Mr Chow Enterprises Ltd ν. TRAMONTO BELLO ENTERTAINMENT LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10260/08, 17.05.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10260/08 Mr Chow Enterprises Ltd v.
- TRAMONTO BELLO ENTERTAINMENT LTD
- Ιωάννης Λεμεσιανός Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 17.05.11 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ευρυπίδου (για ν' ακούσει απόφαση ο κος Στ. Τούμπας) Για Κατηγορουμένους 1 και 2: κος Α. Μαθηκολώνης (για ν' ακούσει απόφαση ο κος Γ. Θεοδοσίου) Κατηγορούμενος 2: παρόν ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας ποινικής υπόθεσης, μετά από τροποποίηση που έτυχε στις 18.06.10, όπως διαπιστώνεται από το ιστορικό του φακέλου, περιλαμβάνει 24 κατηγορίες εναντίον δύο κατηγορουμένων που σχετίζονται με θέματα επιταγών. Κατόπιν εξέτασης του περιεχομένου του, παρουσιάζεται το ίδιο λεκτικό στην έκθεση όλων των αδικημάτων. Η δε βάση του λεκτικού των λεπτομερειών της πρώτης κατηγορίας είναι πανομοιότυπη με αυτή που παρουσιάζεται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15, 17, 19, 21 και
- Αυτό που ουσιαστικά διαφέρει ανάμεσα στο λεκτικό των λεπτομερειών των πιο πάνω κατηγοριών είναι ο αριθμός, το ποσό και η ημερομηνία της επιταγής για την οποίαν γίνεται αναφορά στην κάθε κατηγορία. Το ίδιο ισχύει για το πλαίσιο του λεκτικού των λεπτομερειών της δεύτερης κατηγορίας που εντοπίζεται να ταυτίζεται με το λεκτικό των λεπτομερειών στις κατηγορίες 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22 και 24, με την ίδια, όπως πιο πάνω, διαφορά. Θεωρώ χρήσιμο για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης να παραθέσω αυτούσιο το λεκτικό τόσο της έκθεσης όσο και των λεπτομερειών της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας: "ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Πρώτη Κατηγορία Έκδοση Επιταγής κατά παράβαση του Άρθρου 305 (Α)
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, ως ετροποποιήθη από τον Νόμο 36
(1)/97, 121
(1)/99, 25
(1)/03, 164
(1)/03 και 70
(1)/2008 και του άρθρου 20 του Κεφ.154. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η κατηγορούμενη 1 κατά και/ή περί την 15/3/2008 στην Λεμεσό, συνεργούμενη μετά του κατηγορουμένου 2 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή της κατηγορουμένης 1, εξέδωσε προς όφελος και/η εις διαταγήν και/ή επ' ονόματι των παραπονουμένων την επιταγή υπ' αρ. 16479305, αρ. Λογαριασμού 515 - 101 - 003528 - 7 επί της Alpha Bank Cyprus Ltd, στη Λεμεσό, για το ποσό των €1.710, η οποία ήτο πληρωτέα στις 15/3/2008 και η οποία αφού παρουσιάστηκε από τους παραπονούμενους στην εν λόγω τράπεζα εντός εύλογου χρόνου και/ή κατά την ημερομηνία κατά την οποία αυτή κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε, χωρίς εύλογη αιτία, παρ' όλο που παρήλθε χρονική περίοδος πέραν της ημερομηνίας από την ημέρα παρουσιάσεως της στην τράπεζα. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Δεύτερη Κατηγορία Έκδοση Επιταγής κατά παράβαση του Άρθρου 305 (Α)
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, ως ετροποποιήθη από τον Νόμο 36
(1)/97, 121
(1)/99, 25
(1)/03, 164
(1)/03 και 70
(1)/2008 και του άρθρου 20 του Κεφ.
- ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο Κατηγορούμενος 2 κατά/η περί την 15/3/2008 στη Λεμεσό υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή και/η ως ενός εκ των διευθυντών και/η του προσώπου/ων του/των έχοντος/ων την ευθύνη και/η εξουσιοδότηση και/η δικαίωμα και/η δικαίωμα αποκλειστικής λειτουργίας και/η διαχειρίσεως του τραπεζικού λογαριασμού των κατηγορουμένων 1 και/η της εκδόσεως επιταγών εκ του εν λόγω λογαριασμού των τελευταίων, υπέγραψε την επιταγή υπ' αρ. 16479305, αρ. Λογαριασμού 515 - 101 - 003528 - 7 ανωτέρω ημερομηνίας της Alpha Bank Cyprus Ltd στην Λεμεσό, για το ποσό των €1.710, συνδράμοντας και/ή συνεργώντας και/η παρακινώντας τους κατηγορούμενους 1 στην έκδοση της ανωτέρω επιταγής προς όφελος και/η εις διαταγήν και/η επ' ονόματι των παραπονουμένων, την οποίαν οι τελευταίοι αφού παρουσίασαν στην εν λόγω τράπεζα κατά και/η πριν και/η μετά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε, χωρίς εύλογη αιτία, παρ' όλο που παρήλθε χρονική περίοδος πέραν της ημερομηνίας από την ημέρα παρουσιάσεως της στην τράπεζα, έτσι που αυτή να παραμένει απλήρωτη μέχρι σήμερα, εις βάρος των παραπονουμένων." Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από πέντε μάρτυρες, ήτοι από τους διευθυντές της παραπονούμενης (Κώστα και Στέλιο Χαχολιάδη-ΜΚ1 & ΜΚ2), από το δικηγόρο Κύπρο Τούμπα (ΜΚ3), από την πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Μαρία Ιωαννίδου (ΜΚ4) και από τον υπάλληλο της Alpha Bank Cyprus Ltd Διογένη Ιωαννίδη (ΜΚ5). Παράλληλα, στα πλαίσια παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής κατατέθηκαν 20 Τεκμήρια. Επιπλέον, τα μέρη προέβηκαν στα ακόλουθα παραδεχτά γεγονότα και κοινές δηλώσεις: (α) Η παραπονούμενη είναι εταιρεία δεόντως συσταθείσα στην Κύπρο σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. (β) Ο Κώστας Χαχολιάδης ήταν διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας μέχρι το έτος
