← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Shyama Kumari Dissanayakalage, Αρ. Υπόθεσης: 13014/09, 12 Μαΐου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Shyama Kumari Dissanayakalage, Αρ. Υπόθεσης: 13014/09, 12 Μαΐου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B104 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13014/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Shyama Kumari Dissanayakalage, από την Σριλάνκα Κατηγορουμένης --------------------- Ημερομηνία: 12 Μαΐου 2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Κατηγορουμένη παρούσα, γι' αυτήν ο κ. Σταυρινός Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει 2 κατηγορίες για το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου, κατά παράβαση των άρθρων 268 και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, η κατηγορουμένη, μεταξύ των ημερομηνιών 4 και 10 Ιουνίου 2009, ενώ ήταν υπάλληλος στην οικία της Αγγελικής Χαραλάμπους, δηλαδή οικιακή βοηθός, έκλεψε μια χρυσή καδένα λαιμού αξίας 1300 ευρώ και δύο ζεύγη χρυσά σκουλαρίκια αξίας 220 ευρώ, περιουσία της εν λόγω εργοδότριας της. Στις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, αναφέρεται ότι η κατηγορουμένη, στις 11.6.2009, έκλεψε ένα χαρτονόμισμα των 5 ευρώ, επίσης περιουσία της εν λόγω εργοδότριας της. Η πρώτη μάρτυρας κατηγορίας ήταν η Μαίρη Μηνά, η οποία εκτέλεσε χρέη διερμηνέα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης αναφορικά με την σύλληψη και τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από την κατηγορουμένη. Η Μ.Κ.1 κατάγεται από την Σρι Λάνκα, και βρίσκεται στην Κύπρο εδώ και 15 χρόνια, είναι παντρεμένη με Κύπριο για 13 χρόνια και μιλά και διαβάζει την Ελληνική γλώσσα πολύ καλά. Η Μ.Κ.1 αναγνώρισε την κατηγορουμένη, και στην αντεξέταση της κατέθεσε την ανακριτική κατάθεση της κατηγορουμένης ημερ. 11.6.2009, στη μητρική της γλώσσα, Τεκμήριο 1, την οποία μετάφρασε στα Ελληνικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Μ.Κ.1 κατέθεσε επίσης τη μετάφραση της εν λόγω κατάθεσης της κατηγορουμένης, την οποίαν η ίδια έκανε, Τεκμήριο 2, και αρνήθηκε τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι το Τεκμήριο 2 δεν είναι πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου 1 και ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 παρουσιάζει διαφορές με την προφορική μετάφραση του Τεκμηρίου 1 που έκανε η μάρτυρας. Η Μ.Κ.1 απάντησε αρνητικά σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης κατά πόσο ο αστυνομικός επέστησε την προσοχή της κατηγορουμένης στο Νόμο, για να πει στην επανεξέταση της ότι το τι αντιλήφθηκε με τη φράση «επίστηση της προσοχής στο Νόμο» είναι ο εκφοβισμός. Ο δεύτερος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο αστ. 266 Άγγελος Περικλέους, του Κλάδου Δακτυλοσκοπίας και Φωτογραφίας του ΤΑΕ. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε δέσμη από 4 φωτογραφίες τις οποίες έβγαλε στο ΤΑΕ στις 11.6.2009 καθ΄ υπόδειξη του αστ.1954, και τύπωσε ο ίδιος, Τεκμήριο

  1. Οι εν λόγω φωτογραφίες απεικονίζουν τα τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης, και συγκεκριμένα ένα χαρτονόμισμα των 5 ευρώ με αριθμό Χ19272169766, μια χρυσή καδένα λαιμού και 2 ζεύγη χρυσά σκουλαρίκια με ένα μπλε κουτάκι. Ο αστ. 1954 Χάρης Θεμιστοκλέους του ΤΑΕ Λεμεσού υιοθέτησε την κατάθεση του ως μέρος της κύριας εξέτασης του. Σε αυτή, αναφέρει ότι στις 11.6.2009 έλαβε καταγγελία από την παραπονούμενη, Αγγελική Χαραλάμπους, ότι μεταξύ των ημερομηνιών 4-11 Ιουνίου 2009 κλάπηκαν από κοσμηματοθήκη στο υπνοδωμάτιο της οικίας της μια χρυσή καδένα αξίας 1300 ευρώ και 2 ζεύγη σκουλαρίκια αξίας 220 ευρώ. Η παραπονούμενη αμέσως είχε υποψίες εναντίον της οικιακής βοηθού της, και για να την ελέγξει άφησε την ίδια μέρα ένα χαρτονόμισμα των 5 ευρώ με αριθμό Χ19272169766 στο υπνοδωμάτιο της και μετά από έλεγχο που έκανε αυτό έλειπε. Ο Μ.Κ. 3 μετέβη με την παραπονούμενη και την Γ./Αστ. 2942 στο μέρος για εξετάσεις. Με την άφιξη τους στην οικία της παραπονούμενης ο Μ.Κ. 3 εξήγησε στην ύποπτη/κατηγορουμένη την υπόθεση που εξέταζε και αυτή αμέσως τους οδήγησε σε δωμάτιο αποθήκη όπου εντός ταξιδιωτικής τσάντας, ιδιοκτησίας της παραπονούμενης, τους υπέδειξε τα χρυσαφικά που κλάπηκαν. Στις 15.00 ο Μ.Κ. 3 της επέστησε την προσοχή στο Νόμο στα Αγγλικά και αυτή απάντησε «Ναι έκλεψα τα την Παρασκευή». Ο Μ.Κ. 3 παρέλαβε τα χρυσαφικά και, με τη γραπτή συγκατάθεση της κατηγορουμένης, ερευνήθηκε το δωμάτιο της. Η ώρα 15.20 εντοπίστηκε σε πορτοφόλι της κατηγορουμένης το χαρτονόμισμα των 5 ευρώ με τον αριθμό Χ19272169766, το οποίο ο Μ.Κ. 3 κατέσχε. Ακολούθως της επέστησε εκ νέου την προσοχή στο Νόμο και αυτή απάντησε «Το πήρα από το δωμάτιο της κυρίας μου». Αργότερα στο ΤΑΕ ο Μ.Κ 2 φωτογράφησε τα εν λόγω τεκμήρια, καθ΄υπόδειξη του Μ.Κ.3, και μετά ο Μ.Κ. 3 τα επέστρεψε στην παραπονούμενη. Ακολούθησε η σύλληψη της κατηγορουμένης δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, και αφού ο Μ.Κ. 3 της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτή απάντησε «Σου ορκίζομαι ότι δεν έπιασα τα χρυσαφικά μόνο τα 5 ευρώ». Την πληροφόρησε για τα δικαιώματα της και μετά έλαβε από αυτή ανακριτική κατάθεση με τη βοήθεια της διερμηνέα, Μ.Κ.
  2. Ο Μ.Κ. 3 αναγνώρισε τα Τεκμήρια 1 και 2, και είπε ότι η πιστή μετάφραση έγινε από τη διερμηνέα, και περαιτέρω αναγνώρισε στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 3 τα τεκμήρια που κατέσχε σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Κατά την έρευνα παρόντες ήταν επίσης η Γ./Αστ. 2942, η παραπονούμενη και η κατηγορουμένη. Μόλις ο Μ.Κ. 3 την πληροφόρησε για τον λόγο της παρουσίας του στο μέρος, η κατηγορουμένη τους υπέδειξε τα χρυσαφικά που ήταν κρυμμένα στην ταξιδιωτική τσάντα, ενώ ο μάρτυρας εντόπισε το χαρτονόμισμα κατά την έρευνα που ακολούθησε σε πορτοφόλι της κατηγορουμένης. Η παραπονούμενη δεν γνώριζε ότι τα χρυσαφικά της ήταν εντός της ταξιδιωτικής τσάντας, και η κατηγορουμένη, κατά την έρευνα, έδειξε μεταμελημένη και παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Στο πλαίσιο της αντεξέτασης της ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε τη θέση ότι η κατηγορουμένη ουδέποτε παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων και ότι αυτή παγιδεύτηκε. Ο Μ.Κ. 3 αρνήθηκε τέτοια θέση, λέγοντας ότι θυμάται χαρακτηριστικά την κατηγορουμένη που απολογήθηκε και γονάτισε μπροστά από την εργοδότρια της, και ότι η κατάθεση της λήφθηκε με τη βοήθεια της διερμηνέα. Ο Μ.Κ. 3 επέμενε επίσης ότι η κατηγορουμένη μιλά λίγα Αγγλικά και επομένως κατάλαβε την επίστηση που ο μάρτυρας της έκανε στα Αγγλικά και έδωσε τις απαντήσεις που καταγράφονται στην κατάθεση του. Τέλος, ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε τη θέση ότι η παραπονούμενη δεν είναι η εργοδότρια της κατηγορουμένης, όπως αναγράφεται στο κατηγορητήριο, αλλά ο σύζυγος της Ιωάννης Χαραλάμπους, και προς τούτο κατατέθηκε το ένταλμα σύλληψης της που εκδόθηκε και εκτελέστηκε εναντίον της κατηγορουμένης, Τεκμήριο 4, στο οποίο αναφέρεται ότι τα εν λόγω κοσμήματα και το χαρτονόμισμα είναι περιουσία του εργοδότη της κατηγορουμένης Ιωάννη Χαραλάμπους. Επίσης ο Μ.Κ. 3 αναγνώρισε αντίγραφο του συμβολαίου εργασίας της κατηγορουμένης, καθότι ο ίδιος είδε το πρωτότυπο, Τεκμήριο 5, το οποίο έγινε μεταξύ της κατηγορουμένης και του Ιωάννη Χαραλάμπους ως του εργοδότη. Ο Μ.Κ.3 εξέφρασε τη θέση ότι η αναφορά ότι τα κλοπιμαία είναι περιουσία της συζύγου του εργοδότη δεν έχει οποιαδήποτε διαφορά. Ο Μ.Κ. 3 κατέθεσε την κατάθεση που έλαβε από την παραπονούμενη, Αγγελική Χαραλάμπους, στις 11.6.2009, Τεκμήριο 6, την οποία η τελευταία αναγνώρισε και υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασης της. Στην εν λόγω κατάθεση η Μ.Κ. 4 αναφέρει ότι εργοδοτεί ως οικιακή βοηθό την κατηγορουμένη από τις 20.3.
  3. Την Τετάρτη το πρωί η ώρα 08.00 διαπίστωσε ότι από την κοσμηματοθήκη της που έχει στην τουαλέτα του υπνοδωματίου της έλειπαν μια χρυσή καδένα λαιμού αξίας 1300 ευρώ και 2 ζεύγη σκουλαρίκια αξίας 220 ευρώ. Για την κλοπή αμέσως υποψιάστηκε την οικιακή βοηθό γιατί είναι το μόνο άτομο που έχει ελεύθερη πρόσβαση στο σπίτι ενώ δεν παρατήρησε οποιαδήποτε παραβίαση πόρτας ή παραθύρου της οικίας της. Η τελευταία φορά που είδε τα χρυσαφικά της ήταν η ώρα 21.00 της περασμένης Πέμπτης, 4.6.
  4. Στις 6.6.2009 και ώρα 16.00 μετέβη με τον σύζυγο της στην Αγία Νάπα για ολιγοήμερες διακοπές και επέστρεψαν η ώρα 18.00 της Δευτέρας, 8.6.
  5. Κατά τις ημέρες που έλειπαν, για λόγους ασφαλείας, η Μ.Κ. 4 κλείδωσε την πόρτα του υπνοδωματίου της ενώ η κατηγορουμένη έμεινε στο σπίτι μόνη. Στις 11.6.2009 γύρω στις 08.30 άφησε ένα χαρτονόμισμα των 5 ευρώ με αριθμό Χ19272169766 πάνω στο κρεβάτι της για να δει αν η κατηγορουμένη θα το έκλεβε. Το μεσημέρι, όταν επέστρεψε στο σπίτι, η Μ.Κ. 4 είδε ότι η κατηγορουμένη είχε στρώσει αλλά δεν ανέφερε ούτε στην ίδια ούτε στον σύζυγο της ότι βρήκε χρήματα ενώ αυτά δεν ήταν στο κρεβάτι. Ακολούθως η Μ.Κ. 4 μετέβη στην αστυνομία για να καταγγείλει την υπόθεση. Η ίδια εξέφρασε τη βεβαιότητα της ότι η κατηγορουμένη έκλεψε τα χρυσαφικά της όπως επίσης τα 5 ευρώ, καθότι κανείς άλλος δεν έχει πρόσβαση στο σπίτι. Στην παρουσία της αστυνομίας, η κατηγορουμένη τους έδειξε πού ήταν τα κοσμήματα, σε μια ταξιδιωτική τσάντα που βρισκόταν σε άλλο δωμάτιο το οποίο χρησιμοποιείται ως αποθήκη. Επίσης η αστυνομία βρήκε το εν λόγω χαρτονόμισμα στην κατοχή της. Η Μ.Κ. 4 ουδέποτε έβαλε τα χρυσαφικά της στην εν λόγω τσάντα, και μάλιστα η κατηγορουμένη, στην παρουσία και της αστυνομίας, παραδέχθηκε ότι έκλεψε τα κοσμήματα την περασμένη Παρασκευή και την επίδικη μέρα, όταν η Μ.Κ. 4 τη ρώτησε αν τα πήρε, αυτή φοβήθηκε και αφού μετάνιωσε για την πράξη της τα έβαλε στην ταξιδιωτική τσάντα. Η εν λόγω τσάντα είναι αυτή που η Μ.Κ. 4 πήρε μαζί της στην Αγία Νάπα, και όταν επέστρεψε, έβγαλαν τα ρούχα από μέσα και η κατηγορουμένη τη φύλαξε, και επομένως ήξερε πού ήταν. Η Μ.Κ.4 αναγνώρισε την κλοπιμαία περιουσία της στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου
  6. Ο λόγος που αντιλήφθηκε ότι τα εν λόγω κοσμήματα της έλειπαν ήταν διότι την Τετάρτη το πρωί έψαχνε το μικρό κουτάκι στο οποίο φυλάει τα ζεύγη σκουλαρίκια της για να φορέσει το ένα που θα πήγαινε στη δουλειά της. Ρώτησε την κατηγορουμένη αν τα είδε και αυτή απάντησε αρνητικά. Την Πέμπτη πάλι τα αναζήτησε, και μάλιστα παρακάλεσε την κατηγορουμένη να τη βοηθήσει να τα βρουν, αφού η ίδια είχε ψάξει και δεν τα βρήκε. Η Μ.Κ. 4 ήταν βέβαιη ότι η κατηγορουμένη τα είχε πάρει και της είπε ότι ενώ η ίδια θα πήγαινε γραφείο, αυτή να ψάξει γι΄αυτά και αν τα πήρε να τα επιστρέψει στη θέση τους, και είναι κρίμα χέρι που της δίνει τροφή να του κάνει κακό. Γι΄ αυτό η Μ.Κ. 4 πριν φύγει για τη δουλειά της, έβαλε το χαρτονόμισμα των 5 ευρώ στο κρεβάτι της, και μάλιστα έγραψε τον αριθμό του σε ένα χαρτάκι που φύλαξε και έδειξε στην αστυνομία. Μάλιστα είπε στον σύζυγο της αν η κατηγορουμένη του δώσει ένα χαρτονόμισμα, αυτός να το αφήσει ξεχωριστά. Γύρω στο μεσημέρι, η Μ.Κ. 4 τηλεφώνησε στον σύζυγο της και ρώτησε για τα 5 ευρώ και αυτός της είπε ότι η κατηγορουμένη δεν του έδωσε χρήματα. Η Μ.Κ. 4 ζήτησε από την κόρη της που μένει δίπλα να ψάξει διακριτικά στο κρεβάτι για να δει αν θα βρει τα χρήματα και αυτή δεν τα βρήκε. Τότε η Μ.Κ.4 πήγε στην αστυνομία, και της ζήτησαν να πάρει την κατηγορουμένη στον σταθμό. Η Μ.Κ. 4 το έπραξε, χωρίς να πει στην κατηγορουμένη πού θα πήγαιναν, και εκεί η κατηγορουμένη τους είπε τι συνέβη και ότι ξέρει πού βρίσκονται. Η κατηγορουμένη κατέβασε την ταξιδιωτική βαλίτσα που είχε σκεπάσει και δέσει με νάυλον, και μέσα βρέθηκαν τα κοσμήματα. Η Μ.Κ. 4 τη ρώτησε γιατί το έκανε και αυτή δεν έδωσε απάντηση. Κατά την έρευνα βρέθηκε και το χαρτονόμισμα στην τσάντα της. Ενώπιον της αστυνομίας παραδέχθηκε ότι πήρε τα κοσμήματα την Παρασκευή, και αφού η Μ.Κ. 4 τη ρώτησε γιατί το έκανε αυτή είπε ότι είχε ανάγκη. Η Μ.Κ. 4 της είπε τότε γιατί δεν ζήτησε βοήθεια και αυτή γονάτισε παρακαλώντας την να μην κάνει οτιδήποτε γιατί θα την στείλουν πίσω στη χώρα της, λέγοντας μάλιστα επακριβώς τι της είπε στα Αγγλικά. Η Μ.Κ.4 της είπε ότι ήταν αδύνατο να την αφήσει στο σπίτι και ζήτησε από την πράκτορα αν μπορούσε να της βρει αλλού εργασία, όμως η πράκτορας είπε ότι αυτό ήταν αδύνατο εν όψει της συμπεριφοράς της. Η αστυνομία είπε στη Μ.Κ. 4 ότι είτε θα την έπαιρνε πίσω στο σπίτι είτε θα προέβαινε σε καταγγελία, και η Μ.Κ. 4 επέλεξε το δεύτερο γιατί δεν μπορούσε να την έχει πλέον στο σπίτι. Η Μ.Κ. 4 είπε επίσης ότι εδώ και 14 χρόνια έχουν ανελλιπώς οικιακή βοηθό στο σπίτι, καθότι ο σύζυγος της είναι άρρωστος και δεν εργάζεται και ότι αυτή εργάζεται, πληρώνει την οικιακή βοηθό και γενικά συντηρεί το σπίτι της. Κατά την αντεξέταση της ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στη μάρτυρα ότι η ίδια την παγίδευσε και ότι αυτή έβαλε τα κοσμήματα στην τσάντα γιατί ήθελε να τη διώξει από το σπίτι. Η Μ.Κ. 4 αρνήθηκε έντονα κάτι τέτοιο, λέγοντας ότι αυτό έγινε μόλις 3 μέρες μετά την εγγραφή της, και υπήρχε άλλος τρόπος να χειριστεί το θέμα μέσω της πράκτορα αν δεν την ήθελε. Μάλιστα η ίδια, ενοχλημένη από την υποβολή της υπεράσπισης, είπε ότι εργάζεται σε υπεύθυνη θέση σε εταιρεία πετρελαιοειδών όπου της εμπιστεύονται τον χειρισμό εκατομμυρίων, και είναι καθόλα έντιμη, καταθέτοντας στο Δικαστήριο την επαγγελματική της κάρτα, Τεκμήριο
  7. Η Μ.Κ. 4 είπε επίσης ότι πάντα όταν λείπει για κάποιες μέρες από το σπίτι κλειδώνει το υπνοδωμάτιο της, όπως επίσης κάθε πρωί που φεύγει για το γραφείο κλειδώνει όλα τα ερμάρια. Επέμενε επίσης ότι έχουν οικιακή βοηθό λόγω των προβλημάτων υγείας του συζύγου της, όμως η ίδια την εργοδοτεί, την επιλέγει και την πληρώνει. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, και αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης, κάλεσε αυτή σε απολογία και της εξήγησε τα δικαιώματα της. Η κατηγορουμένη επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Κατά τη μαρτυρία της η κατηγορουμένη είπε τα ακόλουθα. Ήρθε στην Κύπρο για να εργαστεί στις 19.3.2009 και ο εργοδότης της ήταν ο κ. Ιωάννης Χαραλάμπους. Ουδέποτε της έδωσαν ή της έδειξαν τα έγγραφα της, παρά μόνο ο πράκτορας στη Σρι Λάνκα, μέσω του οποίου ήρθε στην Κύπρο, της είπε ότι είχε βίζα για 4 χρόνια. Η ίδια πλήρωσε το ποσό των 3500 ευρώ για να έρθει στην Κύπρο. Διέμενε στο σπίτι του εργοδότη της, σε δικό της δωμάτιο, και δούλευε από τις 6.30 το πρωί μέχρι τις 10.00 το βράδυ, καθημερινά. Η ρουτίνα της ήταν να ετοιμάζει πρόγευμα και γεύμα για τον εργοδότη της και την σύζυγο του, για να πάρουν μαζί τους στη δουλειά, να καθαρίζει το σπίτι, είχε μία ώρα ανάπαυση και μετά τις 2 το μεσημέρι εργαζόταν στο σπίτι της κόρης του εργοδότη της. Οι σχέσεις της με την κα Αγγελική ήταν καλές τις πρώτες δύο μέρες μόνο, αλλά μετά την έφταιγε για όλα χωρίς λόγο και δεν ήταν ποτέ ικανοποιημένη από τη δουλειά της. Δεν της άρεσε που η κατηγορουμένη δεν έτρωγε κρέας, και μάλιστα το είπε στον πράκτορα της. Πάντοτε την κατηγορούσε και της έλεγε συνεχώς ότι θα την έστελνε στη χώρα της, και η κατηγορουμένη συχνά έκλαιγε. Έλαβε μόνο τον πρώτο της μισθό 298 ευρώ, τον οποίο έστειλε στη χώρα της επειδή είχε πολλά χρέη. Το καλοκαίρι οι εργοδότες της πήγαν στον Πρωταρά και αυτή έμεινε μόνη στο σπίτι για 2 μέρες. Αφού επέστρεψαν, η κα Αγγελική κλείδωσε το δωμάτιο της, πήρε το κλειδί και έφυγε. Είπε στην κατηγορουμένη ότι θα κλείδωνε επειδή είχε πολύτιμα πράγματα στο δωμάτιο της, χωρίς όμως να της διευκρινίσει τι είδους αντικείμενα ήταν αυτά. Την επομένη της επιστροφής τους, η κατηγορουμένη ετοίμασε πρωινό, η κα Αγγελική είπε κάτι στον σύζυγο της στα Αγγλικά, και μετά της είπε ότι κάτι λείπει και να μην ελέγξει αλλού παρά μόνο πάνω και κάτω από το κρεβάτι τους. Αφού η κα Αγγελική έψαξε πρώτη, είπε στην κατηγορουμένη να ψάξει και αυτή. Η κα Αγγελική της είπε ότι έλειπαν μόνο κοσμήματα της, χωρίς να της πει πού τα είχε, και δεν έκανε αναφορά σε 5 ευρώ. Η κατηγορουμένη είδε για πρώτη φορά τα εν λόγω κοσμήματα όταν τα βρήκε η αστυνομία στο σπίτι, και μόνο όταν ήρθε η αστυνομία στο μέρος η κα Αγγελική άνοιξε το συρτάρι της τουαλέτας της στο υπνοδωμάτιο της και είπε ότι είχε εκεί μέσα ένα κουτί με τα κοσμήματα της. Για τα 5 ευρώ, η κατηγορουμένη είπε ότι τα βρήκε όταν σκούπιζε το δωμάτιο, στο πάτωμα στην είσοδο του υπνοδωματίου, τα πήρε και τα άφησε πάνω στο κρεβάτι της. Η κατηγορουμένη είπε ότι η κα Αγγελική της είπε ότι θα πήγαιναν στην τράπεζα ενώ την πήρε στην αστυνομία, εκεί οι αστυνομικοί της μιλούσαν αλλά αυτή δεν καταλάβαινε τι της έλεγαν, ενώ τη ρώτησαν αν γνώριζε πού είναι τα κοσμήματα και αυτή απάντησε ότι δεν ήξερε. Την ξαναρώτησαν και αυτή και πάλι τους είπε ότι δεν ήξερε πού ήταν. Μετά η αστυνομία της είπε ότι κάποια κοσμήματα της κας Αγγελικής είχαν χαθεί, και αυτή τους είπε ότι η κυρία της πήγε στην Αγία Νάπα, πήρε τα κουτιά και τα έφερε πίσω. Η κυρία της, της είπε να μην αγγίσει τα κουτιά και αυτή αισθάνθηκε ότι κάτι είχαν μέσα γιατί η κα Αγγελική τα κουνούσε και η κατηγορουμένη άκουσε θόρυβο μέσα σε αυτά και κάτι κουδούνιζε. Όταν η αστυνομία τη ρώτησε γιατί δεν είπε αυτά στην κυρία της, η κατηγορουμένη είπε ότι η κα Αγγελική δεν της έδωσε την ευκαιρία να συνομιλήσουν, γιατί μόλις επέστρεψε από τη δουλειά της, της είπε να μπει μέσα στο αυτοκίνητο και τη μετέφερε στην αστυνομία. Η κατηγορουμένη παραδέχθηκε επίσης ότι η κα Αγγελική της είπε ότι αν η κατηγορουμένη της έλεγε πού βρίσκονταν τα αντικείμενα δεν θα αναμείγνυε την αστυνομία, και η κατηγορουμένη της είπε τότε ότι δεν ήξερε πού ακριβώς βρίσκονταν αυτά τα αντικείμενα. Η κατηγορουμένη είπε τέλος ότι μίλησε με τους αστυνομικούς στα Αγγλικά, και ότι δεν της ανέφεραν για δικηγόρο τότε. Εκεί δεν υπήρχε διερμηνέας. Η ίδια τους είπε ότι τα 2 κουτιά είναι εκεί που τα άφησε η κα Αγγελική, η ίδια τους τα έδειξε και τους είπε να τα ελέγξουν. Από τότε δεν εργάζεται και διαμένει στο Προξενείο της Σρι Λάνκα. Κατά τη μακρά αντεξέταση της, η κατηγορουμένη είπε τα ακόλουθα. Αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, Τεκμήριο 1, στην παρουσία και με τη βοήθεια διερμηνέα. Στην εν λόγω κατάθεση της η κατηγορουμένη αναφέρει ότι εργαζόταν στην κα Αγγελική από τις 20.3.2009 μέχρι και τις 11.6.2009, ενώ κατά αυτό το χρονικό διάστημα οι σχέσεις της με την κα Αγγελική δεν ήταν καλές. Δεν αναφέρθηκε στις σχέσεις της με την κα Αγγελική στην κατάθεση της επειδή δεν είχε ρωτηθεί για το θέμα αυτό. Ερωτηθείσα αν ανέφερε το πρόβλημα που αντιμετώπιζε με την κα Αγγελική σε οποιονδήποτε, η κατηγορουμένη είπε ότι το μοιράστηκε μόνο με την οικιακή βοηθό της διπλανής οικίας, που είναι ομοεθνής της, και η οποία ήταν η μόνη με την οποία είχε επαφή. Μάλιστα αυτή η κοπέλα της είπε ότι η προηγούμενη κοπέλα που εργαζόταν στην κα Αγγελική κακοποιείτο. Ο λόγος που δεν τηλεφώνησε στον πράκτορα της στη χώρα της ή δεν ζήτησε να φύγει από την κα Αγγελική είναι ότι η τελευταία της είπε ότι έστειλε την προηγούμενη βοηθό της στη χώρα της. Επομένως αν η κατηγορουμένη έκανε κάτι τέτοιο, η κα Αγγελική δεν θα την άφηνε να εργαστεί σε άλλον εργοδότη αλλά θα την έστελλε στη χώρα της, κάτι το οποίο ήταν αδύνατο για την κατηγορουμένη γιατί έπρεπε να εργαστεί για τουλάχιστον 2 χρόνια για να ξεπληρώσει τα χρέη της στη χώρα της και επομένως ζήτησε από την κα Αγγελική να την κρατήσει για τα επόμενα 2 χρόνια τουλάχιστον. Η κατηγορουμένη επέμενε ότι ουδέποτε είπε ότι έκλεψε τα κοσμήματα και ανέφερε μόνο ότι μάζεψε τα 5 ευρώ, όπως αναφέρεται και στην κατάθεση της. Ας σημειωθεί ότι η κατηγορουμένη διάβασε μέρος της κατάθεσης της στη μητρική της γλώσσα, Τεκμήριο 1, και έγινε η μετάφραση αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την αντεξέταση της. Η κατηγορουμένη παραδέχθηκε ότι μόνο αυτή, η κα Αγγελική και ο σύζυγος της μπαίνουν στο υπνοδωμάτιο των τελευταίων, και παρόλο που δεν αναφέρει στην κατάθεση της ότι έβαλε τα 5 ευρώ πάνω στο κρεβάτι της, εν τούτοις είπε στην κατάθεση της ότι τα μάζεψε ενώ σκούπιζε. Ακολούθως η κατηγορουμένη είπε ότι δεν γνώριζε σε ποιον ανήκαν τα 5 ευρώ που βρήκε, γιατί είχε χρήματα στην τσέπη του παντελονιού της για να αγοράσει κάρτα τηλεφώνου του κινητού της, αλλά δεν βρήκε, και έτσι πήρε τα 5 ευρώ και τα έβαλε στο πορτοφόλι της με άλλα χρήματα που είχε μέσα, και τα άφησε πάνω στο κρεβάτι της. Σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης γιατί δεν έβαλε τα 5 ευρώ που μάζεψε στην τσέπη του παντελονιού της, η ίδια είπε ότι η κα Αγγελική της είπε να αφήσει όλα της τα πράγματα και να πάρει μόνο το κινητό της, έτσι η κατηγορουμένη εκείνη την στιγμή έβαλε τα 5 ευρώ στο πορτοφόλι της και πήρε μόνο το κινητό της. Η κατηγορουμένη είπε επίσης ότι η κα Αγγελική άδειασε τις βαλίτσες και η ίδια δεν είδε καθόλου το περιεχόμενο τους, ενώ αφού η κα Αγγελική τις άδειασε και τις έκλεισε, η κατηγορουμένη τις έβαλε σε πλαστικές τσάντες για να μην σκονιστούν και η κα Αγγελική ήταν συνεχώς δίπλα της. Όταν η κατηγορουμένη άκουσε το κουδούνισμα, η κα Αγγελική εξακολουθούσε να είναι δίπλα της. Η κα Αγγελική της είπε να βάλει τις 2 βαλίτσες πάνω από το ερμάρι, όπως και έπραξε. Όταν η κα Αγγελική της είπε ότι κάποια αντικείμενα λείπουν, η κατηγορουμένη κούνησε τη βαλίτσα που ήταν από πάνω, και μετά η κα Αγγελική της είπε να ψάξει για τα αντικείμενα και εκεί η κατηγορουμένη άκουσε το κουδούνισμα. Αυτό έγινε 2 ώρες πριν έρθει η αστυνομία στο σπίτι. Επανέλαβε ότι δεν πρόλαβε να το πει στην κα Αγγελική η οποία δεν της έδωσε την ευκαιρία γιατί της είπε να κλείσει το στόμα της και να πάνε στην τράπεζα. Η κατηγορουμένη αρνήθηκε ότι η κα Αγγελική φορούσε συχνά τα εν λόγω κοσμήματα και ανέφερε ότι τα είδε για πρώτη φορά όταν η αστυνομία άνοιξε τη βαλίτσα. Η κατηγορουμένη δέχθηκε τη θέση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι όταν η αστυνομία πήγε στο σπίτι της κας Αγγελικής, αυτή αμέσως τους οδήγησε εκεί όπου βρέθηκαν τα κοσμήματα. Αρνήθηκε όμως ότι είπε στους αστυνομικούς ότι έκλεψε τα κοσμήματα την περασμένη Παρασκευή. Επέμενε ότι το μόνο που τους είπε είναι ότι πήρε τα 5 ευρώ από το πάτωμα. Η κατηγορουμένη είπε ακόμα ότι όταν η κα Αγγελική είπε ότι έλειπαν τα κοσμήματα της ξεκλείδωσε το δωμάτιο της και μπήκε μέσα με την κόρη της, αλλά δεν ξέρει τι έκαναν εκεί. Όταν η αστυνομία τη ρώτησε αν ξέρει πού είναι τα κοσμήματα αυτή απάντησε ότι δεν γνωρίζει, όμως τους είπε για το κουδούνισμα. Τέλος, η κατηγορουμένη αρνήθηκε ότι γονάτισε μπροστά στην κα Αγγελική και της ζήτησε συγνώμη παρακαλώντας την να την αφήσει να εργάζεται εκεί, και είπε ότι δεν παραδέχθηκε ότι έκλεψε τα κοσμήματα. Κατά την αγόρευση του ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας πρέπει να κριθεί αξιόπιστη, ενώ η μαρτυρία της κατηγορουμένης παρουσιάζει σοβαρές αντιφάσεις με αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία, όπως οι ενέργειες της σε σχέση με τα 5 ευρώ ή ο χρόνος ανεύρεσης των κοσμημάτων. Ήταν η θέση του κ. Αργυρού ότι, με βάση τη μαρτυρία που προσάχθηκε για την Κατηγορούσα Αρχή, αποδείχθηκε η κατηγορία της κλοπής στον απαιτούμενο βαθμό. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του συνηγόρου της υπεράσπισης, ο οποίος είπε δεν έχει αποδειχθεί βασικό συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κλοπής, που είναι η σχέση υπαλλήλου - εργοδότη, καθότι η μαρτυρία παραπέμπει στον σύζυγο της κας Αγγελικής ως τον εργοδότη της κατηγορουμένης, και το άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα δεν καλύπτει την σχέση της κας Αγγελικής και της κατηγορουμένης. Επίσης ο κ. Σταυρινός επεσήμανε ότι το ένταλμα σύλληψης αναφέρεται στον σύζυγο της κας Αγγελικής ως τον εργοδότη της κατηγορουμένης και στον οποίο ανήκει η περιουσία που κατ΄ ισχυρισμό κλάπηκε, ενώ το κατηγορητήριο αναφέρεται στην κα Αγγελική, και κάλεσε το Δικαστήριο να προβληματιστεί γι΄ αυτό και να αθωώσει την κατηγορουμένη. Ο κ. Σταυρινός τόνισε ότι η όλη διαδικασία διερεύνησης της υπόθεσης πάσχει, καθότι όταν η κατηγορουμένη οδηγήθηκε στην αστυνομία, εκεί δεν υπήρχε διερμηνέας, η κατηγορουμένη πιθανόν να μην καταλάβαινε Αγγλικά και δεν πληροφορήθηκε για το δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο. Αυτά τα δεδομένα δημιουργούν τέτοιες αμφιβολίες στο Δικαστήριο αναφορικά με την ορθότητα της διαδικασίας και ακόμα της λήψης της κατάθεσης της κατηγορουμένης, που πρέπει να επενεργήσουν υπέρ της κατηγορουμένης. Τέλος, ήταν η θέση του κ. Σταυρινού ότι η κατηγορουμένη έδωσε μια καθόλα πειστική και λογική εκδοχή των γεγονότων, και αφού η κα Αγγελική είχε κλειδώσει το υπνοδωμάτιο της ήταν αδύνατο για την κατηγορουμένη να έχει πρόσβαση σε αυτό και μάλιστα να κλέψει από αυτό. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και απαλλάξει την κατηγορουμένη από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Μ.Κ. 1 δημιούργησε καλή εικόνα προς το Δικαστήριο και άφησε την εντύπωση ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αυτό μάλιστα διαφάνηκε όταν διευκρίνισε κατά την επανεξέταση της ότι είχε αντιληφθεί λανθασμένα την έννοια της επίστησης της προσοχής στο Νόμο, καθότι δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι δεν κατάλαβε τι είχε ρωτηθεί και το διόρθωσε αμέσως μετά. Παρόλο που η μάρτυρας είπε ότι το Τεκμήριο 2 είναι πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου 1, εν τούτοις φάνηκε από τη μετάφραση στην οποία προέβη η ίδια ότι αυτή παρουσιάζει κάποιες διαφορές με το Τεκμήριο
