← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αλεξάνδρας Δημητριάδου, Αρ. Υπόθεσης: 14398/09, 10 Ιουνίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αλεξάνδρας Δημητριάδου, Αρ. Υπόθεσης: 14398/09, 10 Ιουνίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B124 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14398/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αλεξάνδρας Δημητριάδου, από τη Λεμεσό Κατηγορουμένης --------------------- Ημερομηνία: 10 Ιουνίου 2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Κατηγορουμένη παρούσα γι' αυτή ο κ. Κονναρής Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες για τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της απόπειρας απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Στις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών αναφέρονται τα ακόλουθα. Η κατηγορουμένη, μεταξύ των ημερομηνιών 25 και 28 Ιουλίου 2008, στη Λεμεσό, συνωμότησε με τον Fuad Sadeh Mustafa, από την Παλαιστίνη, να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Επίσης, η κατηγορουμένη, στις 28.7.2008, στη Λεμεσό, εν γνώσει της και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 77885296 για το ποσό των 70.000 ευρώ, περιουσία του Ξενοφώντος Κλεάνθους από τη Λεμεσό. Περαιτέρω, η κατηγορουμένη, μεταξύ των ημερομηνιών 25 και 28 Ιουλίου 2008, στη Λεμεσό, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, αποπειράθηκε να αποσπάσει από τη Μαρία Χριστοφή, ταμία της Τράπεζας Κύπρου, το χρηματικό ποσό των 70.000 ευρώ, και οι ψευδείς παραστάσεις συνίστανται στο ότι η κατηγορουμένη έδωσε την πιο πάνω επιταγή ψευδώς προσποιηθείσα ότι αυτή ήταν γνήσια ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι ήταν κλοπιμαία και πλαστογραφημένη. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσάχθηκε για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, και η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, αλλά και αποτέλεσε κοινό έδαφος και από τις δύο πλευρές, διαφαίνεται ότι η υπόθεση εντοπίστηκε με την εξέλιξη των ακόλουθων γεγονότων. Στις 28.7.2008, η Μαρία Χριστοφή, Μ.Κ.3, εργαζόταν στο ταμείο του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου στην οδό Αρχ. Μακαρίου, αριθμό 258, Εφτάπατο στη Λεμεσό. Εκεί προσήλθε η κατηγορουμένη και της παρουσίασε την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 6, για το ποσό των 70.000 ευρώ και με δικαιούχο την ίδια, δηλαδή την Αλεξάνδρα Δημητριάδου. Εκδότης της επιταγής ήταν η εταιρεία X&P KLEANTHOUS DEVELOPERS LTD. Η Μ.Κ.3 ζήτησε από την κατηγορουμένη να της παρουσιάσει την ταυτότητα της, πράγμα το οποίο και έπραξε. Η κατηγορουμένη ζήτησε από τη Μ.Κ.3 όπως της εξαργυρώσει την εν λόγω επιταγή αλλά η ίδια της είπε ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει λόγω του ύψους του ποσού, το οποίο υπερέβαινε το όριο που δικαιούνταν να εξαργυρώσουν στο ταμείο, και η Μ.Κ. 3 ενημέρωσε αμέσως τον υπεύθυνο συναλλαγών της Τράπεζας, τον κ. Άγγελο Παναγιώτου, Μ.Κ.2, ο οποίος έδωσε οδηγίες στη Μ.Κ.3 ότι το μόνο που μπορούσε να γίνει ήταν να ανοιχθεί λογαριασμός στο όνομα της κατηγορουμένης και το ποσό να κατατεθεί εκεί μέχρι την εκκαθάριση της επιταγής. Η Μ.Κ.3 το ανέφερε στην κατηγορουμένη, η οποία συμφώνησε, κι έτσι η Μ.Κ.3 άνοιξε τον λογαριασμό με αριθμό 0342-00-007499-00 στο όνομα της τελευταίας και έκανε κατάθεση το εν λόγω ποσό. Σχετικό είναι το βιβλιάριο Ταμιευτηρίου του εν λόγω λογαριασμού που ανοίχθηκε και στον οποίο φαίνεται η κατάθεση του ποσού των 70.000 ευρώ στις 28.7.2008, Τεκμήριο

  1. Όταν η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε στη Μ.Κ.3 από την κατηγορουμένη, στο μπροστινό μέρος της ήταν γραμμένα από προηγουμένως τα ονοματεπώνυμο της, το ποσό ολογράφως, η ημερομηνία, η υπογραφή και το ποσό αριθμητικά. Η Μ.Κ.3 σφράγισε την επιταγή στο μπροστινό μέρος, ενώ στο πίσω μέρος έγραψε τον αριθμό του λογαριασμού που ανοίχθηκε στο όνομα της κατηγορουμένης. Η Μ.Κ.3 έστειλε αυθημερόν την επιταγή στην Υπηρεσία Εκκαθάρισης Επιταγών στη Λευκωσία, μέχρι την εκκαθάριση της που χρειάζεται μερικές μέρες. Η επιταγή σφραγίστηκε από την εν λόγω Υπηρεσία στις 30.7.2008 με ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής STOP PAYMENT». Η κατηγορουμένη διατηρούσε ακόμα ένα λογαριασμό ταμιευτηρίου με αριθμό 0110-05-102343 και υπόλοιπο 165 ευρώ, και για πρώτη φορά πήγε στο εν λόγω υποκατάστημα της Τράπεζας. Ο Ξενοφών Κλεάνθους, Μ.Κ.4, διαμένει στη Λεμεσό και είναι εργολάβος οικοδομών. Γνώρισε την κατηγορουμένη το 1983 όταν μετέβη στο Σουδάν για επαγγελματικούς λόγους σε σχέση με την επιχείρηση που διατηρούσε εκεί, και αυτή του ανέφερε ότι ήθελε να έρθει στην Κύπρο για να γνωρίσει την οικογένεια της που βρισκόταν στην Κύπρο. Τον Φεβρουάριο 1985 ήρθαν μαζί στην Κύπρο και η κατηγορουμένη διέμενε στο σπίτι του πατέρα του Μ.Κ.4 στην Πάφο, και αφού είδε τους δικούς της, μετά από 10 μέρες, επέστρεψε στο Σουδάν. Περί το 2004-2005 η κατηγορουμένη τηλεφώνησε στον Μ.Κ.4 όταν βρισκόταν στη Λεμεσό και διέμενε σε συγγενικό της πρόσωπο. Περίπου μία βδομάδα πριν τις 29.7.2008, η κατηγορουμένη τηλεφώνησε στον Μ.Κ.4 και του είπε ότι συζεί με κάποιον Παλαιστίνιο ο οποίος είναι κτίστης και έψαχνε δουλειά και τον παρακάλεσε να τον προσλάβει. Ο Μ.Κ.4 της είπε ότι δεν χρειαζόταν υπαλλήλους, όμως η κατηγορουμένη του ζήτησε να τον δει και αν ήθελε να τον προσλάβει. Τρεις μέρες πριν τις 29.7.2008, το εν λόγω πρόσωπο πήγε στον Μ.Κ.4 στο εργοτάξιο του στην Πάφο αλλά ο Μ.Κ.4 του είπε ότι προσλαμβάνει άτομα που έχουν άδεια να εργάζονται. Αυτός του είπε ότι είναι πολιτικός πρόσφυγας και έφυγε. O M.K.4 αναγνώρισε ότι το εν λόγω πρόσωπο είναι αυτό που φαίνεται στη φωτογραφία του εγγράφου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Εκεί στο εργοτάξιο ο Μ.Κ.4 είχε το αυτοκίνητο του ανοικτό και εντός αυτού τον χαρτοφύλακα του και το βιβλιάριο επιταγών στη μπροστινή θέση του συνοδηγού. Στις 29.7.2008 ο Μ.Κ.4 έλαβε ένα τηλεφώνημα από την Τράπεζα Κύπρου κατά πόσο είχε εκδώσει επιταγή για το ποσό των 70.000 ευρώ στην Αλεξάνδρα Δημητριάδου ημερ. 28.7.
  3. Ο Μ.Κ.4 αρνήθηκε κάτι τέτοιο και αφού έλεγξε το βιβλιάριο επιταγών του, αντιλήφθηκε ότι το φύλλο με τον επίδικο αριθμό επιταγής έλειπε από το βιβλιάριο. Επομένως ο Μ.Κ. 4 έδωσε οδηγίες στην υπάλληλο της Τράπεζας να μην εξαργυρώσει την επιταγή, και αφού μετέβη στη Λεμεσό, επισκέφθηκε το υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου και είδε την επίδικη επιταγή όπου αναγνώρισε ότι τα γράμματα επ΄ αυτής και η υπογραφή στη θέση του εκδότη δεν είναι δικά του. Ο Μ.Κ.4 βεβαίωσε ότι ουδέποτε η κατηγορουμένη είχε πρόσβαση στο βιβλιάριο επιταγών του ούτε και της έδωσε το δικαίωμα να έχει γνώση της υπογραφής του. Από τότε ο Μ.Κ.4 δεν έχει επαφή, προσωπική ή τηλεφωνική, με την κατηγορουμένη. Ο Μ.Κ.4 είπε ότι από το βιβλιάριο επιταγών του έλειπε όλο το φύλλο με το απόκομμα της επίδικης επιταγής, και ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι έλειπε η εν λόγω επιταγή όταν ειδοποιήθηκε από την Τράπεζα. Ο ίδιος επικοινώνησε με την κατηγορουμένη όμως αυτή του είπε ότι δεν ήθελε να έχουν οποιαδήποτε επαφή, μεσολάβησε κάποιο συγγενικό τους πρόσωπο για να την συγχωρέσει, όμως από τότε δεν έχουν επαφή. Ο Μ.Κ.4 διευκρίνισε κατά την αντεξέταση του ότι δεν ήταν βέβαιος πότε ο Παλαιστίνιος πήγε στο εργοτάξιο του στην Πάφο, όμως πρέπει να ήταν περί τις 22 ή 25 του Ιουλίου. Ο ίδιος έμαθε από την Τράπεζα για την επιταγή και ο διευθυντής του είπε να πάει να δώσει κατάθεση στην αστυνομία, και πληροφορήθηκε από την αστυνομία ότι η επιταγή είχε κατατεθεί σε λογαριασμό της κατηγορουμένης. Ο Μ.Κ.4 είπε τέλος ότι, παρόλο που δεν έχουν επαφή, πάντα δικαιολογούσε την κατηγορουμένη ότι το έκανε ίσως από άγνοια. Έτσι, ο αστ. 3936 Φίλιππος Ανδρέου, του ΤΑΕ Λεμεσού, Μ.Κ.1, ανέλαβε τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Στις 29.7.2008 ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη, Τεκμήριο 1, και ακολούθως την συνέλαβε. Αφού της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, η κατηγορουμένη απάντησε «Εγώ ξεγελάστηκα». Λήφθηκαν δείγματα γραφής, με την συγκατάθεση της, Τεκμήριο 4, στις 22.8.2008 ο Μ.Κ.1 έλαβε την επιταγή από την Τράπεζα, Τεκμήριο 6, και στις 24.8.2008 έλαβε δείγματα γραφής από τον Μ.Κ.4, με την συγκατάθεση του, Τεκμήριο
  4. Την 1.9.2008 ο Μ.Κ.1 παρέδωσε τα Τεκμήρια 4, 5 και 6 στη Γ/Αστ. Μ. Αττεσλή του ΤΑΕ Λεμεσού, η οποία με την σειρά της τα παρέδωσε αυθημερόν στο Εργαστήριο Γραφολογίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας. Ο αστ. 3284 Στ. Νικολάου εξέτασε τα επίδικα τεκμήρια και ετοίμασε Έκθεση Πραγματογνώμονα, ημερ. 9.9.2008, Τεκμήριο 8, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα. Η γραφή στις θέσεις «ΠΛΗΡΩΣΤΕ» και «ΕΥΡΩ» έγινε από την Αλεξάνδρα Δημητριάδου. Οι αριθμοί που φαίνονται στο μπροστινό μέρος της επιταγής του ποσού και της ημερομηνίας δεν ανήκουν ούτε στην Αλεξάνδρα Δημητριάδου ούτε και στον Ξενοφώντα Κλεάνθους. Η υπογραφή στο πίσω μέρος της επιταγής είναι γνήσια υπογραφή της Αλεξάνδρας Δημητριάδου. Η υπογραφή του εκδότη δεν είναι γραμμένη με ταχύτητα αλλά παρουσιάζει στοιχεία προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του Ξενοφώντα Κλεάνθους από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή του, γεγονός που καθιστά αδύνατο τον καθορισμό του προσώπου που την έκανε. Στις 28.9.2008 ο Μ.Κ.1 έλαβε συμπληρωματική ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη, Τεκμήριο 2, και ακολούθως την κατηγόρησε γραπτώς. Αφού της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, η κατηγορουμένη απάντησε «Δεν το ήξερα και ξεγελάστηκα από τον Mamoun». Η γραπτή κατηγορία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Τέλος, κατατέθηκαν υπό τη μορφή παραδεκτών γεγονότων, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, κατάθεση του χειρούργου οφθαλμίατρου Δρα Νεοκλή Α. Ραζή ημερ. 29.12.2008 και σχετική Ιατρική Βεβαίωση του ημερ. 22.12.2008, ως Τεκμήρια 10 και 11 αντίστοιχα, αναφορικά με την κατάσταση των ματιών και κατά συνέπεια της όρασης της κατηγορουμένης. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, και αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης, αυτή κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση της και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της. Η κατηγορουμένη επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Κατά την κύρια εξέταση της η κατηγορουμένη είπε τα ακόλουθα. Κατάγεται από το Σουδάν, ο πατέρας της είναι Κύπριος και η μητέρα της από την Ελλάδα. Ήρθε στην Κύπρο όπου και ζει μόνιμα από το
  6. Γνώρισε τον Μ.Κ.4 το 1983 όταν είχε πάει για ένα διάστημα στο Σουδάν, και ήρθε μαζί του στην Κύπρο το 1985, όταν και φιλοξενήθηκε από την οικογένεια του. Περί τον Ιούλιο 2008 η κατηγορουμένη γνώρισε τον Παλαιστίνιο Μamoun Fuad, ο οποίος δεν είχε ούτε στέγη ούτε εργασία. Έτσι η κατηγορουμένη του πρόσφερε στέγη και τον βοήθησε για να βρει δουλειά. Συγκεκριμένα θυμήθηκε τον Μ.Κ.4 και έδωσε το τηλέφωνο του στον Μamoun για να τον βοηθήσει. Η ίδια δεν γνωρίζει για την εταιρεία του Μ.Κ.4 ή το όνομα αυτής, ούτε και κατά πόσο ο Μamoun είχε βρει δουλειά στον Μ.Κ.