- (γ) Το περιεχόμενο του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού της παραπονούμενης εταιρείας είναι αδιαμφισβήτητο ως προς την ύπαρξη και την αλήθεια του. (δ) Το Τεκμήριο 'Α' είναι ακριβώς το ίδιο έγγραφο με το Τεκμήριο 18 και ως εκ τούτου η μαρτυρία που δόθηκε σε σχέση με το Τεκμήριο 'Α' αφορά και το Τεκμήριο
- (ε) Το Τεκμήριο 12 είναι ακριβώς το ίδιο έγγραφο με το Τεκμήριο 16 και ως εκ τούτου η μαρτυρία που δόθηκε σε σχέση με το Τεκμήριο 12 αφορά και το Τεκμήριο
- Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε από τους κατηγορουμένους για όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τους αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι ενώ η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται για αδίκημα που εδράζεται στο άρθρο 305Α
(2)του Κεφ.154 και διατυπώνεται στις λεπτομέρειες που παρέχονται εντούτοις μέσα από το περιεχόμενο τους δεν αποκαλύπτεται η διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Είναι επίσης η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι ενώ ο κατηγορούμενος 2 μέσα από την έκθεση του αδικήματος κατηγορείται ότι διέπραξε και αυτός το αδίκημα της έκδοσης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154 εντούτοις οι λεπτομέρειες του εν λόγω αδικήματος σχετίζονται με την παροχή συνδρομής, συνέργειας και παρακίνησης της κατηγορουμένης 1 από μέρους του στη βάση του άρθρου 20 του Κεφ.154. Κατά την άποψη του συνηγόρου των κατηγορουμένων το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό με αποτέλεσμα δύο χρόνια μετά την καταχώρηση του και παρόλο ότι αυτό είχε τροποποιηθεί ξανά στο παρελθόν τα δικαιώματα των πελατών του να έχουν επηρεαστεί δυσμενώς, χωρίς ταυτόχρονα να είναι δυνατή τυχόν εκ νέου τροποποίηση του. Περαιτέρω και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ο κύριος Μαθηκολώνης ευσεβάστως εισηγήθηκε πως με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε η διάπραξη του αδικήματος που περιλαμβάνεται στο άρθρο 305Α
(2)του Κεφ.154 από την κατηγορούμενη 1 ενώ σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 οι κατηγορίες εναντίον του θα πρέπει να απορριφθούν επειδή δεν ευσταθούν οι κατηγορίες εναντίον της κατηγορουμένης 1 αλλά και επειδή δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να δείχνει ότι ο ίδιος γνώριζε ότι κατά το χρόνο παρουσίασης των επιταγών ή κατά το χρόνο πληρωμής τους δεν θα υπήρχαν τα απαιτούμενα διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της κατηγορουμένης 1 ή ότι ο λογαριασμός θα παγοποιήτο. Καταλήγοντας, ο κύριος Μαθηκολώνης ευσεβάστως εισηγήθηκε την αθώωση και απαλλαγή των κατηγορουμένων σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Αντικρούοντας τη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων για τα αδικήματα που κατηγορούνται, τους οποίους, όπως υποστήριξε, το Δικαστήριο πρέπει να καλέσει σε απολογία. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Ευγένειος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:- "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο θα εξετάσει σε αυτό το στάδιο την υπάρχουσα μαρτυρία αντικειμενικά, χωρίς δηλαδή να υπεισέρχεται σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής. Θα εξετάσει ακόμη όλα τα επιπρόσθετα ζητήματα που ο ευπαίδευτος συνήγορος έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν σημειωθεί πιο πάνω. Το Δικαστήριο θα εξετάσει πρώτα τη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης περί ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου. Το κατηγορητήριο είναι το έγγραφο που περιέχει τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στη βάση του οποίου προσάγεται ενώπιον της δικαιοσύνης για ν' απαντήσει. Αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του κάθε διάδικου να πληροφορείται τη φύση και τους λόγους της κατηγορίας που του αποδίδεται. Σύμφωνα με το άρθρο 12.5 (α) του Συντάγματος: "Πας κατηγορούμενος δι' αδίκημα τι έχει τα ακόλουθα κατ' ελάχιστον όρον δικαιώματα: (α) να πληροφορηθή εις καταληπτήν υπ' αυτού γλώσσαν αμέσως και λεπτομερώς την φύσιν και τους λόγους της εις αυτόν αποδιδόμενης κατηγορίας." Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 30.3. (α) του Συντάγματος: "Έκαστος έχει το δικαίωμα: (α) Να πληροφορηθεί τους λόγους δι' ούς καλείται να εμφανισθή ενώπιον του δικαστηρίου," Στην υπόθεση Ανδρονίκου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, σελ. 512-513, επισημαίνονται τα εξής: "Όπως αναφέρεται στον Archbold - supra - σελ. 82 παρ. 1-110, η διατύπωση κατηγορητηρίου χρειάζεται πάντοτε ιδιαίτερη επιμέλεια, το δε Αγγλικό Εφετείο έχει εκφράσει την ανησυχία του από τον αυξανόμενο αριθμό υποθέσεων που περιέχουν ελλιπή κατηγορητήρια. Στις παρ. 1-116 και 1-117 σελ. 84-85, αναφέρεται ότι εάν οι λεπτομέρειες του αδικήματος είναι ανεπαρκείς, θα πρέπει να γίνει αίτηση από την υπεράσπιση ή ακόμη και το ίδιο το Δικαστήριο να δώσει αυτεπάγγελτα σχετικές οδηγίες. Ιδιαιτέρως οι λεπτομέρειες χρειάζονται για να αποφευχθεί η δυνατότητα καταδίκης στη βάση εναλλακτικού τρόπου διάπραξης του αδικήματος (δέστε R. v. Litanzios [1999] Crim. L.R. 667, C.A.)." Καθ' όλα σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, σελ. 777-778: "Το άρθρο 6
