← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιώργου Μ. Μιχαήλ, Αρ. Αγωγής: 1797/08, 27.5.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιώργου Μ. Μιχαήλ, Αρ. Αγωγής: 1797/08, 27.5.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1797/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιώργου Μ. Μιχαήλ Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27.5.2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αβρααμίδης Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ. Χ"Λοϊζου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 18 κατηγορίες πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 (α) και 335 του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 2, 5, 8, 17, 20, 23, 26, 29, 32, 35, 41, 44, 47, 50, 53, 71, 74 και 80), 18 κατηγορίες κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339 και 336 του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 3, 6, 9, 18, 21, 24, 27, 30, 33, 36, 42, 45, 48, 51, 54, 72, 75 και 81), 18 κατηγορίες ψευδών λογαριασμών με σκοπό καταδολίευσης, κατά παράβαση του άρθρου 313 (β) του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 4, 7, 10, 19, 22, 25, 28, 31, 34, 37, 43, 46, 49, 52, 55, 73, 76 και 82), μια κατηγορία αδικημάτων συγκάλυψης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4

(1)(ιιι)
(2)και 5
(1)του περί Συγκάλυψης Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου του 1996 (Ν. 61
(1)/96) όπως τροποποιήθηκε (βλ. την 83η κατηγορία) και τέλος, δύο κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου, κατά παράβαση των άρθρων 270 (β) και 255 του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 84 και 85). Επισημαίνεται ότι στις υπόλοιπες κατηγορίες (11 μέχρι 16, 38, 39, 40, 56 μέχρι 70, 77, 78 και 79) αθωώθηκε από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, με την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασής μου, ημερομηνίας 28.1.
  1. Η δε 1η κατηγορία διακόπηκε. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της παρουσίασε τους ακόλουθους δέκα μάρτυρες: τη λοχία 176 Ε. Μιχαήλ (Μ.Κ.1), το Μ. Οικονόμου (ΜΚ2), το Μ. Βλαδιμήρου (Μ.Κ.3), τον Α. Μιχαηλίδη (Μ.Κ.4), την Ε. Νεοφύτου (Μ.Κ.5), την Ε. Ζήνωνος (Μ.Κ.6), το Σ. Σάββα (Μ.Κ.7), την Α. Φιλίππου (Μ.Κ.8), τον Α. Σοφοκλέους (Μ.Κ.9) και τέλος, τη Γ. Σωτηρίου (Μ.Κ.10). Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως. Επισημαίνεται ακόμη, ότι, κατά τη διάρκεια της δίκης κατατέθηκαν συνολικά 71 τεκμήρια, όλα έγγραφα (καταθέσεις, τιμολόγια, αποδείξεις, καταστάσεις λογαριασμών κ.ο.κ.). Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, σε αδρές γραμμές απορρέει από το περιεχόμενο των δύο γραπτών καταθέσεων του Μ. Βλαδιμήρου (M.K.3) στην αστυνομία, ημερομηνίας 12.1.2007 η πρώτη και 28.1.2007 η δεύτερη (βλ. τα τεκμήρια 51 και 52 αντίστοιχα), το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε ο μάρτυρας, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ειδικότερα: Ο μάρτυρας είναι σύζυγος της Ανίτας Φοιτήδου, ιδιοκτήτριας και τυπικά διευθύντριας της παραπονούμενης εταιρείας "Freshways Supplies Ltd" (στο εξής «παραπονούμενη εταιρεία»). Ουσιαστικά, η εν λόγω εταιρεία διευθύνεται από το μάρτυρα που είναι υπεύθυνος για τη διαχείρισή της. Συστάθηκε το 2003 και ασχολείται με εισαγωγές προϊόντων από διάφορες χώρες, όπως, παγωμένος καφές, χυμοί, γρανίτες, ζεστές σοκολάτες και άλλα είδη ροφημάτων. Η παραπονούμενη εταιρεία έχει αντιπροσώπους σε διάφορες πόλεις στην Κύπρο, τους οποίους χρεώνει με τα προϊόντα και τις μηχανές (καφέ) με καθορισμένη τιμή και αυτοί τα διοχετεύουν σε διάφορα περίπτερα και καταστήματα. Ένας από τους αντιπροσώπους της εν λόγω εταιρείας στον ουσιώδη χρόνο ήταν και ο κατηγορούμενος, με τον οποίο, αρχές του 2006 ήρθε σε συμφωνία μαζί του μέσω του μάρτυρα, για να διοχετεύει τα προϊόντα της στην Πάφο. Κατά τους πρώτους τρεις μήνες του 2006, ο κατηγορούμενος φαινόταν εντάξει στη συνεργασία του με την παραπονούμενη εταιρεία αφού τις έφερνε εισπράξεις. Στη συνέχεια χρεώθηκε περισσότερες μηχανές Chino επειδή αυξήθηκαν οι πελάτες του. Παρόλα αυτά, ο μάρτυρας παρατήρησε μείωση των εισπράξεων αντί αύξηση. Συνεπεία αυτού, κατά το Μάιο τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο, στον οποίο ανάφερε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, αφού χρεωνόταν συνεχώς καφέ, χωρίς όμως να παίρνει εισπράξεις στην παραπονούμενη εταιρεία. Ο κατηγορούμενος του ανάφερε χαρακτηριστικά, ότι, αν έλειπε καφές, θα του τον πλήρωνε, ενώ του προέβαλε και διάφορες δικαιολογίες, όπως για παράδειγμα, ότι έχασε επιταγές λόγω μετακόμισης και ότι είχε οικογενειακά προβλήματα. Κατά τον Οκτώβρη του 2006, ο μάρτυρας έδωσε εντολή στη λογίστρια της παραπονούμενης εταιρείας, Γ. Σωτηρίου (Μ.Κ.10) όπως προβεί σε λεπτομερή λογιστικό έλεγχο, σε ό,τι αφορά τον κατηγορούμενο. Από τον έλεγχο, η λογίστρια διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος χρωστούσε στην παραπονούμενη εταιρεία £37.646,
  2. Περαιτέρω, από τα τιμολόγια που του έδειχνε διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε δώσει αρκετά δωρεάν εμπορεύματα στους πελάτες του (της παραπονούμενης εταιρείας ήθελε να πει). Συνεπεία αυτού, ο μάρτυρας προχώρησε σε δικό του έλεγχο με πελάτες της παραπονούμενης εταιρείας στην Πάφο, οπότε και διαπίστωσε ότι στο αντίγραφο του τιμολογίου που του έδινε ο κατηγορούμενος φαινόταν δωρεάν ποσότητα εμπορευμάτων, η οποία δε φαινόταν στο - πρωτότυπο - τιμολόγιο που έδινε στον πελάτη. Είναι η θέση του μάρτυρα, ότι, ο κατηγορούμενος, με αυτό τον τρόπο, θα οικειοποιείτο και θα πωλούσε με δικά του τιμολόγια, την ποσότητα «δωρεάν» εμπορευμάτων που αναγραφόταν στα αντίγραφα τιμολογίων που παρέδιδε στην παραπονούμενη εταιρεία, για την οποία ο ίδιος δε θα ζητούσε εισπράξεις. Αναφορικά με τα δωρεάν προϊόντα, ο μάρτυρας είχε κάνει προφορική συμφωνία με τους πωλητές και αντιπροσώπους του, όπως στους 10 καφέδες, δίνουν ένα δωρεάν. Αρχές Δεκεμβρίου, 2006, ο μάρτυρας συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο σε λούνα παρκ στην Πάφο, για να λύσουν τις διαφορές τους. Μαζί του ήταν και η λογίστρια της παραπονούμενης εταιρείας (Μ.Κ.10) καθώς και ο Μ. Οικονόμου (Μ.Κ.2), με τον οποίο συνεργάζεται σε άλλους τομείς. Εκεί ήταν και η σύζυγος του κατηγορούμενου Αθηνά που χειρίζεται τα λογιστικά του. Κατά τη συνάντηση υπήρξε διαφωνία μεταξύ μάρτυρα και κατηγορούμενου, σε σχέση με το ποσό που εισέπραξε η παραπονούμενη εταιρεία από αυτόν. Κατά το μάρτυρα αυτό ανερχόταν σε £13.659,84, ενώ, ο κατηγορούμενος ισχυριζόταν ότι του έδωσε περισσότερα λεφτά. Εκείνη την ημέρα, ο κατηγορούμενος του παρέδωσε αποδείξεις, τιμολόγια και επιταγές, αξίας £800,00 περίπου, που κατακρατούσε μέχρι τότε. Περαιτέρω, συζήτησαν και το θέμα μηχανών καφέ και ο κατηγορούμενος υποσχέθηκε να του τις επιστρέψει χωρίς όμως να το πράξει. Τις μηχανές καφέ, του τις χρέωνε, είτε με χρεωστικά είτε με waybills (βλ. το τεκμήριο 41). Η αξία των μηχανών που ο κατηγορούμενος χρωστά στην παραπονούμενη εταιρεία ανέρχεται σε £20.934,
  3. Όλες οι παραπάνω θέσεις και ισχυρισμοί του μάρτυρα απορρέουν από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του, ημερομηνίας 12.1.2007 (τεκμήριο 51). Στη συμπληρωματική του κατάθεση, ημερομηνίας 28.1.2007 (τεκμήριο 52) ισχυρίζεται και τα εξής: Σε καμιά περίπτωση γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος είχε στοκ εμπορεύματα της παραπονούμενης εταιρείας στην αποθήκη του, τα οποία του ζήτησε να παραλάβει μετά τη λήξη της συνεργασίας τους. Η αξία των εμπορευμάτων της παραπονούμενης εταιρείας του που είδε στην αστυνομία είναι £2.443,
  4. Μόλις ο κατηγορούμενος ανέλαβε την αντιπροσωπεία της παραπονούμενης εταιρείας στην Πάφο, ο μάρτυρας του έδωσε τιμολόγια και αποδείξεις της για να κάνει τις πωλήσεις. Σε καμιά περίπτωση του επέτρεψε να πωλεί προϊόντα της παραπονούμενης εταιρείας με δικά του τιμολόγια. Όταν ανακάλυψε ότι συνέβαινε κάτι τέτοιο, ο κατηγορούμενος του ζήτησε να του πληρώσει τα προϊόντα για να κλείσει το θέμα. Ωστόσο αυτός αρνήθηκε. Το Νοέμβριο του 2006 ανακάλυψε ό,τι ατασθαλίες του είχε κάνει ο κατηγορούμενος. Η εκδοχή του κατηγορούμενου αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσής του στην αστυνομία, ημερομηνίας 26.1.2007 (βλ. το τεκμήριο 42) που κι αυτός υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της είναι η εξής: Παραδέχεται ότι στον ουσιώδη χρόνο ήταν αντιπρόσωπος της παραπονούμενης εταιρείας στην Πάφο, βάσει προφορικής συμφωνίας που είχε κάνει μαζί της μέσω του Μ.Κ.
  5. Αρχικά χρεωνόταν προϊόντα της παραπονούμενης εταιρείας με waybills, τα οποία υπόγραφε πάντοτε και ξοφλούσε αμέσως με δικές του επιταγές. Ακολούθως πωλούσε τα προϊόντα της παραπονούμενης εταιρείας, έναντι δικών της τιμολογίων. Με την εξόφληση του τιμολογίου έκδιδε στον πελάτη απόδειξη της παραπονούμενης εταιρείας. Μετά τις πρώτες αγορές που έκανε από την παραπονούμενη εταιρεία, ο Μ.Κ.3 του ζήτησε να κανονίζουν τα τιμολόγια κάθε τέλος του μήνα, μαζί με τις εισπράξεις. Παρέδιδε πάντοτε στο Μ.Κ.3 τα τιμολόγια, μαζί με τις αποδείξεις εξόφλησης καθώς και τα λεφτά, είτε μετρητά είτε επιταγή. Τόσο τα τιμολόγια όσο και οι αποδείξεις βγαίνουν σε τρία αντίτυπα (άσπρο, κίτρινο και ροζ). Στις αποδείξεις, το άσπρο το δίδει στον πελάτη και το κίτρινο στην παραπονούμενη εταιρεία μαζί με το τιμολόγιο. Το ροζ μένει στέλεχος στο μπλοκ. Στα τιμολόγια, το άσπρο το παίρνει ο πελάτης, το ροζ το δίδει στην παραπονούμενη εταιρεία και το κίτρινο μένει στέλεχος (στο μπλοκ). Τα τιμολόγια, δεν του τα υπέγραφαν πάντα οι πελάτες, όμως, τις αποδείξεις είσπραξης τις υπόγραφε πάντα ο ίδιος. Από τα μέσα Νοεμβρίου, 2006, ο Μ.Κ.3 και η λογίστριά του ισχυρίζονταν ότι τους χρωστά πολλά λεφτά, οπότε ο Μ.Κ.3 άρχισε να μην του στέλλει προϊόντα. Τους απάντησε ότι χρωστά κάποια λεφτά, όμως και αυτοί του χρωστούσαν κάποια λεφτά ως προμήθεια. Την προμήθειά του την έπαιρνε κάθε μήνα με το ξεκαθάρισμα των τιμολογίων. Του χρωστούν την προμήθεια των δύο τελευταίων μηνών της συνεργασίας τους, όμως, δε θυμάται ποιους μήνες. Τα λογιστικά του χειριζόταν η σύζυγός του. Όσα λεφτά είχε εισπράξει από πελάτες της παραπονούμενης εταιρείας τα παρέδωσε στο Μ.Κ.
  6. Μόλις έπαιρνε λεφτά ή επιταγή από τους πελάτες, τα παρέδιδε στη γυναίκα του, η οποία, τέλος του μηνός του τα έδινε μαζί με τις αποδείξεις και τα τιμολόγια για παράδοση στην παραπονούμενη εταιρεία. Δε θυμάται πόσες μηχανές καφέ του παρέδωσε ο Μ.Κ.3 για να δίνει σε πελάτες. Ωστόσο, υπόγραφε πάντα όταν του χρέωναν μηχανές και κατά τη λήξη της συνεργασίας τους βοήθησε το Μ.Κ.3 να τις πάρει από τους πελάτες για συντήρηση. Στις 25.1.2007 πήγε στο σπίτι του ο Κυριάκος, τεχνικός της παραπονούμενης εταιρείας και παρέλαβε 5 μηχανές καφέ παγωμένου. Δεν έχει στην κατοχή του μηχανές καφέ της παραπονούμενης εταιρείας. Εξ όσων γνωρίζει και ο ίδιος ο Μ.Κ.3 πήγαινε σε πελάτες και έπαιρνε πίσω τις μηχανές του. Σχετικά με τα τιμολόγια στα οποία φαίνεται ποσότητα free προϊόντων, αυτό, δηλαδή το free, το έγραφε μετά που έδινε το πρωτότυπο τιμολόγιο στον πελάτη. Αυτό το πράγμα έγινε στην περίπτωση του τιμολογίου με αριθμό 3699 (βλ. το τεκμήριο 6) ενώ στο στέλεχος (βλ. το τεκμήριο 4Β - μέρος - ) έχει γράψει - προσθέσει - ποσότητα ενός κιλού καφέ free και ημερομηνία 31.5.
  7. Αυτό έγινε, πιθανόν, κάποιου προβλήματος στη μηχανή - καφέ - και αποζημίωνε τον πελάτη, λόγω του ότι έπρεπε να αντικατασταθεί ο καφές. Όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις έδινε free σε πελάτες, χωρίς να το σημειώνει και στο πρωτότυπο τιμολόγιο. Το λάθος του ήταν ότι δεν ήταν τυπικός σ' αυτά τα πράγματα. Το μόνο απόθεμα εμπορευμάτων που έχει είναι όσα είδε η αστυνομία στο σπίτι του που αφορούν επιστροφές, αξίας περίπου £1.500,
  8. Μηχανές καφέ της παραπονούμενης εταιρείας δεν έχει, αφού, είτε της επιστράφηκαν είτε βρίσκονται ακόμη σε πελάτες της. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 και Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ.149, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων, η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά, γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της, επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Τέλος, παραπέμπω και στο ακόλουθο απόσπασμα, από τη Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225, σε σχέση με τις προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις: «Στην Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (πιο πάνω) σελ. 651 λέχθηκαν τα εξής: «Το Δικαστήριο είναι ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις, καθώς και οι προεκτάσεις τους συνιστούν γεγονότα που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Δεν εξουδετερώνουν, όμως, τη μαρτυρία του, ως το αντικείμενο αξιολόγησης (από το δικαστήριο) παραδεκτής, κατά το δίκαιο της αποδείξεως, μαρτυρίας. Το ακόλουθο απόσπασμα από τη Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω), αντανακλά τη σωστή προσέγγιση: .......» Στην Τεβλετιάν κ.ά. ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) σελ. 520 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ως προς το ζήτημα προηγούμενων αντιφατικών καταθέσεων ενός μάρτυρα και το κατά πόσο τέτοιες καταθέσεις καθιστούν τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, εκ προοιμίου, αναξιόπιστη, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, στην οποία το προαναφερόμενο ερώτημα απαντήθηκε αρνητικά. Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στην υπόθεση Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510 όπου παρατηρήθηκε πως τα κριτήρια για την αποτίμηση αντιφάσεων σχετίζονται άμεσα με τους διαφαινόμενους λόγους που οδηγούν στην προβολή διϊστάμενων θέσεων και με την ετοιμότητα του μάρτυρα να καταφύγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες, προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος. Το τελικό κριτήριο είναι η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια......» Βλ. και την Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της λοχία 176 Ε. Μιχαήλ (Μ.Κ.1) είναι αρκετά καλή. Η μάρτυρας, στον ουσιώδη χρόνο προϊστατο των αστυνομικών εξετάσεων για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης. Το σύνολο των ενεργειών της απορρέει από το περιεχόμενο των δύο γραπτών καταθέσεών της (βλ. αντίστοιχα τα τεκμήρια 1 και 43), το οποίο υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της κατάθεσε και σωρεία εγγράφων τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμήρια. Μολονότι αντεξετάστηκε επί μακρόν από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, εντούτοις, κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία της σε σχέση με ό,τι ανάφερε. Ήταν άμεση και σταθερή και απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν σε σχέση με ενέργειες στις οποίες έχει προβεί η ίδια και με γεγονότα τα οποία γνώριζε προσωπικά, ενώ, καθ' όλα δικαιολογημένα, έντιμα και ειλικρινά, σε όσες περιπτώσεις, είτε δε θυμόταν, είτε τις υποβάλλονταν ερωτήσεις συναφώς με ισχυρισμούς που προέβαλε που αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία, είτε σε σχέση με γεγονότα που δε γνώριζε έδινε την ανάλογη απάντηση. Λαμβάνοντας υπόψη τον τεράστιο όγκο που συνθέτει το ανακριτικό έργο, το χρόνο που μεσολάβησε από την ημέρα που η μάρτυρας ορίστηκε επικεφαλής για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης και τέλος, ότι, αρκετές ενέργειες σ' αυτά τα πλαίσια έγιναν, είτε σε συνεργασία είτε αποκλειστικά από άλλους αστυνομικούς, έχω τη γνώμη, ότι, η μάρτυρας επιτέλεσε με επάρκεια τα καθήκοντά της στον ουσιώδη χρόνο και κατά δίκαιο τρόπο έναντι του κατηγορούμενου. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία της σε σχέση με τις ενέργειές της γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Στο βαθμό που αφορά σε γεγονότα της υπόθεσης ισχύει το ίδιο για ό,τι ανάφερε για το οποίο έχει προσωπική γνώση, ενώ, στο βαθμό που η μαρτυρία της είναι εξ ακοής γίνεται αποδεκτή, μόνο στις περιπτώσεις όπου επιβεβαιώνεται από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Συγκρατώ από τη μαρτυρία της - γιατί έχει σημασία, όπως θα διαφανεί αργότερα, - τα εξής: Στις 30.1.2007, όταν ο κατηγορούμενος, ενώ τελούσε υπό κράτηση στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού, μετακινήθηκε από τα αστυνομικά κρατητήρια στο ΤΑΕ, με σκοπό τη λήψη φωτογραφιών, δαχτυλικών αποτυπωμάτων και δειγμάτων γραφικού χαρακτήρα, για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης, απάντησε ότι δεν επιθυμούσε να του ληφθεί οτιδήποτε. Ο Μ. Οικονόμου (Μ.Κ.2) σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του στην αστυνομία (βλ. το τεκμήριο 47) που κι αυτός υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, στον ουσιώδη χρόνο ήταν συνεργάτης και συνέταιρος του Μ. Βλαδιμήρου (Μ.Κ.3), τον οποίο βοηθούσε σε λογιστικούς ελέγχους που του ζητούσε καθότι είναι λογιστής. Καθώς έχει αναφέρει ο μάρτυρας, στα πλαίσια ελέγχου που διενήργησε με βάση τα χρεωστικά μηχανών (καφέ) που παρέλαβε και παρέδωσε ο κατηγορούμενος - πρώην αντιπρόσωπος της παραπονούμενης εταιρείας, περιοχή Πάφου διαπίστωσε ότι έλειπαν 59 μηχανές, συνολικής αξίας £29,550,
  1. Αναφορικά με τις διαπιστώσεις του ετοίμασε σχετική κατάσταση (βλ. το τεκμήριο 46) επί της οποίας καταγράφεται αναλυτικά το σύνολο των μηχανών καφέ που παρέλαβε ο κατηγορούμενος καθώς και αυτών που επέστρεψε, με αναφορά σε ημερομηνία, τρόπο χρέωσης των μηχανών, συνολική αξία όσων μηχανών δεν επέστρεψε ο κατηγορούμενος κ.ο.κ. Μολονότι δέχομαι - εξάλλου, ούτε και αμφισβητήθηκε θα έλεγα από την υπεράσπιση - ότι ο μάρτυρας προέβηκε στην παραπάνω εργασία, εντούτοις, δεν μπορώ να βασιστώ καθόλου στη μαρτυρία του επί της ουσίας, αφού πρόκειται αποκλειστικά για εξ ακοής μαρτυρία, αγνώστου βαθμού, η οποία, σε σημαντικό βαθμό συγκρούεται με άλλη μαρτυρία, εξ ακοής και αυτή, ενώ, σε σχέση με τη συνολική αξία των κατ' ισχυρισμό του μάρτυρα καθώς και άλλων μαρτύρων, μηχανών καφέ, που δεν επέστρεψε ο κατηγορούμενος, δεν υπάρχει καθόλου βάθρο για σκοπούς στοιχειοθέτησης του σχετικού ποσού. Παρά ταύτα θεωρώ ειλικρινή μάρτυρα τον υπό αναφορά, ο οποίος, έστω κι αν η πρώτη εντύπωση που δημιουργεί σε κάποιο που θα διαβάσει τη γραπτή του κατάθεση είναι ότι θα ήταν σε θέση να τεκμηριώσει πρωτογενώς τις διαπιστώσεις του, εντούτοις, δεν είχε καμιά δυσκολία να αποκαλύψει ότι αυτές βασίζονται αποκλειστικά σε στοιχεία που απορρέουν από το περιεχόμενο εγγράφων (βλ. το τεκμήριο 41) που δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει ο ίδιος και όχι μόνο. Προχωρώντας ένα βήμα πάρα πέρα αισθάνθηκε την ανάγκη να διευκρινίσει από το στάδιο της κυρίως εξέτασης, ότι, μετά από συμφωνία του ιδιοκτήτη της παραπονούμενης εταιρείας (Μ.Κ.3) με τον κατηγορούμενο, ορισμένες μηχανές καφέ (εννοείται, από αυτές που χρεώθηκαν στον κατηγορούμενο) παραδόθηκαν απευθείας στον πελάτη και ορισμένες στον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος δε, θα έλεγα ότι, καταθέτοντας ακόμη πιο ευνοϊκά για τον κατηγορούμενο, για το ίδιο θέμα ισχυρίστηκε ότι δε στάληκαν όλες οι μηχανές καφέ (από αυτές που του υποδείχθηκαν από τον κ. Χ"Λοϊζου, με αναφορά σε συγκεκριμένο αριθμό waybills - μέρος του τεκμηρίου 41 - ). Καθώς έχει αναφέρει ορισμένες παραδίδονταν απευθείας στον κατηγορούμενο. Αν ληφθεί υπόψη, ότι το ίδιο ή κάτι ανάλογο ανάφεραν και άλλοι μάρτυρες κατηγορίας μπορεί κανείς εύκολα να αντιληφθεί από τώρα, πως διαγράφεται η τύχη της 84ης κατηγορίας, χωρίς να σημαίνει ότι η εν λόγω κατηγορία θα κριθεί αποκλειστικά στη βάση της μαρτυρίας του Μ.Κ.
  2. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του Μ. Οικονόμου, επί της ουσίας, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ο Μ. Βλαδιμήρου (Μ.Κ.3) αποτελεί θα έλεγα το βασικότερο μάρτυρα κατηγορίας, μιας και πρόκειται για τον ιδιοκτήτη, ουσιαστικά, της παραπονούμενης εταιρείας και είναι μετά από καταγγελία του που άρχισε η διερεύνηση εναντίον του κατηγορουμένου της παρούσας υπόθεσης και ακολούθως η καταχώρισή της στο δικαστήριο. Για ό,τι έχει αναφέρει που συνθέτουν και την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης, έχω αναφερθεί ενωρίτερα. Κατά συνέπεια, δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Μολονότι θεωρώ και αυτόν - όπως και τον προηγούμενο - απόλυτα ειλικρινή μάρτυρα, εντούτοις, δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός, ότι, για πλείστα όσα έχει αναφέρει, καθ' ομολογία του, δεν έχει προσωπική γνώση, γι' αυτό άλλωστε σε αρκετές περιπτώσεις παράπεμπε είτε στη λογίστρια της παραπονούμενης εταιρείας (Μ.Κ.10 - κατά κύριο λόγο -) είτε στον προηγούμενο μάρτυρα (Μ.Κ.2), ενώ, σε σχέση με σημαντικό αριθμό ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν στο στάδιο της αντεξέτασης, για διάφορους ισχυρισμούς του που περιέχονται στις δύο γραπτές καταθέσεις του στην αστυνομία, δήλωνε πως δε θυμόταν. Ούτε και πρόσθεσε οτιδήποτε σε όσα ανάφερε ο προηγούμενος μάρτυρας και αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Απεναντίας και αυτού η μαρτυρία για πλείστα όσα έχει αναφέρει είναι επίσης εξ ακοής. Επειδή όμως η μαρτυρία του, κατά κύριο λόγο αντιπαραβάλλεται με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, δηλώνω ευθέως, ότι, εκεί όπου υπάρχει σύγκρουση μεταξύ τους δέχομαι τη μαρτυρία του πρώτου, σε κάθε περίπτωση, για ό,τι έχει αναφέρει για το οποίο έχει προσωπική γνώση ή στο βαθμό που αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, που επιβεβαιώνεται από άλλη, άμεση και πραγματική μαρτυρία. Ούτε και μου διαφεύγει, ότι, η μαρτυρία του, σε κάποιο βαθμό, μολονότι αφορά σε ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης παρέμεινε αναντίλεκτη είτε ακόμη επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Συγκρατώ από τη μαρτυρία και αυτού του μάρτυρα τα εξής - γιατί επίσης έχει σημασία, όπως θα διαφανεί σε άλλο σημείο στη συνέχεια - ή όσα απορρέουν από αυτή. Ειδικότερα: Ο ισχυρισμός του ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με τον κατηγορούμενο υπήρξαν περιπτώσεις όπου στο αντίγραφο αριθμού τιμολογίων που ο κατηγορούμενος έδιδε στην παραπονούμενη εταιρεία (βλ. το τεκμήριο 4) φαινόταν ποσότητα δωρεάν εμπορευμάτων που υποτίθεται έδιδε στους πελάτες, κάτι που δε γινόταν, μιας και στο πρωτότυπο των αντίστοιχων τιμολογίων που εξέδιδε και παρέδιδε στον πελάτη, δεν αναγραφόταν η αντίστοιχη ποσότητα δωρεάν εμπορευμάτων, επομένως οικειοποιείτο τα συγκεκριμένα εμπορεύματα ο κατηγορούμενος, όχι μόνο παρέμεινε αναντίλεκτος, αλλά, ενισχύεται και σε σημαντικό βαθμό επιβεβαιώνεται και από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία, από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας που είναι τα σχετικά τιμολόγια, αλλά, σε κάποιο βαθμό και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, κατά μια εκδοχή. Αναντίλεκτος παρέμεινε και ο ισχυρισμός του ότι είχε κάνει προφορική συμφωνία με τους πωλητές και αντιπροσώπους του, όπως στους δέκα καφέδες δίνουν ένα free, το οποίο θα έπρεπε να αναγράφεται στο τιμολόγιο. Αναντίλεκτος επίσης παρέμεινε και ο ισχυρισμός του, ότι, στο σύνολό τους, τα τιμολόγια (τεκμήρια 6 μέχρι 40) τα συμπλήρωσε και εξέδωσε ο κατηγορούμενος. Ο ισχυρισμός του ότι όταν γινόταν παραλαβή μηχανών καφέ από τον κατηγορούμενο, αυτός υπόγραφε έγγραφο της παραπονούμενης εταιρείας, ότι ξεχρεωνόταν το συγκεκριμένο αριθμό μηχανών που παραλάμβανε πίσω η εταιρεία εκθεμελιώνει ακόμη περισσότερο την ούτως ή άλλως προβληματική 84η κατηγορία, που αφορά στο αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου των 54 μηχανών καφέ κ.λ.π., όπως αναφέρεται στις σχετικές λεπτομέρειες αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας. Πέραν από το γεγονός, ότι, έγγραφο, όπως αυτό που ανάφερε ο μάρτυρας ουδέποτε τέθηκε ενώπιόν μου είναι και το γεγονός, ότι, ο προηγούμενος μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η επιστροφή των μηχανών καφέ από τον κατηγορούμενο γινόταν με διαφορετικό τρόπο. Ιδιαίτερα μεγάλης σημασίας σε σχέση με την ίδια κατηγορία είναι και ο ισχυρισμός του μάρτυρα, ότι υπήρξαν περιπτώσεις που τοποθετούσαν οι ίδιοι τις μηχανές καφέ στους πελάτες, τους οποίους εξυπηρετούσε ο κατηγορούμενος. Άξια σχολιασμού, σε συνάφεια με την 85η κατηγορία είναι η παραδοχή του, ότι, όταν ο κατηγορούμενος ήταν αντιπρόσωπος της παραπονούμενης εταιρείας στην Πάφο, υπήρχαν πελάτες της τους οποίους προμήθευε η ίδια απευθείας με εμπορεύματα. Το ίδιο ισχύει και για την απάντησή του στην υποβολή, ότι η παραπονούμενη εταιρεία προμήθευε σε αριθμό πελατών της - οι οποίοι του αναφέρθηκαν - εμπορεύματα, μέσω του κατηγορούμενου, τα οποία χρεώνονταν σ' αυτόν, ενώ τα εισέπραττε απευθείας η ίδια, με αποτέλεσμα να φαίνεται χρεωμένος ο κατηγορούμενος. Ο μάρτυρας απάντησε περίπου ως εξής: «Στο ερώτημα θα σας απαντήσει η κα Γεωργία Σωτηρίου (Μ.Κ.10) που ήταν στο λογιστήριο και θα καταθέσουμε όλες τις επιταγές, όλων των τραπεζών, όλων των πελατών που εισπράξαμε από τα ξενοδοχεία και από τον κ. Μιχαήλ - κατηγορούμενος -, οπότε θα έχετε καθαρή εικόνα». Με δεδομένο, ότι, ουδεμία τέτοια επιταγή έχει κατατεθεί ενώ, η Μ.Κ.10, την οποία επικαλέστηκε ο μάρτυρας, όχι μόνο δεν προσέθεσε οτιδήποτε το ουσιαστικό στην υπόθεση, σε συνάφεια με την 85η κατηγορία (η οποία αφορά στο αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, εμπορευμάτων αξίας ₤352,12, τα οποία εμπιστεύτηκε η παραπονούμενη εταιρεία στον κατηγορούμενο, με σκοπό να τα παραδώσει σε πελάτες της - όπως αναφέρεται στις σχετικές λεπτομέρειες αδικήματος -) διαγράφεται η τύχη και αυτής της κατηγορίας, η οποία θα έχει απορριπτική κατάληξη - όπως και η προηγούμενη - χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και άλλοι λόγοι που οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα. Θεωρώ ως εντελώς αναξιόπιστο μάρτυρα τον Α. Μιχαηλίδη (Μ.Κ.4), ο οποίος, ενώ στη γραπτή του κατάθεση (βλ. το τεκμήριο 54) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης φέρει τον κατηγορούμενο και τη σύζυγό του Αθηνά, να του λένε ότι χρωστούσαν στην παραπονούμενη εταιρεία ₤8.000,00 με ₤10.000,00, που αντιπροσώπευαν τιμολόγια πληρωμένα, τα οποία δεν ξοφλήθηκαν από τον κατηγορούμενο προς την παραπονούμενη εταιρεία, αντεξεταζόμενος, σε σχέση με το ίδιο θέμα, φέρει τον κατηγορούμενο και τη σύζυγό του να του είπαν ότι υπήρχε μια διαφορά και αν χρωστούσαν, να προσπαθούσε ο ίδιος να τους βρει λύση για να πληρώσουν. Η προσπάθεια του μάρτυρα να βοηθήσει τον κατηγορούμενο ήταν ολοφάνερη. Η ουσία της μαρτυρίας της Ε. Νεοφύτου (Μ.Κ.5) απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής της στην αστυνομία, ημερομηνίας 30.1.2007 (βλ. το τεκμήριο 55), που κι αυτή υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης καθώς και από την απάντησή της στην τελευταία ερώτηση που της υποβλήθηκε από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής. Ειδικότερα: Η μάρτυρας, στον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτρια του περιπτέρου με την ονομασία «Eleni Cava» στην Πάφο. Συνεργαζόταν με την παραπονούμενη εταιρεία για 6 μήνες, η οποία την προμήθευε παγωμένους καφέδες και γρανίτες, μέσω του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος της έπαιρνε τα προϊόντα έναντι τιμολογίου, το οποίο ξοφλούσε πάντα με επιταγή, στο όνομα της παραπονούμενης εταιρείας. Στις 8.9.2006, ο κατηγορούμενος πήγε στο περίπτερο της και της πήρε προϊόντα της παραπονούμενης εταιρείας, όμως, της έδωσε δικό του τιμολόγιο (στο όνομα του) και της ζήτησε να εκδώσει τη σχετική επιταγή πληρωμής των προϊόντων στο όνομά του, όπως και έγινε. Το ίδιο ακριβώς έγινε και στις 3.7.2006 με το τιμολόγιο με αριθμό Α.489434 (βλ. το τεκμήριο 18) οπότε και πλήρωσε τα προϊόντα της παραπονούμενης εταιρείας με επιταγή που εξέδωσε στο όνομα του κατηγορούμενου. Σε σχέση με το δεύτερο αυτό γεγονός, όπως της είχε πει ο κατηγορούμενος, του είχαν τελειώσει τα τιμολόγια της παραπονούμενης εταιρείας και γι' αυτό έβγαλε τιμολόγιο στο όνομά του. Μολονότι αντεξετάστηκε η μάρτυρας από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου και αμφισβητήθηκε σε σχέση με τον παραπάνω ισχυρισμό της είμαι βέβαιος ότι έλεγε την αλήθεια και επί του προκειμένου. Εξάλλου, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, η συγκεκριμένη περίπτωση, δεν είναι και η μοναδική, όπου ο κατηγορούμενος ενήργησε με σκοπό την καταδολίευση της παραπονούμενης εταιρείας, χωρίς να μου διαφεύγει ότι, για λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφασή μου ημερομηνίας 28.1.2011, αυτός αθωώθηκε σ' όλες τις κατηγορίες που έχουν ως βάθρο δικά του τιμολόγια, με τα οποία του καταλογίζεται - κατά περίπτωση - ότι φαινόταν πως πωλούσε προϊόντα της παραπονούμενης εταιρείας. Εν πάση περιπτώσει, η αθώωσή του στις κατηγορίες αυτές οφειλόταν καθαρά σε νομικούς λόγους. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.5 γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Δεκτή στο σύνολό της είναι και η μαρτυρία της Ε. Ζήνωνος (Μ.Κ.6) η ουσία της οποίας απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής της στην αστυνομία (βλ. το τεκμήριο 58) καθώς και από τις σχετικές απαντήσεις που έδωσε σε αριθμό ερωτήσεων που της υποβλήθηκαν τόσο από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής όσο και από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου. Μολονότι αντεξετάστηκε από τον κ. Χ"Λοϊζου, εντούτοις, κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία της σε σχέση με οτιδήποτε έχει αναφέρει, χωρίς να μου διαφεύγει ότι αρκετοί από τους ισχυρισμούς της παρέμειναν αναντίλεκτοι. Συγκρατώ από τη μαρτυρία της τα εξής, τα οποία θεωρώ από τώρα ως αποδεδειγμένα γεγονότα: Ειδικότερα: Η μάρτυρας, στον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτρια του περιπτέρου «Ελλης Κιοσκ» που βρίσκεται στην Κάτω Πάφο και συνεργαζόταν με την παραπονούμενη εταιρεία, η οποία της πήρε στο περίπτερο μέσω του κατηγορούμενου μηχανή καφέ και αγόραζε από αυτή με τον ίδιο τρόπο - δηλαδή, μέσω του κατηγορούμενου - καφέ, ποτηράκια και καλαμάκια. Σε σχέση με τα προϊόντα που αγόραζε, ο κατηγορούμενος έβγαζε τιμολόγιο στην παρουσία της, το οποίο υπόγραφε ο ίδιος τόσο στη θέση του πωλητή όσο και στη θέση του αγοραστή λέγοντάς της ότι δεν έχει πρόβλημα, αφού τον πλήρωνε με επιταγές. Η μάρτυρας που είδε και αναγνώρισε τα πρωτότυπα τιμολόγια (βλ. τα τεκμήρια 19, 20, 21, 23 και 24) που εξέδωσε και της παρέδωσε ο κατηγορούμενος και τα αντίστοιχά τους (μέρος του τεκμηρίου 4Ζ - τα τρία πρώτα - μέρος του τεκμηρίου 4Θ - το τέταρτο - και μέρος του τεκμηρίου 4Γ - το πέμπτο -) τα οποία παρέδωσε στην παραπονούμενη εταιρεία ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε παρέλαβε από τον κατηγορούμενο τα δωρεάν εμπορεύματα που αναγράφονται μόνο στα τιμολόγια που αυτός παρέδωσε στην παραπονούμενη εταιρεία. Παρότι αρχικά της ανάφερε ότι θα της δίνει κάποια προϊόντα δωρεάν, ουδέποτε συνέβηκε κάτι τέτοιο, ισχυριζόμενος, ότι η εταιρεία τους είπε να μη δίνουν δωρεάν προϊόντα. Ούτε όταν χαλούσε η μηχανή του καφέ και επιδιορθωνόταν της έδινε δωρεάν καφέ. Η μαρτυρία του Σ. Σάββα (Μ.Κ.7) επίσης γίνεται δεκτή, ως αναντίλεκτη. Απορρέει δε, από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του στην αστυνομία (βλ. το τεκμήριο 59) που κι αυτός υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Συγκρατώ από τη μαρτυρία του τα εξής: Το τιμολόγιο με αριθμό 8064 (βλ. το τεκμήριο 31) που είναι του κατηγορούμενου, του το πήρε μια γυναίκα, όταν ο ίδιος τηλεφώνησε του κατηγορούμενου και του ζήτησε να τον προμηθεύσει με προϊόντα της παραπονούμενης εταιρείας. Περαιτέρω, η μηχανή παγωμένου καφέ παραλήφθηκε από την παραπονούμενη εταιρεία. Δεκτή στο σύνολό της, ως αναντίλεκτη είναι και η μαρτυρία της Α. Φιλίππου (Μ.Κ.8) η ουσία της οποίας απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής της στην αστυνομία (βλ. το τεκμήριο 60) που κι αυτή υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Ειδικότερα: Στον ουσιώδη χρόνο, η μάρτυρας ήταν υπάλληλος στο περίπτερο με την ονομασία «Λέανδρος Κιοσκ» στην Πάφο που ανήκει στην οικογένειά της. Η παραπονούμενη εταιρεία, για δύο χρόνια τους προμήθευε με παγωμένο καφέ, μέσω του αντιπροσώπου της που είναι ο κατηγορούμενος. Με την παράδοση των προϊόντων, ο κατηγορούμενος της έδινε τιμολόγιο, το οποίο ξοφλούσε η ίδια την ίδια μέρα, με μεταχρονολογημένη επιταγή. Ούτε κι αυτή πήρε το δωρεάν προϊόν που αναγράφεται στο τιμολόγιο (στέλεχος) με αριθμό 4364 (βλ. μέρος του τεκμηρίου 4Η) μα όχι στο πρωτότυπο τιμολόγιο που πήρε η ίδια (βλ. το τεκμήριο 16). Όταν χαλούσε η μηχανή καφέ την επιδιόρθωνε ο κατηγορούμενος. Σε τέτοια περίπτωση αφαιρούσε τον καφέ και τον αντικαθιστούσε με άλλον δωρεάν. Αυτό έγινε στις 24.5.2006 και για το σκοπό αυτό, δηλαδή, σε σχέση με το δωρεάν καφέ, ο κατηγορούμενος εξέδωσε και της παρέδωσε το τιμολόγιο με αριθμό 3677 (βλ. το τεκμήριο 17). Η ουσία της μαρτυρίας του Α. Σοφοκλέους (Μ.Κ.9) έγκειται στο γεγονός, ότι, όταν στις 9.11.2006 ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του πάρει καφέ, όταν αυτός του πήρε τους 4 καφέδες, του είπε ότι τους έφερε από άλλο πελάτη του και γι' αυτό του έκδωσε για πρώτη φορά δικό του τιμολόγιο (βλ. το τεκμήριο 12) και όχι της παραπονούμενης εταιρείας, όπως έκανε πάντα. Δεν αμφισβητήθηκε ο μάρτυρας σε σχέση με οτιδήποτε ανάφερε συνεπώς, η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Η μαρτυρία της Γ. Σωτηρίου (Μ.Κ.10) είναι ουσιαστική, πλην όμως, δεν μπορώ να βασιστώ σε σημαντικό βαθμό σ' αυτή, αφού, στο μεγαλύτερο της μέρος, το οποίο αφορά στην ουσία των κατηγοριών 84 και 85 είναι εξ ακοής και όχι μόνο. Με αντιπαραβολή όσων ανάφερε με αυτά που είπε ο Μ.Κ.3, σε σχέση με τα ίδια θέματα είναι φανερό, ότι, η μάρτυρας, προκειμένου να διενεργήσει το σχετικό έλεγχο που της ανάθεσε ο Μ.Κ.3 βασίστηκε σε λανθασμένα στοιχεία, γεγονός το οποίο συμπαρασύρει ως εσφαλμένα και τα όποια συμπεράσματα και διαπιστώσεις της. Για παράδειγμα διερωτώμαι πόσο ορθές μπορεί να είναι οι διαπιστώσεις της σε σχέση με τις μηχανές καφέ που παρέλαβε από την παραπονούμενη εταιρεία και επέστρεψε σ' αυτή ο κατηγορούμενος, κάτι για το οποίο η μάρτυρας επικαλείται τη σχετική κατάσταση (τεκμήριο 46) τη στιγμή που αυτή, σε σημαντικό βαθμό βασίζεται στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 48 (κατάσταση πελατών παραπονούμενης εταιρείας) αν ληφθεί υπόψη, ότι, σύμφωνα με το Μ.Κ.3, ορισμένοι από τους πελάτες της εταιρείας που αναφέρονται στο συγκεκριμένο κατάλογο προϋπήρχαν της συνεργασίας του με τον κατηγορούμενο, ο οποίος εξυπηρετούσε ορισμένους μόνο από αυτούς. Δε νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ επί του προκειμένου, αφού, έχω ήδη αναφέρει αρκετούς λόγους για τους οποίους θεωρώ έκθετη σε απόρριψη την 84η κατηγορία. Έπειτα διερωτώμαι και πώς μπορώ να βασιστώ στο περιεχόμενο των τεκμηρίων 63, 64, 65, 67 και 68 που ετοίμασε η μάρτυρας, τη στιγμή που ουδέποτε έχουν τεθεί ενώπιόν μου, σημαντικότατα στοιχεία τα οποία ισχυρίστηκε ότι έλαβε υπόψη κατά το σχετικό έλεγχο που έκανε για σκοπούς ετοιμασίας των εν λόγω εγγράφων και τεκμηρίωσης των διαπιστώσεων και συμπερασμάτων της. Σε σχέση με τις διάφορες πληρωμές που έκανε προς την παραπονούμενη εταιρεία ο κατηγορούμενος, η μάρτυρας, καθ' ομολογία της έλαβε υπόψη επιταγές και καταστάσεις τραπεζών, που ουδέποτε τέθηκαν ενώπιόν μου μα ούτε και προκύπτει να έχουν δοθεί οποτεδήποτε στην υπεράσπιση. Ούτε και μου διαφεύγει, ότι, αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανάφερε ότι δε γνωρίζει πόσα χρήματα είχε δώσει ο κατηγορούμενος στην παραπονούμενη εταιρεία μέχρι που η ίδια έπιασε δουλειά σ' αυτή, ως επίσης και ότι δε θυμόταν τι ποσό αντιπροσώπευαν οι επιταγές πελατών που παρέδωσε ο κατηγορούμενος στην παραπονούμενη εταιρεία, μετά που η ίδια εργοδοτήθηκε από αυτή. Το γεγονός ότι έλαβε υπόψη (βασίστηκε κατ' ακρίβεια, όπως ανάφερε αντεξεταζόμενη) το τεκμήριο 48 για σκοπούς διεξαγωγής του ελέγχου, συναφώς με τις διάφορες πληρωμές που έκανε ο κατηγορούμενος προς την εταιρεία (όπως έκανε και για τις μηχανές καφέ), αποκαλύπτει πόσο «ασφαλές» είναι να λάβω υπόψη το αποτέλεσμα του ελέγχου και τις σχετικές διαπιστώσεις της, με δεδομένο, για να επαναλάβω, ότι, ναι μεν πρόκειται για πελάτες της παραπονούμενης εταιρείας, οι αναφερόμενοι στο σχετικό τεκμήριο, πλην όμως, σύμφωνα με το Μ.Κ.3, αρκετοί από αυτούς προϋπήρχαν της συνεργασίας του με τον κατηγορούμενο και εν πάση περιπτώσει, δεν προμήθευε όλους αυτός με προϊόντα. Αυτό που σίγουρα δέχομαι από τη μαρτυρία της Μ.Κ.10 είναι ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου, όταν τον κάλεσε να συνεργαστούν, δηλαδή, να κάνουν καταμέτρηση της ποσότητας προϊόντων που είχε στην αποθήκη του, των ποσών που του χρωστούσαν οι πελάτες κ.λ.π., ήταν παρελκυστική, αφού, με διάφορες προφάσεις απέφευγε να τη συναντήσει, κάτι που ανάφερε και ο Μ.Κ.3, του οποίου η μαρτυρία έχει επίσης γίνει αποδεκτή επί του προκειμένου. Έχοντας υπόψη τι ακολουθεί θα ήθελα να προβώ στο εξής γενικό σχόλιο που ισχύει για όλους τους μάρτυρες κατηγορίας και ιδιαίτερα για τους Μ.Κ.1, 2, 3 και
  3. Είναι φανερό, ότι, στο βαθμό και την έκταση που δεν έχω δεχθεί τη μαρτυρία τους δεν είναι γιατί θεώρησα ότι οποιοσδήποτε από αυτούς παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και κατάθεσε με πρόθεση, είτε να ψευσθεί είτε να παραποιήσει τα γεγονότα. Ο κατηγορούμενος ως μάρτυρας με έχει απογοητεύσει. Υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, ήρθε σε σύγκρουση με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, ενώ υπήρξαν περιπτώσεις που συνειδητά έλεγε ψέματα, είτε ακόμη που προέβαλλε ισχυρισμούς που δεν τέθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας τους οποίους αφορούσαν, για να τους δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο να σχολιάσουν. Στη συνέχεια θα διαφανούν και διάφοροι διάφοροι άλλοι λόγοι για τους οποίους το θεωρώ αναξιόπιστο μάρτυρα, σε βαθμό που απορρίπτω την εκδοχή του για πλείστα όσα έχει αναφέρει με εξαίρεση, εκείνο το μέρος της μαρτυρίας του που υπέχει θέση δηλώσεων ενάντια στα συμφέροντά του ή ενοχοποιητικών δηλώσεων ή που αποδεικνύεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 42) ότι έτυχε να πωλήσει καφέδες του Βλαδιμήρου (δηλαδή της παραπονούμενης εταιρείας) με δικά του τιμολόγια και αυτό το ήξερε ο Βλαδιμήρου (Μ.Κ.3). Όχι μόνο δεν τέθηκε τέτοιος ισχυρισμός στο συγκεκριμένο μάρτυρα είτε ακόμη στη λογίστρια της παραπονούμενης εταιρείας (Μ.Κ.3) αλλά, αντίθετα, όταν υποδείχθηκαν στο Μ.Κ.3 τα τιμολόγια που ο κατηγορούμενος εξέδιδε ονομαστικά ως πωλητής ο ίδιος και ρωτήθηκε αν τα αναγνωρίζει (βλ. τα τεκμήρια 12, 18, 26, 27, 28, 29, 31 και 36) ισχυρίστηκε ότι δεν ανήκουν στην εταιρεία του, όμως ανήκουν σ' αυτή τα προϊόντα. Επισημαίνεται ότι ο μάρτυρας ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση σε σχέση με τον ισχυρισμό του αυτό. Ενώ επέμενε ότι μετά από απαίτηση του Μ.Κ.3 λογαριάζονταν κάθε τέλος του μηνός, δηλαδή, του παρέδιδε τα τιμολόγια μαζί με τις αποδείξεις εξόφλησης και τις εισπράξεις που έκανε, είτε σε μετρητά είτε με επιταγή, οπότε και έπαιρνε την προμήθειά του διερωτώμαι πώς γίνεται την ίδια ώρα να ομολογεί ότι χρωστά κάποια λεφτά στην εταιρεία ο ίδιος και να ισχυρίζεται ότι η εταιρεία χρωστά προμήθεια σ' εκείνο. Ισχυρίζεται στην ανακριτική του κατάθεση, ότι, από τα μέσα Νοεμβρίου, 2006, ο Μ.Κ.3 μαζί με τη λογίστριά του επικαλούνταν ότι τους χρωστά πολλά λεφτά και άρχισαν να μην του στέλλουν προϊόντα. Ούτως εχόντων των πραγμάτων και με δεδομένο πότε έληξε η συνεργασία τους διερωτώμαι τι γύρευαν οι πέντε μηχανές παγωμένου καφέ που παρέλαβε ο τεχνικός της παραπονούμενης εταιρείας από το σπίτι του στις 25.1.2007 είτε ακόμη, όλα εκείνα τα εμπορεύματα της ίδιας εταιρείας (βλ. το τεκμήριο 10) που παρέλαβε η αστυνομία και πάλιν από την οικία του, μετά από σχετική έρευνα στις 28.1.
  4. Ενώ στην ανακριτική του κατάθεση, την οποία υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης ισχυρίζεται ότι ανάφερε στο Μ.Κ.3 ότι χρωστά κάποια λεφτά, όμως του χρωστούσαν και αυτοί κάποια λεφτά, ως προμήθεια, ερωτηθείς από το δικηγόρο του αν χρωστά οποιοδήποτε ποσό χρημάτων στην παραπονούμενη εταιρεία απάντησε ως εξής: «Επειδή δεν έχω στην κατοχή μου μπλοκ τιμολογίων, αποδείξεων, δεν μπορώ να ξέρω σίγουρα αν δεν κάνω έλεγχο». Ωστόσο, όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε αν ο ίδιος έχει να παίρνει οποιοδήποτε ποσό από την εταιρεία ως προμήθεια απάντησε μονολεκτικά «μάλιστα». Πέραν από την προφανή αντίφαση, σε σχέση με το κατά πόσο χρωστά ή όχι οποιοδήποτε ποσό χρημάτων στην παραπονούμενη εταιρεία προκύπτει και το εξής, εύλογο ερώτημα: Πόσο λογικό είναι να μη γνωρίζει κατά πόσο χρωστά οποιοδήποτε ποσό χρημάτων στην παραπονούμενη εταιρεία και να είναι βέβαιος ότι του χρωστά η εταιρεία χρήματα ως προμήθεια; Δεν είναι στη βάση των ίδιων στοιχείων, που δεν είχε, όπως ισχυρίστηκε (μπλοκ τιμολογίων και αποδείξεων) που θα διαπίστωνε και το ένα και το άλλο; Το παράδειγμα που ακολουθεί αποτελεί κορυφαία έκφραση του πόσο αναξιόπιστος μάρτυρας ήταν ο κατηγορούμενος και ότι έλεγε συνειδητά ψέματα. Στην ανακριτική του κατάθεση ισχυρίζεται τα εξής, σε σχέση με τα τιμολόγια - στέλεχος - όπου αναγράφονται free προϊόντα. Προφανώς αναφερόταν στα μπλοκ τιμολογίων που έδινε στην παραπονούμενη εταιρεία: «Σχετικά με τα τιμολόγια στέλεχος που φαίνεται ποσότητα προϊόντων free αυτό το έγραψα μετά που έδινα το πρωτότυπο τιμολόγιο στον πελάτη. Αυτό το πράγμα έγινε στην περίπτωση του τιμολογίου αρ.3699 που μου δείχνεις το πρωτότυπο στο όνομα Sendra Kiosk για ποσό £97,30 ενώ στο στέλεχος έχω γράψει προσθέσει ποσότητα 1 κιλού καφέ free και ημερομηνία 31.05.06 αυτό έγινε πιθανόν λόγω κάποιου προβλήματος στη μηχανή και αποζημίωνα τον πελάτη λόγω του ότι ο καφές έπρεπε να αντικατασταθεί. Όμως σε ορισμένες περιπτώσεις έδινα free σε πελάτες χωρίς να το σημειώνω και στο πρωτότυπο. Το λάθος είναι ότι δεν ήμουν τυπικός σ' αυτά τα πράγματα.» Ένα πρώτο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: Εάν ο λόγος που έγραψε στο στέλεχος την πρόσθετη ποσότητα ενός κιλού καφέ free (βλ. το τεκμήριο 4Β - μέρος -) είναι αυτός που ισχυρίζεται γιατί δε ζήτησε και το πρωτότυπο τιμολόγιο από τον πελάτη - βλ. το τεκμήριο 6 - για να σημειώσει και σ' αυτό την πρόσθετη ποσότητα καφέ; Έπειτα, αφού υποτίθεται ότι κάθε τέλος του μήνα παρέδιδε στην παραπονούμενη εταιρεία τα μπλοκ τιμολογίων, αποδείξεων κ.λ.π., πού έβρισκε μετά τα μπλοκ τιμολογίων και κατάγραφε τη δωρεάν ποσότητα εμπορευμάτων που παρέδιδε για το λόγο που έχει αναφέρει, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, κάτι τέτοιο συνέβηκε πάνω από είκοσι φορές, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με την παραπονούμενη εταιρεία; Και πότε υποβλήθηκε στο Μ.Κ.3 ότι γνώριζε ότι συνέβαινε κάτι τέτοιο; Και γιατί όταν θα πρεπε να αντικαταστήσει τον καφέ σε μηχανές όπου παρουσίαζαν κάποιο πρόβλημα, με δωρεάν καφέ, δεν εξέδιδε ειδικά τιμολόγιο στον πελάτη επί τούτου, όπως έκανε για παράδειγμα, στην περίπτωση της Μ.Κ.8 στις 24.5.2006, όταν εξέδωσε και της παρέδωσε το τιμολόγιο με αριθμό 3677 (τεκμήριο 17) σε σχέση με τη δωρεάν ποσότητα καφέ που της έδωσε, σε αντικατάσταση αυτής που αφαίρεσε όταν της επιδιόρθωσε τη μηχανή καφέ; Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις του δικηγόρου του ανάφερε τα εξής, που δε συνάδουν ασφαλώς με όσα αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση: Όταν του τηλεφωνούσε ο πελάτης ότι χάλασε η μηχανή, έχει πρόβλημα, εν γνώσει του Μ.Κ.3 και της παραπονούμενης εταιρείας αντικαθιστούσε το χαλασμένο καφέ με νέο. Ακολούθως έβαζε στο 2ο και 3ο τιμολόγιο (αυτά που παρέδιδε στην εταιρεία - όπως ανάφερε σε άλλο σημείο - κάθε τέλος του μήνα) το δωρεάν καφέ που έδιναν στον πελάτη, ώστε, όταν λογαριάζονταν (με το Μ.Κ.3) να αφαιρείτο από το stock που είχε στην κατοχή του. Τίθενται τα εξής ερωτήματα: Τελικά τι από τα δύο ισχύει; Ο λόγος που δε σημείωνε και στο πρωτότυπο τιμολόγιο τη δωρεάν ποσότητα καφέ που έδινε στον πελάτη ήταν επειδή δεν ήταν τυπικός όπως αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση ή για το λόγο που ανάφερε στο δικηγόρο του; Και αν ισχύει το δεύτερο γιατί δεν υποβλήθηκε και στο Μ.Κ.3, ο οποίος δήλωσε άγνοια επί του προκειμένου; Υπάρχει όμως και συνέχεια. Ας δούμε τι ανάφερε αντεξεταζόμενος για το ίδιο θέμα: Όταν του υποδείχθηκαν δύο πρωτότυπα τιμολόγια (τεκμήρια 19 και 20) που εξέδωσε και παρέδωσε στη Μ.Κ.6 προσποιήθηκε πως δεν τα αναγνώριζε στο βαθμό που τον αφορούσε. Όταν του υποβλήθηκε ότι στα αντίστοιχα τιμολόγια - μέρος του τεκμηρίου 4Ζ - τα οποία παρέδωσε στην εταιρεία ανέγραψε ότι ο πελάτης πήρε δωρεάν καφέ, κάτι που δεν ισχύει, παραβλέποντας τις προηγούμενες του απαντήσεις υπαινίχθηκε έμμεσα, ότι η συγκεκριμένη πράξη, δηλαδή η αναγραφή δωρεάν ποσότητας καφέ στα τιμολόγια που παρέδιδε στην παραπονούμενη εταιρεία έγινε εκ μέρους της. Πέραν από την προφανή αντίφαση είναι και το γεγονός, ότι, η συγκεκριμένη - τρίτη - εκδοχή του κατηγορούμενου, ουδέποτε υποβλήθηκε σ' οποιονδήποτε από τους τρεις μάρτυρες που κατάθεσαν εκ μέρους της παραπονούμενης εταιρείας (Μ.Κ.2, 3 και 10), για να τους δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσουν. Ότι ο κατηγορούμενος έλεγε ψέματα σε σχέση με αυτή την ουσιαστικότατη πτυχή της υπόθεσης είναι ολοφάνερο. Όταν του υποδείχθηκαν από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, διάφορα έγγραφα (από το τεκμήριο 41) και κλήθηκε να αναγνωρίσει τις διάφορες υπογραφές σ' αυτά, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος υπόγραφε πάντοτε ολογράφως. Καθώς έχει αναφέρει «οι υπογραφές που δεν αναγνώρισα είναι υπογραφές μονογραφής. Όσες είναι ολογράφως τις δέχομαι». Φυσικά, διέλαθε της προσοχής του, ότι, σε σύνολο 32 τιμολογίων, που αναμφίβολα εξέδωσε (βλ. τα τεκμήρια 6, 7 και 11 μέχρι 40) στα οποία περιλαμβάνονται τόσο τιμολόγια της παραπονούμενης εταιρείας όσο και δικά του, σε καμιά περίπτωση έθεσε ολογράφως την υπογραφή του. Η ευκολία με την οποία κατέφευγε στο ψεύδος είναι εκπληκτική. Και κάτι τελευταίο. Ερωτηθείς από το δικηγόρο του - κατά το στάδιο της επανεξέτασης - γιατί δεν έδωσε δείγμα γραφής στην αστυνομία απάντησε ως εξής: «Διότι ζήτησα να είναι παρών ο δικηγόρος μου από την αρχή της σύλληψής μου και αυτό δεν έγινε ποτέ». Κι όμως, ο ισχυρισμός της Μ.Κ.1 (βλ. τη γραπτή της κατάθεση - τεκμήριο 43 -) ότι, όταν ο κατηγορούμενος στις 30.1.2007 μετακινήθηκε από τα κρατητήρια της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού στο Τ.Α.Ε., με σκοπό τη λήψη φωτογραφιών, δακτυλικών αποτυπωμάτων και δειγμάτων γραφικού χαρακτήρα για τη διερεύνηση της υπόθεσης, απάντησε «δεν επιθυμώ να μου ληφθεί οτιδήποτε» παρέμεινε αναντίλεκτος. Ότι και πάλιν ψευδόταν ο κατηγορούμενος είναι προφανές. Θα μπορούσα να απαριθμήσω και σωρεία άλλων παραδειγμάτων, προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του κατηγορούμενου ως μάρτυρα. Ωστόσο θεωρώ αρκετά όσα ήδη έχουν αναφερθεί. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα μόνα ουσιαστικά γεγονότα που με ασφάλεια μπορώ να προβώ σε συμπέρασμα ότι διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι τα εξής: Η παραπονούμενη εταιρεία Freshways Supplies Ltd από τη Λεμεσό συστάθηκε στις 12.6.
  5. Στον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με εισαγωγές προϊόντων όπως παγωμένος καφές (Chino), χυμοί, γρανίτες, ζεστές σοκολάτες και άλλα είδη ροφημάτων από διάφορες χώρες. Παρότι ιδιοκτήτρια και τυπικά διευθύντρια της εν λόγω εταιρείας ήταν η Ανίτα Φοιτήδου, στην ουσία, αυτή διευθυνόταν από το σύζυγό της Μ. Βλαδιμήρου (Μ.Κ.3), ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τη διαχείρισή της. Η εν λόγω εταιρεία είχε αντιπροσώπους σε διάφορες πόλεις στην Κύπρο, οι οποίοι χρεώνονταν τα προϊόντα της καθώς και τις μηχανές καφέ σε συγκεκριμένη τιμή, τα οποία διοχέτευαν σε διάφορα περίπτερα και καταστήματα. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούσαν μπλοκ τιμολογίων και αποδείξεων της παραπονούμενης εταιρείας. Ένας από τους αντιπροσώπους της ήταν ο κατηγορούμενος, με τον οποίο, ο Μ.Κ.3, αρχές του 2006 ήρθε σε συμφωνία μαζί του για λογαριασμό της εταιρείας, για να διοχετεύει τα προϊόντα της στην Πάφο. Αρχικά, η συνεργασία μεταξύ παραπονούμενης εταιρείας και κατηγορούμενου εξελισσόταν ομαλά, με τον κατηγορούμενο να παραδίδει κανονικά τις εισπράξεις. Ακολούθως, επειδή αυξήθηκαν οι πελάτες της εταιρείας στην Πάφο, ο κατηγορούμενος χρεώθηκε περισσότερες μηχανές καφέ. Παρόλα αυτά, οι εισπράξεις μειώθηκαν. Κάποια στιγμή, σε χρόνο που δεν μπορώ να προσδιορίσω, ο Μ.Κ.3 τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και τον ενημέρωσε σε σχέση με την παραπάνω διαπίστωσή του και τούτο γιατί, ενώ χρεωνόταν συνεχώς καφέ, δεν έπαιρνε εισπράξεις στην εταιρεία. Ο κατηγορούμενος τότε, του είπε ότι αν έλειπε καφές θα του τον πλήρωνε ενώ του προέβαλε και διάφορες δικαιολογίες, όπως για παράδειγμα, ότι έχασε επιταγές λόγω μετακόμισης και ότι είχε οικογενειακά προβλήματα. Κατά τον Οκτώβριο, 2006, ο Μ.Κ.3 ανάθεσε στη λογίστρια της παραπονούμενης εταιρείας Γ. Σωτηρίου (Μ.Κ.10) να προβεί σε λεπτομερή λογιστικό έλεγχο αναφορικά με τον κατηγορούμενο. Εν τω μεταξύ, προηγουμένως, η Μ.Κ.10 ζήτησε από τον κατηγορούμενο να συνεργαστούν, προκειμένου να συμφωνήσουν στο ποσό που αυτός όφειλε στην παραπονούμενη εταιρεία. Σ' αυτά τα πλαίσια, προσπάθησε αρκετές φορές να επικοινωνήσει μαζί του, ενώ μετέβηκε και δυο φορές στην Πάφο, πλην όμως, ο κατηγορούμενος την απέφευγε. Παρά ταύτα, η μάρτυρας προέβηκε σε κάποιο έλεγχο, ωστόσο, για λόγους που έχουν αναφερθεί σε διάφορα σημεία προηγουμένως, με κυριότερο, το γεγονός ότι η μάρτυρας ουσιαστικά, βασίστηκε σε εξ ακοής μαρτυρία κατά τη διεξαγωγή του σχετικού λογιστικού ελέγχου στον οποίο έχει προβεί, δεν μπορώ να βασιστώ στις διαπιστώσεις και συμπεράσματά της, για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Ωστόσο έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος, σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις πελατών, ενώ παρέδωσε προϊόντα της παραπονούμενης εταιρείας και εξέδωσε αριθμό τιμολογίων συναφώς με αυτά, τα οποία παρέδωσε στους πελάτες, χωρίς να τους δώσει οποιοδήποτε δωρεάν προϊόν, αργότερα, στο αντίγραφο του τιμολογίου - μέρος μπλοκ - που παρέδιδε στην παραπονούμενη εταιρεία ανέγραφε δωρεάν ποσότητα καφέ. Αυτό έγινε σε πέντε διαφορετικές περιπτώσεις με την Ε. Ζήνωνος (Μ.Κ.6) στην οποία εξέδωσε και παρέδωσε τα τιμολόγια με αριθμό 4151, ημερομηνίας 31.7.2006, 4187, ημερομηνίας 11.8.2006, 4178, ημερομηνίας 9.8.2006, 4412, ημερομηνίας 11.9.2006 και 3757, ημερομηνίας 2.6.2006 (βλ. τα τεκμήρια 19, 20, 21, 23 και 24 αντίστοιχα - τα πρωτότυπα - και τα τεκμήρια 4Ζ, 4Θ και 4Γ (τα αντίστοιχα αντίγραφα των παραπάνω τιμολογίων που παρέδωσε στην παραπονούμενη εταιρεία). Το ίδιο έγινε και με την Α. Φιλίππου (Μ.Κ.8) στις 21.8.2006, όταν ο κατηγορούμενος της παρέδωσε 10 cappuccino της παραπονούμενης εταιρείας και εξέδωσε και της παρέδωσε για το σκοπό αυτό το τιμολόγιο με αριθμό 4364 (βλ. το τεκμήριο 16), χωρίς να της δώσει και καταγράψει στο εν λόγω τιμολόγιο οποιοδήποτε δωρεάν προϊόν, ενώ, στο αντίστοιχο τιμολόγιο που παρέδωσε στην παραπονούμενη εταιρεία (βλ. το τεκμήριο 4Η) έγραψε 1 cappuccino δωρεάν. Επισημαίνεται ότι, μολονότι ο κατηγορούμενος, στην αρχή της συνεργασίας του με τη Μ.Κ.6 της ανέφερε ότι θα της δίνει κάποια προϊόντα δωρεάν, ουδέποτε συνέβηκε κάτι τέτοιο, ισχυριζόμενος ψευδώς προς τη μάρτυρα, ότι του είπαν από την παραπονούμενη εταιρεία να μη δίνει δωρεάν προϊόντα. Ούτε και όταν χαλούσε η μηχανή καφέ και επιδιορθωνόταν της έδινε δωρεάν ποσότητα καφέ ο κατηγορούμενος. Αντίθετα, όταν χαλούσε η μηχανή καφέ στο περίπτερο που εργαζόταν η Μ.Κ.8, ο κατηγορούμενος την επιδιόρθωνε και αφού αφαιρούσε τον καφέ από αυτή, τον αντικαθιστούσε με άλλο δωρεάν. Κάτι τέτοιο έγινε στις 24.5.2006 και ο κατηγορούμενος, σε σχέση με το δωρεάν καφέ εξέδωσε και παρέδωσε στη μάρτυρα το τιμολόγιο με αριθμό 3677 (τεκμήριο 17). Επισημαίνεται ότι ο κατηγορούμενος και σε αρκετές άλλες περιπτώσεις, ενώ εξέδωσε και παρέδωσε στον πελάτη σε σχέση με προϊόντα της παραπονούμενης εταιρείας που είχε παραδώσει τιμολόγιο επί του οποίου δεν αναγράφεται δωρεάν ποσότητα καφέ ή οποιουδήποτε άλλου προϊόντος αναγράφεται στο αντίστοιχο αντίγραφο που παρέδωσε στην παραπονούμενη εταιρεία. Ωστόσο, έχοντας υπόψη ότι δεν παρουσιάστηκε οποιοσδήποτε από τους παραλήπτες των προϊόντων της παραπονούμενης εταιρείας που παρέλαβε και το σχετικό τιμολόγιο, κατά περίπτωση, για να δηλώσει με θετικό τρόπο κατά πόσο παρέλαβε ή όχι το δωρεάν προϊόν που κατέγραψε ο κατηγορούμενος στο αντίστοιχο αντίγραφο τιμολογίου που παρέδωσε στην παραπονούμενη εταιρεία, δεν μπορώ να προβώ με ασφάλεια στην εξαγωγή συμπεράσματος, ότι δεν παρέλαβε το δωρεάν προϊόν και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι απέρριψα ως ψευδή τη μαρτυρία του κατηγορούμενου επί του προκειμένου. Να υπενθυμίσω στο σημείο αυτό, ότι, η προσφυγή στο ψεύδος, δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος (βλ. την Αλ-Χάματ και άλλων, ανωτέρω) ως επίσης και ότι δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα όσο εύλογες κι αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363). Ακολουθεί παράθεση μερικών ακόμη γεγονότων που αποκαλύπτουν τον τρόπο δράσης του κατηγορούμενου στον ουσιώδη χρόνο έστω κι αν συνδέονται με αριθμό κατηγοριών στις οποίες έχει αθωωθεί από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Ειδικότερα: Ο κατηγορούμενος, στις 8.9.2006, μετέβη στο περίπτερο της Ε. Νεοφύτου (Μ.Κ.5) και της πήρε προϊόντα της παραπονούμενης εταιρείας. Παρόλα αυτά, εξέδωσε και της παρέδωσε δικό του τιμολόγιο ενώ της ζήτησε να εκδώσει τη σχετική επιταγή πληρωμής των προϊόντων που της παρέδωσε στο όνομά του, όπως και έγινε. Το ίδιο ακριβώς έκανε και στις 3.7.2006 οπότε εξέδωσε και παρέδωσε στη μάρτυρα το τιμολόγιο με αριθμό Α489434 (τεκμήριο 18). Σε σχέση με αυτό ανάφερε στη μάρτυρα ότι του είχαν τελειώσει τα τιμολόγια της παραπονούμενης εταιρείας και γι' αυτό έβγαλε τιμολόγιο στο όνομά του. Επισημαίνεται ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε πληροφόρησε την παραπονούμενη εταιρεία για τα παραπάνω γεγονότα. Περαιτέρω, όταν ο Σ. Σάββα (Μ.Κ.7) τηλεφώνησε του κατηγορούμενου και του ζήτησε να τον προμηθεύσει με προϊόντα της παραπονούμενης εταιρείας, μια γυναίκα του πήρε το τιμολόγιο με αριθμό 8064 (τεκμήριο 31) που είναι τιμολόγιο του κατηγορούμενου. Τα προϊόντα που του πήρε για τα οποία εκδόθηκε το σχετικό τιμολόγιο είναι τα ίδια με αυτά της παραπονούμενης εταιρείας. Εκτός του ότι ούτε και σ'αυτή την περίπτωση έλαβε γνώση του συγκεκριμένου γεγονός η παραπονούμενη εταιρεία επισημαίνεται ότι το σχετικό μπλοκ τιμολογίων από το οποίο εκδόθηκε και το παραπάνω τιμολόγιο παραλήφθηκε από τη Μ.Κ.1 στις 26.1.2007 από την οικία του κατηγορούμενου, μετά από σχετική έρευνα. Όταν του υποδείχθηκε από τη μάρτυρα και του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο απάντησε ως εξής: «Το μπλοκ εν δικό μου,ένεσιη σχέση με τη Freshway (δηλαδή την παραπονούμενη εταιρεία)». Ότι σε σχέση με το δεύτερο έλεγε ψέματα στη μάρτυρα ο κατηγορούμενος είναι ολοφάνερο. Ότι είναι ο κατηγορούμενος που εξέδωσε δια της υπογραφής του τα επίδικα τιμολόγια έχει επίσης αποδειχθεί έχοντας υπόψη τα εξής: Καταρχήν, ο ίδιος, στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 42) που μετά από δίκη εντός δίκης κρίθηκε ότι είναι θεληματική και το προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης βούλησής του (βλ. την ενδιάμεση απόφασή μου ημερομηνίας 3.6.2010) την οποία μάλιστα, αργότερα, υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης ως μέρος της παραδέχεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις έδινε free προϊόντα σε πελάτες σημειώνοντας τα μόνο στο αντίγραφο τιμολόγιο που έδινε στην παραπονούμενη εταιρεία και όχι στο πρωτότυπο (που έδινε στον πελάτη). Αυτό έγινε και στην περίπτωση του τιμολογίου με αριθμό 3699 (βλ. το τεκμήριο 6) όπου, ενώ δεν αναγράφεται ποσότητα προϊόντων free, στο αντίγραφό του (βλ. το τεκμήριο 4Β) μετά που έδωσε το πρωτότυπο στον πελάτη έγραψε ποσότητα free προϊόντων. Από τα παραπάνω, παρά την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του κατηγορούμενου ως μάρτυρα, δέχομαι ως αληθή τον ισχυρισμό του ότι υπήρξαν περιπτώσεις που έγραψε δωρεάν προϊόντα στο αντίγραφο των τιμολογίων που σύμφωνα με άλλη μαρτυρία παρέδιδε στην παραπονούμενη εταιρεία κάτι που δεν έκανε και στο πρωτότυπο που παρέδιδε στον πελάτη. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορούμενου που υπέχει θέση δήλωσης ενάντια στα συμφέροντά του επιβεβαιώνεται και από άλλη μαρτυρία, όπως από τη μαρτυρία των Μ.Κ.6 και 8 οι οποίες δήλωσαν ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε στην παρουσία τους και τους παρέδωσε αριθμό τιμολογίων (αναφέρονται σε άλλο σημείο προηγουμένως) χωρίς είτε να τους παραδώσει είτε να αναγράψει σ' αυτά δωρεάν προϊόντα. Στην ίδια παραδοχή προέβηκε ο κατηγορούμενος απαντώντας και σε σχετικές ερωτήσεις του δικηγόρου του. Ό,τι αμφισβήτησε δεν είναι το γεγονός ότι έτυχε να γράψει δωρεάν προϊόντα στο 2ο και 3ο τιμολόγιο, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, που έπαιρνε η παραπονούμενη εταιρεία, κάτι που δεν έκανε και στο άσπρο τιμολόγιο, δηλαδή, στο πρωτότυπο, που έδινε στον πελάτη, απεναντίας ήταν απόλυτα θετικός επί του προκειμένου. Απλώς επέμενε ότι έδωσε την αναγραφείσα δωρεάν ποσότητα στον πελάτη κάτι που τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις Μ.Κ.6 και 8 καθώς ήδη έχει αναφερθεί αποκλείω να συνέβη, ενώ σ' όλες τις άλλες περιπτώσεις, μολονότι κρίθηκε αναξιόπιστος μάρτυρας ο κατηγορούμενος, για λόγο που έχει αναφερθεί δεν μπορώ να πω με απόλυτη βεβαιότητα ότι ισχύει το ίδιο. Το γεγονός ότι αντεξεταζόμενος, αναιρώντας ουσιαστικά τον εαυτό του υπαινίχθηκε ότι είναι εκ μέρους της παραπονούμενης εταιρείας που είχε και τα μπλοκ τιμολογίων που έχει γραφτεί η δωρεάν ποσότητα εμπορευμάτων, απλώς τον εκθέτει ακόμη περισσότερο. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας, με αναφορά στις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι τα εξής: πρώτο, ο καταρτισμός εγγράφου που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα και, δεύτερο, με σκοπό καταδολίευσης. Βλέπε τα άρθρα 331 και 333 (α) του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα, ορίζει κάτω από ποιες προϋποθέσεις, τεκμαίρεται η πρόθεση καταδολίευσης. Το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου προκύπτει από το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα που το δημιουργεί ότι στοιχειοθετείται, όταν κάποιος: πρώτο, εν γνώσει του ότι ένα έγγραφο είναι πλαστό, δεύτερο, το θέτει σε κυκλοφορία με δόλιο τρόπο. Τέλος, το αδίκημα των ψευδών λογαριασμών με σκοπό την καταδολίευση και πάλιν με αναφορά στις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος δημιουργεί το άρθρο 313 (β) του Ποινικού Κώδικα. Τα συστατικά του στοιχεία είναι τα εξής: πρώτο, απασχολούμενος, δεύτερο, με σκοπό καταδολίευσης, τρίτο, προβαίνει σε ψευδή καταχώριση σε οποιοδήποτε έγγραφο. Σε σχέση με τις δύο κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, (84η και 85η) παρέλκει νομίζω να ασχοληθώ περαιτέρω, αφού, για λόγους που έχουν αναφερθεί κατά το στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας θεωρώ ότι και οι δύο αυτές κατηγορίες, δεν έχουν αποδειχθεί. Για να υπενθυμίσω, στο σύνολό της η ουσιαστική μαρτυρία που τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο με αυτές είναι εξ ακοής και σε κάποιο βαθμό αντιφατική. Είναι ακόμη γενική και ασαφής, σε σημείο που να μην μπορώ να γνωρίζω σε σχέση με την 84η κατηγορία ποιος είναι ο συνολικός αριθμός μηχανών καφέ που χρεώθηκε ο κατηγορούμενος από την παραπονούμενη εταιρεία για να παραδώσει στους πελάτες στην Πάφο, πόσες από αυτές παραδόθηκαν στον πελάτη από τον κατηγορούμενο και πόσες απευθείας από την παραπονούμενη εταιρεία. Ανάλογα ερωτήματα ανακύπτουν σε σχέση και με τον αριθμό τέτοιων μηχανών που επιστράφηκαν στην παραπονούμενη εταιρεία και συγκεκριμένα τα εξής: πόσες μηχανές παρέλαβε από τον πελάτη ο κατηγορούμενος και ακολούθως παρέδωσε στην παραπονούμενη εταιρεία; Πόσες αφού παραδόθηκαν από τον πελάτη στον κατηγορούμενο, ακολούθως παραδόθηκαν από αυτόν στην εταιρεία; Πόσες παραλήφθηκαν απευθείας από τον πελάτη από την ίδια την εταιρεία; Πόσοι και ποιοι πελάτες έχουν ακόμη στην κατοχή τους τέτοιες μηχανές; Τέλος, ποιος αποκλείει η παραπονούμενη εταιρεία να θεωρεί ως μηχανές που παρέδωσε στον κατηγορούμενο για να παραδώσει στους πελάτες, ακόμη και μηχανές που σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 φαίνεται να παραδόθηκαν σε πελάτες της παραπονούμενης εταιρείας, με τους οποίους, ενώ ο κατηγορούμενος δεν είχε καμία απολύτως σχέση, καθ' ομολογία της η Μ.Κ.10 τους έλαβε και αυτούς υπόψη κατά το σχετικό λογιστικό έλεγχο που έκανε; Και κάτι τελευταίο ειδικά για την 84η κατηγορία. Όπως είναι διατυπωμένες οι λεπτομέρειες αδικήματός της είναι σαφές, ότι, εκείνο που καταλογίζεται στο κατηγορούμενο είναι ότι έκλεψε 54 μηχανές καφέ που του εμπιστεύτηκε η παραπονούμενη εταιρεία, με σκοπό να τις παραδώσει στους πελάτες της. Με απλά λόγια του καταλογίζεται ότι αντί να παραδώσει τις εν λόγω μηχανές στους πελάτες της εταιρείας της οικειοποιήθηκε. Δε νομίζω αυτή να ήταν η θέση των μαρτύρων κατηγορίας. Συνάγεται από τη συνδυασμένη ερμηνεία όσων ανάφεραν, ιδιαίτερα οι Μ.Κ.3 και 10, ότι ο κατηγορούμενος, αν και παρέδωσε στους πελάτες της εταιρείας τις διάφορες μηχανές καφέ που χρεώθηκε για το σκοπό αυτό, όταν με τον α ή β τρόπο περιήλθαν ξανά στην κατοχή του, αντί να τις επιστρέψει στην παραπονούμενη εταιρεία, τις οικειοποιήθηκε. Ασαφής, γενική και αόριστη, συν τοις άλλοις είναι η μαρτυρία σε σχέση με ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τις λεπτομέρειες αδικήματος και της 85ης κατηγορίας, σε βαθμό που αδυνατώ να προβώ σε ασφαλές συμπέρασμα, ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το σχετικό αδίκημα. Δε μου διαφεύγει ότι κατά την έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου στις 28.1.2007 παραλήφθηκαν τα εμπορεύματα που εμφαίνονται στο τεκμήριο 10 τα οποία κατά το Μ.Κ.3 είναι της παραπονούμενης εταιρείας, ωστόσο, και πάλιν η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, σε σχέση με το θέμα των εμπορευμάτων που χρεώθηκε ο κατηγορούμενος από την παραπονούμενη εταιρεία και οτιδήποτε συναφές με αυτά, είναι τόσο ασαφής - εκτός από εξ ακοής - σε βαθμό που δεν μπορώ να πω ότι τα εμπορεύματα που παραλήφθηκαν από το σπίτι του κατηγορούμενου στις 28.1.2007 τα είχε εκεί ο κατηγορούμενος επειδή τα έκλεψε. Και κάτι ακόμη. Ενώ με τις λεπτομέρειες αδικήματος της συγκεκριμένης κατηγορίας, η αξία των εμπορευμάτων που του καταλογίζεται ότι έκλεψε στον ουσιώδη χρόνο (μεταξύ Ιανουαρίου και Νοεμβρίου 2006) προσδιορίζεται στο ποσό των £352,12, το ποσό αυτό ούτε αναφέρθηκε από οποιοδήποτε μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής, μα ούτε και αθροιστικά προκύπτει με διάφορους υπολογισμούς που επιχείρησα να κάνω, με βάθρο διάφορα στοιχεία από την ενώπιόν μου μαρτυρία. Καταληκτικά θα ήθελα να πως τα εξής συναφώς με τις δύο κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Η παρούσα διαδικασία είναι ποινική και για σκοπούς στοιχειοθέτησης οποιασδήποτε κατηγορίας απαιτείται απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Πιθανολογώ ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να οφείλει στην παραπονούμενη εταιρεία κάποια εμπορεύματα τα οποία χρεώθηκε από αυτή κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους. Ωστόσο, το να οφείλει αυτά τα εμπορεύματα δεν αρκεί για να θεωρηθεί και ότι τα έκλεψε. Έπειτα, ούτε και η πιθανότητα να τα έκλεψε αρκεί για σκοπούς καταδίκης του. Απαιτείται κάτι πολύ περισσότερο για το σκοπό αυτό. Βεβαιότητα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, που σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει επί του προκειμένου. Έχω τη γνώμη, ότι το ορθό μέσο επίλυσης των διαφορών που υπάρχουν ανάμεσα στην παραπονούμενη εταιρεία και τον κατηγορούμενου σε σχέση τόσο με τις επίδικές μηχανές όσο και με τα εμπορεύματα που παρέδωσε η πρώτη στο δεύτερο για να παραδώσει σε πελάτες της είναι η ήδη καταχωρηθείσα αγωγή από την πρώτη εναντίον του δεύτερου (βλ. το τεκμήριο 53) όπου το βάρος απόδειξης της σχετικής απαίτησης βασίζεται σε απλή πιθανολόγηση ή στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η 83η κατηγορία αφορά σε αδικήματα συγκάλυψης. Έχοντας υπόψη ότι σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της συγκεκριμένης κατηγορίας, ως γενεσιουργά αδικήματα αναφέρονται τα αδικήματα των κατηγοριών 84 και 85, οι οποίες δεν έχουν αποδειχθεί κατ' ακολουθία του γεγονότος αυτού είναι έκθετη σε απόρριψη και η 83η κατηγορία και αυτό είναι και το μόνο που θέλω να πω σε σχέση με αυτή. Σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες παρατηρώ τα εξής: Μολονότι πρόκειται για 54 συνολικά κατηγορίες, εντούτοις αυτές αφορούν σε 18 διαφορετικά τιμολόγια για τα οποία προσάφθηκαν εναντίον του κατηγορούμενου τρεις κατηγορίες. Με την πρώτη, του καταλογίζεται ότι πλαστογράφησε κάθε ένα από τα 18 τιμολόγια αναγράφοντας σ' αυτό επιπρόσθετη ποσότητα δωρεάν εμπορευμάτων, με τη δεύτερη ότι έθεσε σε κυκλοφορία τα εν λόγω πλαστά έγγραφα - τιμολόγια - και με την τρίτη, ότι προέβηκε σε ψευδή καταχώρηση σ' αυτά, με σκοπό καταδολίευση. Έχοντας υπόψη ότι αποτελεί κοινό συστατικό στοιχείο και των τριών αυτών αδικημάτων (πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και ψευδείς λογαριασμοί με σκοπό καταδολίευσης) το να είναι πλαστό το έγγραφο είναι φανερό ότι εκεί όπου έχει κριθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι είναι πλαστό το έγγραφο - τιμολόγιο είναι αυτονόητο ότι σε σχέση με αυτό είναι έκθετες σε απόρριψη και οι τρεις παραπάνω κατηγορίες. Κάτι τέτοιο συμβαίνει σε όσες περιπτώσεις ενώ έχει κριθεί ότι ο κατηγορούμενος ενώ ανέγραψε στο αντίγραφο αριθμού τιμολογίων που παρέδωσε σε μπλοκ στην παραπονούμενη εταιρεία, δωρεάν ποσότητα προϊόντων δεν έκανε το ίδιο και στο πρωτότυπο που εξέδωσε και παρέδιδε κάθε φορά στον πελάτη, όμως, επειδή για λόγο που αναφέρω σε άλλο σημείο, δεν μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο - πιθανότητα να πήρε ο πελάτης το δωρεάν προϊόν, δεν μπορεί να γίνει με ασφάλεια λόγος για πλαστογραφία. Ούτως εχόντων των πραγμάτων όλες οι κατηγορίες πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και ψευδών λογαριασμών, με εξαίρεση τις κατηγορίες 35, 36, 37 και 41 μέχρι 55 είναι έκθετες σε απόρριψη. Τίθεται το ερώτημα κατά πόσο έχουν αποδειχθεί οι υπόλοιπες κατηγορίες. Με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων στοιχείων μαρτυρίας κρίνω ότι η απάντηση στο ερώτημα θα πρέπει να είναι καταφατική. Ειδικότερα: · Ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο ήταν αντιπρόσωπος της παραπονούμενης εταιρείας στην Πάφο. Απασχολείτο δηλαδή για λογαριασμό της συγκεκριμένης εταιρείας. · Όταν στις 21.8.2006 πώλησε και παρέδωσε στην Α. Φιλίππου (Μ.Κ.8) τα 10 cappuccino για το συνολικό ποσό των £97,50, σε σχέση με τα οποία εξέδωσε και της παρέδωσε το τιμολόγιο με αριθμό 4364 (τεκμήριο 16), παρότι δεν της παρέδωσε δωρεάν ποσότητα του συγκεκριμένου προϊόντος, εντούτοις, στο αντίγραφο του σχετικού τιμολογίου (μέρος του τεκμηρίου 4Η) που παρέδωσε αργότερα στην παραπονούμενη εταιρεία ανέγραψε ένα cappuccino free (δωρεάν), κάτι που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το ίδιο ακριβώς έκανε σε πέντε διαφορετικές περιπτώσεις με την Ε. Ζήνωνος (Μ.Κ.6). Βλέπε τα πρωτότυπα τιμολόγια (τεκμήρια 19, 20, 21, 23 και 24) στα οποία δεν αναγράφεται δωρεάν ποσότητα οποιουδήποτε προϊόντος και τα αντίστοιχα αντίγραφά τους, τα οποία ο κατηγορούμενος παρέδωσε στην παραπονούμενη εταιρεία (τεκμήριο 4Ζ - τα τρία πρώτα -, 4Θ - το τέταρτο - και 4Γ - το πέμπτο -) επί των οποίων αναγράφεται δωρεάν προϊόν. Η αξία του προϊόντος που κατέγραφε ο κατηγορούμενος ως δωρεάν, κατά περίπτωση, απορρέει από το περιεχόμενο των σχετικών τιμολογίων με ένα απλό υπολογισμό. Αν ληφθεί υπόψη ότι οι 10 ποσότητες του προϊόντος που παρέδιδε κάθε φορά χρεώνονταν από αυτόν με το συνολικό ποσό των £97.50 προκύπτει ότι η μια - ίδια - «δωρεάν» ποσότητα αξίζει £9,75. Ότι είναι ο κατηγορούμενος που ανέγραψε τη μια δωρεάν ποσότητα σ' όλες τις περιπτώσεις, για λόγους που έχουν αναφερθεί έχει αποδειχθεί. Ούτε και μπορεί να ισχυρίζεται, ότι στην απουσία επιστημονικής μαρτυρίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδεδειγμένος ο γραφικός του χαρακτήρας επί των επίδικων εγγράφων, αφού, ενώ γνωρίζει για ποιο λόγο δεν έγινε επιστημονική εξέταση, επί αυτής της ουσιαστικής πτυχής της υπόθεσης είπε και ψέματα στο δικαστήριο συναφώς με αυτή . Για να υπενθυμίσω, προέβαλε τον ισχυρισμό, ότι ο λόγος που δεν έδωσε δείγματα γραφής στην αστυνομία ήταν γιατί ζήτησε να είναι παρών ο δικηγόρος του από την αρχή της σύλληψής του και αυτό δεν έγινε ποτέ, ενώ, η αλήθεια είναι ότι, όταν του ζητήθηκε από την αστυνομία στην παρουσία της Μ.Κ.1, μεταξύ άλλων, να δώσει δείγματα γραφικού χαρακτήρα, η απάντηση του απλώς ήταν «Δεν επιθυμώ να μου ληφθεί οτιδήποτε». Ωστόσο, η προαναφερθείσα δεν είναι και η μόνη όπου ο κατηγορούμενος έλεγε ψέματα σε ουσιώδη πτυχές της υπόθεσης. Ακόμη ένα ψέμα που είπε, το οποίο άπτεται ακόμη πιο ουσιαστικής πτυχής της υπόθεσης είναι ο ισχυρισμός του ότι έδωσε τα δωρεάν προϊόντα που ανέγραψε στα αντίγραφα τιμολογίου που παρέδωσε στην παραπονούμενη εταιρεία μα όχι στο πρωτότυπο που εξέδωσε και παρέδωσε στις Μ.Κ. 6 και 8. Τα παραπάνω ψέματα που είπε ο κατηγορούμενος είναι φανερό ότι ήταν σκόπιμα και τούτο γιατί, προφανώς γνώριζε ότι αυτό που έκανε ήταν παράνομο, οπότε το κίνητρό του να ψευσθεί είναι φανερό επίσης, ότι ήταν η αντίληψη ενοχής και ο φόβος του για την αλήθεια. Ο ισχυρισμός του Μ.Κ.3 ότι είχε κάνει προφορική συμφωνία με τους πωλητές και αντιπροσώπους όπως δίνουν ένα καφέ free στους 10 καφέδες, που επίσης ψευδόμενος δεν δέχθηκε ο κατηγορούμενος ενισχύεται ουσιωδώς από το περιεχόμενο των επίδικων τεκμηρίων και συγκεκριμένα, από το γεγονός ότι σ' όλες τις περιπτώσεις, το δωρεάν προϊόν που ανέγραψε ο κατηγορούμενος στο αντίγραφο του τιμολογίου που παρέδιδε στην παραπονούμενη εταιρεία, όχι τυχαία ασφαλώς είναι σε σχέση με 10 ποσότητες ανάλογου προϊόντος που πώλησε, χρέωσε παρέδωσε στον πελάτη και εισέπραξε το ανάλογο συνολικό ποσό. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ανέγραφε στα επίδικα τιμολόγια δωρεάν προϊόν που δεν παρέδιδε αποτελεί κατάρτιση πλαστού εγγράφου που εμφαινόταν ως να μην είναι στην πραγματικότητα. Αυτή του η ενέργεια αποτελεί ασφαλώς και ψευδή καταχώριση σε έγγραφο. Ενεργώντας κατ' αυτό τον τρόπο, με το να παραδίδει ακολούθως το πλαστό τιμολόγιο στην παραπονούμενη εταιρεία το έθετε σε κυκλοφορία. Έχοντας υπόψη το γεγονός, ότι, η φράση που ανέγραψε σ' όλα αυτά τα τιμολόγια ο κατηγορούμενος, δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, την ιδιότητά του έναντι της παραπονούμενης εταιρείας και τέλος, ότι τα προϊόντα που υποτίθεται προσέφερε δωρεάν στους πελάτες ανήκουν στην παραπονούμενη εταιρεία, όλα αυτά, αποκαλύπτουν και το σκοπό του που είναι η καταδολίευση της παραπονούμενης εταιρείας, υπό την έννοια ότι με τον τρόπο που εκδήλωσε την εγκληματική του συμπεριφορά, ενώ θα οικειοποιείτο την αναγραφείσα ως δωρεά ποσότητα εμπορευμάτων που ανέγραφε στο τιμολόγιο που παρέδιδε στην παραπονούμενη εταιρεία, την ίδια ώρα, έναντί της, θα ήταν υπεράνω υποψίας από κάθε άποψη. Ο κατηγορούμενος τέλος, όχι μόνο δεν κατάφερε να ανατρέψει το σχετικό τεκμήριο πρόθεσης καταδολίευσης που δημιουργεί το άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα, αλλά, αντίθετα, ψευδόμενος, επιχείρησε - κατά μια εκδοχή - να αποδώσει στην παραπονούμενη εταιρεία την αναγραφή στα διάφορα τιμολόγια της επίδικης φράσης. Έπεται η ευθύνη του για τη διάπραξη του αδικήματος των κατηγοριών 35, 36, 37 και 41 μέχρι 55 στοιχειοθετείται πλήρως. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 35, 36, 37 και 41 μέχρι 55, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, κάτι που δεν ισχύει για τις υπόλοιπες κατηγορίες. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 35, 36, 37 και 41 μέχρι 55, ενώ, στις κατηγορίες 2 μέχρι 10, 17 μέχρι 34, 71 μέχρι 76 και 80 μέχρι 85 αθωώνεται. (Υπ.) ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ: Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΠ - ΜΚ Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά): πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, ψευδείς λογαριασμοί, αδικήματα Συγκάλυψης, κλοπή υπό αντιπροσώπου - συστατικά στοιχεία -. Μαρτυρία - άμεση και πραγματική.-. Ψεύδη κατηγορούμενου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.