  8. Θεωρώ, όμως, ότι αυτό δεν επηρεάζει την αξιοπιστία της μάρτυρα, από την στιγμή που η μάρτυρας προέβη σε μετάφραση του Τεκμηρίου 1 ενώπιον του Δικαστηρίου και μάλιστα δεν δίστασε να διαφοροποιήσει τη μετάφραση. Αυτό επιβεβαιώνει τη θέση του Δικαστηρίου ότι η Μ.Κ. 1 ήθελε να αποκαλύψει όλη την αλήθεια για την υπόθεση, χωρίς να αποκρύψει οτιδήποτε, και το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 και όχι στο κείμενο της μετάφρασης του Τεκμηρίου 2, εφόσον έχει τεθεί ενώπιον του η απευθείας μετάφραση του Τεκμηρίου
  9. Άλλωστε η υπεράσπιση ουδόλως αμφισβήτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 και μάλιστα η κατηγορουμένη υιοθέτησε το περιεχόμενο αυτής κατά την αντεξέταση της. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο επίσης να σχολιάσω ότι η μετάφραση του Τεκμηρίου 1 που έγινε κατά την αντεξέταση της κατηγορουμένης συνάδει βασικά με τη μετάφραση που έκανε η Μ.Κ. 1 ενώπιον του Δικαστηρίου, με τη διαφορά της χρήσης της λέξης «κουδούνισμα» αντί «θόρυβο» που έκανε η βαλίτσα, λέξη η οποία δεν επηρεάζει την ουσία της αναφοράς της κατηγορουμένης, αλλά αποδίδει την πραγματική έννοια των όσων η ίδια είπε. Επομένως, εφόσον οι ενέργειες της Μ.Κ. 1 σε σχέση με την παρούσα υπόθεση περιορίζονται στην σύλληψη της και τη λήψη της κατάθεσης της, και αυτές δεν αμφισβητήθηκαν ούτε και αντικρούστηκαν από την υπεράσπιση, καταλήγω ότι η Μ.Κ. 1 ήταν ειλικρινής και κρίνεται αξιόπιστη από το Δικαστήριο. Ο Μ.Κ. 2 είναι τυπικός μάρτυρας, ο οποίος δεν αντεξετάστηκε από την υπεράσπιση και η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Επομένως, η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη στο σύνολο της και υιοθετείται πλήρως από το Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.3 με την σειρά του επίσης δημιούργησε θετική εικόνα προς το Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε με αμεσότητα και συνέπεια και ήταν ιδιαίτερα λεπτομερής αναφορικά με τις ενέργειες του σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Μάλιστα ο Μ.Κ. 3 περιέγραψε με χαρακτηριστική σαφήνεια την συμπεριφορά της κατηγορουμένης και επέμενε σταθερά για κάποια θέματα που έθιξε η υπεράσπιση, όπως αν η κατηγορουμένη αντιλήφθηκε τι της έλεγε ο Μ.Κ. 3 και την στάση της σε σχέση με την παραδοχή της για την κλοπή των κοσμημάτων και την υπόδειξη τους προς την αστυνομία. Μάλιστα, η θέση του ότι η κατηγορουμένη έδειξε αμέσως στην αστυνομία πού βρίσκονταν τα κοσμήματα επιβεβαιώθηκε από την ίδια την κατηγορουμένη, ενώ η θέση του ότι γονάτισε και ζητούσε συγνώμη από την κα Αγγελική αναφέρθηκε και από την τελευταία κατά τη δική της μαρτυρία. Η αναφορά του μάρτυρα στην παραδοχή της κατηγορουμένης γίνεται πιστευτή από το Δικαστήριο καθότι ο Μ.Κ. 3 δεν δίστασε να αναφέρει ότι σε κατοπινό στάδιο η κατηγορουμένη αρνήθηκε ότι έκλεψε τα κοσμήματα παρά μόνο παραδέχθηκε ότι πήρε τα 5 ευρώ, γεγονός που δείχνει ότι ο μάρτυρας ήθελε να πει όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο αποκαλύπτοντας όλες τις απαντήσεις που έδωσε η κατηγορουμένη, είτε ήταν παραδοχή για την κλοπή είτε όχι. Η Μ.Κ. 4 άφησε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η μάρτυρας ήταν ευθύς, σταθερή και επέμενε με χαρακτηριστικό τρόπο στις θέσεις της δίνοντας λογικές και ολοκληρωμένες απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Η μαρτυρία της στο σύνολο της διακατέχεται από συνέπεια και μάλιστα κάποια σημεία επιβεβαιώθηκαν από την ίδια την κατηγορουμένη, όπως το ότι η Μ.Κ. 4 της είπε ότι αν η κατηγορουμένη της έλεγε πού βρίσκονταν τα αντικείμενα δεν θα αναμείγνυε την αστυνομία, και ότι η κατηγορουμένη βρήκε τα 5 ευρώ στο υπνοδωμάτιο της Μ.Κ. 4, το πήρε και αυτό βρέθηκε στο πορτοφόλι της. Όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω, η Μ.Κ. 4 αναφέρθηκε στο γονάτισμα της κατηγορουμένης ζητώντας από αυτή να την συγχωρέσει, κάτι που επιβεβαιώθηκε από τον Μ.Κ.
  10. Γενικά, οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής παρουσίασαν μια ολοκληρωμένη και συνεπή εκδοχή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και η μαρτυρία τους κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Αντίθετα, η κατηγορουμένη δεν προκάλεσε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και γενικά δεν έπεισε για την αλήθεια των όσων έλεγε. Αρχικά επισημαίνω ότι η κατηγορουμένη φάνηκε ιδιαίτερα νευρική και αμήχανη καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της και ήταν κάπως διστακτική σε κάποιες απαντήσεις της. Η όλη μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις και θέσεις που δεν ανταποκρίνονται στη λογική. Συγκεκριμένα, η κατηγορουμένη έδωσε συγκρουόμενες εκδοχές αναφορικά με το θέμα των κοσμημάτων της Μ.Κ.
  11. Η αρχική εκδοχή της κατηγορουμένης ήταν ότι η Μ.Κ. 4 της είπε ότι λείπουν κάποια κοσμήματα της και να ψάξει μόνο πάνω και κάτω από το κρεβάτι, ενώ ακολούθως απεκάλυψε ότι η Μ.Κ. 4 της είπε ότι αν της έλεγε πού βρίσκονταν τα κοσμήματα δεν θα καλούσε την αστυνομία, και τότε η κατηγορουμένη της είπε ότι δεν ήξερε πού βρίσκονταν, για να διαφοροποιήσει πάλι τη θέση της και να αναφέρει ότι είπε στους αστυνομικούς ότι δεν ήξερε πού ήταν τα κοσμήματα, ενώ αμέσως μετά είπε ότι είπε στην αστυνομία ότι η κυρία της πήγε στην Αγία Νάπα, πήρε τα κουτιά μαζί της και τα έφερε πίσω. Μάλιστα η Μ.Κ. 4 της είπε να μην ανοίξει τα κουτιά, ενώ η ίδια είπε μετά ότι δεν είδε το εσωτερικό των βαλιτσών αλλά άκουσε μόνο το κουδούνισμα, και δη στην παρουσία της Μ.Κ.
  12. Η κατηγορουμένη παραδέχθηκε ότι αυτή έδειξε αμέσως στους αστυνομικούς τα 2 κουτιά όταν πήγαν στο σπίτι, κάτι που υποδηλεί ότι η κατηγορουμένη γνώριζε ότι επρόκειτο για 2 κουτιά, πού αυτά βρίσκονταν και τι είχαν μέσα. Αυτή η στάση της κατηγορουμένης δείχνει ότι αυτή δεν πρόβαλε μια σταθερή θέση, αλλά συνεχώς άλλαζε τους ισχυρισμούς της, προφανώς για να στηρίξει, αλλά μάταια, την υπεράσπιση της. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η κατηγορουμένη ανέφερε αρχικά ότι ο λόγος που δεν είπε στη Μ.Κ. 4 για το κουδούνισμα ήταν επειδή η τελευταία δεν της έδωσε τον χρόνο, ενώ αργότερα διεφάνη ότι η κατηγορουμένη είχε κάποια συζήτηση με τη Μ.Κ. 4 για το θέμα αυτό, όταν η Μ.Κ. 4 της είπε να της αποκαλύψει πού βρίσκονταν τα κοσμήματα για να μην καλέσει αστυνομία και αυτή της είπε ότι δεν ήξερε πού ήταν. Η δε εκδοχή της ότι η Μ.Κ. 4 της είπε να ψάξει μόνο πάνω και κάτω από το κρεβάτι δεν ανταποκρίνεται στη λογική. Η ίδια ακριβώς αντιφατική και συγχυσμένη κατάσταση διεφάνη και στην αναφορά της για τα 5 ευρώ. Η κατηγορουμένη είπε ότι τα βρήκε στο πάτωμα όταν σκούπιζε και τα άφησε πάνω στο κρεβάτι της. Μετά πρόβαλε άλλη εκδοχή, ότι και η ίδια κρατούσε 5 ευρώ στην τσέπη του παντελονιού που φορούσε και επομένως όταν βρήκε τα 5 ευρώ δεν ήταν βέβαιη σε ποιον ανήκαν, για να προσθέσει ακολούθως ότι τα έβαλε στο πορτοφόλι της πάνω στο κρεβάτι της. Η θέση της ότι η Μ.Κ. 4 της είπε να πάρει μόνο το κινητό της και έτσι έβαλε τα 5 ευρώ στο πορτοφόλι και άφησε το πορτοφόλι της, και πάλι δεν ανταποκρίνεται στη λογική των πραγμάτων. Μάλιστα παρέμεινε κενό γιατί η κατηγορουμένη δεν έλεγξε την τσέπη της για να δει αν πράγματι της είχε πέσει το χαρτονόμισμα των 5 ευρώ από την τσέπη για να βεβαιωθεί ότι αυτό που βρήκε ήταν δικό της πριν το πάρει. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι η υπεράσπιση παρέλειψε να υποβάλει στη Μ.Κ. 4 την εκδοχή της κατηγορουμένης αναφορικά με σημαντικά γεγονότα στα οποία η ίδια έκανε αναφορά κατά τη μαρτυρία της. Αυτά αφορούν τον τρόπο μεταχείρισης της από τη Μ.Κ. 4, την κακοποίηση προηγούμενης οικιακής βοηθού της, την παράλειψη παράδοσης σε αυτή των εγγραφών της, και ακόμα ότι η Μ.Κ. 4 άδειασε τις βαλίτσες και ότι ακούστηκε το κουδούνισμα εντός της βαλίτσας στην παρουσία της. Θεωρώ ότι αυτά είναι ουσιαστικά θέματα τα οποία έπρεπε να είχαν τεθεί στη Μ.Κ. 4 για να τα σχολιάσει και έτσι το Δικαστήριο να μπορεί να προβεί σε αξιολόγηση και της δικής της θέσης επί τούτων, και η παράλειψη αυτή πλήττει καίρια την αξιοπιστία της κατηγορουμένης και δείχνει ότι αυτοί οι ισχυρισμοί της αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις που προβλήθηκαν μόνο στο στάδιο της δικής της μαρτυρίας για να βοηθήσει την υπεράσπιση της και αποποιηθεί οποιασδήποτε ευθύνης της. Ακόμα, ενώ ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στον Μ.Κ. 3 ότι η κατηγορουμένη δεν καταλάβαινε Αγγλικά όταν αυτός της μιλούσε, δεν προβλήθηκε αυτή η θέση και στη Μ.Κ.
  13. Ενώ η κατηγορουμένη ανέφερε ότι δεν κατάλαβε τι της είπε ο Μ.Κ. 3, είναι αξιοσημείωτο ότι τελικά η κατηγορουμένη ήταν σε θέση να αντιληφθεί τι της είπε ο Μ.Κ. 3 αφού κατάφερε να πει στον αστυνομικό για το κουδούνισμα, και μάλιστα να του δείξει πού ήταν τα κοσμήματα, γεγονός που δείχνει ότι η κατηγορουμένη προσπάθησε να αποκρύψει ότι καταλάβαινε και μιλούσε Αγγλικά. Ακόμα, η Μ.Κ. 4 μίλησε στα Αγγλικά όταν αναφερόταν στη συνομιλία που είχε με την κατηγορουμένη και στα λόγια της ίδιας της κατηγορουμένης προς αυτή, κάτι το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης, έτσι ώστε ο εν λόγω ισχυρισμός της κατηγορουμένης να καταρρίπτεται και να μην μπορεί να γίνει πιστευτός. Ένα άλλο θέμα το οποίο με απασχόλησε και πιο πάνω αφορά την κατάθεση της κατηγορουμένης. Η κατηγορουμένη υιοθέτησε την κατάθεση της, Τεκμήριο 1, και η μετάφραση της οποίας έγινε τόσο από τη Μ.Κ. 1 όσο και από τις διερμηνείς που εκτελούσαν χρέη διερμηνέα στο Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Διαφαίνεται ότι η ε λόγω μετάφραση συνάδει με τη μετάφραση που έκανε η Μ.Κ. 1, πλην της χρήσης της λέξης «κουδούνισμα» αντί «θόρυβο» που έκανε η βαλίτσα, λέξη η οποία δεν επηρεάζει την ουσία της αναφοράς της κατηγορουμένης, αλλά αποδίδει την πραγματική έννοια των όσων η ίδια είπε. Επομένως, αποδέχομαι τη μετάφραση του Τεκμηρίου 1, όπως αυτή έγινε απ' ευθείας από τη Μ.Κ.1 και κατά τη μαρτυρία της κατηγορουμένης, και με τη χρήση της λέξης «κουδούνισμα». Εκείνο όμως που παρατηρώ είναι ότι η κατηγορουμένη περιέπεσε σε μία σοβαρή αντίφαση, καθότι επέμενε κατά τη μαρτυρία της ότι είπε στην κατάθεση της ότι πήρε τα 5 ευρώ ενώ σκούπιζε από το πάτωμα, ενώ κάτι τέτοιο παραλείπεται εντελώς από την κατάθεση της, στην οποία αναφέρει μόνο ότι πήρε τα 5 ευρώ. Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, αδυνατώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της κατηγορουμένης ως αξιόπιστη και επομένως αυτή απορρίπτεται στο σύνολο της. Σύμφωνα με την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, και στηριζόμενη στη μαρτυρία που προσφέρθηκε για την Κατηγορούσα Αρχή, βρίσκω ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως. Η κατηγορουμένη κατάγεται από τη Σρι Λάνκα και εργοδοτείται στο σπίτι της Μ.Κ. 4 από τις 20.3.