  7. Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 6, περιήλθε στην κατοχή της ένα μήνα αργότερα όταν ο Μamoun είχε πάει στην Πάφο και γύρισε πίσω λέγοντας της ότι είναι άρρωστος και κρατώντας την επιταγή. Η επιταγή είχε μόνο το ποσό αριθμητικά γραμμένο και την υπογραφή, και η ίδια έγραψε το όνομα της και το ποσό ολογράφως, κατόπιν παράκλησης του Μamoun. Τότε ο Μamoun την πήρε στο κατάστημα της τράπεζας στο Εφτάπατο για να πάρει όλο το ποσό της επιταγής. Ο Μamoun φαινόταν αρκετά άρρωστος και ίδρωνε, και έτσι η κατηγορουμένη τον λυπήθηκε και πήγε μαζί του στην τράπεζα. Η ίδια δεν είχε ξαναδεί επιταγή ούτε και γνώριζε τι είδους επιταγή ήταν η επίδικη και για ποιο ποσό, και ρώτησε τον Μamoun αν δούλευε με τον Μ.Κ.4 και αυτός της απάντησε θετικά και της είπε ότι τον απέλυσε. Τον ρώτησε πώς βρέθηκε η επιταγή στα χέρια του, και αυτός της είπε ότι έκανε ένα καινούργιο συμβόλαιο με ένα Εγγλέζο για να κτίσει ένα ξενοδοχείο στην Πάφο με πισίνα, και επειδή είναι καλός στα τούβλα, του έδωσε την επιταγή για να αναλάβει το κτίσιμο και να βρει 10 ανθρώπους να εργοδοτήσει. Η κατηγορουμένη ρώτησε για το συμβόλαιο και ο Μamoun της είπε ότι το είχε στην Πάφο. Η κατηγορουμένη χαρακτήρισε τον εαυτό της ως επιπόλαιη, λέγοντας ότι δεν ήξερε ποιανού ήταν η επιταγή ούτε και τη διάβασε. Όταν πήγε στην τράπεζα, δεν της έδιναν το ποσό επειδή ήταν μεγάλο, και η κοπέλα της τράπεζας της είπε να την καταθέσει σε λογαριασμό, όμως ο Μamoun δεν μπορούσε να ανοίξει λογαριασμό στο όνομα του επειδή δεν είχε pink form, και έτσι η κατηγορουμένη άνοιξε λογαριασμό στο όνομα της. Η κατηγορουμένη πήγε στο σπίτι και, κατόπιν παράκλησης του Μamoun, πήγε στην τράπεζα στον Πεντάδρομο για να πάρει 50.000 ευρώ από τον λογαριασμό στον οποίο κατατέθηκε το ποσό της επιταγής και να τα πάρει ο Μamoun μαζί του στην Συρία. Στην τράπεζα δεν την άφησαν να τραβήξει το εν λόγω ποσό επειδή ήταν μεγάλο και έπρεπε να ερευνηθεί το θέμα. Η ίδια έμαθε ότι η επιταγή δεν ήταν εντάξει τη δεύτερη μέρα, όταν πήγε στο γραφείο του διευθυντή που είναι γνωστός της, και αυτός μίλησε τηλεφωνικώς στην παρουσία της με τον Μ.Κ.4, ο οποίος ανέφερε ότι ουδέποτε έκδωσε τέτοια επιταγή. Ο διευθυντής είπε στον Μ.Κ.4 ότι η κατηγορουμένη θα έπαιρνε το ποσό και ότι ήταν εκεί μαζί του. Τότε ο διευθυντής είπε στην κατηγορουμένη να πάει στην αστυνομία να παραδώσει τον εαυτό της, και αυτή πήγε στην αστυνομία και έδωσε κατάθεση. Ο Μamoun εν τω μεταξύ εξαφανίστηκε. Η κατηγορουμένη τον έπαιρνε τηλέφωνο αλλά αυτός δεν ανταποκρινόταν, και αργότερα η αστυνομία της είπε να συνεργαστούν για να βρουν τον Μamoun. Σε κάποιο στάδιο η κατηγορουμένη μίλησε τηλεφωνικώς μαζί του, και, με οδηγίες της αστυνομίας, δεν του είπε για την υπόθεση αλλά του ζήτησε να διευθετήσουν ραντεβού. Αυτός της είπε ότι τον συνέλαβαν και βρισκόταν στην Συρία. Η κατηγορουμένη τον ρώτησε τι έκανε με την επιταγή και του είπε ότι είναι ένας μεγάλος κλέφτης και την έβαλε σε μπελάδες γιατί δεν ήξερε ότι η επιταγή ήταν κλεμμένη. Η ίδια δεν αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος, αλλά θα έπαιρνε το ποσό των 400 ευρώ που είχε προηγουμένως δώσει στον Μamoun από τον δικό της λογαριασμό και της είπε ότι θα της έδινε ακόμα 500 ευρώ για τη βοήθεια που του πρόσφερε. Κατά την αντεξέταση της η κατηγορουμένη αρχικά υιοθέτησε τις 2 καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία, Τεκμήρια 1 και
  8. Είπε ακόμα ότι την επίδικη μέρα ο Μamoun της ζήτησε δύο πράγματα την ίδια ώρα, τον γιατρό και την επιταγή, και έτσι ενεργώντας βιαστικά και επιπόλαια, της έδειξε την επιταγή γρήγορα και αυτή δεν φορούσε τα γυαλιά της για να βλέπει από κοντά ούτε και σκέφτηκε εκείνη την ώρα να τα φορέσει για να τη διαβάσει. Η κατηγορουμένη ανέφερε επίσης ότι η ίδια είναι λήπτρια δημόσιου βοηθήματος, λόγω αδυναμίας εργασίας της και ασθενείας, και λυπήθηκε τον Μamoun που ήταν χωρίς φαγητό και στέγη και σκέφτηκε να τον φιλοξενήσει και να κάνει μία καλή πράξη. Είχε ενημερώσει μάλιστα το Γραφείο Ευημερίας και το Γραφείο Εργασίας για την περίπτωση του για να τον βοηθήσουν. Σε υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι στην κατάθεση της η κατηγορουμένη αναφέρει ότι όταν ο Μamoun της έδωσε την επιταγή, σε αυτή αναγραφόταν το ποσό αριθμητικά, η υπογραφή και η ημερομηνία, ενώ στην προφορική της μαρτυρία κατά την κύρια εξέταση της είπε ότι μόνο το ποσό και η υπογραφή ήταν συμπληρωμένα, η κατηγορουμένη είπε ότι ήταν συγχυσμένη για το τι είπε στην κατάθεση της, θυμάται ότι είπε για το ποσό και την υπογραφή, αλλά είπε τέλος ότι πρέπει να έχει αναφέρει αυτά που περιέχονται στην κατάθεση της. Επίσης, υποβλήθηκε στην κατηγορουμένη ότι στην κατάθεση της είπε ότι πήγε μόνη στην τράπεζα, ενώ στην κύρια εξέταση της ανέφερε ότι πήγε με τον Μamoun, εμμένοντας ότι ο Μamoun την πήρε στην τράπεζα με το αυτοκίνητο του, και προβάλλοντας τη δικαιολογία ότι δεν θυμάται τι είπε στην αστυνομία, καθότι έχει αμνησία, αλλά έκλαιγε με λυγμούς, ήταν σοκαρισμένη και δεν καταλάβαινε τι έκανε όταν έδινε κατάθεση εκείνη τη μέρα. Ακόμα η κατηγορουμένη επέμενε ότι ο Μamoun την επισκέφθηκε το μεσημέρι, και όχι νύκτα, όπως αναφέρεται στην κατάθεση της, αναγνωρίζοντας ότι πιθανόν να έκανε λάθος όταν το είπε αυτό στην κατάθεση της. Επέμενε ακόμα ότι ο Μamoun την είδε το μεσημέρι της μιας μέρας, αλλά την επομένη πήγαν στην τράπεζα και μετά στον γιατρό. Η κατηγορουμένη επανέλαβε ότι δεν γνώριζε ότι η επιταγή ανήκε στον Μ.Κ.4, και ούτε τον πήρε τηλέφωνο όταν το έμαθε, λέγοντας ότι ένιωθε προσβεβλημένη και έκλαιγε για 3-4 ώρες. Σύμφωνα με την κατηγορουμένη, αυτή δεν τηλεφώνησε στον Μ.Κ.4 για να ρωτήσει κατά πόσο είχε εργοδοτήσει τον Μamoun, ο οποίος της είχε πει ότι θα πήγαινε στην Πάφο για να δουλέψει με τον Μ.Κ.4 ή αλλού. Στην κατάθεση της η κατηγορουμένη δεν αναφέρει τις λεπτομέρειες για το τι αφορούσε η επίδικη επιταγή, όπως της είχε πει ο Μamoun για τον Εγγλέζο κ.λ.π., καθότι ήταν συγχυσμένη και ταραγμένη και δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τα γεγονότα. Μετά όμως ηρέμησε και μπορούσε να θυμηθεί τι έγινε. Η κατηγορουμένη είπε ότι είδε το όνομα της εταιρείας την ώρα που πήγε στην τράπεζα. Παραδέχθηκε ότι η ίδια έγραψε το ποσό ολογράφως και το όνομα της στην επιταγή, όταν πήγε στο κατάστημα της τράπεζας στο Εφτάπατο, δεν φορούσε τα γυαλιά της, αλλά κατάφερε να γράψει το ποσό και το όνομα της λέγοντας ότι ξέρει να τα γράφει αυτά. Αρνήθηκε ότι γνώριζε ότι η επιταγή ήταν του Μ.Κ.
  9. Τέλος, η κατηγορουμένη αναφέρθηκε στο τηλεφώνημα της με τον Μamoun, που έγινε στις 30.4.2008, όπως είπε και στην κύρια εξέταση της. Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής της υπέβαλε τη θέση ότι στις 31.7.2008 και ώρα 09.30 υπάρχει καταχώρηση στο ημερολόγιο ενεργείας του σταθμού από τον αστ. 3936 ότι αυτή του είπε ότι έλαβε τηλεφώνημα από τον Μamoun και της είπε ότι βρίσκεται στην Συρία, τη ρώτησε αν άνοιξε τον λογαριασμό και τα χρήματα είναι κατατεθειμένα εκεί, και της ζήτησε να του στείλει πρόσκληση για να έρθει στην Κύπρο. Η κατηγορουμένη είπε ότι δέχθηκε τηλεφώνημα πριν από τις 31.7.2008, αλλά δεν θυμόταν την αναφορά σε πρόσκληση, λέγοντας ότι δεν θυμόταν λεπτομέρειες για το τι είπε στην αστυνομία και ίσως έχει αμνησία. Κατά την αγόρευση του ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί και στηριχθεί στη μαρτυρία που προσάχθηκε για την Κατηγορούσα Αρχή, η οποία είναι καθόλα συνεπής και ολοκληρωμένη. Ήταν η θέση του κ. Αργυρού ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει τη μαρτυρία της κατηγορουμένης, καθότι αυτή παρουσιάζει αντιφάσεις με τις καταθέσεις της προς την αστυνομία και δεν παρουσιάζει λογική και συνοχή. Ο κ. Αργυρού εισηγήθηκε ότι από τα γεγονότα της υπόθεσης, διαφαίνεται ότι η κατηγορουμένη επέδειξε αμέλεια ή γνώριζε οπωσδήποτε ότι η επιταγή προέρχεται από τον Μ.Κ.4 ή ότι δεν είχε νόμιμο λόγο να την εξαργυρώσει, έτσι ώστε οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει να έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης, ο οποίος εξέφρασε τη θέση ότι η μαρτυρία της κατηγορουμένης συνάδει πλήρως με τις 2 καταθέσεις της, και η ίδια εξ αρχής παραδέχθηκε ότι έγραψε το όνομα και το ποσό ολογράφως επί της επιταγής, όμως η ίδια δεν συνδέεται με επιστημονική μαρτυρία με την υπογραφή ή το ποσό αριθμητικά. Μάλιστα, όταν έμαθε ότι η επιταγή ήταν κλοπιμαία, μόνη της πήγε στην αστυνομία και έδωσε κατάθεση για το τι έγινε. Ο κ. Κονναρής ισχυρίστηκε ότι η κατηγορουμένη ενήργησε με αφέλεια, και δεν είναι λογικό να κατέθετε την επιταγή αν γνώριζε ότι αυτή ήταν κλοπιμαία. Ήταν η θέση του κ. Κονναρή ότι αυτή η μαρτυρία δεν είναι ικανή να αποδώσει γνώση στην κατηγορουμένη ότι η επίδικη επιταγή που κυκλοφόρησε ήταν πλαστή, και επομένως θα πρέπει να απαλλαγεί και αθωωθεί και στις 3 κατηγορίες που αντιμετωπίζει. 'Όπως αναφέρεται πιο πάνω, μεγάλο μέρος της μαρτυρίας που προσάχθηκε για την Κατηγορούσα Αρχή κατατέθηκε εκ συμφώνου από τις δύο πλευρές, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, και επομένως δεσμεύει τόσο τις δύο πλευρές όσο και το Δικαστήριο. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Γιαννίδης v. Αστυνομίας

(2002)2 Α.Α.Δ.
  1. Επίσης η μαρτυρία του Μ.Κ.1 γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη στο σύνολο της, καθότι αυτή ουδόλως αμφισβητήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης, και ο μάρτυρας περιορίστηκε στην αναφορά όλων των ενεργειών του στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης και σε κάποιες διευκρινίσεις κατά την αντεξέταση του, με σαφήνεια και αντικειμενικότητα. Ο Μ.Κ.2 με την σειρά του δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση και η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Ο εν λόγω μάρτυρας υιοθέτησε την κατάθεση του προς την αστυνομία, στην οποία εξιστορεί τα γεγονότα όπως περιέπεσαν στην αντίληψη του εν όψει της ιδιότητας του, αναγνωρίζοντας τα τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου, και γενικά η θέση του αποτέλεσε κοινή βάση των γεγονότων, είναι ανεξάρτητη και κρίνεται αξιόπιστη στο σύνολο της. Η Μ.Κ.3 και πάλι περιορίστηκε στην υιοθέτηση της δικής κατάθεσης προς την αστυνομία και την αναγνώριση των τεκμηρίων ενώπιον του Δικαστηρίου, δίνοντας πλήρη και λεπτομερή περιγραφή όλων των γεγονότων που αφορούν τις ενέργειες της κατηγορουμένης, εφόσον αυτή είχε άμεση εμπλοκή και γνώση λόγω της ιδιότητας στης στην τράπεζα. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η εκδοχή της αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, ειδικότερα σε σχέση με τις συνθήκες παρουσίασης της επιταγής σε αυτή από την κατηγορουμένη και ποια στοιχεία της επιταγής ήταν συμπληρωμένα κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα, και η αντεξέταση της ουσιαστικά αφορούσε απλή επιβεβαίωση της θέσης της μάρτυρα για τον λόγο αδυναμίας εξαργύρωσης της επιταγής λόγω του ύψους του ποσού. Επισημαίνω ακόμα ότι η μαρτυρία της Μ.Κ. 3 συνάδει πλήρως με τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, στον βαθμό βέβαια που οι δύο είχαν κοινή εμπλοκή στην όλη διαδικασία, και γενικά καταλήγω ότι η Μ.Κ. 3 ήταν καθ΄ όλα ειλικρινής, αντικειμενική και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Τέλος, αποδέχομαι ότι ο Μ.Κ.4 κατέθεσε με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο και φάνηκε ότι ήθελε να αποκαλύψει όλα όσα γνώριζε για την παρούσα υπόθεση με αντικειμενικότητα και υπευθυνότητα. Δεν δίστασε να αναφέρει ότι δεν ήταν βέβαιος για ορισμένα γεγονότα, όπως την ακριβή ημερομηνία κατά την οποία τον επισκέφθηκε ο Παλαιστίνιος και ακόμα την ημερομηνία κλοπής του φύλλου επιταγής από το βιβλιάριο επιταγών της εταιρείας του. Ακόμα, ο ίδιος πίστωσε την κατηγορουμένη με άγνοια, δείχνοντας έτσι ότι ο ίδιος κράτησε μία ουδέτερη στάση αναφορικά με την όλη υπόθεση κλοπής, πλαστογραφίας και κυκλοφορίας της επιταγής του, που δείχνει ότι κατέθεσε με αμεροληψία και η μαρτυρία του στο σύνολο της γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε για την Κατηγορούσα Αρχή κρίνεται αξιόπιστη στο σύνολο της και επομένως γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η κατηγορουμένη με την σειρά της δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο για την αλήθεια των όσων έλεγε. Η κατηγορουμένη περιέπεσε σε πολλές αντιφάσεις στο πλαίσιο της προφορικής της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και αυτή αντιφάσκει σε αρκετά σημεία με τις καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία και υιοθέτησε ως αληθείς. Ακόμα, η κατηγορουμένη παρουσίασε μία κάπως συγχυσμένη και κατά συνέπεια αντικρουόμενη εκδοχή για διάφορα θέματα που αφορούν την υπόθεση, και μάλιστα κάποιες θέσεις της δεν συνάδουν με τη λογική. Η θέση της κατηγορουμένης για τον τρόπο γνωριμίας της με τον Μαμούν και τις συνθήκες φιλοξενίας του στο σπίτι της, ομολογουμένως, προκαλούν έκπληξη προς το Δικαστήριο. Επίσης, δημιουργούνται κάποια ερωτήματα αναφορικά με τη λογική και το βάσιμο των ενεργειών και της αντίδρασης της κατηγορουμένης, η οποία φιλοξένησε τον Μαμούν, και όταν ο ίδιος της είπε ότι πήγε στην Πάφο, έμεινε εκεί για ένα μήνα, χωρίς η κατηγορουμένη να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του για να μάθει τι έγινε ούτε και να δείξει ενδιαφέρον γι΄ αυτόν, παρά μόνο παρουσιάζει τον Μαμούν να επιστρέφει μετά από ένα μήνα και να πηγαίνει στην κατηγορουμένη με την επίδικη επιταγή. Επίσης η κατηγορουμένη είπε αρχικά ότι γνώρισε τον Μαμούν περί τον Απρίλιο - Μάιο 2008 για να πει αμέσως μετά τον Ιούλιο
  2. Η θέση της κατηγορουμένης ότι δεν γνώριζε τι απέγινε το θέμα εργοδότησης του Μαμούν στον Μ.Κ.4 παρουσιάζεται κάπως διαφοροποιημένη στην κατάθεση της, Τεκμήριο 1, καθότι σε αυτή αναφέρει ότι ο Μαμούν είχε τηλεφωνήσει στον Μ.Κ.4 ο οποίος τον προσέλαβε στην Πάφο και γι΄ αυτό ο Μαμούν πήγε να διαμείνει πλέον στην Πάφο. Κατά την αντεξέταση της η κατηγορουμένη δίνει διαφορετική εκδοχή, λέγοντας ότι ο Μαμούν της είπε μόνο ότι θα πήγαινε στην Πάφο γα να δουλέψει είτε στον Μ.Κ.4 είτε αλλού. Ενώ στην κατάθεση της, Τεκμήριο 1, η κατηγορουμένη δεν κάνει αναφορά κατά πόσο ρώτησε τον Μαμούν για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η επίδικη επιταγή περιήλθε στα χέρια του, εν τούτοις στη δεύτερη της κατάθεση, Τεκμήριο 2, αναφέρεται σε αυτό το θέμα, λέγοντας ότι ρώτησε τον Μαμούν πού βρήκε την επιταγή και αυτός της είπε ότι αυτή αφορούσε κάποια εργασία που θα κάνει στο μέλλον στην Πάφο χωρίς να της δώσει περισσότερα στοιχεία. Αυτή η εκδοχή παρουσιάστηκε διαφοροποιημένη τόσο κατά την κύρια εξέταση της όσο και κατά την αντεξέταση της. Ειδικότερα, στην κύρια εξέταση της η κατηγορουμένη είπε ότι, όταν ο Μαμούν της πήρε την επιταγή, αυτή τον ρώτησε απευθείας αν εργάστηκε με τον Μ.Κ.4 και της είπε ότι τον απέλυσε, και μετά η κατηγορουμένη τον ρώτησε πώς βρέθηκε η επιταγή στα χέρια του και αυτός της είπε ότι έκανε καινούργιο συμβόλαιο με ένα Εγγλέζο για ένα ξενοδοχείο στην Πάφο και μία πισίνα, και η επιταγή αφορούσε το κτίσιμο και να βρει 10 ανθρώπους να εργοδοτήσει. Η κατηγορουμένη ρώτησε πού ήταν το συμβόλαιο και ο Μαμούν της είπε ότι βρισκόταν στην Πάφο. Κατά την αντεξέταση της, όμως, η κατηγορουμένη είπε ότι ουδέποτε διερωτήθηκε κατά πόσο ο Μαμούν εργοδοτήθηκε στον Μ.Κ.
  3. Κληθείσα να σχολιάσει αυτές τις διαφορετικές θέσεις της, η κατηγορουμένη είπε ότι ήταν πολύ συγχυσμένη και ταραγμένη κατά την ώρα που έδινε κατάθεση στην αστυνομία, ενώ μετά ηρέμησε και είχε τον χρόνο να σκεφτεί τι έγινε, θέση η οποία προβλήθηκε αρκετές φορές όταν τέθηκε ενώπιον αντιφατικών θέσεων και δηλώσεων της. Στην προφορική της μαρτυρία η κατηγορουμένη επέμενε ότι ο Μαμούν πήγε το μεσημέρι στο σπίτι της με την επιταγή και ότι ο Μαμούν την πήρε στην τράπεζα με το αυτοκίνητο του, ενώ στην κατάθεση της, Τεκμήριο 1, λέγει ότι ο Μαμούν πήγε στις 21.45 το βράδυ στο σπίτι της με την επιταγή και αναφέρει ότι πήγε στην τράπεζα χωρίς να αναφερθεί στον Μαμούν, αφήνοντας να νοηθεί ότι πήγε χωρίς την συνοδεία του Μαμούν. Αυτό είναι ακόμα ένα θέμα στο οποίο η κατηγορουμένη, όταν ρωτήθηκε από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής για την αντίφαση που παρατηρείται, επικαλέστηκε την σύγχυση της και την αμνησία της για το τι είπε στην κατάθεση της. Περαιτέρω, η κατηγορουμένη στην κατάθεση της, Τεκμήριο 1, αναφέρει ότι όταν ο Μαμούν της έδωσε την επιταγή, σε αυτή υπήρχαν γραμμένα η ημερομηνία, το ποσό αριθμητικά και η υπογραφή. Κατά την προφορική της μαρτυρία, τόσο στην κύρια εξέταση της όσο και κατά την αντεξέταση της, η κατηγορουμένη είπε ότι στην επιταγή ήταν γραμμένα το ποσό και η υπογραφή, παραλείποντας την αναφορά στην ημερομηνία. Όταν ρωτήθηκε γι΄ αυτό, η κατηγορουμένη αντέδρασε με τον ίδιο χαρακτηριστικό τρόπο, λέγοντας ότι ήταν συγχυσμένη για το τι είπε στην αστυνομία, ενώ θυμόταν ότι είπε ότι η επιταγή ήταν κενή με γραμμένα μόνο το ποσό και την υπογραφή. Όμως, δεν αμφισβήτησε ότι το έχει πει αυτό στην αστυνομία, όπως καταγράφεται στην κατάθεση της. Ακόμα, έκπληξη προκάλεσε η θέση της κατηγορουμένης ότι δεν μπορούσε να διαβάσει τα γραφόμενα επί της επιταγής επειδή δεν φορούσε τα γυαλιά της, αλλά ήταν σε θέση να συμπληρώσει τόσο το όνομα όσο και το ποσό ολογράφως χωρίς γυαλιά. Με βάση και τα Τεκμήρια 10 και 11, διαφαίνεται ότι η κατηγορουμένη αποκτά ικανοποιητική όραση όταν φορά τα γυαλιά της, και είναι άξιο απορίας πώς η κατηγορουμένη, χωρίς να φορά τα γυαλιά της, να καταφέρει να γράψει τόσο το όνομα της όσο και το ποσό ολογράφως επί της επιταγής και πάνω στις γραμμές. Θεωρώ ότι η δικαιολογία που πρόβαλε δεν είναι ικανοποιητική και αυτή η θέση της δεν είναι απόλυτα ορθή, και μάλιστα αντικρούεται από τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 ότι όταν η κατηγορουμένη παρουσίασε την επιταγή, τόσο το όνομα της όσο και το ποσό ολογράφως βρίσκονταν γραμμένα στην επιταγή, έτσι ώστε αυτή η θέση της κατηγορουμένης να μην πείθει το Δικαστήριο για την αλήθεια της. Ακόμα και η αναφορά της στον Μαμούν μετά το επίδικο συμβάν και την επικοινωνία που είχαν μεταξύ τους παρουσιάζει αντιφάσεις. Στην κύρια εξέταση της η κατηγορουμένη αναφέρθηκε σε τηλεφωνική επικοινωνία της με τον Μαμούν, κατά την οποία της είπε ότι τον συνέλαβε η αστυνομία και βρίσκεται στην Συρία, και μάλιστα η ίδια η κατηγορουμένη μίλησε για ένα σενάριο που της είχε εισηγηθεί η αστυνομία για τον τρόπο που θα του μιλούσε. Κατά την αντεξέταση της, η κατηγορουμένη αναφέρθηκε στην τηλεφωνική τους συνομιλία κατά την οποία είπε ότι ο Μαμούν τη ρωτούσε για τα χρήματα και ότι πήγε στην Συρία και να του στείλει τα χρήματα εκεί. Τέλος, στην αναφορά του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής για την καταχώρηση στο ημερολόγιο ενεργείας από τον αστ. 3936 για το θέμα αυτό, η κατηγορουμένη αρχικά αρνήθηκε ότι μίλησε για πρόσκληση του Μαμούν για να έρθει στην Κύπρο, ενώ μετά είπε ότι ίσως λόγω αμνησίας να ξέχασε τι έγινε και δεν απέκλεισε να το είπε αυτό στον εν λόγω αστυνομικό. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, δεν ικανοποιούμαι ότι η κατηγορουμένη κατέθεσε με κάθε ειλικρίνεια για τα επίδικα γεγονότα και έτσι αδυνατώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της. Επομένως, τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης, βασίζονται στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία κρίθηκε αξιόπιστη στο σύνολο της, και είναι τα ακόλουθα. Στις 28.7.2008, η Μαρία Χριστοφή, Μ.Κ.3, εργαζόταν στο ταμείο του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου στην οδό Αρχ. Μακαρίου, αριθμό 258, Εφτάπατο στη Λεμεσό. Εκεί προσήλθε η κατηγορουμένη και της παρουσίασε την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 6, για το ποσό των 70.000 ευρώ και με δικαιούχο την ίδια, δηλαδή την Αλεξάνδρα Δημητριάδου. Εκδότης της επιταγής ήταν η εταιρεία X&P KLEANTHOUS DEVELOPERS LTD. Η Μ.Κ. 3 ζήτησε από την κατηγορουμένη να της παρουσιάσει την ταυτότητα της, πράγμα το οποίο και έπραξε. Η κατηγορουμένη ζήτησε από τη Μ.Κ. 3 όπως της εξαργυρώσει την εν λόγω επιταγή αλλά η ίδια της είπε ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει λόγω του ύψους του ποσού, το οποίο υπερέβαινε το όριο που δικαιούνταν να εξαργυρώσουν στο ταμείο, και η Μ.Κ. 3 ενημέρωσε αμέσως τον υπεύθυνο συναλλαγών της Τράπεζας, τον κ. Άγγελο Παναγιώτου, Μ.Κ. 2, ο οποίος έδωσε οδηγίες στη Μ.Κ. 3 ότι το μόνο που μπορούσε να γίνει ήταν να ανοιχθεί λογαριασμός στο όνομα της κατηγορουμένης και το ποσό να κατατεθεί εκεί μέχρι την εκκαθάριση της επιταγής. Η Μ.Κ. 3 το ανέφερε στην κατηγορουμένη, η οποία συμφώνησε, κι έτσι η Μ.Κ. 3 άνοιξε τον λογαριασμό με αριθμό 0342-00-007499-00 στο όνομα της τελευταίας και έκανε κατάθεση το εν λόγω ποσό. Σχετικό είναι το βιβλιάριο Ταμιευτηρίου του εν λόγω λογαριασμού που ανοίχθηκε και στον οποίο φαίνεται η κατάθεση του ποσού των 70.000 ευρώ στις 28.7.2008, Τεκμήριο
  4. Όταν η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε στη Μ.Κ. 3 από την κατηγορουμένη, στο μπροστινό μέρος της ήταν γραμμένα από προηγουμένως τα ονοματεπώνυμο της, το ποσό ολογράφως, η ημερομηνία, υπογραφή και το ποσό αριθμητικά. Η Μ.Κ. 3 σφράγισε την επιταγή στο μπροστινό μέρος, ενώ στο πίσω μέρος έγραψε τον αριθμό του λογαριασμού που ανοίχθηκε στο όνομα της κατηγορουμένης. Η Μ.Κ. 3 έστειλε αυθημερόν την επιταγή στην Υπηρεσία Εκκαθάρισης Επιταγών στη Λευκωσία, μέχρι την εκκαθάριση της που χρειάζεται μερικές μέρες. Η επιταγή σφραγίστηκε από την εν λόγω Υπηρεσία στις 30.7.2008 με ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής STOP PAYMENT». Η κατηγορουμένη διατηρούσε ακόμα ένα λογαριασμό ταμιευτηρίου με αριθμό 0110-05-102343 και υπόλοιπο 165 ευρώ, και για πρώτη φορά πήγε στο εν λόγω υποκατάστημα της Τράπεζας. Η κατηγορουμένη γεννήθηκε στο Σουδάν και διέμενε εκεί, ενώ από το 2000 διαμένει μόνιμα στην Κύπρο. Ο πατέρας της κατάγεται από την Κύπρο και η μητέρα της από την Ελλάδα. Ο Ξενοφών Κλεάνθους, Μ.Κ. 4, διαμένει στη Λεμεσό και είναι εργολάβος οικοδομών. Γνώρισε την κατηγορουμένη το 1983 όταν μετέβη στο Σουδάν για επαγγελματικούς λόγους σε σχέση με την επιχείρηση που διατηρούσε εκεί. Τον Φεβρουάριο 1985 ήρθαν μαζί στην Κύπρο και η κατηγορουμένη διέμενε στο σπίτι του πατέρα του Μ.Κ. 4 στην Πάφο, και αφού είδε τους δικούς της, μετά από 10 μέρες, επέστρεψε στο Σουδάν. Περίπου μία βδομάδα πριν τις 29.7.2008, η κατηγορουμένη τηλεφώνησε στον Μ.Κ. 4 και του είπε ότι συζεί με κάποιον Παλαιστίνιο ο οποίος είναι κτίστης και έψαχνε δουλειά και τον παρακάλεσε να τον προσλάβει. Ο Μ.Κ. 4 της είπε ότι δεν χρειαζόταν υπαλλήλους, όμως η κατηγορουμένη του ζήτησε να τον δει και αν ήθελε να τον προσλάβει. Τρεις μέρες περίπου πριν τις 29.7.2008, το εν λόγω πρόσωπο πήγε στον Μ.Κ. 4 στο εργοτάξιο του στην Πάφο αλλά ο Μ.Κ. 4 του είπε ότι προσλαμβάνει άτομα που έχουν άδεια να εργάζονται. Αυτός του είπε ότι είναι πολιτικός πρόσφυγας και έφυγε. Εκεί στο εργοτάξιο ο Μ.Κ. 4 είχε το αυτοκίνητο του ανοικτό και εντός αυτού τον χαρτοφύλακα του και το βιβλιάριο επιταγών στην μπροστινή θέση του συνοδηγού. Στις 29.7.2008 ο Μ.Κ. 4 έλαβε ένα τηλεφώνημα από την Τράπεζα Κύπρου κατά πόσο είχε εκδώσει επιταγή για το ποσό των 70.000 ευρώ στην Αλεξάνδρα Δημητριάδου ημερ. 28.7.
  5. Ο Μ.Κ. 4 αρνήθηκε κάτι τέτοιο και αφού έλεγξε το βιβλιάριο επιταγών του, αντιλήφθηκε ότι το φύλλο με τον επίδικο αριθμό επιταγής έλειπε από το βιβλιάριο, κάτι το οποίο αντιλήφθηκε μόλις εκείνη την στιγμή. Επομένως ο Μ.Κ. 4 έδωσε οδηγίες στην υπάλληλο της Τράπεζας να μην εξαργυρώσει την επιταγή, και αφού μετέβη στη Λεμεσό, επισκέφθηκε το υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου και είδε την επίδικη επιταγή όπου αναγνώρισε ότι τα γράμματα επ΄ αυτής και η υπογραφή στη θέση του εκδότη δεν είναι δικά του. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Μ.Κ. 4 ουδέποτε έδωσε στην κατηγορουμένη δικαίωμα πρόσβασης στο βιβλιάριο επιταγών του ούτε και γνώσης ή χρήσης της υπογραφής του. Μετά από αυτό το συμβάν, ο Μ.Κ.4 επικοινώνησε με την κατηγορουμένη όμως αυτή του είπε ότι δεν ήθελε να έχουν οποιαδήποτε επαφή, και από τότε δεν έχουν επαφή. Η υπόθεση καταγγέλθηκε στην αστυνομία, και ο αστ. 3936 Φίλιππος Ανδρέου, του ΤΑΕ Λεμεσού, Μ.Κ. 1, ανέλαβε τη διερεύνηση της. Στις 29.7.2008 ο Μ.Κ. 1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη, Τεκμήριο 1, και ακολούθως την συνέλαβε. Αφού της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, η κατηγορουμένη απάντησε «Εγώ ξεγελάστηκα». Λήφθηκαν δείγματα γραφής, με την συγκατάθεση της, Τεκμήριο 4, στις 22.8.2008 ο Μ.Κ. 1 έλαβε την επιταγή από την Τράπεζα, Τεκμήριο 6, και στις 24.8.2008 έλαβε δείγματα γραφής από τον Μ.Κ. 4, με την συγκατάθεση του, Τεκμήριο
  6. Την 1.9.2008 ο Μ.Κ. 1 παρέδωσε τα Τεκμήρια 4, 5 και 6 στη Γ/Αστ. Μ. Αττεσλή του ΤΑΕ Λεμεσού, η οποία με την σειρά της τα παρέδωσε αυθημερόν στο Εργαστήριο Γραφολογίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας. Ο αστ. 3284 Στ. Νικολάου εξέτασε τα επίδικα τεκμήρια και ετοίμασε Έκθεση Πραγματογνώμονα, ημερ. 9.9.2008, Τεκμήριο 8, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα. Η γραφή στις θέσεις «ΠΛΗΡΩΣΤΕ» και «ΕΥΡΩ» έγινε από την Αλεξάνδρα Δημητριάδου. Οι αριθμοί που φαίνονται στο μπροστινό μέρος της επιταγής του ποσού και της ημερομηνίας δεν ανήκουν ούτε στην Αλεξάνδρα Δημητριάδου ούτε και στον Ξενοφώντα Κλεάνθους. Η υπογραφή στο πίσω μέρος της επιταγής είναι γνήσια υπογραφή της Αλεξάνδρας Δημητριάδου. Η υπογραφή του εκδότη δεν είναι γραμμένη με ταχύτητα αλλά παρουσιάζει στοιχεία προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του Ξενοφώντα Κλεάνθους από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή του, γεγονός που καθιστά αδύνατο τον καθορισμό του προσώπου που την έκανε. Στις 28.9.2008 ο Μ.Κ. 1 έλαβε συμπληρωματική ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη, Τεκμήριο 2, και ακολούθως την κατηγόρησε γραπτώς. Αφού της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, η κατηγορουμένη απάντησε «Δεν το ήξερα και ξεγελάστηκα από τον Mamoun». Η γραπτή κατηγορία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η επίδικη επιταγή βρέθηκε στην κατοχή της κατηγορουμένης, και αφού δεν έχω αποδεχθεί τη δική της μαρτυρία ως αξιόπιστη, το Δικαστήριο περιορίζεται στο εύρημα ότι η κατηγορουμένη έλαβε την επίδικη επιταγή από τον εν λόγω Παλαιστίνιο, Mamoun Fuad Mustafa. Όταν δε η κατηγορουμένη πήγε στην τράπεζα για να λάβει το ποσό της επιταγής παρουσιάζοντας την στην Μ.Κ.2, σε αυτή αναγράφονταν όλα τα στοιχεία που ήδη αναφέρονται πιο πάνω στα ευρήματα του Δικαστηρίου, με βάση τη μαρτυρία της Μ.Κ.
  8. Τέλος, βρίσκω ακόμα ότι η κατάσταση των ματιών και της όρασης της κατηγορουμένης είναι όπως αυτή περιγράφεται στα Τεκμήρια 10 και 11, σύμφωνα με τα οποία για να έχει η κατηγορουμένη ικανοποιητική κοντινή όραση πρέπει να φορά τα γυαλιά που αναφέρονται στα εν λόγω τεκμήρια. Η δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου βασίζεται στο άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος γνωρίζει και θέτει σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος....» Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, είναι αδιαμφισβήτητο ότι κατά την επίδικη ημερομηνία η κατηγορουμένη έθεσε σε κυκλοφορία την επίδικη επιταγή, και συγκεκριμένα την παρουσίασε στη Μ.Κ.2 ζητώντας όπως λάβει το χρηματικό ποσό των 70.000 ευρώ που αναγραφόταν σε αυτή. Εκείνο που απομένει να αποδειχθεί είναι η γνώση της κατηγορουμένης ότι η εν λόγω επιταγή ήταν πλαστογραφημένη, και κατά συνέπεια η πρόθεση καταδολίευσης με την κυκλοφορία αυτής, στοιχεία τα οποία η υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι δεν έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει η παραδεκτή μαρτυρία του εμπειρογνώμονα αστ. 3284 Στ. Νικολάου, στην Έκθεση του, Τεκμήριο 8, ότι η γραφή στην υπογραφή εκ μέρους του εκδότη και του ποσού των 70.000 αριθμητικά δεν μπορούν να συνδεθούν με την κατηγορουμένη, ενώ η γραφή στο όνομα του δικαιούχου και του ποσού ολογράφως αποδίδονται στην ίδια, όπως άλλωστε ήταν και η θέση της κατηγορουμένης εξ αρχής και δόθηκε τόσο στην αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο. Η εκδοχή της κατηγορουμένης ότι η ίδια έγραψε το όνομα της και το ποσό ολογράφως όταν ήδη βρισκόταν στην τράπεζα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, για τον λόγο ότι αυτή αντικρούεται με τη θέση της Μ.Κ.2, η οποία κρίθηκε αξιόπιστη, και έτσι τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ανάλογα, όπως αναφέρεται πιο πάνω. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η επιταγή βρέθηκε στην κατοχή της κατηγορουμένης και ποια στοιχεία ήταν αναγραφόμενα επί αυτής όταν την παρέλαβε περιγράφηκαν μόνο από την ίδια, όμως η μαρτυρία της δεν κρίθηκε αξιόπιστη και επομένως απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Επομένως το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τις συνθήκες παραλαβής της επίδικης επιταγής από την κατηγορουμένη. Το μόνο που αποδέχθηκα είναι τη θέση της ότι ο Μαμούν παρουσίασε την επιταγή στην κατηγορουμένη και την έδωσε σε αυτή με την παράκληση να την παρουσιάσει στην τράπεζα και να την εξαργυρώσει. Επομένως ελλείπει άμεση μαρτυρία που να αποδεικνύει τη γνώση της κατηγορουμένης ότι η επίδικη επιταγή ήταν πλαστογραφημένη, και το Δικαστήριο θα πρέπει να ανατρέξει σε περιστατική μαρτυρία που να αποδεικνύει αυτό το στοιχείο. Ως προς τον τρόπο απόδειξης της γνώσης με περιστατική μαρτυρία, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Φανιέρος v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104, και το ακόλουθο απόσπασμα: «Όπως ορθά έχει επισημανθεί στην υπόθεση Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, 295, επειδή το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορούμενου, μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αν οι εξηγήσεις του κατηγορούμενου δημιουργούν αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη της γνώσης, θα πρέπει να αθωωθεί. Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο απέρριψε, για πολύ καλούς λόγους, τις εξηγήσεις που έδωσε ο εφεσείων. Στην πραγματικότητα οι εξηγήσεις, όπως αναφέρει και η πρωτόδικη απόφαση, ήταν εν πολλοίς αντιφατικές και καθόλου πειστικές. Αντίθετα, καταλήγει η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας που προσήχθη από την κατηγορούσα αρχή, δεν μπορούσε να είναι συμβατή με οποιαδήποτε άλλη λογική ερμηνεία της μαρτυρίας. Η φύση και η σημασία της περιστατικής μαρτυρίας έχουν αναλυθεί από τη νομολογία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 55, οι διαζευκτικές πιθανότητες κατά την προσέγγιση της περιστατικής μαρτυρίας, θα πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται εύλογα από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλιώς τα Δικαστήρια θα καλούνται θα εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιόν τους, κάτι που δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Έργο της κατηγορούσας αρχής παραμένει βέβαια πάντοτε η απόδειξη της ενοχής κάθε κατηγορούμενου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η βασική αρχή, όπως εξάγεται από τη νομολογία, είναι ότι σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες η ενοχή του κατηγορούμενου στηρίζεται καθ' ολοκληρίαν ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία, το Δικαστήριο πρέπει σαν θέμα νομικό να αποφασίσει, όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά ακόμα ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα, από το ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με το να δίδονται από τον κατηγορούμενο λογικοφανείς, έστω, εξηγήσεις, οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές και απορρίπτονται από το Δικαστήριο ως αναληθείς, αδυνατίζει το τελικό συμπέρασμα της ενοχής του. Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορούμενου μόνο όταν τεκμηριώνεται ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του (Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, 120). Δεν βρίσκουμε οτιδήποτε τρωτό στη συλλογιστική που ακολουθήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο. Η μαρτυρία την οποία αποδέκτηκε δεν μπορούσε να οδηγήσει σε οποιαδήποτε άλλη λογική εξήγηση πλην της ενοχής του εφεσείοντα. Εν πάση περιπτώσει, η εκδοχή που έδωσε ο εφεσείων απορρίφθηκε ως αντιφατική και μη αληθής. Ακόμα μπορεί να σημειωθεί πως, η μαρτυρία του αφήνει πολλά ερωτηματικά, σε ορισμένα μάλιστα σημεία, τείνει σε απόδειξη της γνώσης και της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος». Επίσης παραπέμπω στην πιο πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παναγιώτη Νικολάου, Ποιν. Έφεση αρ. 212/2009, ημερ. 10.11.2010, για το ίδιο θέμα. Το Δικαστήριο έχει ενώπιον του τα ακόλουθα δεδομένα, τα οποία καλείται να αξιολογήσει για να καταλήξει κατά πόσο αυτά είναι ικανά να αποδώσουν γνώση του γεγονότος της πλαστογραφίας της επιταγής στην κατηγορουμένη. Δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει με οποιονδήποτε τρόπο την κατηγορουμένη με τις συνθήκες κλοπής της επίδικης επιταγής, ούτε και έχει τεθεί μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι αυτή γνώριζε ότι η υπογραφή στο όνομα του εκδότη ήταν πλαστογραφημένη και έγινε εν αγνοία και χωρίς την εξουσιοδότηση του φερόμενου ως εκδότη. Έχοντας βέβαια απορρίψει τη μαρτυρία της κατηγορουμένης, αδυνατώ να αποδεχθώ τη θέση της για τη μη δυνατότητα ανάγνωσης του ονόματος του εκδότη επί της επιταγής και για την έλλειψη γνώσης από μέρους της για το όνομα της εταιρείας του Μ.Κ.
  1. Το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να συμπεράνει με βάση τη μαρτυρία ενώπιον του, η οποία προέρχεται από την ίδια την κατηγορουμένη, ότι η κατηγορουμένη γνώριζε ότι ο Μαμούν πήγε να δει τον Μ.Κ.4, επομένως ήρθαν σε επαφή και μάλιστα υπήρχε το ενδεχόμενο ο Μαμούν να εργάστηκε σε αυτόν. Στο στάδιο παρουσίασης της επίδικης επιταγής από τον Μαμούν στην κατηγορουμένη, οποιοδήποτε συμπέρασμα για τη δυνατότητα της κατηγορουμένης να αναγνώσει το όνομα του εκδότη είναι αυθαίρετο και απλή εικασία. Όμως, υπάρχει το εύρημα του Δικαστηρίου ότι η κατηγορουμένη σε κάποιο στάδιο συμπλήρωσε τα κενά της επιταγής με το όνομα της και το ποσό ολογράφως, πριν την παρουσίαση αυτής στην τράπεζα, επομένως ήταν σε θέση να αναγνώσει το περιεχόμενο αυτής και να δει το όνομα του εκδότη. Παρόλο που δεν μπορώ να προβώ σε ασφαλές εύρημα ότι η κατηγορουμένη γνώριζε το όνομα της εταιρείας του Μ.Κ.4, εν τούτοις θεωρώ ότι από την στιγμή που είδε το όνομα του εκδότη που αναγράφεται σε αυτή «X&P KLEANTHOUS DEVELOPERS LTD», και γνωρίζοντας ότι ο Μ.Κ.4 είχε εταιρεία που κατασκεύαζε οικοδομές, εύλογα έπρεπε να της εγερθούν υποψίες ότι αυτή πρόκειται για την εταιρεία του Μ.Κ.
  2. Επομένως, έστω και με τη δική της θέση ότι ο Μαμούν της είπε ότι εργάστηκε για λίγο καιρό στον Μ.Κ.4 και ότι η επιταγή αφορούσε ένα συμβόλαιο με Εγγλέζο, διαφαίνεται ότι η κατηγορουμένη δεν ικανοποιήθηκε με την απάντηση του Μαμούν αφού μάλιστα ζήτησε το συμβόλαιο, το οποίο ο Μαμούν της είπε ότι βρισκόταν στην Πάφο. Θεωρώ ότι με αυτά τα δεδομένα, η κατηγορουμένη δεν ικανοποιήθηκε με τις εξηγήσεις που της έδωσε ο Μαμούν αναφορικά με την προέλευση της επιταγής και πώς αυτή βρέθηκε στα χέρια του, και ηγέρθησαν κάποια ερωτήματα και υποψίες αναφορικά με το αληθές της θέσης του. Αρκέστηκε βέβαια στα όσα της είπε και προχώρησε να ικανοποιήσει το αίτημα του Μαμούν. Θεωρώ ότι οι υποψίες είναι το μοναδικό εύλογο συμπέρασμα στο οποίο το Δικαστήριο μπορεί να προβεί. Οι απλές υποψίες, όμως, που ηγέρθησαν στην κατηγορουμένη δεν είναι τέτοιας φύσης και βαθμού που να αποδίδουν την απαιτούμενη γνώση στην κατηγορουμένη που χρειάζεται για να στηριχθεί η κατηγορία της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και που να την καθιστούν ικανοποιητική μαρτυρία για απόδειξη της ενοχής της αναφορικά με το στοιχείο της γνώσης. Η πιθανότητα ο Μαμούν να της έλεγε ψέματα πρέπει να πέρασε από το μυαλό της κατηγορουμένης, αλλά αυτή δεν φαίνεται «να μετατράπηκε ποτέ σε γνώση, πεποίθηση ή έστω σοβαρή υποψία», φράση η οποία χρησιμοποιήθηκε στην απόφαση στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 424, που αφορούσε μεταξύ άλλων αδικήματα συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, πλαστογραφίας επιταγής, κυκλοφορίας πλαστών επιταγών και απόσπασης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η εν λόγω απόφαση είναι αρκετά διαφωτιστική καθότι περιέχει αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με την απόδειξη του στοιχείου της γνώσης, και εκεί το Εφετείο ανέτρεψε τις πρωτόδικες αποφάσεις και ακύρωσε τις καταδίκες για τον λόγο ότι έκρινε ότι η μαρτυρία δεν ήταν ικανή για τη διάγνωση της γνώσης εκ μέρους των εφεσειόντων. Τέλος, επιθυμώ να αναφερθώ στην υπόθεση Safiullah v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 472, στην οποία αποφασίστηκε ότι η εθελοτυφλία είναι ικανή να αποδώσει γνώση. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα: «Ακόμα η εθελοτυφλία ενός κατηγορούμενου είναι ποινικά κολάσιμη. Στο Criminal Law Review
(1989)σελ.212, αναφέρονται τα εξής: Commentary. A requirement of knowledge is sometimes held to be satisfied by proof of "willful blindness" as where "the defendant had deliberately shut his eyes to the obvious or refrained from inquiry because he suspected the truth but did not want to have his suspicion confirmed:" Westimnster City Council v. Croyalgrange
(1986)2 All E.R. 353 at p. 539 (H.L.).» Με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, και όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω, δεν ικανοποιούμαι ότι οι υποψίες της κατηγορουμένης είναι τέτοιου βαθμού που ισοδυναμούν με τόσο σοβαρή υποψία της για την πλαστογραφία της επιταγής που ηθελημένα έκλεισε τα μάτια και δεν ρώτησε οτιδήποτε περαιτέρω τον Μαμούν για να μην επιβεβαιώσει τις υποψίες της. Θεωρώ ότι στην κατηγορουμένη πέρασε από το μυαλό ότι ο Μαμούν πιθανόν να μην της είπε όλη την αλήθεια για την επιταγή αλλά όχι στον βαθμό που απαιτείται για να αποδώσει στην κατηγορουμένη τέτοια υποψία που να θεωρηθεί ότι η κατηγορουμένη ήθελε να αποφύγει να επιβεβαιώσει ότι η επιταγή ήταν κλοπιμαία και πλαστογραφημένη. Η γραμμή αυτή είναι λεπτή, όμως δεν ικανοποιούμαι ότι μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια σε εύρημα για τη γνώση της κατηγορουμένης, έχοντας βέβαια υπόψη και το βάρος απόδειξης σε ποινικές υποθέσεις, που είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο καταλήγει ότι δημιουργούνται κάποιες σκιές σε σχέση με την όλη συμπεριφορά της κατηγορουμένης για το θέμα της γνώσης, όμως δεν είναι τέτοιες που να οδηγούν στο μόνο εύλογο συμπέρασμα ότι η κατηγορουμένη γνώριζε για το πλαστό της επίδικης επιταγής. Αντίθετα το Δικαστήριο διατηρεί κάποιες αμφιβολίες αναφορικά με την στάση της κατηγορουμένης, οι οποίες επενεργούν προς όφελος της και δεν είναι ικανές να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου αναπόφευκτα συμπαρασύρει και την τρίτη κατηγορία, που αφορά το αδίκημα της απόπειρας απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 366, 367, 297 και 298 του Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε, εφόσον και πάλι η γνώση είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο για τη διάπραξη του αδικήματος όσον αφορά τις ψευδείς παραστάσεις. Τέλος, καταλήγω ότι ούτε η πρώτη κατηγορία έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Από την στιγμή που κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί το στοιχείο της γνώσης της κατηγορουμένης για το ουσιαστικό αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, δεν μπορεί αυτή να έχει συμφωνήσει να διαπράξει τέτοιο αδίκημα. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον της κατηγορουμένης στον απαιτούμενο βαθμό. Ως εκ τούτου, η κατηγορουμένη απαλλάσσεται και αθωώνεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .................. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου/απόπειρα απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.