← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Φώτη Σταυρινού, Αρ. Υπόθεσης: 23994/09, 3  Ιουνίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Φώτη Σταυρινού, Αρ. Υπόθεσης: 23994/09, 3 Ιουνίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B119 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23994/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Φώτη Σταυρινού, από τη Λεμεσό Κατηγορούμενου --------------------- Ημερομηνία: 3 Ιουνίου 2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν η κα Αδάμου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία για το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, κατά παράβαση των άρθρων 270 (β) και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Στις λεπτομέρειες αδικήματος αναφέρεται ότι στις 10.11.2008, στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος έκλεψε το χρηματικό ποσό των 560 ευρώ, περιουσία που του εμπιστεύθηκε η Άντρη Μιχαήλ Διαμαντή, για να πληρώσει τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις του συζύγου της. Κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης, η ακόλουθη μαρτυρία κατατέθηκε εκ συμφώνου και από τις 2 πλευρές, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου. Στις 10.11.2008 και περί ώρα 20.30, προσήλθε στο τμήμα μικροπαραβάσεων Λεμεσού η Άντρη Μιχαήλ Λιασή, και εξέφρασε παράπονο στον Λοχ. 619 Χρ. Μιχαήλ ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 11.45, ενώ βρισκόταν στο κτίριο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων στη οδό Φραγκλίνου Ρούσβελτ, έδωσε στον Φώτη Σταυρινού, τον κατηγορούμενο, τον οποίο γνώριζε, το ποσό των 560 ευρώ για να της πληρώσει τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις της συζύγου της, πράγμα το οποίο ο κατηγορούμενος δεν έκανε. Ο Λοχ. 619 έλαβε κατάθεση από τον παραπονούμενη και ενημέρωσε σχετικά την Γ. Αστ. 3708 Π. Γεωργίου η οποία ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Η Γ/Αστ. 3708 έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 22.30-22.55, Τεκμήριο 3, και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο. Ο κατηγορούμενος απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Η γραπτή κατηγορία κατατέθηκε ως Τεκμήριο

  1. Η μοναδική μάρτυρας που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η παραπονούμενη, Άντρη Μιχαήλ Λιασή. Η κατάθεση που η Μ.Κ. 1 έδωσε στην αστυνομία αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης της. Σε αυτή αναφέρονται τα ακόλουθα. Η Μ.Κ. 1 είναι παντρεμένη με τον Διαμαντή Διαμαντή και διαμένουν στο χωριό Πύργο της Λεμεσού. Ο σύζυγος της είναι ηλεκτροκολλητής και διατηρεί μαγαζί κοντά στο σπίτι τους στον Πύργο. Την επίδικη μέρα, 10.11.2008, και περί ώρα 11.00, ο σύζυγος της, της έδωσε χρήματα για να πάει να πληρώσει τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις του αφού είναι αυτοεργαζόμενος. Συγκεκριμένα, της έδωσε 560 ευρώ, 5 χαρτονομίσματα των 100, ένα των 50 και ένα των
  2. Η Μ.Κ. 1 πήρε τα χρήματα και πήγε με το αυτοκίνητο της για να τα πληρώσει. Πήγε απευθείας στο κτίριο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων γύρω στις 11.
  3. Αρχικά πήγε στο Γραφείο Ευημερίας, όπου είδε τη Μαρία Ευαγόρου και την Άντρη που είναι Κοινωνικοί Λειτουργοί Ευημερίας, για κάποιο ζήτημα του Διαμαντή, χωρίς να τους αναφέρει ότι κρατούσε χρήματα. Όταν τελείωσε, κατέβηκε κάτω για να πληρώσει τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Η ώρα ήταν 12.25 και βρισκόταν στην ουρά για να πληρώσει. Γύρω στις «παρά τέταρτο», η Μ.Κ. 1 είδε τον κατηγορούμενο, τον οποίο γνώριζε εδώ και 6 μήνες περίπου, λόγω του ότι και αυτός παρακολουθείται από το Γραφείο Ευημερίας και στο παρελθόν η Μ.Κ. 1 του είχε δώσει χρήματα, 300 ευρώ, για να πληρώσει Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Αυτός δεν κατάφερε να τα πληρώσει και της επέστρεψε τα χρήματα. Την επίδικη μέρα του έδωσε τα 560 ευρώ για να πληρώσει τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και αυτή έφυγε από το κτίριο. Όταν του έδωσε τα χρήματα, δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο εκεί. Ο λόγος που έδωσε σε αυτόν τα χρήματα ήταν επειδή υπήρχε μεγάλη ουρά. Το απόγευμα, γύρω στις 5, πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο στο κινητό του και τον ρώτησε τι έγινε με τα χρήματα και αυτός της είπε «έδωκες μου εμένα ριάλλια» και αρνήθηκε κάτι τέτοιο. Γι΄ αυτό η Μ.Κ. 1 έκανε καταγγελία στην αστυνομία. Η Μ.Κ. 1 πρόσθεσε προφορικά ότι ο λόγος που έδωσε τα χρήματα στον κατηγορούμενο ήταν επειδή υπήρχε ουρά και το παιδί της ήταν άρρωστο, με ψυχολογικά. Η Μ.Κ. 1 έδειξε εμπιστοσύνη στον κατηγορούμενο τον οποίο έβλεπε στο Γραφείο Ευημερίας και αντάλλασαν χαιρετισμό, και έδωσε τα χρήματα στον κατηγορούμενο με ένα χαρτάκι με το όνομα «Διαμαντής Διαμαντή» ενώ ο κατηγορούμενος της έδωσε τον αριθμό του κινητού του. Όταν αυτή του τηλεφώνησε, γύρω στις 4-5 το απόγευμα, αυτός της είπε «Μου έδωκες εμένα λεφτά» και η ίδια του απάντησε ότι του έδωσε χρήματα που ανήκαν στον σύζυγο της και μάλιστα φοβήθηκε να το πει στον σύζυγο της. Τελικά του το είπε και αυτός είπε «Α Παναγία μου». Κατά την αντεξέταση της, η Μ.Κ. 1 επανέλαβε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο εδώ και 6 μήνες, αναγνώρισε ότι η ίδια έχει ψυχολογικά προβλήματα και παρακολουθείται από ψυχίατρο, ενώ βοηθείται από το Γραφείο Ευημερίας. Η Μ.Κ. 1 επέμενε ότι τα χρήματα που έδωσε στον κατηγορούμενο ανήκαν στον σύζυγο της, ο οποίος εργάζεται στη δική του δουλειά ως ηλεκτροκολλητής και έχει εισόδημα. Η συνήγορος υπεράσπισης αμφισβήτησε και το γεγονός ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα ο σύζυγος της Μ.Κ. 1 εργαζόταν και το ύψος του ποσού. Η Μ.Κ. 1 αρνήθηκε τη θέση της υπεράσπισης, αναφέροντας επίσης ότι το ποσό των 560 ευρώ αφορούσε και καθυστερημένες οφειλές και ο σύζυγος της είχε και κάποια χρήματα φυλαγμένα στο σπίτι. Τέλος, η Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι πριν την επίδικη ημερομηνία, πήγε επίσκεψη στο σπίτι του κατηγορούμενου για καφέ, για να παραδεχθεί ακόμα ότι μία φορά διανυκτέρευσε στο σπίτι του κατηγορούμενου όταν μάλλωσε με τον σύζυγο της. Η Μ.Κ. 1 αρνήθηκε την υποβολή της συνηγόρου υπεράσπισης ότι αυτή διατηρούσε δεσμό με τον κατηγορούμενο, και είπε ότι έδειξε εμπιστοσύνη σε αυτόν και μάλιστα τον ρώτησε αν μπορούσε να πληρώσει για λογαριασμό της και αυτός της απάντησε θετικά, γιατί βιαζόταν να πάει στο παιδί της ενώ η σειρά εκεί είχε 50 άτομα. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και κάλεσε αυτόν σε απολογία, και του εξήγησε τα δικαιώματα του. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι γνώρισε τη Μ.Κ. 1 σ΄ ένα καφενέ πριν πάνω από 10 χρόνια και μάλιστα είχαν δεσμό. Διανυκτέρευσε μία νύκτα στο σπίτι του όταν πήραν τον σύζυγο της για ναρκωτικά, και μάλιστα είπε ότι δεν τη φιλοξένησε στον καναπέ γιατί μόνο ένα κρεβάτι έχει στο σπίτι του. Ο κατηγορούμενος είπε ότι υποβλήθηκε σε επέμβαση το Μάιο του 1992, και έκτοτε συντηρείται με την πρόωρη του σύνταξη και από το Γραφείο Ευημερίας, ενώ εξυπηρετεί κόσμο, με αναφορά σε συγκεκριμένα ονόματα, με το να τους κάνει πληρωμές έναντι μικρού χρηματικού ανταλλάγματος. Ο ίδιος είπε ακόμα ότι έχουν περάσει πολλά χρήματα από τα χέρια του αλλά ποτέ δεν τα έχει καταχραστεί, και πάντοτε παίρνει αποδείξεις. Την επίδικη μέρα ο κατηγορούμενος πήγε στο Γραφείο Ευημερίας και συνάντησε τη Μ.Κ. 1 στον δεύτερο όροφο. Αυτή έψαχνε μία Κοινωνική Λειτουργό, η οποία απουσίαζε λόγω άδειας. Μόνο εκεί συναντήθηκαν, ενώ αργότερα δεν βρέθηκαν ξανά, ούτε του έδωσε χρήματα, παρά μόνο η Μ.Κ. 1 του τηλεφώνησε τη νύκτα και του είπε ότι χάθηκαν 560 ευρώ και ακολούθως του είπε ότι του έδωσε τα χρήματα. Αυτός της είπε ότι δεν πήρε τίποτα από εκείνη, ενώ αυτή ζητούσε τα χρήματα από τον κατηγορούμενο. Στην αντεξέταση του ο κατηγορούμενος είπε ότι η Μ.Κ. 1 πηγαινοερχόταν συχνά στο σπίτι του, όποτε την έδιωχνε ο σύζυγος της αφού την κακοποιούσε, και μάλιστα ακόμα τα μεσάνυκτα ή στις 3-4 το πρωί, ενώ σε κάποιο στάδιο αυτός της είπε ότι δεν μπορεί να πηγαίνει σε αυτόν και την παρέπεμψε στην αστυνομία. Ο κατηγορούμενος μάλιστα αμφισβήτησε πώς μπορεί η ίδια να του έδωσε χρήματα, αφού αυτός την τάιζε σουβλάκια όταν πήγαινε στο σπίτι του. Ο κατηγορούμενος επέμενε ότι δεν είδε τη Μ.Κ. 1 οπουδήποτε αλλού στο Γραφείο την επίδικη μέρα, εκτός στον δεύτερο όροφο, και ο ίδιος κατέβηκε κάτω και πλήρωσε χρήματα άλλων ατόμων, έναντι αποδείξεων, αλλά δεν είδε τη Μ.Κ. 1 εκεί ούτε του έδωσε χρήματα. Ακόμα ο κατηγορούμενος είπε ότι περίμενε στην σειρά για να πληρώσει. Ο κατηγορούμενος επέμενε ότι ουδέποτε η Μ.Κ. 1 του έδωσε χρήματα, ούτε και τις Λ.Κ. 300, για τις οποίες γίνεται αναφορά στην κατάθεση της, και εξέφρασε τη θέση ότι η καταγγελία της Μ.Κ. 1 εναντίον του είναι καθαρά εκδικητική, γιατί αυτή ήθελε να φύγει από το σπίτι της και να μείνει μαζί του, και αυτός αρνήθηκε, λέγοντας της ότι δεν γίνεται και ότι ο άντρας της θα την ενοχλούσε, και έτσι διέκοψαν σχέσεις. Για την πλευρά της υπεράσπισης κλήθηκε ένας μάρτυρας, ο Μιχάλης Κωνσταντίνου. Ο Μ.Υ.2 είπε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο εδώ και 15 χρόνια καθότι το εργαστήρι του κατηγορούμενου βρισκόταν δίπλα από το παλιό του εργαστήρι. Ο Μ.Υ.2 ασχολείται με την κατασκευή «stainless steel». Ο κατηγορούμενος ερχόταν κάθε απόγευμα εκεί στο εργαστήρι του, που ήταν το στέκι του, με τη μοτόρα του, και εξυπηρετεί τόσο τον ίδιο όσο και άλλα άτομα που του δίνουν χρήματα για να πληρώνει λογαριασμούς τηλεφώνου, Κοινωνικές Ασφαλίσεις, προστίματα κ.ά. Ως αντάλλαγμα τα εν λόγω πρόσωπα του δίνουν κατιτίς σε χρήματα για ένα πακέτο τσιγάρα. Ο Μ.Υ.2 είπε επίσης ότι ο κόσμος τον εμπιστεύεται, και ακόμα υπήρχε περίπτωση που του έδωσαν το ποσό των 2000 ευρώ, και ο κατηγορούμενος πάντα δίνει απόδειξη για τις πληρωμές που κάνει. Τέλος, ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι το 1992 ο κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε μεγάλη εγχείρηση στο κεφάλι και είναι λήπτης δημόσιου βοηθήματος. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Υ.2 είπε ότι ο ίδιος δίνει χρήματα στον κατηγορούμενο για να τα πληρώσει για λογαριασμό του εδώ και 15 χρόνια, και η τελευταία φορά ήταν πριν από ένα μήνα. Ο Μ.Υ.2 τον σύστησε και σε άλλους φίλους του, αλλά και φίλοι του αφήνουν στον ίδιο τα χρήματα για να τα δώσει στον κατηγορούμενο και να πληρώσει εκ μέρους τους. Τέλος, ο Μ.Υ.2 είπε ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε τηλεφωνικώς για την παρούσα υπόθεση, και αρνήθηκε την υποβολή της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου για να βοηθήσει τον φίλο του, λέγοντας ότι δεν είναι φίλοι αλλά απλοί γνωστοί και ένιωθε ότι με την παρούσα υπόθεση γίνεται μία αδικία έναντι στον κατηγορούμενο και γι΄ αυτό ήθελε να καταθέσει. Κατά την αγόρευση της η συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι η παρούσα υπόθεση θα κριθεί με βάση την αξιοπιστία των μαρτύρων, και κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί την εκδοχή του κατηγορούμενου και της υπεράσπισης. Η κα Αδάμου εξέφρασε την άποψη ότι η αδυναμία του κατηγορούμενου να εκφραστεί κατάλληλα δεν πρέπει να επενεργήσει εις βάρος του, και ότι η παραπονούμενη είχε κίνητρο να προβεί στην ανυπόστατη αυτή καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία κάλεσε το Δικαστήριο να στηριχθεί στη μαρτυρία της παραπονούμενης, η οποία έδωσε μία καθόλα πειστική εκδοχή, εφόσον οι στενές σχέσεις που είχε με τον κατηγορούμενο τον καθιστούσαν άνθρωπο της εμπιστοσύνης της και έτσι του έδωσε τα χρήματα για να τα πληρώσει, κάτι το οποίο ο κατηγορούμενος παρέλειψε να πράξει. Πράγματι η παρούσα υπόθεση θα κριθεί με βάση την αξιοπιστία των μαρτύρων. Αρχικά αναφέρω ότι η παραπονούμενη δεν δημιούργησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Παρόλο που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη την κατάσταση της καθώς επίσης τα προβλήματα ψυχικής υγείας που η ίδια αποκάλυψε ότι αντιμετωπίζει και για τα οποία παρακολουθείται από ψυχίατρο, εν τούτοις η εκδοχή που παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν αρκετά γενική και αόριστη και κάπως συγχυσμένη. Αρχικά επισημαίνω ότι η αναφορά της στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο εργαζόταν ο σύζυγος της και ειδικά το ποσό των Κοινωνικών Ασφαλίσεων που ο κατηγορούμενος όφειλε να πληρώνει παρουσιάζει αρκετές αντιφάσεις. Κατά την αντεξέταση της η παραπονούμενη είπε ότι ο σύζυγος της σταμάτησε να εργάζεται από τον Μάρτιο 2010, και ότι το ποσό των Κοινωνικών Ασφαλίσεων που όφειλε να πληρώσει ήταν γύρω στα 300 ευρώ για 3 μήνες, και με τις καθυστερημένες οφειλές, περίπου 6 μηνών, αυτό έφθασε τα 600 ευρώ. Αμέσως μετά, όταν ρωτήθηκε από την συνήγορο του κατηγορούμενου συγκεκριμένα για το ποσό των 560 ευρώ, αυτή έδωσε μία διαφορετική απάντηση, λέγοντας ότι αυτό αφορούσε τα έτη 2007, 2008 και 2009, τόσο την εν λόγω χρονική περίοδο όσο και τις καθυστερήσεις. Η θέση της προκάλεσε ακόμα περισσότερη σύγχυση όταν είπε μετά ότι το εν λόγω ποσό ήταν χρήματα που προήλθαν από τη δουλειά του συζύγου της, αλλά και από χρήματα που είχε φυλαγμένα στο σπίτι. Τέλος, παρουσίασε ακόμα μία εκδοχή, ότι την ίδια μέρα το πρωί ο σύζυγος της πληρώθηκε για μία δουλειά που έκανε, την τοποθέτηση ηλιακού. Ακόμα, παρατηρείται μία διαφορετική εκδοχή των γεγονότων αναφορικά με τις συνθήκες παράδοσης των χρημάτων από την παραπονούμενη στον κατηγορούμενο μεταξύ της κατάθεσης της και της προφορικής της μαρτυρίας. Συγκεκριμένα, στην κατάθεση της η παραπονούμενη αναφέρει ότι όταν έδωσε τα χρήματα στον κατηγορούμενο δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο εκεί, ενώ κατά την προφορική της μαρτυρία είπε ότι όταν έδωσε τα χρήματα στον κατηγορούμενο αυτός βρισκόταν ήδη στην σειρά, η οποία αποτελείτο μάλιστα από 50 άτομα περίπου. Τέλος, αποκόμισα την εντύπωση ότι η παραπονούμενη δίστασε να αναφέρει στο Δικαστήριο την σχέση της με τον κατηγορούμενο. Αυτή η αποκάλυψη έγινε μόνο στο στάδιο της αντεξέτασης της, και κατόπιν σχετικών ερωτήσεων, που με βάση την παραδοχή της επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στο σπίτι του για καφέ και φιλοξενήθηκε εκεί και ένα βράδυ. Αυτά τα δεδομένα αποκαλύπτουν μια πιο στενή και οικεία σχέση μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου, η οποία δεν συνάδει με την περιγραφή της σχέσης της όπως αυτή αναφέρεται στην κατάθεση της, από την οποία προκύπτει μια καθαρά τυπική και κάπως απόμακρη σχέση. Ως εκ τούτου, αδυνατώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της παραπονούμενης ως αξιόπιστη και να στηριχθώ σε αυτή για την εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος με την σειρά του, και αυτός άτομο με τα δικά του προβλήματα και δυσκολίες, ικανοποίησε το Δικαστήριο για την αλήθεια των όσων έλεγε. Ο κατηγορούμενος ήταν ευθύς και άμεσος στις απαντήσεις του και ιδιαίτερα σταθερός και συνεπής στην εκδοχή του. Επέμενε με χαρακτηριστικό τρόπο στις θέσεις του απορρίπτοντας την εκδοχή της παραπονούμενης, και μάλιστα αποκαλύπτοντας την σχέση του με την παραπονούμενη και αποδίδοντας την καταγγελία της σε αλλότρια, εκδικητικά κίνητρα, πάνω σε λογική βάση. Τέλος, ο Μ.Υ. 2 με την σειρά του φάνηκε ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει τον κατηγορούμενο, όμως η μαρτυρία του φάνηκε αληθοφανής, παρόλο που δεν σχετίζεται άμεσα με τα επίδικα γεγονότα. Επομένως, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, και αφού δεν αποδέχθηκα την εκδοχή της παραπονούμενης, στηριζόμενη στη μαρτυρία της υπεράσπισης, βρίσκω ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως. Ο κατηγορούμενος γνώρισε την παραπονούμενη σε ένα καφενείο πριν από 10 χρόνια και μάλιστα διατηρούσαν δεσμό. Η ίδια επισκεπτόταν συχνά το σπίτι του κατηγορούμενου όταν είχε προβλήματα με τον σύζυγο της και μάλιστα μία νύκτα ο κατηγορούμενος τη φιλοξένησε, μέχρι που η ίδια ήθελε να μετακομίσει μαζί του αλλά ο κατηγορούμενος της αρνήθηκε λέγοντας ότι ο σύζυγος της θα της δημιουργούσε πρόβλημα, κι έτσι διέκοψαν την σχέση τους. Το 1992 ο κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε επέμβαση και από τότε συντηρείται με πρόωρη σύνταξη και δημόσιο βοήθημα. Εδώ και 15 χρόνια περίπου, εξυπηρετεί κόσμο, συμπεριλαμβανομένου και του Μ.Υ.2, οι οποίοι του δίνουν χρήματα και τους πληρώνει λογαριασμούς τηλεφώνου, Κοινωνικές Ασφαλίσεις, προστίματα, κ.ά., επιστρέφοντας τους την σχετική απόδειξη πληρωμής. Αυτοί του δίνουν κατιτίς για ένα πακέτο τσιγάρα. Την επίδικη μέρα ο κατηγορούμενος πήγε στο Γραφείο Ευημερίας και συνάντησε τη Μ.Κ. 1 στον δεύτερο όροφο. Αυτή έψαχνε μία Κοινωνική Λειτουργό, η οποία απουσίαζε λόγω άδειας. Μόνο εκεί συναντήθηκαν, ενώ αργότερα δεν βρέθηκαν ξανά, ούτε του έδωσε χρήματα, παρά μόνο η Μ.Κ. 1 του τηλεφώνησε τη νύκτα και του είπε ότι χάθηκαν 560 ευρώ και ακολούθως του είπε ότι του έδωσε τα χρήματα. Αυτός της είπε ότι δεν πήρε τίποτα από εκείνη, ενώ αυτή ζητούσε τα χρήματα από τον κατηγορούμενο. Τέλος, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε στο παρελθόν πήρε χρήματα από την παραπονούμενη για να πληρώσει Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Με αυτά τα γεγονότα, είναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε έλαβε το ποσό των 560 ευρώ από την παραπονούμενη, είτε για να πληρώσει τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις του συζύγου της είτε για οποιονδήποτε άλλο σκοπό, και πόσο μάλλον ότι το οικειοποιήθηκε αντί να πράξει τον εντεταλμένο σκοπό λήψης αυτού. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό εναντίον του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .................. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κλοπή υπό αντιπροσώπου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.