνησε ο ίδιος στον προηγούμενο ιδιοκτήτη, προτού πάει στην αστυνομία. Τίθεται το εξής ερώτημα, που αποκαλύπτει και την πρώτη σοβαρή αντίφαση στην οποία υπέπεσε ο παραπονούμενος: Τελικά, πότε έμαθε το τηλέφωνο του προηγούμενου ιδιοκτήτη του επίδικου οχήματος; Μετά που πήγε στην αστυνομία ή προηγουμένως; Σίγουρα, δεν μπορεί να ισχύουν και τα δύο. Ισχυρίστηκε ακόμη ο παραπονούμενος, ότι, όταν πήγε στην αστυνομία, τους είπε ότι ο προηγούμενος ιδιοκτήτης κρατούσε το δεύτερο κλειδί του επίδικου οχήματος και ότι μόνο αυτόν υποψιαζόταν ως το δράστη της κλοπής του, μέχρι εκείνη τη στιγμή. Δε γνωρίζει αν του πήρε κατάθεση το Τ.Α.Ε. είπε απαντώντας σε άλλη ερώτηση. Η κατάθεση του παραπονούμενου λήφθηκε από τον αστυφύλακα 1807 Μ. Περικλέους (Μ.Κ.2), ο οποίος, αντεξεταζόμενος, ερωτηθείς εάν ο παραπονούμενος του ανάφερε ότι κρατά το κλειδί του επίδικου οχήματος ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του, απάντησε ως εξής: «Ό,τι παράπονο μου ανέφερε αναγράφεται στην κατάθεσή του». Έχοντας υπόψη, ότι, τίποτα απ' όσα ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος ο παραπονούμενος επί του προκειμένου αναφέρεται στη γραπτή του κατάθεση και με δεδομένο, ότι ο αστυνομικός μάρτυρας, δεν είχε κανένα λόγο να καταθέσει ψευδώς στο δικαστήριο, τίθενται τα ακόλουθα ερωτήματα: Γιατί ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι ανάφερε στην αστυνομία όσα ανάφερε στο δικαστήριο, σε σχέση με τις υποψίες του για τον προηγούμενο ιδιοκτήτη, ενώ, στην πραγματικότητα, ουδέποτε συνέβηκε κάτι τέτοιο; Έπειτα, εάν όντως αποτελεί γεγονός, ότι ο προηγούμενος ιδιοκτήτης κρατούσε το ένα από τα δυο κλειδιά του αυτοκινήτου που του πώλησε και όταν του το ζήτησε μετά την κλοπή του, του ανάφερε ότι το έχασε, γιατί δεν το ανάφερε στην αστυνομία; Ακολούθως, γιατί όταν το συνάντησε στο μηχανουργείο και του είπε ότι του χρωστά ένα κλειδί, δεν του είπε από τότε να του το δώσει ή γιατί δεν το ρώτησε γιατί δεν του το έδωσε από την πρώτη στιγμή; Τέλος, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι όλα όσα ισχυρίστηκε συναφώς με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη αποτελούν γεγονός, γιατί να αποκλείσω το ενδεχόμενο να έκλεψε αυτός το επίδικο όχημα, δηλαδή, ο προηγούμενος ιδιοκτήτης ή έστω, κάποιος άλλος στον οποίο είχε δώσει το κλειδί του, είτε ακόμη, που το βρήκε (αφού κατά τον παραπονούμενο, ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του ανάφερε στο μηχανουργείο ότι χάθηκε το κλειδί) και όλα αυτά, τη στιγμή που ενώ κατά τον παραπονούμενο, το επίδικο όχημα ήταν κλειδωμένο στον ουσιώδη χρόνο, δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία ότι είναι ο κατηγορούμενος που το πήρε από το σημείο όπου αυτό βρισκόταν; Δε νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ, προκειμένου να εξηγήσω γιατί έχω έντονες αμφιβολίες κατά πόσο, είτε κλάπηκε κάτω από συνθήκες που έχει αναφέρει ο παραπονούμενος το επίδικο όχημα (σε σχέση με ό,τι προηγήθηκε) είτε ακόμη, ότι κλάπηκε είτε τέλος, εάν όντως κλάπηκε, ότι κλάπηκε από τον κατηγορούμενο. Υπεισέρχομαι τώρα στη μαρτυρία του κατηγορούμενου, στην οποία καθώς ήδη έχει αναφερθεί, επίσης δεν μπορώ να βασιστώ για σκοπούς εξαγωγής οποιουδήποτε συμπεράσματος, αναφορικά με τα κρίσιμα γεγονότα. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος στην πρώτη του ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 6) ότι αγόρασε το επίδικο όχημα από το Σουλτάν, για να ψάξει να βρει δουλειά, αφού εδώ και τρεις μήνες δεν έχει δουλειά. Όταν όμως κατά το στάδιο της αντεξέτασης, του υποβλήθηκε ότι την ώρα που αγόρασε το αυτοκίνητο δεν είχε τα €500,00 που έδωσε στο Σουλτάν, όπως ισχυρίστηκε για την αγορά του οχήματος, απαντώντας, μεταξύ άλλων, ισχυρίστηκε ότι εκείνη την περίοδο δεν εργαζόταν συνέχεια, αλλά, κατά περιόδους και περαιτέρω, ότι βρήκε μάστρο για να εργαστεί κοντά του. Στη δεύτερη ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 5) ισχυρίζεται ότι το Σουλτάν, το γνώρισε πριν από καιρό όταν δούλευαν μαζί. Αντεξεταζόμενος προσδιόρισε αυτό το χρόνο στον ένα περίπου χρόνο προηγουμένως. Στη δεύτερη ανακριτική του κατάθεση και πάλιν, ισχυρίζεται ότι ενδιαφερόταν από τότε να αγοράσει αυτοκίνητο και το είπε στο Σουλτάν. Φυσικά, αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι δέκα μέρες προτού αγοράσει το αυτοκίνητο προετοίμασε σχετικά τον εαυτό του, οπότε και δανείστηκε από τους φίλους του το ποσό των €500,
  5. Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Άξιος αναφοράς είναι ο ισχυρισμός του, ότι, ο λόγος που ρώτησε το Σουλτάν εάν το επίδικο όχημα είναι κλοπιμαίο είναι επειδή δεν ήθελε να έχει οποιαδήποτε προβλήματα, τη στιγμή που φαίνεται να αδιαφορούσε για το γεγονός, ότι θα το οδηγούσε χωρίς άδεια οδηγού και ενώ, καθ' ομολογία του εισήλθε και διέμενε στην Κύπρο για 4 χρόνια παράνομα. Και πώς μπορεί να ισχυρίζεται ότι ο λόγος που δε ζήτησε από το Σουλτάν να του παρουσιάσει τίτλο ιδιοκτησίας και να γράψει το επίδικο όχημα στο όνομά του είναι επειδή ως παράνομα διαμένων στην Κύπρο, δεν είχε τέτοιο δικαίωμα και στο στάδιο της επανεξέτασης, να λέει, ότι, όταν ρώτησε το Σουλτάν εάν είναι κλοπιμαίο το αυτοκίνητο και πώς βρέθηκε στα χέρια του, αυτός, του ανάφερε ότι ανήκε σε κάποιο φίλο του, ο οποίος έφυγε από την Κύπρο και δεν μπορεί να επιστρέψει επειδή ήταν παράνομος, οπότε και του άφησε το αυτοκίνητο και παρά ταύτα, το αγόρασε από το Σουλτάν. Εάν όντως ο λόγος που δε ζήτησε τίτλο ιδιοκτησίας από το Σουλτάν και δεν έγραψε το όχημα στο όνομά του, ήταν επειδή, όντας παράνομος στην Κύπρο δεν είχε τέτοιο δικαίωμα και ενδεχομένως έτσι είναι με ποια λογική πίστεψε στο Σουλτάν, σε ό,τι του ανάφερε για τον προηγούμενο ιδιοκτήτη, αφού, κατά το Σουλτάν και αυτός βρισκόταν παράνομα στην Κύπρο; Υπήρχε περίπτωση αφού και οι δύο βρίσκονταν στην Κύπρο υπό το ίδιο - παράνομο - καθεστώς, ενώ ο ένας δεν είχε δικαίωμα να εγγράψει το επίδικο όχημα επ' ονόματί του, αυτό να είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του άλλου; Δε νομίζω. Οι παραπάνω επισημάνσεις μου αιτιολογούν, επαρκώς, πιστεύω, το αρχικό μου σχόλιο, σε σχέση με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, στην οποία επίσης δεν μπορώ να βασιστώ προκειμένου να προβώ με ασφάλεια στην εξαγωγή συμπερασμάτων, αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Και κάτι ακόμη προτού καταλήξω. Ακόμη κι αν ήταν διαφορετική η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία των δύο βασικών μαρτύρων της υπόθεσης, που είναι ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος και δεχόμουν τη μαρτυρία και κατ' επέκταση την εκδοχή του πρώτου, δε νομίζω να ήταν διαφορετική η κατάληξή μου, απ' ό,τι η διαφαινόμενη. Το γεγονός ότι το επίδικο όχημα, (αναμφίβολα, ιδιοκτησίας του παραπονούμενου στον ουσιώδη χρόνο) ένα περίπου μήνα μετά που κλάπηκε βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου, δεν οδηγεί αφ' εαυτού σε συμπέρασμα ότι το έκλεψε ο κατηγορούμενος, χωρίς και να αποκλείεται να συνέβη κάτι τέτοιο. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία κλοπής και η κατοχή κλαπείσας περιουσίας, δεν αποτελεί και το μόνο συστατικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί για σκοπούς στοιχειοθέτησης της σχετικής κατηγορίας. Και ενώ έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή του επίδικου οχήματος, σε σχέση με τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και την απόδειξή τους, μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν, γεγονός ανεπίτρεπτο σε επίπεδο ποινικής δίκης (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας

(1989)2 Α.Α.Δ.363). Ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι επειδή ο κατηγορούμενος είπε διάφορα ψέματα είναι και ένοχος. Έχει επίσης νομολογηθεί (βλ. Αλ-Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.117) ότι η προσφυγή στο ψεύδος, δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στη σχετική κατηγορία. Κατά συνέπεια αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά: Κλοπή, άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα. Αθώωση λόγω αμφιβολιών.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.