(3)(α) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιβάλλει να γνωστοποιούνται οι συγκεκριμένες κατηγορίες και οι αναγκαίες λεπτομέρειες. Αυτό είναι βέβαια ορθό εφόσον οι λεπτομέρειες ενός αδικήματος διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο στην όλη ποινική διαδικασία, ώστε ο κατηγορούμενος να γνωρίζει εκ των προτέρων τι επακριβώς αντιμετωπίζει, ώστε να δύναται να ετοιμάσει την υπεράσπιση του σε κάθε μια από τις κατηγορίες. Το ουσιώδες πάντοτε για τον κατηγορούμενο είναι να γνωρίζει με επάρκεια το μέγεθος και την έκταση των κατηγοριών. Αυτό πέραν βέβαια της δυνατότητας που αυτός έχει να ζητήσει περαιτέρω λεπτομέρειες των συνθηκών κάτω από τις οποίες επέδειξε την κατ' ισχυρισμόν παράνομη συμπεριφορά (Loizou & Pikis: "Criminal Procedure in Cyprus" σελ. 47)." Παραπέμπω ακόμη και στο απόσπασμα που ακολουθεί συναφώς με το θέμα και ειδικότερα με την παράγραφο 12.5(α) του Συντάγματος, από το σύγγραμμα "Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας"του Ανδρέα Ν. Λοΐζου 2001 στη σελ. 95: "Κατά πόσο μια κατηγορία είναι αρκετά λεπτομερής, ώστε να ικανοποιεί την υποπαράγραφο αυτή, εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης που μπορεί να δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τα ουσιώδη στοιχεία του αδικήματος με το οποίο κατηγορείτο. Για να αποφευχθεί παραβίαση πρέπει όλες οι ουσιώδεις λεπτομέρειες να περιλαμβάνονται στην κατηγορία." Όπως επίσης λέχθηκε στην υπόθεση Μελανή Νεάρχου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 33: "Το συνταγματικό κατοχυρωμένο δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου να πληροφορηθεί αμέσως και λεπτομερώς σε καταληπτή σ' αυτόν γλώσσα, τη φύση και τους λόγους της αποδιδόμενης σ΄ αυτόν κατηγορίας, δικαίωμα που επίσης προστατεύεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, απασχόλησε τη νομολογία μας από πολύ νωρίς (βλ. Kannas Alias Pombas v. The Police
(1968)α CLR 29). Κρίθηκε ότι θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει στερηθεί, λόγω της παράλειψης από το κατηγορητήριο οιουδήποτε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, της δυνατότητας να ετοιμάσει ικανοποιητικά την υπεράσπιση του." Στην υπόθεση Γεώργιος Ιωσηφίδης (Ππαϊλα) ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 204 αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: " . σκοπός του κατηγορητηρίου είναι να θέσει το πλαίσιο της δίκης. Οι λεπτομέρειες σε κάθε κατηγορία θα πρέπει να παρέχουν επαρκή ενημέρωση για το υπόβαθρο που η Κατηγορούσα Αρχή σκοπεύει να αποδείξει σε κάθε κατηγορία. Κριτήριο για να αποφασισθεί αν οι λεπτομέρειες που δίδονται είναι ικανοποιητικές είναι κατά πόσο από τυχόν παραλείψεις, η υπεράσπιση του κατηγορούμενου επηρεάζεται δυσμενώς. Αν δηλαδή οι κατηγορίες διατυπώνονται με τέτοιο τρόπο και είναι σε πόσο βαθμό αόριστες ή ασαφείς που να επηρεάζεται η υπεράσπιση ." Το κατά πόσο ένα κατηγορητήριο είναι ή όχι ελλατωματικό αποτελεί θέμα το οποίο δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα με την διατύπωση των κατηγοριών αλλά και με το πως η κατηγορούσα αρχή αντικρίζει τις κατηγορίες έχοντας ως κριτήριο της το αποδεικτικό υλικό το οποίο έχει στη διάθεση της ή σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στην εξέλιξη της δίκης, τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Η ορθή σύνταξη του κατηγορητηρίου ρυθμίζεται μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα, το εδάφιο (γ) του εν λόγω άρθρου προνοεί ότι: " (γ) η κατηγορία στο κατηγορητήριο, περιγράφει εν συντομία σε κοινή γλώσσα το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αποφεύγοντας, στο μέτρο του δυνατού τη χρήση τεχνικών όρων και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος, και περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα." Όπως αποφασίσθηκε σε αριθμό υποθέσεων (Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επarxιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 ΑΑΔ 295, Constantinides v. The Rebuplic
(1978)2 CLR 337) σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του άρθρου 39 (γ) του Κεφ. 155, μόνο ουσιώδεις παρατυπίες που επιφέρουν βλάβη στο κατηγορούμενο και δυνατό να οδηγήσουν σε παραπλάνηση του, επηρεάζουν την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου. Την ευθύνη για την ορθή σύνταξη, την επάρκεια του λεκτικού και γενικά την καλύτερη δυνατή παρουσίαση του κατηγορητηρίου φέρει πάντοτε ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής (βλέπε Blackstone's Criminal Practice 2000, παρ. D9.3, σελ. 1238 και τις αγγλικές υποθέσεις R v. Newland [1988] QB 402, R v. Moss [1995] Crim LR 828). Η έννοια του όρου «ελλατωματικό» έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρθηκε στην αγγλική νομολογία, υιοθετώντας την ερμηνεία που έχει δοθεί στον όρο αυτό. Έτσι στην υπόθεση R v. Smith and Others 34 Cr. App. R. 168, το επιχείρημα ότι για να είναι το κατηγορητήριο ελαττωματικό πρέπει να είναι τέτοιο που νομικά να μην αποκαλύπτει την ύπαρξη αδικήματος, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, που τόνισε ότι μπορεί να γίνει οποιαδήποτε μεταβολή του κατηγορητηρίου σε θέματα όπως την περιγραφή και πιθανώς και πολλά άλλα, ούτως ώστε να ανταποκρίνεται στη διαθέσιμη μαρτυρία στην υπόθεση, πάντοτε κάτω από την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση δεν προκαλεί αδικία στον κατηγορούμενο. Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από την αγγλική υπόθεση R v. Smith and Others 34 Cr. App. R. 168 η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148 στη σελίδα 163 της τελευταίας υπόθεσης: "The agreement for the appellants appeared to involve the proposition that an indictment, in order to be defective, must be one which in law did not charge any offence at all and therefore is bad on the face of it. We do not take that view. In our opinion, any alteration in matters of description, and probably in many others respects, may be made in order to meet the evidence in the case so long as the amendment causes no injustice to the accused person...." Στην υπόθεση Leonidou v. Police
(1987)2 C.L.R.96 γίνεται ανάλυση της έννοιας «ελαττωματικό κατηγορητήριο». Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση αυτή, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "An indictment is defective not only when it is bad on the face of it, but also: (
- i)When it does not accord with the evidence before the committing magistrates, either because of inaccuracies or deficiencies in the indictment or because the indictment charges offences not disclosed in that evidence or fails to charge an offence which is disclosed therein, (
- ii)When for such reasons it does not accord with the evidence given at the trial: R. v. Hall [1968] 52 Cr. App. R. 528, R. v. Johal and Ram [1972] 56 Cr. App. R. 348 (A passage from Archbold's Criminal Pleading, Evidence and Practice, 40th Ed., p. 52 para. 53 adopted)." Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold 2009 τονίζεται η ανάγκη περιγραφής του αδικήματος σε κοινή γλώσσα και αναγνώρισης της νομικής βάσης επί της οποίας το εν λόγω αδίκημα εδράζεται (statement of offence). Επίσης μέσα από το ίδιο σύγγραμμα υποδεικνύεται η ανάγκη παροχής λεπτομερειών οι οποίες θα καθιστούν κατά τρόπο σαφή τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου που οδήγησε στην κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος (particulars of offence). Σχετικές επί του θέματος αυτού είναι οι παράγραφοι 1-116 και 1-117 στις σελίδες 86 και 87 του νομικού συγγράμματος αυτού αλλά και το άρθρο 39(γ) του Κεφ. 155. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου κατηγορητήριο ακυρώθηκε επειδή τα γεγονότα που περιέχονταν σ' αυτό δεν αποκάλυπταν διάπραξη αδικήματος (βλέπε Archbold 2009 παράγραφος 1-236, σελίδες 139 και 140). Το εν λόγω σύγγραμμα επικαλείται, ανάμεσα σ' άλλα, την αγγλική υπόθεση R. v. Yates
(1872)12 Cox 233 που αφορούσε λίβελο στην οποίαν το κατηγορητήριο ακυρώθηκε επειδή οι εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν μέσα από τις λεπτομέρειες του αδικήματος δεν αποκάλυπταν επιλήψιμη συμπεριφορά από μέρους του κατηγορουμένου στη βάση του αδικήματος που περιγραφόταν. Ελαττωματικό επίσης θεωρείται και ένα κατηγορητήριο που πάσχει λόγω πολλαπλότητας (bad for dublicity). Στο άρθρο 39 του Κεφ. 155 περιγράφεται ο ορθός τρόπος σύνταξης των κατηγορητηρίων σε ποινικές υποθέσεις. Στο εδάφιο (α) αυτού του άρθρου προβλέπεται ότι: "εκτίθεται στο κατηγορητήριο σε χωριστή παράγραφο που καλείται κατηγορία η διατύπωση του ποινικού αδικήματος που βρίσκεται στο κατηγορητήριο ή όταν προσάπτονται κατηγορίες για περισσότερα από ένα ποινικά αδικήματα η διατύπωση καθενός τέτοιου ποινικού αδικήματος." Ουσιαστικά από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει η δικονομική αρχή, ότι το κατηγορητήριο δεν πρέπει να πάσχει από πολλαπλότητα, δηλαδή δεν πρέπει με την ίδια κατηγορία ο κατηγορούμενος να κατηγορείται για τη διάπραξη περισσότερων του ενός αδικημάτων (βλέπε άρθρο 39(β) του Κεφ.155). Το ζήτημα της πολλαπλότητας έχει απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεών του. Ενδεικτικά αναφέρω τις Panteli v. District Labour Officer of Famagusta
(1985)2 CLR 205, Karasamanis v. Police
(1986)2 CLR 229, Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14 και Χατζηφόραδος & Υιοί Λτδ v. Δήμου Λάρνακος
(1995)2 ΑΑΔ 167. Η πολλαπλότητα αποφασίζεται αποκλειστικά και μόνο με αναφορά στο κείμενο της κατηγορίας. Στη σελίδα 52 του κυπριακού νομικού συγγράμματος "Criminal Procedure in Cyprus" των κ.κ. Λοΐζου και Πική επισημαίνεται ότι: "The question of duplicity should be determined solely by reference to the contents of the charge." Στη δε σελίδα 148 της Araouzos and Son v. Police
(1980)2 CLR 131 αναφέρεται ότι: "A count is bad for duplicity if by means of it an accused person is being charged with having committed two or more separate offences (see Archbold)." Ένα ελάττωμα που εντοπίζεται σε κατηγορητήριο δύναται υπό προϋποθέσεις να διορθωθεί με τροποποίηση έτσι ώστε ποινικές υποθέσεις να μην χάνονται αδίκως. Το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να μεταβάλει ένα ελαττωματικό κατηγορητήριο, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, ακόμη και αυτεπάγγελτα χωρίς όμως να είναι υποχρέωση του (βλέπε άρθρο 83 του Κεφ.155, Λουκά v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 64). Αυτό, ανάμεσα σ' άλλα, περιλαμβάνει διόρθωση επί υφιστάμενης κατηγορίας καθώς και πρόσθεση κατηγοριών (βλέπε Lanitis Bros Ltd v. Iατρικών Yπηρεσιών & Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266). Τυπικό ελάττωμα σε κατηγορητήριο μπορεί να είναι ένα λάθος σε ημερομηνία ή ποσό ενώ ουσιαστικό ελάττωμα όταν η μαρτυρία που προσκομίζεται από την κατηγορούσα αρχή να μην συνάδει με το αναφερθέν αδίκημα και με τις λεπτομέρειες του, είτε μερικώς είτε στο σύνολο τους, ή όταν οι λεπτομέρειες αδικήματος δεν αποκαλύπτουν διάπραξη του κατ' ισχυρισμό αδικήματος. Ένα αίτημα σε τυπικής φύσεως ελάττωμα του κατηγορητηρίου κατά κανόνα υποβάλλεται προτού ο κατηγορούμενος απαντήσει στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (βλέπε άρθρο 66 του Κεφ.155) ενώ όταν πρόκειται για ουσιαστικής φύσεως ελάττωμα τέτοιο αίτημα μπορεί να υποβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (βλέπε το κυπριακό νομικό σύγγραμμα "Criminal Procedure in Cyprus" των κ.κ. Λοΐζου και Πική, σελίδα 83), αν και μέσα από την αγγλική υπόθεση R v. Asif το Δικαστήριο αποδοκίμασε την πρακτική αναβολής υποβολής για λόγους τακτικής αιτήματος για ακύρωση κατηγορητηρίου εξαιτίας ουσιαστικού ελαττώματος τονίζοντας ότι ο κατάλληλος χρόνος υποβολής τέτοιου αιτήματος, με εξαίρεση εξαιρετικών περιπτώσεων, είναι πριν από το στάδιο απάντησης του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (βλέπε Archbold 2009). Ωστόσο το Δικαστήριο διατάζει τυχόν τροποποίηση του κατηγορητηρίου στην περίπτωση που εντοπίζεται ελάττωμα σ' αυτό μόνο εφόσον δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα και δικαιώματα του κατηγορουμένου καθώς επίσης δεν παραβλάπτεται η υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Σε τέτοια περίπτωση η δίκη δεν ακυρώνεται (βλέπε Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14). Στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα "Criminal Procedure in Cyprus" των κ.κ. Λοΐζου και Πική γίνεται αναφορά στη σελίδα 71 ότι πιθανός επηρεασμός προκύπτει μόνο αν ένα εντελώς νέο αδίκημα εμφανίζεται, που λογικά δεν αναμενόταν, αλλά στην πράξη η τροποποίηση επιτρέπεται με σχετική ευκολία στα πρωταρχικά στάδια της δίκης, με την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση σχετίζεται θεματικά με τα αδικήματα που ήδη εμπεριέχονται στο κατηγορητήριο. Όσο όμως καθυστερεί η υποβολή αιτήματος τροποποίησης του κατηγορητηρίου τόσο πιθανότερο είναι να προκληθεί δυσμενής διάκριση εις βάρος του κατηγορουμένου. Μέσα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα Blackstone's Criminal 2000 γίνεται αναφορά στην υπόθεση R v. Johal [1973] Q.B. 475 και χαρακτηριστικά τονίζονται τα εξής: ". The longer the interval between the arraignment and amendment, the more likely it is that injustice will be caused, and in every case in which amendment is sought, it is essential to consider with great care whether the accused person will be prejudiced thereby." Άλλο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη προτού αποφασιστεί το ενδεχόμενο τροποποίησης ενός κατηγορητηρίου είναι κατά πόσο η τροποποίηση είναι ουσιαστική, δηλαδή να αλλάζει ριζικά τη βάση του κατηγορητηρίου, ή επιφέρει μόνο διορθώσεις λανθασμένης περιγραφής. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Blackstone's Criminal 2000 όπου γίνεται επίκληση της υπόθεσης R v. Gregory [1972] 1 W.L.R. 991 αναφέρεται το ακόλουθο απόσπασμα το οποίο ομιλεί από μόνο του: ". the Court of Appeal quashed G's conviction because the amendment made by the judge altered the whole basis of the prosecution case, requiring G to answer a charge which was substantially different from which he had come prepared to meet. Given the late stage at which it was made the amendment caused injustice." Ενδεχόμενη παραπλάνηση του κατηγορουμένου συνεπεία τέτοιου ελαττώματος ή λάθους του κατηγορητηρίου οδηγεί σε δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων του κατηγορουμένου (βλέπε τελευταία παράγραφο του άρθρου 39 του Κεφ.155). Σε περίπτωση που διαπιστωθεί δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του κατηγορουμένου ή γενικότερα της υπεράσπισης του ή προκαλεί αδικία το Δικαστήριο προχωρεί σε αθώωση και απαλλαγή του. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στη δική μας περίπτωση αναδύονται τα εξής ερωτήματα που χρήζουν απάντησης: (α) Είναι ή όχι το παρόν κατηγορητήριο ελαττωματικό; (β) Σε περίπτωση που εντοπίζεται ελάττωμα αυτό είναι τυπικής ή ουσιαστικής φύσεως σε σχέση με την έκθεση και τις λεπτομέρειες του αδικήματος και σε συνδυασμό με την προσαχθείσα μαρτυρία από την κατηγορούσα αρχή; (γ) Εάν το κατηγορητήριο είναι όντως ελαττωματικό δύναται αυτό να θεραπευθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο με ανάλογη μεταβολή του αφού κανένα αίτημα μέχρι σήμερα υποβλήθηκε από την κατηγορούσα αρχή ή όχι λόγω δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων και συμφερόντων του κατηγορουμένου ή λόγω πρόκλησης βλάβης στην υπεράσπιση του ή λόγω πρόκλησης αδικίας; Σύμφωνα με την έκθεση των αδικημάτων που την αφορούν, η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει το αδίκημα της έκδοσης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154. Ειδικότερα, το εν λόγω άρθρο αναφέρει τα εξής: "Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιοδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της." Επίσης το εδάφιο 3 του ιδίου άρθρου υποδεικνύει τ' ακόλουθα: "Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και μη σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωση του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του." Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(2), όπως αυτό έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος να εκδώσει επιταγή και (β) με οποιαδήποτε πράξη του να προκαλέσει την μη εξόφληση της (γ) καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Διαβάζοντας όμως κάποιος τις λεπτομέρειες των αδικημάτων που σχετίζονται με την κατηγορούμενη 1, εύκολα και εξόφθαλμα διαπιστώνει ότι μέσα από αυτές δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αδίκημα. Είναι πασιφανές ότι εν λόγω λεπτομέρειες εμφανίζουν ένα αόριστο και ασαφές περιεχόμενο που μόνο σύγχυση και εικασίες μπορεί να προκαλέσει ως προς το είδος του αδικήματος. Αυτό καθιστά το παρόν κατηγορητήριο καίρια ελαττωματικό στην όψη του (bad on the face of it). Πρόκειται για ουσιαστικής φύσεως ελάττωμα. Το περιεχόμενο των λεπτομερειών των αδικημάτων που αφορούν την κατηγορούμενη 1, όπως αυτό παρουσιάζεται, στερείται του κατάλληλου υποβάθρου στοιχείων και πληροφοριών με βάση τα οποία θα ήταν δυνατή η αποκάλυψη του αδικήματος που περιγράφεται στην έκθεση, ως είναι αναγκαίο και απαραίτητο. Ειδικότερα, ελλείπει το ουσιώδες συστατικό στοιχείο της λήψης συγκεκριμένης ενέργειας μαζί με συναφών πληροφοριών από μέρους της κατηγορουμένης 1 που θα εξηγούσε πως αυτά οδήγησαν στην πρόκληση μη εξόφλησης των επιδίκων επιταγών πριν από την ημερομηνία που αυτές κατέστησαν πληρωτέες, στοιχείο που επίσης απουσιάζει από τη διατύπωση, ως είναι η βάση και η ουσία του αδικήματος που περιγράφεται μέσα από την έκθεση. Αντίθετα, το λεκτικό των εν λόγω λεπτομερειών περιέχει το στοιχείο της παρουσίασης των επιδίκων επιταγών στην τράπεζα εντός εύλογου χρόνου, χαρακτηριστικό που δεν είναι μέρος του κατ' ισχυρισμό αδικήματος. Από την άλλη, ο τρόπος διατύπωσης των λεπτομερειών των αδικημάτων που σχετίζονται με την κατηγορούμενη 1, δεν αφήνει ούτε περιθώριο οποιασδήποτε σύνδεσης του με το αδίκημα της έκδοσης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.155, ανεξαρτήτως που εάν υφίστατο κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε αντίθεση με την έκθεση του αδικήματος. Το πιο πάνω αδίκημα προνοεί τα εξής: "Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποίαν αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίαση της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος να εκδώσει επιταγή, (β) η οποία επιταγή κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, (γ) παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, (δ) δεν εξοφλείται, (ε) λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, (στ) και παραμένει απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της. Μέσα από το περιεχόμενο των λεπτομερειών απουσιάζει εμφανώς το ουσιώδες συστατικό στοιχείο που θα εξηγούσε το λόγο μη εξόφλησης των επιδίκων επιταγών, ήτοι κατά πόσο αυτό οφείλεται σε έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης τους στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκαν. Παράλληλα, προβάλλεται ως στοιχείο ο παράγοντας της 'μη ύπαρξης εύλογης αιτίας' που ουδεμία σχέση έχει με το αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1). Οι πιο πάνω ελλείψεις οδηγούν χωρίς αμφιβολία στη μη αποκάλυψη οποιουδήποτε αδικήματος. Αυτό επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα και συμφέροντα της κατηγορουμένης 1 αφού δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εκ των προτέρων τη φύση και τους λόγους της αποδιδόμενης σ΄ αυτής κατηγορίες. Η κατηγορούμενη 1 δεν μπορούσε να γνωρίζει από την αρχή τι ακριβώς αντιμετωπίζει, όπως επίσης με επάρκεια το μέγεθος και την έκταση των κατηγοριών ώστε να μπορέσει να ετοιμάσει και να παρουσιάσει ικανοποιητικά την υπεράσπιση της σε κάθε μια από τις κατηγορίες (βλέπε Δημοκρατία v. Σπύρου
(2000)2 Α.Α.Δ.). Ήταν η ανάκληση πληρωμής των επιταγών κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)ή μήπως αυτό της έκδοσης τους κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων ή λόγω του ότι ο λογαριασμός της κατηγορουμένης 1 από τον οποίον προέρχονταν οι επιταγές ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης τους στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκαν, τα αδικήματα που τελικά η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει μέσα από το παρόν κατηγορητήριο; Αυτό με στη σειρά του οδήγησε στην πρόκληση βλάβης στην υπεράσπιση της κατηγορουμένης 1. Το ουσιαστικής φύσεως ελαττωματικό κατηγορητήριο οδήγησε σε παράβαση του συνταγματικού κατοχυρωμένου δικαιώματος της κατηγορουμένης 1 να πληροφορηθεί τη φύση και τους λόγους της κατηγορίας που της αποδίδεται καθώς επίσης και σε παράβαση του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ενδεικτικό της σύγχυσης που δημιουργήθηκε και του σκηνικού γενικότερα που επικρατούσε συνεπεία του ελαττωματικού κατηγορητηρίου, η κατηγορούσα αρχή, δια του ΜΚ1, ενώ σε κάποιο στάδιο παρουσίασης της υπόθεσης της προσκόμισε μαρτυρία που δήλωνε ως μοναδικό λόγο της μη τίμησης των επιδίκων επιταγών την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων αργότερα παρουσίασε μαρτυρία που πρόσθετε ως λόγους μη εξόφλησης των επιταγών το ότι ο λογαριασμός της κατηγορουμένης 1 από τον οποίον προέρχονταν οι επιταγές ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης τους στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκαν καθώς και το ότι η κατηγορούμενη 1 προέβηκε σε ανάκληση πληρωμής τους (βλέπε μαρτυρίες ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ5 καθώς και τα Τεκμήρια 7Α μέχρι 7Λ), τη στιγμή που η κατηγορούμενη 1 ήδη υποχρεώθηκε στον περιορισμό προώθησης εκδοχής περί ύπαρξης 'εύλογης αιτίας' ως αποτέλεσμα κατ' ισχυρισμό δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων από μέρους της παραπονούμενης προς τους κατηγορουμένους 1 και 2 στο βαθμό και την έκταση που το ελαττωματικό περιεχόμενο του κατηγορητηρίου το επέτρεπε. Ο δε κατηγορούμενος 2, μέσα από την έκθεση των αδικημάτων που τον αφορούν, αντιμετωπίζει επίσης το αδίκημα της έκδοσης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154. Ωστόσο οι λεπτομέρειες που παρέχονται δεν αποκαλύπτουν διάπραξη του αδικήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται μέσα από την έκθεση αλλά ούτε και τη διάπραξη οποιουδήποτε άλλου αδικήματος. Ειδικότερα, ουδεμία αναφορά γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των λεπτομερειών ότι ο κατηγορούμενος 2 έκδωσε τις επίδικες επιταγές και ότι ο ίδιος ευθύνεται για πρόκληση ανάκλησης της πληρωμής τους χωρίς εύλογη αιτία πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτές κατέστησαν πληρωτέες, ως προνοεί το άρθρο 305Α
(2). Ούτε και οι λεπτομέρειες αυτές είναι σε θέση να αποκαλύψουν συμμετοχή στη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154 λόγω συνέργειας από τον κατηγορούμενο 2 με βάση το άρθρο 20 του Κεφ.154. Παρόλο που οι λεπτομέρειες του αδικήματος δηλώνουν συνδρομή, συνέργεια και παρακίνηση της κατηγορουμένης 1 από τον κατηγορούμενο 2 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της, εντούτοις μέσα από αυτές απουσιάζουν ουσιαστικά γεγονότα που σχετίζονται με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος κάτω από το άρθρο 305Α
(2)και θα οδηγούσαν σε μία τέτοια εκδοχή που μέσα από μαρτυρία θα απαιτείτο η θεμελίωση της. Στοιχεία όπως η παρουσίαση των επιδίκων επιταγών από την παραπονούμενη μετά την ημερομηνία που αυτές κατέστησαν πληρωτέες και δεν εξοφλήθηκαν καθώς και η πάροδος χρονικής περιόδου πέραν της ημερομηνίας από την ημέρα παρουσιάσεως της στην τράπεζα και ότι αυτές παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα είναι γεγονότα που ουδεμία σχέση έχουν είτε με τη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154 είτε με το αδίκημα της συνέργειας και συμμετοχής στη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)με βάση το άρθρο 20 του Κεφ.154. Κατά συνέπεια, εντοπίζεται καίριο ελάττωμα στις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει κατά τρόπο που να καθιστά το κατηγορητήριο ουσιαστικά ελαττωματικό. Αυτό από μόνο του οδηγεί αναμφίβολα στη μη αποκάλυψη οποιουδήποτε αδικήματος. Συνεπεία της εξέλιξης αυτής, ο κατηγορούμενος 2 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την ακριβή φύση των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Ήταν η έκδοση των επιταγών κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)ή μήπως αυτό της συνέργειας και βοήθειας κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κεφ. 154 στη διάπραξη του αδικήματος είτε κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)είτε κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154, το αδίκημα που τελικά ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει μέσα από το κατηγορητήριο αυτό; Αυτό με τη σειρά του οδήγησε αυτόματα σε δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων και συμφερόντων του κατηγορουμένου 2 καθώς και στην πρόκληση βλάβης ως προς την ετοιμασία και παρουσίαση κατά τρόπο ικανοποιητικό της υπεράσπισης του. Ακόμη όμως και να ισχυριστεί κάποιος ότι οι λεπτομέρειες των αδικημάτων που αφορούν τον κατηγορούμενο 2 αποκαλύπτουν τη διάπραξη αδικήματος, αυτό θα είναι ξεχωριστό από το αδίκημα που καθορίζεται στην έκθεση του. Ειδικότερα, κάποιος με ιδιαίτερα έντονη φαντασία ίσως να επιχειρηματολογούσε ότι οι λεπτομέρειες οδηγούν στο αδίκημα της παροχής συνδρομής και συνέργειας από τον κατηγορούμενο 2 στην κατηγορούμενη 1 για έκδοση των επιδίκων επιταγών κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της στη βάση του άρθρου 20 του Κεφ.154. Έχει νομολογηθεί ότι το αδίκημα της έκδοσης επιταγής της οποίας η πληρωμή ανακαλείται χωρίς εύλογη αιτία από τον εκδότη της κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154 είναι ξεχωριστό από αυτό της παρακίνησης, συνδρομής και παροχής βοήθειας με βάση το άρθρο 20 του Κεφ.154. Κλασσικό παράδειγμα αποτελεί η έκδοση επιταγής που προέρχεται από λογαριασμό νομικού προσώπου, της οποίας η πληρωμή είτε δεν τιμάται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων είτε ανακαλείται με πράξη του εκδότη της χωρίς εύλογη αιτία. Στην περίπτωση αυτή εκδότης της επιταγής θεωρείται η εταιρεία και διώκεται σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ.154 ενώ ο διευθυντής που την υπέγραψε θεωρείται ότι συμμετείχε στη διάπραξη του ως συνεργός και διώκεται με βάση το άρθρο 20 του Κεφ.154. Στην υπόθεση Παυλόπουλος v. Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 τονίστηκε πως οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχτούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ.154. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό, η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες δηλαδή γνώση των ουσιωδών περιστάσεων της διάπραξης του αδικήματος από τον αυτουργό και πρόθεση ή γνώση για παροχή βοήθειας στη διάπραξη του αδικήματος αυτού. Το νοητικό στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού ακόμη και στις περιπτώσεις αδικημάτων αυστηρής ευθύνης δηλαδή για τα οποία δεν απαιτείται η απόδειξη ένοχης διάνοιας για τους αυτουργούς. Επί του θέματος αυτού σχετικές είναι και οι αποφάσεις Pavlos Zenonos General Motors Limited v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 51/2008, ημερομηνίας 21.01.09 και National Coal Board v. Gamble
(1959)1 Q.B. 11. Περαιτέρω και διαζευκτικά των πιο πάνω, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της ανάκλησης πληρωμής των επιδίκων επιταγών από τον κατηγορούμενο 2 κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154. Επίσης, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή που να τεκμηριώνει την ένοχη διάνοια από μέρους του κατηγορουμένου 2 για την κατ' ισχυρισμό συμμετοχή και συνέργεια του μαζί με την κατηγορούμενη 1, υπό την ιδιότητα του διευθυντή της, στη διάπραξη του αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.
- Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το θέμα του ελαττωματικού κατηγορητηρίου τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου περίπου 3 χρόνια μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου (σημειώνεται ότι το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 10.06.08) και περίπου ένα χρόνο μετά την πρώτη τροποποίηση του (διευκρινίζεται ότι το κατηγορητήριο τροποποιήθηκε στις 10.06.10). Το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε βοήθησε στη δημιουργία τετελεσμένων συνθηκών και καταστάσεων σε τέτοιο βαθμό που αναπόφευκτα και μοιραία τυχόν μεταβολή του κατηγορητηρίου θα οδηγήσει στην πρόκληση περαιτέρω δυσμενής διάκρισης και αδικίας εις βάρος των κατηγορουμένων 1 και
- Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο επιθυμεί να επισημάνει ότι, παρόλο που, όπως προαναφέρθηκε, όταν πρόκειται για ουσιαστικής φύσεως ελάττωμα σχετικό αίτημα μπορεί να υποβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εντούτοις ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων 1 και 2 θα μπορούσε να το είχε εγείρει αρκετά νωρίτερα και όχι σήμερα. Επιπλέον, τυχόν εγχείρημα από μέρους του Δικαστηρίου για αυτεπάγγελτη μεταβολή του κατηγορητηρίου θα οδηγήσει σε ριζική αλλαγή του περιεχομένου και στην αντικατάσταση του υποβάθρου του, κάτι που επίσης θα επηρέαζε περαιτέρω δυσμενώς τα δικαιώματα και συμφέροντα των κατηγορουμένων 1 και 2 προκαλώντας έτσι αδικία εις βάρος τους. Παράλληλα, θα προκαλέσει περαιτέρω βλάβη ως προς την ετοιμασία και παρουσίαση κατά τρόπο ικανοποιητικό της υπεράσπισης τους. Τα ελαττώματα που το κατηγορητήριο εμφανίζει είναι ουσιώδεις και αγγίζουν τη ρίζα και την ουσία του και τυχόν τροποποίηση του ουσιαστικά θα σημαίνει την ετοιμασία, σύνταξη και παρουσίαση ενός νέου κατηγορητηρίου, πράγμα άδικο, αντινομικό και λανθασμένο χωρίς ταυτόχρονα να εξυπηρετεί το σκοπό απονομής της δικαιοσύνης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεδομένων και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η παρούσα υπόθεση είναι από τις περιπτώσεις όπου δεν επιτρέπεται η μεταβολή του κατηγορητηρίου αλλά αντίθετα ενδείκνυται η ακύρωση του. Κατά συνέπεια, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την υπόθεση αυτή, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των κατηγορουμένων 1 και 2 και εναντίον της κατηγορούσας αρχής. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Interim Αναφορά: Εκ πρώτης όψεως-Ενδιάμεση Απόφαση/Ελαττωματικό Κατηγορητήριο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο