Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Al Ssaied Hamze κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9167/10, 19 Μαϊου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9167/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.
- Al Ssaied Hamze, από τη Συρία
- Al Kadi Monzer, από την Παλαιστίνη
- Al Yasin Ismail, από τη Συρία Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 19 Μαϊου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Κατηγορούμενος 1 παρών, γι' αυτόν ο κ. Σιαηλής Π Ο Ι Ν Η Ο πρώτος κατηγορούμενος, κατόπιν παραδοχής του, κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 14 Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο πρώτος κατηγορούμενος, στις 26.4.2010, στη Λεμεσό, παράνομα εργοδότησε τους κατηγορούμενους 2 και 3 χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος αντιμετώπιζε τη δεύτερη και την τρίτη κατηγορία που αφορούσαν αντίστοιχα τα αδικήματα της παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του και της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς τη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Ο δεύτερος κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή και στις δύο κατηγορίες και του έχει ήδη επιβληθεί ποινή. Ο τρίτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 4 και 5 που αφορούν αντίστοιχα τα αδικήματα της εισόδου στην Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς την συγκατάθεση του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και τη διεξαγωγή επαγγέλματος χωρίς τη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, στις οποίες δήλωσε μη παραδοχή. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση για τον τρίτο κατηγορούμενο, και εναντίον του εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης, λόγω της παράλειψης του να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης που αφορούν τον πρώτο κατηγορούμενο, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα. Στις 26.4.2010 και ώρα 10.00, ο αστ. 329 Δ. Κωνσταντινίδης της ΥΑΜ Λεμεσού μαζί με άλλους αστυνομικούς της ΥΑΜ, μετέβησαν σε ανεγειρόμενη οικοδομή στα Κάτω Πολεμίδια απέναντι από τα γραφεία της ΥΑΜ Λεμεσού, για έλεγχο κατά πόσο εργοδοτούνται εκεί παράνομα αλλοδαποί. Κατόπιν παρακολούθησης, ο αστ. 329 εντόπισε 3-4 πρόσωπα, πιθανόν αλλοδαποί, να εργάζονται στην εν λόγω οικοδομή και συγκεκριμένα να ασχολούνται με την ετοιμασία σιδεροσύνδεσης. Ο αστ. 329 και τα υπόλοιπα μέλη της ΥΑΜ πλησίασαν 2 αλλοδαπούς, τους υπέδειξαν την αστυνομική τους ταυτότητα και ζήτησαν τα στοιχεία τους. Διαπίστωσαν ότι επρόκειτο για τον τρίτο κατηγορούμενο, ο οποίος εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία παράνομα, και παρέμεινε στη Δημοκρατία χωρίς άδεια εργασίας, και τον τρίτο κατηγορούμενο, ο οποίος κατάγεται από την Παλαιστίνη, βρισκόταν στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου, η αίτηση του απορρίφθηκε και ο φάκελος του έκλεισε στις 25.2.2010, και έκτοτε διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία. Ο αστ. 329 πληροφόρησε τους 2 αλλοδαπούς ότι εργάζονται παράνομα, τους επέστησε την προσοχή στο Νόμο και τους συνέλαβε. Ο αστ. 329 ρώτησε τους 2 αλλοδαπούς ποιος είναι ο εργοδότης τους και αυτοί υπέδειξαν τον πρώτο κατηγορούμενο που βρισκόταν στο μέρος. Ο πρώτος κατηγορούμενος κατάγεται από την Συρία και είναι παντρεμένος με Ευρωπαία πολίτη, Ρουμανικής καταγωγής, είναι αυτοεργοδοτούμενος και ασχολείται με την σιδεροσύνδεση οικοδομών. Ανακρινόμενος, ο πρώτος κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι εργοδότησε τους κατηγορούμενους 2 και 3, και αφού ο αστ. 329 τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, τον συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκημα. Σε κατάθεση του στην αστυνομία ο πρώτος κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι εργοδότησε τους κατηγορούμενους 2 και 3 χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή, αλλά είπε ότι η επίδικη ήταν η πρώτη μέρα εργοδότησης τους και ο τρίτος κατηγορούμενος του είπε ότι βρισκόταν νόμιμα στη Δημοκρατία καθότι ήταν νυμφευμένος με Ευρωπαία ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος του είπε ότι και αυτός είναι παντρεμένος με Κύπρια. Όταν κατηγορήθηκε γραπτώς, ο πρώτος κατηγορούμενος παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος και απολογήθηκε. Τέλος, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος του πρώτου κατηγορούμενου αρχικά μετέφερε την ειλικρινή απολογία του για τη διάπραξη του αδικήματος και επεσήμανε την άμεση παραδοχή του και την πλήρη συνεργασία του με την αστυνομία, καθότι από την πρώτη στιγμή αναγνώρισε το λάθος του και εξέφρασε τη μεταμέλεια του στους αστυνομικούς. Ο κ. Σιαηλής αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, και τόνισε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος βρίσκεται νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ ο τρίτος κατηγορούμενος ουσιαστικά ξεγέλασε τον πρώτο κατηγορούμενο καθότι του ανέφερε ότι είναι παντρεμένος με Ευρωπαία πολίτη, και συγκεκριμένα Ρουμάνα, και του έδειξε τη Ρουμανική ταυτότητα που απέκτησε επειδή είναι νυμφευμένος με Ρουμάνα. Ο τρίτος κατηγορούμενος είναι ομοεθνής του πρώτου κατηγορούμενου και παρακάλεσε τον τελευταίο να τον εργοδοτήσει για 2- 3 μέρες για να πάρει χρήματα και αγοράσει τροφή για την οικογένεια του. Ο πρώτος κατηγορούμενος, ως ήταν αναμενόμενο αλλά και κατανοητό, σύμφωνα πάντα με τον κ. Σιαηλή, έδειξε συμπάθεια στον τρίτο κατηγορούμενο και δέχθηκε να τον βοηθήσει με την εργοδότηση του. Ο κ. Σιαηλής τόνισε την σύντομη χρονική διάρκεια της εργοδότησης των 2 αλλοδαπών, που ουσιαστικά δεν απέφερε στον πρώτο κατηγορούμενο οικονομικό όφελος, και ακολούθως αναφέρθηκε στις προσωπικές του συνθήκες, υιοθετώντας αρχικά την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Σε αυτή αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο πρώτος κατηγορούμενος κατάγεται από την Συρία, είναι 32 ετών, έγγαμος. Η σύζυγος του είναι 27 ετών, οικοκυρά και έχουν αποκτήσει ένα γιο την 1.6.
- Η οικογένεια διαμένει σε ενοικιαζόμενη κατοικία. Ο πρώτος κατηγορούμενος λαμβάνει εισόδημα 80 ευρώ ημερησίως, όμως δεν έχει σταθερό εισόδημα διότι ασχολείται περιστασιακά όποτε του δοθεί εργασία. Έχουν χρέη ύψους 9000 ευρώ σε φιλικό του άτομο για κάλυψη των αναγκών της οικογένειας, και πληρώνουν ενοίκιο 450 ευρώ μηνιαίως. Ο κατηγορούμενος προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια βιοπαλαιστών. Είναι το τέταρτο παιδί στην σειρά από τα 12 της οικογένειας του. Οι γονείς του είναι ηλικιωμένοι και διαμένουν μόνιμα στην πατρίδα τους. Ο κατηγορούμενος αποφοίτησε από το Γυμνάσιο και αναγκάστηκε να διακόψει τη φοίτηση του για να εργαστεί. Συμπλήρωσε την στρατιωτική του θητεία και στην συνέχεια στην περίοδο 1992-1999 εγκαταστάθηκε στο Λίβανο όπου εργαζόταν ως οδηγός ταξί. Ο κατηγορούμενος εργαζόταν στο παρελθόν σταθερά ως σιδεράς σε διάφορους εργοδότες. Τα τελευταία δυόμιση χρόνια ξεκίνησε να εργάζεται ως αυτοεργαζόμενος σιδεράς, ενώ τον τελευταίο ενάμιση χρόνο περίπου, λόγω της οικονομικής κρίσης, απασχολείται περιστασιακά με πολύ χαμηλά εισοδήματα. Η σύζυγος του μέχρι τον τρίτο μήνα εγκυμοσύνης εργαζόταν σταθερά σε εστιατόριο ενώ τώρα είναι οικοκυρά. Το ζευγάρι ανταποκρίθηκε άμεσα και συνεργάστηκε πρόθυμα με την Υπηρεσία Κοινωνικών Υπηρεσιών για την ετοιμασία της παρούσας Έκθεσης. Ο κ. Σιαηλής μετέφερε στο Δικαστήριο την αγωνία του κατηγορούμενου για την οικογένεια του στη χώρα του εν όψει των πολιτικών εξελίξεων, και εισηγήθηκε ότι τόσο οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσο και οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου δικαιολογούν την αναστολή τυχόν ποινής φυλάκισης επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Ειδικότερα, ο κ. Σιαηλής αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, τη μη επίδειξη αντικοινωνικής συμπεριφοράς από μέρους του που να χρήζει αναμόρφωσης, την άμεση μεταμέλεια του, και την οικογενειακή του κατάσταση εφόσον είναι ο μόνος που συντηρεί την σύζυγο του και το μικρό παιδί τους. Αδικήματα της ίδιας φύσης με αυτά που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση, παρουσιάζουν ανησυχητικά αυξητική τάση, κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα. Το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση του γεγονότος αυτού από τον συνεχώς αυξανόμενο αριθμό τέτοιων υποθέσεων που καταχωρούνται και παρουσιάζονται ενώπιον του, επί καθημερινής βάσης. Αυτός είναι ο λόγος που τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν αυτά τα αδικήματα με την ανάλογη αυστηρότητα και την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η σχετική Νομοθεσία έχει τροποποιηθεί με αύξηση των προβλεπόμενων ποινών, ιδιαίτερα αναφορικά με τους εργοδότες για τους οποίους προνοείται μεγαλύτερη ποινή. Για το αδίκημα που παραδέχθηκε ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι £5.000 (το ισόποσο σε ευρώ) ή και τα δύο. Μια απλή θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιβεβαιώνει ακριβώς τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, καθώς επίσης ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε τέτοιας φύσης υποθέσεις είναι η ποινή φυλάκισης. Χαρακτηριστικά παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άριστου Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 283, στην οποία το Εφετείο παραμέρισε τη χρηματική ποινή που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσίβλητο με ποινή άμεσης φυλάκισης: "H ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος με όλες τις σοβαρές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αυστηρή αντιμετώπιση του. Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η μαζική παράνομη κάθοδος αλλοδαπών στην Κύπρο πρέπει να οφείλεται και στην προσδοκία εργοδότησης τους. Αυτή η προσδοκία βέβαια καλλιεργείται από εργοδότες όπως τον εφεσίβλητο. Η απροθυμία των Κυπρίων εργοδοτών να εργοδοτήσουν παράνομα αλλοδαπούς θα αποτελούσε παράγοντα ανασταλτικό της παράνομης καθόδου τους στην Κύπρο. Θα προσθέταμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι προφανής ο οικονομικός στόχος και πρέπει όλοι να έχουν υπόψη ότι δεν είναι αρκετός ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους δια της παρανομίας. Χρηματική ποινή όχι μόνο δεν ενεργεί ως αποτρεπτική, όχι μόνο δεν αποτελεί επαρκή τιμωρία, αλλά στέλλει και λανθασμένα μηνύματα στους επίδοξους παραβάτες.» Η ίδια ακριβώς προσέγγιση υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311, στην οποία αφού έγινε αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κωνσταντινίδης, επεσήμανε το εξής: "Το μέγεθος της δημόσιας βλάβης που προκαλείται είναι τέτοιο που επιβάλλεται αυστηρή αντιμετώπιση από την οποία να εκπέμπεται το καθαρό μήνυμα πως κάθε ένας πρέπει να έχει στο μυαλό του πρώτα τον Νόμο και πως η αντίληψη ότι ενδεχομένως ένας μπορεί να δει πρώτα το συμφέρον της δουλειάς του, δεν είναι δυνατό να γίνει ανεκτή.» Επίσης παραπέμπω στην απόφαση επί του θέματος στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467, και στο πιο κάτω απόσπασμα: "Η σοβαρότητα των αδικημάτων της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών με όλες τις σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις που επιφέρουν έχουν εξεταστεί σε αριθμό υποθέσεων. (ίδε Mohamed El Feky κ.ά. v. Aστυνομίας [1996] 2 ΑΑΔ 16, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη, Ποινική Έφεση 6967 της 13/11/2000 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ, Ποινική Έφεση 6979 της 2/2/2001). Στην υπόθεση Μιχαήλ (πιο πάνω) τονίστηκε ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης στον εργοδοτούμενο πρέπει κατά κανόνα να συνοδεύεται και με ανάλογη ποινή για τον εργοδότη, έχοντας υπόψη ότι η προβλεπόμενη ποινή για τον εργοδότη είναι πιο αυστηρή από εκείνη που προβλέπεται για τον εργοδοτούμενο. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μονιάτη (που υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Μιχαήλ). «Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής τους συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάνουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγμα, η μαζική όπως διαπιστώθηκε, παράνομη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ' επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες, κρυφής απασχόλησης. Χρειάζεται, λοιπόν, για πρόσθετους λόγους αποτρεπτική ποινή για αδίκημα αυτής της φύσης και πράγματι, κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν ήταν ορθή η πρόσδοση τόσο αποφασιστικής σημασίας στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες.» Όλες οι πιο πάνω υποθέσεις αφορούν εργοδότηση αλλοδαπών που βρίσκονται παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά τον χρόνο εργοδότησης τους, και οι οποίοι μάλιστα εισήλθαν παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας. Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε στις περιπτώσεις αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα στο έδαφος της Δημοκρατίας και ακολούθως κατέστησαν παράνομοι - βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση αρ. 242/2009 ημερ. 11.5.2010. Είναι πρόδηλο από τις νομικές αρχές που εκτίθενται πιο πάνω, ότι εκείνο το οποίο κατά κύριο λόγο βαρύνει στην τιμωρία τόσο στην περίπτωση του εργοδότη όσο και του αλλοδαπού είναι η ίδια η πράξη, ανεξάρτητα από τους υπόλοιπους σχετικούς παράγοντες όπως η διάρκεια της απασχόλησης, οι όροι αυτής και οι συνθήκες εργοδότησης. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γ. Γραμματικού (ανωτέρω), Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στ. Αθανασίου (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Μιχαήλ,
(2001)2 Α.Α.Δ. 74. Πιο πρόσφατη νομολογία έδειξε μια διαφοροποίηση στις περιπτώσεις παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών οι οποίοι βρίσκονται νόμιμα στην Κύπρο, είτε ως φοιτητές είτε ως αιτητές πολιτικού ασύλου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Lin Qinlong κ.ά. v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 501 και Γενικός Εισαγγελέας v. Νίκου Νικολάου
(2006)2 Α.Α.Δ. 488, στις οποίες επιβλήθηκε χρηματική ποινή. Είναι καλά θεμελιωμένο από τη νομολογία ότι οι περιστάσεις του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όμως, όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 304, η σημασία των προσωπικών περιστάσεων και του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορούμενου αμβλύνεται όταν διαπιστώνεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245, και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αρχικά λαμβάνω σοβαρά υπόψη τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, οι οποίες παρουσιάζουν κάποια ιδιαιτερότητα. Ειδικότερα επισημαίνω ότι ενώ κατά τον χρόνο εργοδότησης του δεύτερου κατηγορούμενου από τον πρώτο, ο δεύτερος κατηγορούμενος βρισκόταν παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά την απόρριψη της αίτησης του για πολιτικό άσυλο και το κλείσιμο του φακέλου του, εν τούτοις σε κατοπινό στάδιο ο δεύτερος κατηγορούμενος καταχώρησε τη Διοικητική Προσφυγή αρ. 715/11, με αποτέλεσμα η παραμονή του στην Κυπριακή Δημοκρατία να είναι τώρα νόμιμη. Όπως αναφέρθηκε από το Δικαστήριο κατά την επιβολή ποινής στον δεύτερο κατηγορούμενο, η επίδικη ημερομηνία εμπίπτει εντός της περιόδου μέχρι την καταχώρηση της Διοικητικής Προσφυγής, έτσι η παράνομη παραμονή του εδώ να θεωρείται τυπική παρά ουσιαστική, και γι΄ αυτό έτυχε και της ανάλογης μεταχείρισης από το Δικαστήριο με την επιβολή χρηματικής ποινής. Θεωρώ ότι αυτά τα δεδομένα διαφοροποιούν την παρούσα περίπτωση αναφορικά με την εργοδότηση του δεύτερου κατηγορούμενου από τις περιπτώσεις εργοδότησης αλλοδαπών που διαμένουν παράνομα στη Δημοκρατία μετά την τελεσίδικη απόρριψη της αίτησης τους. Αναφορικά με την εργοδότηση του τρίτου κατηγορούμενου, λαμβάνω υπόψη ότι αυτός παρουσιάστηκε στον πρώτο κατηγορούμενο να είναι παντρεμένος με Ευρωπαία πολίτη, και μάλιστα του έδειξε Ρουμανική ταυτότητα που κατείχε που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του. Παρόλο που το Δικαστήριο επανειλημμένα τόνισε την αναγκαιότητα εξέτασης και επαλήθευσης των οποιωνδήποτε ισχυρισμών των αλλοδαπών από τους εργοδότες πριν την αποδοχή εργοδότησης τους, εν τούτοις θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση η παρουσίαση της Ρουμανικής ταυτότητας από τον τρίτο κατηγορούμενο ήταν επαρκές στοιχείο για να ικανοποιηθεί ο πρώτος κατηγορούμενος για τη νόμιμη παραμονή του τρίτου κατηγορούμενου στην Κύπρο. Επομένως, ο πρώτος κατηγορούμενος ενήργησε με την εντύπωση ότι ο τρίτος κατηγορούμενος βρισκόταν νόμιμα στη Δημοκρατία και η εντύπωση του ήταν πλήρως δικαιολογημένη με βάση τα στοιχεία που του προσκομίστηκαν χωρίς να αναμενόταν να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια προς επιβεβαίωση της θέσης του τρίτου κατηγορούμενου. Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση είναι ιδιάζουσα, και θα ήταν άδικο για τον πρώτο κατηγορούμενο να τύχει της ίδιας αυστηρής αντιμετώπισης που τυγχάνουν οι εργοδότες αλλοδαπών που βρίσκονται παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία, εν όψει των συνθηκών παραμονής των αλλοδαπών στην Κύπρο, και ειδικότερα της παρουσίασης της Ρουμανικής ταυτότητας από τον τρίτο κατηγορούμενο. Θεωρώ ότι αυτές οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος πρέπει να εντάξουν την παρούσα περίπτωση στις υποθέσεις εργοδότησης αλλοδαπών που διαμένουν νόμιμα στη Δημοκρατία για τον σκοπό του τρόπου αντιμετώπισης του εργοδότη με την κατάλληλη ποινή, που δεν είναι ποινή φυλάκισης. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για τον πρώτο κατηγορούμενο λαμβάνω υπόψη την άμεση παραδοχή και πλήρη συνεργασία του με την αστυνομία, την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου που δείχνει και την έμπρακτη μεταμέλεια του και το λευκό ποινικό μητρώο του. Τέλος, λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του πρώτου κατηγορούμενου, όπως αυτές περιέχονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και εκτίθενται πιο πάνω, και ειδικότερα τα δύσκολα παιδικά χρόνια του κατηγορούμενου, προερχόμενος από πολυμελή οικογένεια, που τον ανάγκασαν να διακόψει το σχολείο για να εργαστεί, να φύγει από τη χώρα του εδώ και αρκετά χρόνια προς αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής και να καταλήξει γι΄ αυτόν τον σκοπό στη χώρα μας. Επίσης λαμβάνω υπόψη ότι ο κατηγορούμενος έχει πρόσφατα δημιουργήσει τη δική του οικογένεια στην Κύπρο και έχουν αποκτήσει ένα μικρό παιδί, και αυτός είναι ο μόνος που εργάζεται και συντηρεί την οικογένεια του. Δεν μου διαφεύγει ακόμα ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει σταθερό εισόδημα λόγω της οικονομικής κρίσης που υπάρχει στον τομέα της εργασίας του και κυρίως τις δυσκολίες που περνά η οικογένεια του στη χώρα του. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, καταλήγω ότι η κατάλληλη ποινή είναι η χρηματική ποινή, το ύψος της οποίας θα αντανακλά και την σοβαρότητα του αδικήματος αλλά και όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες και δεν θα παραγνωρίζει την οικονομική δυσχέρεια που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ως εκ τούτου στον πρώτο κατηγορούμενο στην πρώτη κατηγορία επιβάλλεται χρηματική ποινή 500 ευρώ. (Υπ.) ................. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Ποινή Αναφορά: Παράνομη Εργοδότηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο