Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεώργιου Ορφανού, Αρ. Υπόθεσης: 33379/10, 3 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 33379/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεώργιου Ορφανού Md Arman Hossen Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 3 Ιουνίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Κατηγορούμενος 1 παρών γι' αυτόν η κα Γεωργίου Π Ο Ι Ν Η Ο πρώτος κατηγορούμενος, κατόπιν παραδοχής του, κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 14 Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο πρώτος κατηγορούμενος, στις 6.12.2010, στις Π. Πλάτρες, εργοδότησε τον δεύτερο κατηγορούμενο χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος αντιμετώπιζε τις κατηγορίες 2 και 3 που αφορούσαν τα αδικήματα της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς τη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και της παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του, στις οποίες παραδέχθηκε ενοχή και του έχει ήδη επιβληθεί ποινή. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα. Στις 6.12.2010 και περί ώρα 09.40 ο αστ. 2542 Χ. Κλεοβούλου, της ΥΑΜ Λεμεσού, κατόπιν πληροφορίας, μετέβη μαζί με άλλο αστυνομικό στην οδό Αγαθοκλή Πλατρίτη αρ. 5 στις Π. Πλάτρες, όπου διεξάγονταν οικοδομικές εργασίες. Αφού έθεσαν το μέρος υπό παρακολούθηση για 10 λεπτά, αντιλήφθηκαν τους κατηγορούμενους 1 και 2 να βρίσκονται στην στέγη οικίας και να ασχολούνται με την επιδιόρθωση της. Ακολούθως τους κάλεσαν να κατεβούν κάτω και ο αστ. 2542 τους υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και τους ζήτησε τα στοιχεία τους. Ο δεύτερος κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν είχε στην κατοχή του οποιαδήποτε στοιχεία και ότι δεν είχε άδεια να εργάζεται. Ο αστ. 2542 τότε τον συνέλαβε. Ο πρώτος κατηγορούμενος έδωσε τα στοιχεία του και ανέφερε ότι είναι ο εργοδότης του αλλοδαπού. Συνελήφθη και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Εννά με πάρεις μέσα τωρά». Στην συνέχεια και οι δύο κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στον αστυνομικό σταθμό Πλατρών. Από περαιτέρω εξετάσεις που έγιναν ο αστ. 2452 διαπίστωσε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία από τις 26.3.2009 όταν απορρίφθηκε η αίτηση του για πολιτικό άσυλο. Την ίδια μέρα λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο, στην οποία ανέφερε ότι εργοδότησε τον δεύτερο κατηγορούμενο ακόμα 3 μέρες προηγουμένως και συμφώνησαν να τον πληρώνει το ποσό των 50 ευρώ ημερησίως. Ακολούθως κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε «Παραδέχομαι αλλά δεν το ήξερα ότι ήταν παράνομος». Τέλος, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, η συνήγορος του πρώτου κατηγορούμενου αναφέρθηκε στην άμεση παραδοχή και απολογία του για τη διάπραξη του αδικήματος. Η κα Γεωργίου υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, Τεκμήριο Α. Στο Τεκμήριο Α αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο κατηγορούμενος είναι 48 ετών, πελεκάνος. Η σύζυγος του είναι 44 ετών, οικοκυρά και έχουν αποκτήσει μία κόρη, ηλικίας 19 ετών, φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Το μοναδικό εισόδημα της οικογένειας είναι το ποσό των 1000 ευρώ μηνιαίως, που είναι το εισόδημα της εργασίας του κατηγορούμενου, ενώ πληρώνουν 400 ευρώ έξοδα για το ενοίκιο του σπιτιού της κόρης τους στη Λευκωσία όπου φοιτά. Ο κατηγορούμενος κατάγεται από τον Αγ. Μάμα Λεμεσού και είναι το δεύτερο από τα τρία παιδιά της οικογένειας του. Ο πατέρας του ήταν ο ιερέας του χωριού και παράλληλα εργαζόταν ως ξυλουργός. Η μητέρα του ήταν αγρότισσα. Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα λόγω της φτώχιας που αντιμετώπιζαν. Ο κατηγορούμενος αποφοίτησε από την Τεχνική Σχολή στον κλάδο ξυλουργίας-επιπλοποιίας. Συμπλήρωσε την στρατιωτική του θητεία και ακολούθως εργαζόταν μαζί με τον πατέρα του σε μικρό ξυλουργείο που διατηρούσαν στον Αγ. Μάμα, στο οποίο συνεχίσει να εργάζεται μόνος πλέον. Η σύζυγος του κατάγεται από τη Λάπηθο από πολυμελή οικογένεια. Ο πατέρας της ήταν οικοδόμος. Μετά την Τουρκική εισβολή η οικογένεια της μετακινήθηκε στο Καντού. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο και ακολούθως φοίτησε σε σχολή κομμωτικής. Εργάστηκε για μικρό χρονικό διάστημα ως κομμώτρια, επάγγελμα το οποίο άσκησε μέχρι που παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στον Αγ. Μάμα. Το ζεύγος παντρεύτηκε με συνοικέσιο το 1988 και απέκτησαν την κόρη τους που είναι τώρα φοιτήτρια. Ο κατηγορούμενος παρακολουθείται από νευρολόγο τα τελευταία 15 χρόνια και, σύμφωνα με ιατρική γνωμάτευση, πάσχει από «αγχώδη συνδρομή με ψυχαναγκαστικά στοιχεία» και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Οι σχέσεις του ζεύγους παρουσίασαν προβλήματα από την αρχή του γάμου τους, τα οποία πήγαζαν από τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν αλλά και από άλλες καταστάσεις. Σύμφωνα με την σύζυγο, υπάρχουν προβλήματα στις μεταξύ τους σχέσεις λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζουν αλλά και λόγω του ότι ο κατηγορούμενος κάποιες φορές δρα απερίσκεπτα με αποτέλεσμα να τυγχάνει οικονομικής εκμετάλλευσης από τρίτα πρόσωπα. Το ζεύγος διατηρεί καλές σχέσεις με τις πατρικές τους οικογένειες, οι οποίες τους στηρίζουν οικονομικά, ειδικά αυτή την περίοδο που η εργασία του κατηγορούμενου είναι μειωμένη. Η κα Γεωργίου τόνισε ότι ο κατηγορούμενος είναι ο μόνος που συντηρεί οικονομικά την οικογένεια του, αλλά και τους γονείς του καθότι αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας, ο πατέρας του καρκίνο και μιλά με τη χρήση κάποιου ειδικού κουμπιού στον λαιμό του και η μητέρα του καρδίας. Η οικογένεια του υπέστη τον χαμό της αδελφής του κατηγορούμενου η οποία απεβίωσε πριν από 3 χρόνια από καρκίνο. Η κα Γεωργίου αναφέρθηκε στα προβλήματα υγείας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και κατέθεσε σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά. Συγκεκριμένα, στο Ιατρικό Πιστοποιητικό του Δρος Κωνσταντίνου Πούγιουρου, νευρολόγου, ημερ. 14.2.2011, Τεκμήριο Β, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από αγχώδη συνδρομή και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Στο Ιατρικό Πιστοποιητικό του Δρος Πιούγουρου, ημερ. 21.3.2011, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος παρακολουθείται από το 1990 μέχρι σήμερα και παρουσιάζει «(α) κρίσεις πανικού εκδηλούμενες με αίσθημα δύσπνοιας - καρηβαρία - πόνο στα πλευρά - υπνηλία - αίσθημα βάρους στο στήθος - αίσθημα γενικευμένης αδυναμίας (β) κρίσεις πανικού (γ) έντονα ψυχαναγκαστικά στοιχεία (έντονα ιδεοληπτικά στοιχεία για προσωπικά και άλλα θέματα)». Τέλος, στο Ιατρικό Πιστοποιητικό του Δρος Προδρόμου Μιχαήλ, ημερ. 25.5.2011, Τεκμήριο Δ, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από «εκτακτοσυστολική αρρυθμία και διαταραχές ρυθμού. Συνιστάται διερεύνηση, φαρμακευτική αγωγή και αποφυγή έντονου ψυχοσωματικού stress». Η κα Γεωργίου μετέφερε την ειλικρινή μεταμέλεια του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του αδικήματος, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι δεν γνώριζε ότι αυτή η πράξη του απαγορευόταν από το Νόμο και ούτε γνώριζε ότι ο αλλοδαπός βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία. Ήταν η θέση της κας Γεωργίου ότι ο κατηγορούμενος είναι άτομο που χαίρει εκτίμησης στην κοινότητα του Αγ. Μάμα η οποία τον προορίζει ως τον επόμενο ιερέα της εκκλησίας του χωριού, ενώ τώρα είναι ο ψάλτης της εκκλησίας. Η κα Γεωργίου εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για αναστολή έκτισης της ποινής λόγω της άμεσης παραδοχής του, του λευκού ποινικού μητρώου του και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορούμενου, και κυρίως λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει και γενικά της κατάστασης του σύμφωνα με τα ιατρικά πιστοποιητικά. Αδικήματα της ίδιας φύσης με αυτά που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση, παρουσιάζουν ανησυχητικά αυξητική τάση, κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα. Το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση του γεγονότος αυτού από τον συνεχώς αυξανόμενο αριθμό τέτοιων υποθέσεων που καταχωρούνται και παρουσιάζονται ενώπιον του, επί καθημερινής βάσης. Αυτός είναι ο λόγος που τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν αυτά τα αδικήματα με την ανάλογη αυστηρότητα και την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Μια απλή θεώρηση της πρόσφατης νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιβεβαιώνει ακριβώς τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, καθώς επίσης ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε τέτοιας φύσης υποθέσεις είναι η ποινή φυλάκισης. Χαρακτηριστικά παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άριστου Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 283, στην οποία το Εφετείο παραμέρισε τη χρηματική ποινή που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσίβλητο με ποινή άμεσης φυλάκισης: "H ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος με όλες τις σοβαρές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αυστηρή αντιμετώπιση του. Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η μαζική παράνομη κάθοδος αλλοδαπών στην Κύπρο πρέπει να οφείλεται και στην προσδοκία εργοδότησης τους. Αυτή η προσδοκία βέβαια καλλιεργείται από εργοδότες όπως τον εφεσίβλητο. Η απροθυμία των Κυπρίων εργοδοτών να εργοδοτήσουν παράνομα αλλοδαπούς θα αποτελούσε παράγοντα ανασταλτικό της παράνομης καθόδου τους στην Κύπρο. Θα προσθέταμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι προφανής ο οικονομικός στόχος και πρέπει όλοι να έχουν υπόψη ότι δεν είναι αρκετός ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους δια της παρανομίας. Χρηματική ποινή όχι μόνο δεν ενεργεί ως αποτρεπτική, όχι μόνο δεν αποτελεί επαρκή τιμωρία, αλλά στέλλει και λανθασμένα μηνύματα στους επίδοξους παραβάτες.» Η ίδια ακριβώς προσέγγιση υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311, στην οποία αφού έγινε αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κωνσταντινίδης, επεσήμανε το εξής: "Το μέγεθος της δημόσιας βλάβης που προκαλείται είναι τέτοιο που επιβάλλεται αυστηρή αντιμετώπιση από την οποία να εκπέμπεται το καθαρό μήνυμα πως κάθε ένας πρέπει να έχει στο μυαλό του πρώτα τον Νόμο και πως η αντίληψη ότι ενδεχομένως ένας μπορεί να δει πρώτα το συμφέρον της δουλειάς του, δεν είναι δυνατό να γίνει ανεκτή.» Επίσης παραπέμπω στην απόφαση επί του θέματος στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467, και στο πιο κάτω απόσπασμα: "Η σοβαρότητα των αδικημάτων της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών με όλες τις σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις που επιφέρουν έχουν εξεταστεί σε αριθμό υποθέσεων. (ίδε Mohamed El Feky κ.ά. v. Aστυνομίας [1996] 2 ΑΑΔ 16, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη, Ποινική Έφεση 6967 της 13/11/2000 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ, Ποινική Έφεση 6979 της 2/2/2001). Στην υπόθεση Μιχαήλ (πιο πάνω) τονίστηκε ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης στον εργοδοτούμενο πρέπει κατά κανόνα να συνοδεύεται και με ανάλογη ποινή για τον εργοδότη, έχοντας υπόψη ότι η προβλεπόμενη ποινή για τον εργοδότη είναι πιο αυστηρή από εκείνη που προβλέπεται για τον εργοδοτούμενο. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μονιάτη (που υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Μιχαήλ). «Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής τους συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάνουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγμα, η μαζική όπως διαπιστώθηκε, παράνομη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ' επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες, κρυφής απασχόλησης. Χρειάζεται, λοιπόν, για πρόσθετους λόγους αποτρεπτική ποινή για αδίκημα αυτής της φύσης και πράγματι, κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν ήταν ορθή η πρόσδοση τόσο αποφασιστικής σημασίας στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες.» Είναι πρόδηλο από τις νομικές αρχές που εκτίθενται πιο πάνω, ότι εκείνο το οποίο κατά κύριο λόγο βαρύνει στην τιμωρία τόσο στην περίπτωση του εργοδότη όσο και του αλλοδαπού είναι η ίδια η πράξη, ανεξάρτητα από τους υπόλοιπους σχετικούς παράγοντες όπως η διάρκεια της απασχόλησης, οι όροι αυτής και οι συνθήκες εργοδότησης. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γ. Γραμματικού (ανωτέρω), Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στ. Αθανασίου (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Μιχαήλ,
(2001)2 Α.Α.Δ. 74. Είναι καλά θεμελιωμένο από τη νομολογία ότι οι περιστάσεις του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όμως, όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 304, η σημασία των προσωπικών περιστάσεων και του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορούμενου αμβλύνεται όταν διαπιστώνεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245, και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
- Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνω υπόψη το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι ο αλλοδαπός κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο παράνομα, όφειλε όμως να ελέγξει το καθεστώς του εδώ και να βεβαιωθεί ότι δικαιούτο να τον εργοδοτήσει, πριν το πράξει, έστω και για το περιορισμένο χρονικό διάστημα που είχαν συμφωνήσει. Άλλωστε, σύμφωνα με τη νομολογία, οι συνθήκες εργοδότησης δεν ενέχουν ιδιαίτερη σημασία, αλλά εκείνο που ουσιαστικά τιμωρείται είναι η πράξη εργοδότησης αφ΄ εαυτής. Ακόμα, λαμβάνω υπόψη ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι η εργοδότηση του αλλοδαπού αποτελούσε αξιόποινη πράξη, και αυτό θα ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας. Το γεγονός ότι ο αλλοδαπός βρισκόταν αρχικά νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι την απόρριψη της αίτησης του για πολιτικό άσυλο, όταν και κατέστη πλέον παράνομος εδώ, δεν διαφοροποιεί την παρούσα περίπτωση από τις εργοδοτήσεις αλλοδαπών που εισέρχονται και διαμένουν εδώ παράνομα, όπως έχει αναγνωριστεί στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση αρ. 242/2009, ημερ. 11.5.
- Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για τον πρώτο κατηγορούμενο, λαμβάνω επίσης υπόψη την άμεση παραδοχή και συνεργασία του με την αστυνομία, την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, που δείχνει την έμπρακτη του μεταμέλεια, και το λευκό ποινικό μητρώο του. Ακόμα λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του πρώτου κατηγορούμενου, όπως αυτές αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και εκτίθενται πιο πάνω, και ειδικότερα ότι ο κατηγορούμενος είναι οικογενειάρχης και ο μοναδικός που εργάζεται και συντηρεί την οικογένεια του, και ακόμα έχει επωμισθεί τα έξοδα των γονιών του που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη ότι ο κατηγορούμενος είναι ένα φιλήσυχο άτομο, που χαίρει εκτίμησης ανάμεσα στους συγχωριανούς του, και μάλιστα η ιδιοσυγκρασία του είναι τέτοια που τον καθιστούν επιρρεπή σε οικονομική εκμετάλλευση από άλλα πρόσωπα, γεγονός που επιτείνει τα προβλήματα στις σχέσεις μεταξύ του ιδίου και της συζύγου του, πέραν των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζουν. Μάλιστα η κοινότητα του χωριού του τον προορίζει ως τον επόμενο ιερέα της εκκλησία του χωριού, ακολουθώντας τα αχνάρια του πατέρα του. Ακόμα, λαμβάνω σοβαρά υπόψη τα προβλήματα υγείας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, όπως αυτά περιγράφονται στα Τεκμήρια Β - Δ. Ειδικά λαμβάνω υπόψη ότι ο κατηγορούμενος παρακολουθείται από νευρολόγο εδώ και 21 χρόνια, λόγω της χρόνιας ψυχικής διαταραχής του και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Σε αυτό προστίθεται η εκτακτοσυστολική αρρυθμία, η οποία χρήζει διερεύνησης αλλά και φαρμακευτικής αγωγής και συνιστάται η αποφυγή έντονου ψυχοσωματικού στρες. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, και με κύριο γνώμονα την σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε ο πρώτος κατηγορούμενος και έντονο το στοιχείο της αποτροπής, και χωρίς να παραγνωρίζω το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Ως εκ τούτου στον πρώτο κατηγορούμενο στην πρώτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω την εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του Νόμου 95/72 με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Θεωρώ χρήσιμο ν' αναφερθώ αρχικά στις υποθέσεις Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ. 21 , στις οποίες η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί αναστάληκε ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων των εν λόγω υποθέσεων κατά χρόνο μάλιστα που η ευχέρεια του Δικαστηρίου ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186 (Ι)/03, αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323 και ειδικότερα Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, ικανοποιούμαι ότι οι προσωπικές συνθήκες του πρώτου κατηγορούμενου είναι τέτοιες που δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Αυτές συνίστανται ουσιαστικά στην κατάσταση της υγείας του, όπως περιγράφεται στα Τεκμήρια Β - Δ. Ειδικότερα, θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρό χρόνιο πρόβλημα ψυχικής υγείας, για το οποίο παρακολουθείται από νευρολόγο από το 1990 και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, το οποίο όμως μπορεί να καταστεί ιδιαίτερα επικίνδυνο για την υγεία του εν όψει της αρρυθμίας και των διαταραχών ρυθμού που έχουν διαπιστωθεί από τον Δρα Προδρόμου. Πέραν του ότι αυτή η κατάσταση χρήζει διερεύνησης και φαρμακευτικής αγωγής, διαφαίνεται ότι η πρόκληση έντονου ψυχοσωματικού στρες δεν θα επιδεινώσει μόνο την ψυχική του υγεία αλλά μπορεί να επιφέρει δυσμενείς συνέπειες στην κατάσταση της υγείας του σε σχέση με τις αρρυθμίες. Θεωρώ ότι υπό αυτές τις συνθήκες, η κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου είναι τέτοια που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να αναστείλει την έκτιση της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί, για να δώσει την ευχέρεια στον κατηγορούμενο να συνεχίσει τη φαρμακευτική αγωγή και να παρακολουθεί γενικά την κατάσταση της υγείας του για να αποφευχθεί η οποιαδήποτε επιβάρυνση της με τον κίνδυνο που αυτή ενέχει εν όψει των αρρυθμιών που έχουν διαγνωστεί. Ως εκ τούτου η έκτιση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον πρώτο κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Υπ.) ................. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Ποινή Αναφορά: Παράνομη Εργοδότηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο