← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Moχάμετ Σοπόχ, Αρ. Υπόθεσης: 6554/10, 31/5/2011

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Moχάμετ Σοπόχ, Αρ. Υπόθεσης: 6554/10, 31/5/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6554/10 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Moχάμετ Σοπόχ Κατηγορούμενου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 31/5/2011 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Κληρίδου (για την απαγγελία της απόφασης κα Α. Αναστασίου) Για τον κατηγορούμενο: κ. Ε. Αναστασίου μαζί με κα Χρ. Καρεκλά (για την απαγγελία της απόφασης κα Χρ. Καρεκλά) Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία μόνο κατηγορία, αυτή της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (1η Κατηγ.) Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 23/10/2009 στη Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Ανδρέα Γιωργαλλέττο από τη Λεμεσό. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε εκ συμφώνου το έγγραφο με το οποίο ο παραπονούμενος παραπέμφθηκε από την αστυνομία για εξέταση στο νοσοκομείο, το οποίο περιλαμβάνει και την ιατρική αναφορά του ιατρού που τον εξέτασε (Τεκμήριο 3) και τα όσα περιέχονται σε αυτό, δηλώθηκαν παραδεκτά ως προς την αλήθεια τους και ως τέτοια εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο ο αστυφ. 2742 Βασίλης Βασίλη (Μ.Κ.1), ο Ανδρέας Γιωργαλλέττος (Μ.Κ.2) και ο Παράσχος Τίγκας (Μ.Κ.3). Μετά δε την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως, χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Οι Μ.Κ. 1-3 και σύμφωνα και με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, κατέθεσαν τις γραπτές τους καταθέσεις, τις οποίες και υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης και στη συνέχεια αντεξετάσθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.1, είναι ο αστυφύλακας που με τη βοήθεια διερμηνέα, έλαβε ανακριτική κατάθεση και κατηγόρησε τον κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας προσήγαγε και εξ' ακοής μαρτυρία σε σχέση με όσα αυτός του ανέφερε. Μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32

(1)/04, η εξ' ακοής μαρτυρία, αποτελεί πλέον αποδεκτή μαρτυρία. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά την κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι θα πρέπει να προσδοθεί στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, πλήρης βαρύτητα. Και αυτό λόγω της καλής εντύπωσης που σχημάτισα για τον μάρτυρα, ο οποίος κατάθεσε με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα έπραξε και τα όσα του γνωστοποιήθηκαν μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του και γι' αυτό η μαρτυρία του γίνεται πλήρως αποδεκτή. Ο Μ.Κ.2, είναι ο παραπονούμενος. Αυτός προέβαλε την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε και του προκάλεσε σωματικές βλάβες, μετά από παρατήρηση που του έκαμε όταν ο κατηγορούμενος οδήγησε στο δρόμο που και οι δύο διαμένουν με μεγάλη ταχύτητα. Πιο συγκεκριμένα προέβαλε ότι είδε τον κατηγορούμενο να οδηγεί μέχρι το τέλος του δρόμου στον οποίο βρίσκονται οι πολυκατοικίες στις οποίες και οι δύο διαμένουν και που είναι αδιέξοδος επικίνδυνα, λόγω μεγάλης ταχύτητας, να κάνει ελιγμό και να επιστρέφει πίσω. Ο παραπονούμενος και λόγω της ταχύτητας και της επικινδυνότητας με την οποία ο κατηγορούμενος οδηγούσε, στάθηκε και