  14. Σχετικό είναι το συμβόλαιο εργασίας της, Τεκμήριο
  15. Η κατηγορουμένη διέμενε στην οικία των εργοδοτών της σε ξεχωριστό δωμάτιο. Στις 10.6.2009 το πρωί, και ώρα 08.00, η Μ.Κ. 4 διαπίστωσε ότι έλειπαν από τη θήκη κοσμημάτων της που έχει στην τουαλέτα του υπνοδωματίου της, μία χρυσή καδένα λαιμού αξίας 1300 ευρώ και δύο ζευγάρια χρυσά σκουλαρίκια συνολικής αξίας 220 ευρώ. Η τελευταία φορά που είδε τα εν λόγω κοσμήματα ήταν η ώρα 21.00 της Πέμπτης, 4.6.2009, ενώ μεταξύ των ημερομηνιών 6.6.2009 και ώρα 16.00 και 8.6.2009 και ώρα 21.00 πήγε με τον σύζυγο της στην Αγία Νάπα. Κατά τις ημέρες που έλειπαν η Μ.Κ. 4 είχε κλειδώσει το δωμάτιο της. Όταν επέστρεψαν, η Μ.Κ. 4 είπε στην κατηγορουμένη και τη βοήθησε να αδειάσουν τις βαλίτσες, τις οποίες η τελευταία έβαλε σε πλαστικές τσάντες και τις φύλαξε. Το εν λόγω πρωί η Μ.Κ. 4 ρώτησε την κατηγορουμένη αν τα είδε και αυτή απάντησε αρνητικά. Την επομένη το πρωί η Μ.Κ. 4 πάλι αναζήτησε τα κοσμήματα της, και παρακάλεσε την κατηγορουμένη να τη βοηθήσει να ψάξουν να τα βρουν. Η Μ.Κ. 4 υποψιάστηκε ότι τα κοσμήματα της τα πήρε η κατηγορουμένη επειδή ήταν η μόνη που είχε ελεύθερη πρόσβαση στο σπίτι, και έτσι της είπε όταν αυτή θα πήγαινε στο γραφείο να ψάξει να τα βρει. Μάλιστα της είπε ότι αν τα πήρε να τα βάλει πίσω και ότι είναι κρίμα χέρι που της δίνει τροφή να του κάνει κακό. Η Μ.Κ. 4 άφησε ένα χαρτονόμισμα των 5 ευρώ στο κρεβάτι της και έγραψε τον αριθμό του σε ένα χαρτάκι το οποίο αργότερα έδειξε στην αστυνομία. Η Μ.Κ. 4 είπε στον σύζυγο της που θα έμενε στο σπίτι ότι αν η κατηγορουμένη του έδινε 5 ευρώ να το άφηνε ξεχωριστά. Γύρω στο μεσημέρι, η Μ.Κ. 4 τηλεφώνησε στον σύζυγο της και τον ρώτησε για τα 5 ευρώ, και αυτός της είπε ότι η κατηγορουμένη δεν του έδωσε χρήματα. Τότε η Μ.Κ. 4 ζήτησε από την κόρη της που μένει δίπλα να πάει στο σπίτι της και να ελέγξει για τα 5 ευρώ. Αυτή δεν τα βρήκε. Τότε η Μ.Κ. 4 πήγε στην αστυνομία, και της είπαν να πάει εκεί με την κατηγορουμένη. Η Μ.Κ. 4 τότε πήγε στο σπίτι και είπε στην κατηγορουμένη ότι θα πάνε τράπεζα ενώ την πήρε στην αστυνομία. Ο Μ.Κ. 3 μετέβη στο σπίτι της Μ.Κ. 4, και στην παρουσία της, εξήγησε στην κατηγορουμένη την υπόθεση που εξέταζε και αυτή αμέσως τους οδήγησε σε ένα δωμάτιο όπου εντός της μίας από τις βαλίτσες που η Μ.Κ. 4 είχε πάρει μαζί της στην Αγία Νάπα, η κατηγορουμένη τους υπέδειξε τα κοσμήματα. Ο Μ.Κ. 3 επέστησε την προσοχή της κατηγορουμένης στο Νόμο στα Αγγλικά και αυτή απάντησε «Ναι έκλεψα τα την Παρασκευή». Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι η κατηγορουμένη καταλαβαίνει και μιλά Αγγλικά, επομένως μπορούσε να αντιληφθεί τι της έλεγε ο Μ.Κ.
  16. Μάλιστα η Μ.Κ. 4 μιλούσε Αγγλικά μαζί με την κατηγορουμένη. Ο Μ.Κ. 3 παρέλαβε τα κοσμήματα, και με τη γραπτή συγκατάθεση της, ερευνήθηκε το δωμάτιο της. Ο Μ.Κ. 3 εντόπισε στο πορτοφόλι της κατηγορουμένης το χαρτονόμισμα των 5 ευρώ με αριθμό Χ19272169766 που ήταν αυτό που η κατηγορουμένη είχε αφήσει το πρωί πάνω στο κρεβάτι της. Ο Μ.Κ. 3 της επέστησε εκ νέου την προσοχή στο Νόμο, και αυτή απάντησε « Τα πήρα από το δωμάτιο της κυρίας μου». Εκεί, η κατηγορουμένη γονάτισε μπροστά από τη Μ.Κ. 4 και την παρακαλούσε να μην κάνει οτιδήποτε γιατί θα την έστελναν στη χώρα της, αφού παραδέχθηκε ότι πήρε τα κοσμήματα γιατί είχε ανάγκη. Αργότερα, στο ΤΑΕ, ο Μ.Κ. 2 φωτογράφησε τα εν λόγω τεκμήρια καθ΄ υπόδειξη του Μ.Κ. 3, και αυτά επιστράφηκαν στη Μ.Κ.
  17. Σχετικές είναι οι φωτογραφίες, Τεκμήριο
  18. Ακολούθησε η σύλληψη της κατηγορουμένης δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, Τεκμήριο 4, από τον Μ.Κ. 3 με τη βοήθεια της διερμηνέα, Μ.Κ. 1, και αφού της επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτή απάντησε «Σου ορκίζομαι δεν έπιασα τα χρυσαφικά μόνο τα 5 ευρώ». Αφού ο Μ.Κ. 3 την πληροφόρησε για τα δικαιώματα της, έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη, με τη βοήθεια της Μ.Κ.1, Τεκμήριο
  19. Το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου, με βάση τα άρθρα 268 και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στοιχειοθετείται όταν υπηρέτης κλέβει περιουσία του εργοδότη του, δηλαδή χωρίς την συναίνεση του εργοδότη του, με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά τον χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει μόνιμα τον ιδιοκτήτη του από αυτό. Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 255

(3). Ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν στοιχειοθετείται η σχέση υπαλλήλου - εργοδότη μεταξύ της κατηγορουμένης και της Μ.Κ. 4 εντός της έννοιας του εν λόγω άρθρου, καθότι το συμβόλαιο εργοδότησης της κατηγορουμένης, Τεκμήριο 5, αναφέρει ως εργοδότη της τον σύζυγο της Μ.Κ. 4 και όχι την ίδια. Στο άρθρο 268 και στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154 δεν περιέχεται η ερμηνεία των όρων «υπηρέτης» και «εργοδότης». Το γεγονός ότι το συμβόλαιο έγινε μεταξύ της κατηγορουμένης και του κ. Ιωάννη Χαραλάμπους δεν είναι το καθοριστικό κριτήριο για τον καθορισμό της σχέσης μεταξύ της κατηγορουμένης και της Μ.Κ.
  1. Η έννοια της εργοδότησης στο ποινικό δίκαιο διαφέρει από το αστικό και δεν είναι απαραίτητη η αυστηρή απόδειξη της σχέσης εργοδότη - υπαλλήλου. Η κατηγορουμένη εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στην οικία του κ. Ιωάννη Χαραλάμπους και της συζύγου του, και επομένως υπήρχε η σχέση εργοδότησης της κατηγορουμένης και με τη Μ.Κ.4, καθότι η τελευταία είχε λόγο και ασκούσε έλεγχο επί των καθηκόντων της κατηγορουμένης. Αυτό άλλωστε αναγνωρίστηκε και από την ίδια την κατηγορουμένη. Επομένως, ικανοποιούμαι ότι η κατηγορουμένη είχε σχέση υπηρέτη και εργοδότη με την Μ.Κ. 4 εντός της έννοιας του άρθρου 268 του Κεφ.
  2. Επίσης, τα γεγονότα δείχνουν ότι η κατηγορουμένη πήρε τα επίδικα κοσμήματα, που ανήκαν στην Μ.Κ. 4, ενώ αυτή έλειπε από το σπίτι, αφού μόνο αυτή είχε πρόσβαση στο σπίτι, και δεν υπάρχει μαρτυρία περί παραβίασης ή εισόδου εντός του σπιτιού από άλλο άτομο. Αυτό άλλωστε ήταν κοινώς παραδεκτό έδαφος, με βάση και την αναφορά της κατηγορουμένης ότι μόνο αυτή έχει πρόσβαση στο υπνοδωμάτιο της Μ.Κ.
  3. Μάλιστα η κατηγορουμένη γνώριζε πού αυτά βρίσκονταν και τα υπέδειξε στην αστυνομία. Η κατηγορουμένη τα πήρε εν αγνοία της Μ.Κ. 4, και φυσικά χωρίς την συγκατάθεση της, μάλιστα αρνείτο να το αποκαλύψει σε αυτή όταν η Μ.Κ. 4 αντιλήφθηκε ότι αυτά έλειπαν και τη ρωτούσε, επομένως είναι προφανές ότι η κατηγορουμένη τα πήρε χωρίς την συγκατάθεση της Μ.Κ. 4 και με δόλια πρόθεση να της τα αποστερήσει μόνιμα. Επομένως, ικανοποιούμαι ότι η όλη συμπεριφορά της κατηγορουμένης καταδεικνύει την ένοχη της σκέψη . Σχετικές είναι οι υποθέσεις Costas Michael Platritis v. The Police
(1967)2 C.L.R. 174 και Zisimides v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 382. Το γεγονός ότι η περιουσία ανήκει στην Μ.Κ. 4 ουδόλως αμφισβητήθηκε αλλά αποτέλεσε κοινό έδαφος, και η αξία αυτών επίσης το ίδιο, παρόλο που η αξία δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κλοπής. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Issa and another v. The Republic
(1989)2 C.L.R. 39 και Κυριάκου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.
  1. Ο συνήγορος υπεράσπισης επεσήμανε ότι είναι αδύνατο η κατηγορουμένη να έκλεψε τα κοσμήματα εφόσον η Μ.Κ. 4 είχε κλειδώσει το υπνοδωμάτιο της όταν αυτή και ο σύζυγος της έλειπαν για την Αγία Νάπα. Όμως, αυτή η θέση δεν είναι ορθή. Η Μ.Κ. 4 κλείδωσε το υπνοδωμάτιο της μόνο ενόσω έλειπαν στην Αγία Νάπα, ενώ τις υπόλοιπες μέρες το υπνοδωμάτιο ήταν ανοικτό και ξεκλείδωτο, και η κατηγορουμένη είχε πρόσβαση σε αυτό για να καθαρίζει, όπως άλλωστε αναγνώρισε και η κατηγορουμένη κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της. Η Μ.Κ. 4 αντιλήφθηκε ότι τα εν λόγω κοσμήματα της έλειπαν από τις 4.6.2009, όταν το υπνοδωμάτιο δεν ήταν κλειδωμένο, επομένως η κατηγορουμένη είχε την ευχέρεια να μπει σε αυτό και να τα πάρει από την τουαλέτα του υπνοδωματίου όπου ήταν φυλαγμένα, επομένως η κλοπή έγινε μεταξύ των ημερομηνιών 4.6.2009 και 10.6.2009 όπως αναφέρεται και στις λεπτομέρειες αδικημάτων της πρώτης κατηγορίας. Επίσης, στις 11.6.2009, η κατηγορουμένη πήρε το χαρτονόμισμα των 5 ευρώ χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε στη Μ.Κ. 4 και χωρίς να είναι δικό της, καθότι ο ισχυρισμός της επί τούτου δεν έγινε πιστευτός και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Το έβαλε στο πορτοφόλι της, γνωρίζοντας ότι αυτό ανήκε στην Μ.Κ. 4, έτσι ώστε να διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι η πρόθεση της ήταν να το κλέψει και αυτό. Ο συνήγορος υπεράσπισης έθεσε θέμα αναγνώρισης του εν λόγω χαρτονομίσματος. Όμως, η Μ.Κ. 4 ανέφερε ευθαρσώς ότι είχε σημειώσει τον αριθμό, φύλαξε το χαρτί το οποίο έδειξε στον Μ.Κ.3, ο οποίος με την σειρά του επιβεβαίωσε τον αριθμό, και αυτό επιβεβαιώνεται από τη φωτογραφία, αρ. 2 του Τεκμηρίου
  2. Επομένως, δεν υπάρχει αμφιβολία αναφορικά με την ταυτότητα του εν λόγω χαρτονομίσματος. Επιπλέον υπάρχει και η ενοχοποιητική δήλωση της ίδιας της κατηγορουμένης προς τον Μ.Κ. 3 ότι έκλεψε τα κοσμήματα. Ακόμα η κατηγορουμένη παραδέχθηκε τόσο προφορικά όσο και γραπτώς ότι πήρε τα 5 ευρώ, χωρίς να δίνει εξηγήσεις ή με επιφύλαξη. Αυτές οι δηλώσεις της κατηγορουμένης γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο και θα μπορούσαν από μόνες της να οδηγήσουν στην καταδίκη της κατηγορουμένης για την κλοπή των κοσμημάτων και των 5 ευρώ, καθότι το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αυτές έγιναν από την κατηγορουμένη οικιοθελώς και μάλιστα επιβεβαιώνονται από την υπόλοιπη μαρτυρία αναφορικά με τις ενέργειες της κατηγορουμένης, την υπόδειξη από την ίδια των κοσμημάτων και την ανεύρεση των 5 ευρώ στο πορτοφόλι της, όπου η ίδια παραδέχθηκε ότι τα έβαλε. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 και Ανδρέου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166 στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση R. v Sfongaras 22 C.L.R. 13. Ένα τελευταίο σημείο που ήγειρε ο συνήγορος υπεράσπισης αφορά τη διαδικασία. Αρχίζοντας από το ένταλμα σύλληψης, Τεκμήριο 4, το οποίο αναφέρεται στον κ. Ιωάννη Χαραλάμπους ως τον εργοδότη της κατηγορουμένης και ότι σε αυτόν ανήκει η κλαπείσα περιουσία, δεν θεωρώ ότι αυτό ενέχει οποιαδήποτε σημασία είτε για να καταδείξει ποιος είναι ο εργοδότης της κατηγορουμένης, όπως αναφέρεται πιο πάνω, είτε για να επηρεάσει τη νομιμότητα του κατηγορητηρίου. Άλλωστε, κατά τη λήψη της κατάθεσης από την κατηγορουμένη, αυτή πληροφορήθηκε ότι διερευνάτο υπόθεση κλοπής των κοσμημάτων και των 5 ευρώ, χωρίς να κατονομάζεται ο ιδιοκτήτης αυτών, ενώ η ίδια η κατηγορουμένη ανέφερε ότι εργάζεται ως οικιακή βοηθός στη Μ.Κ.4 και αναγνωρίζει ότι τα κοσμήματα ανήκουν σε αυτή. Επομένως, η κατηγορουμένη γνώριζε πάντοτε την υπόθεση που διερευνάτο εναντίον της και μάλιστα δεν υπάρχει οποιαδήποτε υποχρέωση ή δέσμευση για καταχώρηση υπόθεσης βάσει των όσων αναφέρονται στο ένταλμα σύλληψης. Το ένταλμα σύλληψης αποσκοπεί στην σύλληψη κάποιου ατόμου, όταν με την υπάρχουσα μαρτυρία σε εκείνο το στάδιο το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι αυτό εμπλέκεται στο αδίκημα που διερευνάται. Ακολουθεί η διερεύνηση της υπόθεσης, η περισυλλογή μαρτυρίας, η αξιολόγηση αυτής και ακολούθως η καταχώρηση ποινικής υπόθεσης ανάλογα με το μαρτυρικό υλικό, χωρίς βέβαια να είναι δεσμευτικό όπως η υπόθεση καταχωρηθεί για το ίδιο αδίκημα με ακριβώς τα ίδια στοιχεία όπως αυτά που αναφέρεται στο ένταλμα. Ο κ. Σταυρινός εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η κατηγορουμένη δεν είχε αντιληφθεί επαρκώς την Αγγλική γλώσσα κατά την συνομιλία της με τον Μ.Κ. 3, θέση η οποία δεν γίνεται δεκτή με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Τέλος, ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η κατηγορουμένη δεν ενημερώθηκε για το δικαίωμα της επικοινωνίας με δικηγόρο από την έναρξη της όλης διαδικασίας. Το Δικαστήριο αποδέχθηκε την αναντίλεκτη θέση του Μ.Κ. 3 ότι την πληροφόρησε για το δικαίωμα επικοινωνίας της με δικηγόρο όταν ήταν στον σταθμό, και αμέσως μετά την σύλληψη της. Αναφορικά με το στάδιο που προηγήθηκε της μετάβασης στον σταθμό και της σύλληψης της, ενώ βρίσκονταν στο σπίτι της Μ.Κ.4, αναφέρω ότι το στάδιο εκείνο ήταν ακόμα το στάδιο συλλογής πληροφοριών και απλής υποψίας για την πιθανή εμπλοκή της κατηγορουμένης, γι΄ αυτό και ο Μ.Κ. 3 πληροφόρησε απλώς την κατηγορουμένη για την υπόθεση που διερευνούσε, και επομένως δεν υπήρχε οποιαδήποτε υποχρέωση πληροφόρησης της κατηγορουμένης για το δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο σ΄ εκείνο τα στάδιο. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό εναντίον της κατηγορουμένης. Ως εκ τούτου η κατηγορουμένη κρίνεται ένοχη στις 2 κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .................. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κλοπή υπό υπαλλήλου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.