τον κοίταζε και ο τελευταίος τον ρώτησε στα Αγγλικά γιατί τον βλέπει. Ο παραπονούμενος, επίσης στην Αγγλική γλώσσα, του είπε ότι θα έπρεπε να οδηγεί σιγά, γιατί στη γειτονιά υπάρχουν παιδιά. Τότε ο κατηγορούμενος, άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου του, κατέβηκε από αυτό και χωρίς να ανταλλάξουν μεταξύ τους οποιαδήποτε άλλη κουβέντα, επιτέθηκε στον παραπονούμενο, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει. Παρακολουθώντας τον παραπονούμενο να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα και παρατηρώντας τη γενικότερη στάση, το ύφος και τον τρόπο που απαντούσε, που ήταν άμεσος, σταθερός και αυθόρμητος, είμαι πεπεισμένη ότι μαρτύρησε την αλήθεια. Θεωρώ ότι τα όσα περιέγραψε στο Δικαστήριο, αντικατοπτρίζουν τα όσα πραγματικά έγιναν και ότι οι κάποιες διαφορές που υπάρχουν με την γραπτή του κατάθεση, δεν οφείλονται σε πρόθεση του να παραποιήσει την αλήθεια, αλλά πιθανόν σε ελλιπή περιγραφή των γεγονότων κατά το χρόνο που έδιδε κατάθεση στην αστυνομία. Θα πρέπει να λεχθεί ότι μια τέτοια διαφορά προσδιορίζεται στο σημείο όπου στην κατάθεση του αναφέρει ότι δεν γνωρίζει αν κάποιος είδε το συμβάν, ενώ σύμφωνα με τα όσα ανέφερε κατά την ένορκο του κατάθεση, κάποια άτομα τους πλησίασαν κατά το τέλος του επεισοδίου. Όμως τα όσα ανέφερε στην ένορκο του μαρτυρία δεν αναιρούν την αρχική του θέση την οποία και επανέλαβε και ενόρκως αλλά, είναι μάλλον επεξηγητικά και συμπληρωματικά. Απάντησε συγκεκριμένα σε ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση, ότι αυτό που είπε στην κατάθεση του, ήταν γιατί δεν ήξερε αν την ώρα που έγινε το επεισόδιο τους έβλεπε οιοσδήποτε, αλλά μόνο στο τέλος βρέθηκε να υπάρχει γύρω τους κόσμος. Η απάντηση του αυτή, κρινόμενη υπό το πρίσμα της γενικότερης θετικής εντύπωσης που σχημάτισα γι' αυτόν, θεωρώ ότι είναι ικανοποιητική και κατά συνέπεια ανίκανη να κλονίσει την αξιοπιστία του μάρτυρα. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τη διαφορά που φαίνεται να υπάρχει σε ένα σημείο της μαρτυρίας του, αν βέβαια μπορεί να κριθεί ως τέτοια, με τη μαρτυρία του Μ.Κ. 3, σε σχέση με τον τρόπο αποχώρησης του κατηγορούμενου από το μέρος, κατά τη λήξη του επεισοδίου. Περιγράφοντας τη στιγμή που ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε την σκηνή του επεισοδίου, ο Μ.Κ.2, αφήνει να νοηθεί, χωρίς εν πάση περιπτώσει να το διευκρινίζει και χωρίς να αντεξετασθεί επί του συγκεκριμένου σημείου ότι, ο κατηγορούμενος σηκώθηκε μόνος του και έφυγε από το μέρος και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο του, χωρίς την παρεμβολή οποιασδήποτε άλλης ενέργειας ή συμπεριφοράς από οποιοδήποτε πρόσωπο. Δεν αναφέρθηκε συγκεκριμένα ο παραπονούμενος σε οποιαδήποτε ενέργεια του Μ.Κ. 3, ο οποίος στη δική του μαρτυρία προέβαλε ότι τράβηξε τον κατηγορούμενο ο οποίος βρισκόταν πάνω από τον παραπονούμενο και τους χώρισε. Λαμβάνοντας υπόψη τη γενικότερη θετική εντύπωση που σχημάτισα για τον παραπονούμενο ως μάρτυρα της αλήθειας, καθώς επίσης και του ότι το σημείο αυτό δεν έτυχε περαιτέρω διευκρίνησης, ούτε τούτο μπορεί σε οποιοδήποτε βαθμό να κλονίσει την αξιοπιστία του παραπονούμενου. Για τους πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι τη μαρτυρία του, εκτός μόνο από το σημείο αυτό, για το οποίο θεωρώ ότι ο Μ.Κ. 3 ήταν σε θέση να γνωρίζει καλύτερα τι ακριβώς είχε συμβεί και πως ο ίδιος είχε ενεργήσει, κάτι για το οποίο ο Μ.Κ. 2 πιθανό να μην είχε την ίδια δυνατότητα, αφού κατά το συγκεκριμένο χρόνο βρισκόταν στο έδαφος ενώ ο κατηγορούμενος τον κτυπούσε και βρισκόταν από πάνω του. Ο Μ.Κ. 3, ο οποίος είδε και άκουσε κάποια μέρη του επεισοδίου, μου έκαμε επίσης πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Αυτός περιέγραψε τα όσα είδε και άκουσε με άμεσο, σταθερό και θετικό τρόπο, χωρίς σε οποιοδήποτε σημείο να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να κλονίσει τη θετική εντύπωση που σχημάτισα γι΄ αυτόν. Κάποια αντίφαση που υπάρχει μεταξύ της κατάθεσης και της προφορικής του μαρτυρίας σε σχέση με τη στάση στην οποία πρωτοείδε τους δύο εμπλεκόμενους στο επεισόδιο, δεν είναι ικανή να κλονίσει την καλή εντύπωση που σχημάτισα για το μάρτυρα, λαμβάνοντας υπόψη τη γενικότερη θετική εντύπωση που σχημάτισα για αυτόν και λαμβανομένου επίσης υπόψη ότι από το επεισόδιο παρήλθε αρκετός χρόνος. Δικαιολογώντας ο μάρτυρας την αντίφαση αυτή όταν του υποδείχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου απάντησε ότι αυτό είναι μια λεπτομέρεια που δυνατόν να του διαφεύγει. Για τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την μαρτυρία του και επί του συγκεκριμένου σημείου τα όσα ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση και όχι διά ζώσης, αφού αυτή δόθηκε κάποιες μέρες μετά από το επεισόδιο και κατά συνέπεια ο μάρτυρας ήταν σε θέση και μπορούσε καλύτερα να θυμηθεί τα γεγονότα όπως είχαν εξελιχθεί. Ο κατηγορούμενος προέβαλε την εκδοχή ότι το επεισόδιο ξεκίνησε όταν ενώ ο ίδιος οδηγούσε κανονικά στο δρόμο, ο παραπονούμενος για λόγους που όπως ανέφερε ο ίδιος δεν γνωρίζει, τον προέτρεψε να οδηγεί «σιγά σιγά», με αποτέλεσμα να εξελιχθεί μεταξύ τους ο καυγάς, ο οποίος δεν οφειλόταν στον ίδιο αλλά στον παραπονούμενο ο οποίος πρώτος του επιτέθηκε με αποτέλεσμα και ο ίδιος να χρειασθεί να αμυνθεί. Η εκδοχή του αυτή, ότι ο παραπονούμενος τον προέτρεψε να οδηγεί «σιγά-σιγά», χωρίς κανένας λόγος ή αιτία να συντρέχει προς τούτο, δεν είναι καθόλου πειστική. Παρακολουθώντας εξάλλου τον κατηγορούμενο να καταθέτει ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, παρατηρώντας την όλη συμπεριφορά του, σχημάτισα την πεποίθηση ότι δεν είπε την αλήθεια. Η γενικότερη στάση του, ο τρόπος και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, ακόμα και το βλέμμα του, στοιχεία βέβαια που δεν εμφαίνονται στα στυγνά πρακτικά, μου δημιούργησαν την πεποίθηση ότι προέβαλε μια κατασκευασμένη εκδοχή, μόνο και μόνο για να αποφύγει τις ευθύνες των πράξεων του. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της κατάθεσης του, μιλούσε με έντονο και απόλυτο τρόπο, χειρονομώντας επίσης έντονα. Η οργή του εναντίον του παραπονούμενου ο οποίος του έκαμε παρατήρηση για τον τρόπο που οδήγησε τη συγκεκριμένη μέρα ήταν εμφανής, έστω και αν πέρασε από το επεισόδιο ενάμιση περίπου χρόνος. Κατά τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης του, κατά την οποία καθόταν μετά από άδεια του Δικαστηρίου, σε 2, 3 περιπτώσεις σηκώθηκε όρθιος, χειρονομώντας με έντονο ύφος, βλέμμα και τρόπο. Προσπαθώντας μάλιστα σε μία από τις περιπτώσεις αυτές, να παραστήσει τον παραπονούμενο, άνοιξε τα χέρια, έσκυψε το κεφάλι προς τα εμπρός και γούρλωσε τα μάτια, με άγριο ύφος και βλέμμα. Ενώ έμμεσα δέχθηκε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του ότι ο ίδιος είχε μεγαλύτερη φυσική δύναμη από τον παραπονούμενο, κάτι το οποίο ήταν ευδιάκριτο και στο Δικαστήριο από την ενώπιον του φυσική τους παρουσία, προσπάθησε να παρουσιασθεί ότι πανικοβλήθηκε από την επίθεση που όπως ισχυρίσθηκε υπέστη από τον παραπονούμενο, ο οποίος και όπως και ο ίδιος είπε έχει την ίδια ηλικία με τον πατέρα του. Τέτοια σημεία ήταν όταν απάντησε «δεν τον δάγκωσα δυνατά γιατί αν το έκανα αυτό θα του έβγαζα το κομμάτι, αλλά ήταν μεγάλος άνθρωπος και δεν ήθελα να του κάμω κακό» και όταν είπε «αν στα αλήθεια του έδινα μπάτσο ή αν τον έδερνα, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά». Θέλοντας να μειώσει τη σημασία των όσων έπραξε ισχυρίσθηκε ότι ο λόγος που χαστούκισε τον παραπονούμενο ήταν για να τον προσβάλει και όχι να του κάμει κακό. Είπε ακόμα ότι η δύναμη με την οποία χαστούκισε τον παραπονούμενο ήταν μικρή και για να καταδείξει το μέγεθος της έντασης της, είπε ότι ήταν «όπως όταν αστειεύομαι με το γιο της θείας μου», κάτι που δεν συνάδει με τη λογική. Πως δηλαδή είναι δυνατό ένας άνθρωπος ο οποίος εντελώς αδικαιολόγητα και απρόκλητα δέχεται επίθεση από κάποιον με αποτέλεσμα να πανικοβληθεί, έστω και στην προσπάθεια του να αμυνθεί να δίδει στον άλλο χαστούκι με την ίδια ένταση όπως κατά τη διάρκεια παιγνιδιού; Προσπάθησε επίσης να δείξει ότι ο παραπονούμενος είναι ένας οξύθυμος και νευρικός άνθρωπος, ο οποίος χωρίς λόγο, ενεργεί αδικαιολόγητα, με ξεσπάσματα και νευρικότητες. Τέτοια περίπτωση ήταν αυτή κατά την οποία περιέγραψε την δήθεν συμπεριφορά του παραπονούμενου μέσα στον αστυνομικό σταθμό, κατά την οποία όπως υποστήριξε ο τελευταίος «έκανε πράγματα ως να ήταν τρελός, τραβούσε τα μαλλιά του και κτυπούσε το κεφάλι του στον τοίχο, στην παρουσία πέντε αστυνομικών και ο ανώτερος αστυφύλακας που ήταν εκεί, του έβαλε τις φωνές και του είπε σταμάτα στα Αγγλικά, οπότε που τα νεύρα του σηκώθηκε και βγήκε έξω από το σταθμό», θέση που θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν υποβλήθηκε στον παραπονούμενο κατά την αντεξέταση του και η οποία ενέχει το στοιχείο της υπερβολής. Προσπαθώντας να δείξει ότι αυτό που αναφέρει στην κατάθεση του, ότι δηλαδή, είπε στον παραπονούμενο να σταματήσει να φωνάζει και να προσέξει τον τρόπο που του μιλά γιατί διαφορετικά θα κατέβει από το αυτοκίνητο, δεν εμπεριείχε οποιοδήποτε στοιχείο απειλής, προέβαλε ότι σκοπός του, ήταν να κατέβει από το αυτοκίνητο για να μιλήσει με τον παραπονούμενο και να εξηγηθεί μαζί του γιατί μέσα στο αυτοκίνητο του βρισκόταν η ανήλικη θυγατέρα του ηλικίας ενός χρόνου η οποία και κοιμόταν. Όμως η εξήγηση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, ενόψει του περιεχομένου της φράσης που ο ίδιος προέβαλε ότι απηύθυνε στον κατηγορούμενο, σε συνάρτηση με τη γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για αυτόν. Προσήχθη περαιτέρω από τον κατηγορούμενο, εξ' ακοής μαρτυρία και συγκεκριμένα ιατρικό πιστοποιητικό του ιατρού/ορθοπεδικού Φίλιππου Συμιλλίδη. Σύμφωνα και με τα όσα πιο πάνω αναφέρονται σε σχέση με τη βαρύτητα που μπορεί να δίδεται σε εξ' ακοής μαρτυρία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κρίνεται ότι δεν θα πρέπει να προσδοθεί στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, καμία απολύτως βαρύτητα. Και αυτό γιατί πρόκειται για πιστοποιητικό που αφορά τον κατηγορούμενο, ενώ περαιτέρω κανένας απολύτως λόγος δεν προβλήθηκε για την μη κλήτευση του ιατρού στο Δικαστήριο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία του, εκτός και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τη νομολογία τα ακόλουθα σημεία. Ότι ο Μ.Κ.1 του έδωσε παραπεπτικό για να μεταβεί προς εξέταση στο γενικό νοσοκομείο της Λεμεσού, ότι δάγκωσε τον παραπονούμενο και ότι ο τελευταίος ο οποίος βρίσκεται στην ίδια περίπου ηλικία με τον πατέρα του κατηγορούμενου, φώναζε από τον πόνο. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 23/10/09 ο παραπονούμενος (Μ.Κ.2) αφού στάθμευσε το αυτοκίνητο του στην πολυκατοικία όπου διαμένει στην οδό Δήλου στη Λεμεσό, κατευθύνθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ενώ βρισκόταν στο πεζοδρόμιο μπροστά από την είσοδο της πολυκατοικίας, είδε ένα αυτοκίνητο, να οδηγείται με μεγάλη ταχύτητα και να κατευθύνεται στο τέλος της οδού αυτής που είναι αδιέξοδο, να κάνει ελιγμό και να επιστρέφει πίσω. Λόγω της ταχύτητας και της επικινδυνότητας με την οποία οδηγείτο το αυτοκίνητο, ο Μ.Κ.2 στάθηκε και έβλεπε τον οδηγό του αυτοκινήτου που ήταν ο κατηγορούμενος. Τότε ο τελευταίος, βλέποντας τον Μ.Κ.2 να τον κοιτάζει, σταμάτησε το αυτοκίνητο του στην μέση του δρόμου και τον ρώτησε στα Αγγλικά γιατί βλέπει. Ο Μ.Κ.2 του απάντησε και πάλι στην Αγγλική γλώσσα και με ήρεμο τρόπο ότι θα πρέπει να οδηγεί σιγά, γιατί στη γειτονιά υπάρχουν και παιδιά. Τότε ο κατηγορούμενος, άνοιξε την πόρτα, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε προς το μέρος του Μ.Κ.2 με άγριες διαθέσεις. Χωρίς να λεχθεί οτιδήποτε άλλο από κανένα από τους δύο, ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στον Μ.Κ.2, άρχισε να τον χτυπά με τα χέρια του δίδοντας του μια δυνατή γροθιά στο κεφάλι και άλλες γροθιές στο σώμα και στο κεφάλι. Ο κατηγορούμενος ήταν εκτός εαυτού και είχε τέτοια οργή και ορμή, που και οι δύο έπεσαν στο έδαφος, με τον κατηγορούμενο να συνεχίζει να χτυπά τον Μ.Κ.2, ενώ σε κάποιο στάδιο ο πρώτος δάγκωσε τον Μ.Κ.2 στο πλευρό. Ο Μ.Κ.2 στην προσπάθεια του να αμυνθεί και να γλυτώσει κτύπησε και αυτός τον κατηγορούμενο. Στη συνέχεια και αφού μερικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο Μ.Κ.3, ο οποίος είδε και άκουσε μέρος του επεισοδίου, πλησίασαν στη σκηνή και φώναζαν στον κατηγορούμενο να σταματήσει να κτυπά τον παραπονούμενο και ο Μ.Κ. 3 τράβηξε τον κατηγορούμενο που βρισκόταν πάνω από τον Μ.Κ.2 και ενώ και οι δύο ήταν κάτω στο έδαφος και τους χώρισε. Τότε ο κατηγορούμενος σηκώθηκε, παρέλαβε το αυτοκίνητο του και το στάθμευσε στην γειτονική πολυκατοικία στην οποία διαμένει. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.3 μετέφερε τον Μ.Κ.2 στην αστυνομία όπου και ο τελευταίος υπέβαλε σχετική καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου. Κατά το χρόνο που ο παραπονούμενος βρισκόταν στην αστυνομία, μετέβη εκεί και ο κατηγορούμενος ο οποίος προέβαλε τη δική του εκδοχή για το επεισόδιο. Από την αστυνομία έδωσαν τόσο στον παραπονούμενο όσο και στον κατηγορούμενο, παραπεπτικά για εξέταση από επαρχιακό ιατρικό λειτουργό. Με βάση αυτό, ο παραπονούμενος, μετέβη την ίδια μέρα στο γενικό νοσοκομείο της Λεμεσού, όπου και εξετάσθηκε από ιατρό του τμήματος επειγόντων περιστατικών και διαπιστώθηκε ότι υπέστη εκχυμώσεις στην αριστερή βρεγματική περιοχή, στην περιοχή του δεξιού οπίσθιου ημιθωρακίου, 9-10 πλήρως υψοειδή εκχυμώσεις στην περιοχή του δεξιού αντιβραχίονα, στην περιοχή ΘΜΜΣ και έγκαυμα τριβής μικρού δαχτύλου δεξιού χεριού. Του έγινε επίσης ακτινολογικός έλεγχος χωρίς σαφή εικόνα κατάγματος. Ο Μ.Κ.1 έλαβε από τον κατηγορούμενο με τη βοήθεια διερμηνέα ανακριτική κατάθεση και στη συνέχεια τον κατηγόρησε γραπτώς. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποσείσει, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, το βάρος για απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το οποίο βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Η κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, αφορά το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Επίθεση, είναι οποιαδήποτε πράξη που σκόπιμα ή απερίσκεπτα προκαλεί σε κάποιον άλλο την αντίληψη πως απειλείται με άμεση και παράνομη βία. Η έννοια της, περικλείει και την πραγματική ή σκοπούμενη χρήση βίας σε αυτόν χωρίς την συναίνεση του. Μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και χωρίς κάποιος να αγγιχθεί, όταν δε επέλθει ανεπιθύμητη σωματική επαφή, αυτή από μόνη της αρκεί όσο ανεπαίσθητη και αν είναι η βία που εξασκήθηκε. Θα πρέπει όμως πρώτα να αποδειχθεί η διάπραξη της επίθεσης αυτής καθεαυτής (βλ. D.P.P. v. Rogers
(1953)2 All E.R. 644). Θα πρέπει δηλαδή ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία εναντίον του παραπονούμενου με πρόθεση ή απερίσκεπτα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση που είναι υπολογισμένη να προκαλέσει την αίσθηση της απειλής για χρήση βίας στο μυαλό του άλλου προσώπου διαφορετικά η επίθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. (βλ. Archbold Pleading, Evidence & Practice, παρα 19-166 μέχρι 19-167, Georgiou ν. The Police
(1961)C.L.R, Fairclough v. Whipp
(1951)2 All E.R. 834). Άλλο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι από την επίθεση, ο παραπονούμενος έχει υποστεί πραγματική σωματική βλάβη. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 CLR επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (Βλ., επίσης, R v. Miller
(1954)2 All E R 529, 534 και Αστυνομία ν. Ιωάννου
(1989)2 ΑΑΔ 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Στην υπό εξέταση περίπτωση και από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί τόσο η επίθεση όσο και η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ο κατηγορούμενος άσκησε εναντίον του παραπονούμενου πραγματική βία χωρίς τη συγκατάθεση του και με πρόθεση, αφού εντελώς απρόκλητα του επιτέθηκε, άρχισε να τον χτυπά με τα χέρια του δίδοντας του γροθιές στο σώμα και στο κεφάλι, ενώ σε κάποιο στάδιο τον δάγκωσε στο πλευρό. Αποδείχθηκε επίσης ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη ο παραπονούμενος, προκλήθηκαν ως αποτέλεσμα της επίθεσης που υπέστη από τον κατηγορούμενο. Τούτο επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού το οποίο εκδόθηκε από επαρχιακό ιατρικό λειτουργό του και ο οποίος εξέτασε τον παραπονούμενο την ίδια μέρα μετά το επεισόδιο. Τα τραύματα που υπέστη ο κατηγορούμενος από την επίθεση συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη, εντός της έννοιας του νόμου. Με βάση τα πιο πάνω, βρίσκω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Συνακόλουθα βρίσκω τον κατηγορούμενο ένοχο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.