← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Irina Cibotari, Αρ. Υπόθεσης: 6375/11, 10 Ιουνίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Irina Cibotari, Αρ. Υπόθεσης: 6375/11, 10 Ιουνίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B127 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Eνώπιον: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6375/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Irina Cibotari, από τη Μολδαβία Κατηγορουμένης --------------------- Ημερομηνία: 10 Ιουνίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Κατηγορουμένη παρούσα γι' αυτή ο κ. Χ"Λοίζου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, και συγκεκριμένα του Ρουμάνικου δελτίου ταυτότητας με αριθμό ΔΧ196425, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α),335 και 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Η μαρτυρία που προσάχθηκε για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής συνοψίζεται στα ακόλουθα. Στις 14.4.2011 και περί ώρα 10.20 ο αστ. 2544 Μιχάλης Τζιάζας, της ΥΑΜ Λεμεσού, Μ.Κ.2, μετέβη με άλλους αστυνομικούς στην καφετερία-take away με την ονομασία «ΓΡΗΓΟΡΗΣ Μικρογεύματα» στην οδό Ανδρέα Θεμιστοκλέους στη Λεμεσό. Κατόπιν δεκάλεπτης παρακολούθησης ο Μ.Κ.2 αντιλήφθηκε δύο κοπέλες να απασχολούνται εντός του υποστατικού, η μία να ασχολείται με την ετοιμασία σάντουιτς και να εξυπηρετεί πελάτες του καταστήματος και η άλλη να βρίσκεται στο ταμείο και να διεκπεραιώνει διάφορες συναλλαγές. Περί ώρα 10.30 ο Μ.Κ.2 μαζί με τους άλλους συναδέλφους του εισήλθαν εντός του καταστήματος και μετέβηκαν στο μέρος της αλλοδαπής που ασχολείτο με την ετοιμασία φαγητού και ο Μ.Κ.2 έκανε έλεγχο των στοιχείων της. Ακολούθως ο Μ.Κ.2 ζήτησε από τη δεύτερη κοπέλα που βρισκόταν στο μέρος, και την οποία αναγνώρισε ως την κατηγορουμένη, να του παρουσιάσει στοιχεία της ταυτότητας της. Αυτή ανέφερε στον Μ.Κ.2 ότι είναι Ρουμάνα υπήκοος και ονομάζεται Cibotari Irina, ημερ. γέννησης 30.2.1984, παρουσιάζοντας ένα Ρουμάνικο δελτίο ταυτότητας με αριθμό ΧΗ196425, Τεκμήριο 4, και λέγοντας ότι είναι υπεύθυνη του μέρους. Ηγέρθησαν υποψίες στον Μ.Κ.2 ότι η ταυτότητα που η κατηγορουμένη του παρουσίασε ήταν πλαστή και αυτή κλήθηκε και προσήλθε στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Λεμεσού για σχετικό έλεγχο. Ο Μ.Κ.2 διενήργησε εκ νέου έλεγχο μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή και διαπίστωσε ότι η κατηγορουμένη βρίσκεται στην Κύπρο με τα στοιχεία Cibotari Irina, ως Μολδαβή υπήκοος, ημερ. γέννησης 30.2.1984, αρ. διαβατηρίου Α1385367, αρ. Δ.Ε.Α. 5489581, αρ. φακ. Α04-09111, της οποίας τα στοιχεία εντοπίζονται στον κατάλογο Stop-List ως αναζητούμενο πρόσωπο με ημερ. καταχώρησης 4.11.2009, καθότι εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής και εργασίας της και έκτοτε διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία. Σε έλεγχο της Ρουμανικής ταυτότητας που διενήργησε ο Μ.Κ.2, στη μηχανή υπεριωδών ακτινών (uv light), αυτή δεν φαινόταν να αντιδρά φυσιολογικά και εκ πρώτης όψεως φαινόταν πλαστή. Αμέσως μετά ο Μ.Κ.2 την πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραττε, μεταξύ άλλων της πλαστογραφίας και της πλαστοπροσωπείας, και αφού της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτή απάντησε «I am from Romania». Η κατηγορουμένη παρέδωσε επίσης το Μολδαβικό διαβατήριο της με αριθμό Α
  2. Ο Μ.Κ.2 παρέδωσε το Ρουμάνικο δελτίο ταυτότητας και το Μολδαβικό διαβατήριο της κατηγορουμένης στη Γ/Αστ. 939 του ΤΑΕ Λεμεσού. Ο Μ.Κ.2 πρόσθεσε κατά την αντεξέταση του ότι η κατηγορουμένη του παρέδωσε αρχικά το Ρουμάνικο δελτίο ταυτότητας, ενώ του παρέδωσε το Μολδαβικό διαβατήριο της σε μεταγενέστερο στάδιο και αφού ο Μ.Κ.2 της το ζήτησε. Τόσο στο δελτίο ταυτότητας όσο και στο διαβατήριο το όνομα, το επίθετο και η ημερομηνία γέννησης της κατηγορουμένης ήταν τα ίδια. Η Γ/Αστ. 939 Μ. Φράγκου, του ΤΑΕ Λεμεσού, στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, παρέδωσε τη Ρουμάνικη ταυτότητα στον αστ. 1807 Μαρίνο Περικλέους, του ΤΑΕ Λεμεσού, Μ.Κ.1,ο οποίος με την σειρά του την παρέδωσε στη Γ/Αστ. 2635 του Εργαστηρίου Εξέτασης Εντύπων και Εκτυπώσεων Ασφαλείας για τη διενέργεια επιστημονικών εξετάσεων αναφορικά με τη γνησιότητα της, μαζί με την Αίτηση για Επιστημονική Εξέταση Τεκμηρίων, Έντυπο Αστ. 161, Τεκμήριο
  3. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε επίσης έγχρωμο αντίγραφο της ταυτότητας που παρέδωσε στην ΥΠΕΓΕ ως Τεκμήριο 2, και επιβεβαίωσε ότι, ως εξεταστής της υπόθεσης, τα στοιχεία αναφορικά με το όνομα, επίθετο και ημερομηνία γέννησης της κατηγορουμένης ήταν τα ίδια στην ταυτότητα και το διαβατήριο. Επίσης ο Μ.Κ.2 είπε ότι εξέταζε υπόθεση πλαστογραφίας λόγω του ότι η κατηγορουμένη παρουσίασε πλαστό έγγραφο και γι' αυτό δεν προέβη σε άλλες εξετάσεις. Τέλος, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι η κατηγορουμένη συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα και δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, και στο οποίο καταγράφεται η απάντηση της κατηγορουμένης «Δεν ήξερα τέτοια πράγματα». Στις 14.4.2011 και ώρα 16.20 στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, η Γ/Αστ. 939, με τη βοήθεια διερμηνέα, συνέλαβε την κατηγορουμένη δυνάμει του δικαστικού εντάλματος σύλληψης, Τεκμήριο 3, και ακολούθως έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη. Η ανακριτική κατάθεση της κατηγορουμένης στη μητρική της γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 και η πιστή μετάφραση αυτής στην Ελληνική κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. Η Α/Λοχ. 40 Χρίστη Χριστοφίδου, του Εργαστηρίου Εξέτασης Εντύπων και Εκτυπώσεων Ασφαλείας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Εξετάσεων της Αστυνομίας, Μ.Κ.3, διενήργησε την επιστημονική εξέταση του Τεκμηρίου 4 για τη διαπίστωση της γνησιότητας του, και ετοίμασε σχετική Έκθεση Πραγματογνώμονα, ημερ. 20.4.2011, η οποία αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης της, Έγγραφο
  5. Σε αυτή αναφέρεται ότι η Μ.Κ.4 εξέτασε το Τεκμήριο 4 και το σύγκρινε με αντίστοιχο γνήσιο δείγμα δελτίου ταυτότητας της Ρουμανίας, που υπάρχει στην συλλογή του Εργαστηρίου. Η Μ.Κ.4 καταλήγει στην Έκθεση της ότι «Το υπό αμφισβήτηση Δελτίο Ταυτότητας δεν περικλείει τα απαραίτητα στοιχεία/δικλείδες ασφαλείας και κατά τη γνώμη μου πρόκειται για εξ ολοκλήρου πλαστό έγγραφο». Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι τα ακαδημαικά προσόντα, η πείρα και η εμπειρογνωμοσύνη της μάρτυρα αποτέλεσαν παραδεκτό γεγονός από τις δύο πλευρές, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου. Η Μ.Κ.3 κατέθεσε στο Δικαστήριο τον Συγκριτικό Πίνακα, Τεκμήριο 8, και επεξήγησε αναλυτικά τον τρόπο σύγκρισης και κατάληξης των συμπερασμάτων της. Ειδικότερα, η Μ.Κ.3 ανέφερε τα ακόλουθα. Ακολούθησε την συγκριτική μέθοδο, συγκρίνοντας το υπό αμφισβήτηση έγγραφο με το αντίστοιχο γνήσιο δείγμα, με τη χρήση του απαραίτητου τεχνικού εξοπλισμού, μικροσκοπίου και εξειδικευμένου συστήματος με ειδικό φωτισμό. Η Μ.Κ.3 διαπίστωσε ότι το εν λόγω δελτίο ταυτότητας δεν έφερε τα ενδεδειγμένα στοιχεία ασφαλείας και ως εκ τούτου ήταν εξ ολοκλήρου πλαστό έντυπο. Οι βασικές δικλίδες ασφαλείας έγκεινται στη διαφορά της αντανάκλασης κάτω από υπεριώδη φωτισμό και στη μέθοδο εκτύπωσης. Η Μ.Κ.3, με αναφορά στο Τεκμήριο 8, είπε ότι το γνήσιο δείγμα δελτίου ταυτότητας της Ρουμανίας εκτυπώνεται σε εκτυπωτή ψηλής ποιότητας τύπου Laser, σε αντίθεση με το αμφισβητούμενο δελτίο ταυτότητας που εκτυπώθηκε σε εκτυπωτή χαμηλής ποιότητα τύπου Inject. Η διαφορετικότητα στο είδος του εκτυπωτή φαίνεται στην ευκρίνεια, καθαρότητα και πυκνότητα των κόκκων που σχηματίζουν τα εμβλήματα και τις φωτογραφίες. Κατόπιν εξέτασης με το μικροσκόπιο, διαφάνηκε ότι στο γνήσιο δείγμα τα σχήματα και εμβλήματα διαμορφώνονται με τη χρήση μικροσκοπικών κόκκων Laser, ενώ στο αμφισβητούμενο δελτίο ταυτότητας έγινε χρήση 4 ειδών μελανιού και όχι κόκκων από εκτυπωτή Inject. Επίσης, με τη χρήση μικροσκοπίου, παρατηρείται διαφορά στον εκτυπωτή αλλά και στον χρωματισμό, καθότι στο γνήσιο δείγμα χρησιμοποιείται διχρωμία στον κόκκο για να σχηματιστεί η φωτογραφία, ενώ στο αμφισβητούμενο δελτίο ταυτότητας ο χρωματισμός είναι τελείως διαφορετικός. Με τη βοήθεια εξειδικευμένου εξοπλισμού και με σύγκριση κάτω από υπεριώδη φωτισμό, που έχει την ιδιότητα να εμφανίζει κάποια ειδικά μελάνια που γίνονται ορατά κάτω από τον συγκεκριμένο φωτισμό, τα γνήσια έντυπα απορροφούν τον υπεριώδη φωτισμό δίνοντας μία σκουρόχρωμη εικόνα εκτύπωσης, ενώ το αμφισβητούμενο δελτίο αντανακλά τον υπεριώδη φωτισμό και δίνει μία πιο ανοιχτόχρωμη άσπρη εικόνα. Τέλος, τα μελάνια του γνήσιου εγγράφου είναι κίτρινο και πράσινο, και ψηλής ποιότητας, και, παρόλο που δεν είναι ορατά σε κανονικό φωτισμό, γίνονται ορατά και φθορίζουν κάτω από το συγκεκριμένο φωτισμό, ενώ το αμφισβητούμενο δελτίο έχει μελάνια χαμηλής ποιότητας που φθορίζουν σε κάποιο βαθμό αλλά δεν έχουν την ενδεδειγμένη ευκρίνεια, καθαρότητα ή χρωματισμό όπως φέρει το γνήσιο έντυπο. Η Μ.Κ.3 είπε ότι οι εκτυπωτές τύπου Laser και Inject υπάρχουν διαθέσιμοι προς πώληση στην ελεύθερη αγορά. Επίσης είπε ότι όλα τα έγγραφα ασφαλείας υποχρεώνονται από τον διεθνή οργανισμό ICAO να έχουν κάποια πρότυπα και τα κράτη μέλη της Ευρωπαικής Ένωσης ακολουθούν Οδηγίες όσον αφορά δικλίδες ασφαλείας με μίνιμουμ στοιχεία που πρέπει να περικλείουν τα έγγραφα. Το αμφισβητούμενο έγγραφο δεν συνάδει με αυτά τα πρότυπα. Η Μ.Κ.3 ανέφερε κατά την αντεξέταση της ότι δεν είναι αναγκαίο να αποστέλλεται το αμφισβητούμενο δελτίο στη Ρουμανία προς εξέταση της γνησιότητας του, καθότι το Εργαστήριο διαθέτει τον εξειδικευμένο εξοπλισμό για τη διενέργεια της εν λόγω εξέτασης. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης για τον λόγο ότι ελλείπει μαρτυρία αναφορικά με την συμμετοχή της στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου, τη γνώση της για την πλαστότητα του, και τέλος την πλαστότητα του εγγράφου. Ήταν η θέση του κ. Χαζηλοίζου ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.3 έχει κενά για να αποδείξει την πλαστότητα του επίδικου δελτίου ταυτότητας, ενώ με βάση τη θέση της κατηγορουμένης, όπως αυτή περιέχεται στην κατάθεση της, για τον λόγο απόκτησης Ρουμάνικης ταυτότητας αντικρούονται οι ισχυρισμοί της Κατηγορούσας Αρχής περί πλαστότητας του εγγράφου. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο οποίος ανέφερε ότι η μαρτυρία που προσάχθηκε για την Κατηγορούσα Αρχή, και ειδικότερα αυτή της Μ.Κ.3, ουδόλως αμφισβητήθηκε και είναι ικανή να αποδείξει τα συστατικά των αδικημάτων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Ο κ. Αργυρού εξέφρασε την άποψη ότι η θέση της κατηγορουμένης ότι κατάγεται από τη Μολδαβία είναι αρκετή στο στάδιο αυτό να την υποχρεώσει να προβάλει την υπεράσπιση της. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας, δηλαδή του καταρτισμού πλαστού εγγράφου, δηλαδή του επίδικου Ρουμάνικου δελτίου ταυτότητας. Το άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, αναφέρει ότι «πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης». Το άρθρο 333 καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η πλαστογράφηση εγγράφου, και η παραγράφος (α) αναφέρει ότι «καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα». Μάλιστα το άρθρο 334 αναφέρει πότε τεκμαίρεται η πρόθεση καταδολίευσης σε σχέση με το αδίκημα της πλαστογραφίας. Η πρόθεση καταδολίευσης ερμηνεύεται στην Αγγλική υπόθεση Welham v. DPP

(1960)1 All E.R. 805, η οποία υιοθετήθηκε στις Κυπριακές υποθέσεις Petris v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40, Georghiou v. The Republic
(1984)2 C.L.R.65 και Ioannou v. The Police
(1985)2 C.L.R. 14. Στην υπόθεση Georghiou v. The Republic (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι η πρόθεση καταδολίευσης δεν συναρτάται απαραίτητα με την πρόκληση οικονομικής ζημιάς ή άλλης βλάβης. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «The object of forgerers is, generally, it was observed, to benefit themselves; injury to their victims is of secondary importance. To our mind the principal object of forgerers possessed of the requisite criminal intent, is to alter a picture of things to their advantage. If, by virtue of this deception, another person is induced to act to his detriment, as earlier defined, then the crime of forgery is committed.» Επίσης παραπέμπω στο σύγγραμμα «Blackstone's Criminal Practice 2007», παρ. Β6.32, σελ. 450, όπου γίνεται ανάλυση της πρόθεσης που είναι απαραίτητο να αποδειχθεί στην περίπτωση πλαστογραφίας. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: «..but however it is made, it must be proved that it was made with the specified 'double intention': it must be proved that the accused intended both that the instrument would be accepted as genuine and that someone would therefore ac to his own or another's prejudice. It is a specific intent; recklessness or foresight will not suffice (Garcia
(1988)Crim. L.R. 115). » Με μιαν αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε για την Κατηγορούσα Αρχή, και χωρίς να υπεισέρχομαι σε υποκειμενική αξιολόγηση αυτής ούτε και σε οποιαδήποτε ευρήματα ή συμπεράσματα, καταλήγω ότι παρόλο που υπάρχει μαρτυρία που να στοιχειοθετεί την πλαστότητα του επίδικου δελτίου ταυτότητας, εν τούτοις ελλείπει μαρτυρία που να συνδέει με οποιονδήποτε τρόπο την κατηγορουμένη με τις συνθήκες κατάρτισης του εγγράφου, οι οποίες παραμένουν άγνωστες προς το Δικαστήριο. Η μαρτυρία για την κατοχή του επίδικου δελτίου ταυτότητας από την κατηγορουμένη από μόνη της δεν είναι ικανή να την συνδέσει με την κατάρτιση αυτού. Η συμμετοχή της κατηγορουμένης με οποιονδήποτε τρόπο στην κατάρτιση του εν λόγω εγγράφου δεν μπορεί να εξαχθεί από το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, έτσι ώστε να μην δικαιολογείται η κλήση της κατηγορουμένης σε απολογία για να καλύψει τα κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Επίσης, αναφέρω ότι ούτε η κατάθεση της κατηγορουμένης ούτε και η απάντηση της τόσο στον Μ.Κ.2 όσο και στη Γ/Αστ. 939 , κατά την σύλληψη της, περιέχουν οτιδήποτε που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ενοχοποιητικό εναντίον της αναφορικά με την κατηγορία της πλαστογραφίας. Με αυτή τη διαπίστωση, καταλήγω ότι ελλείπει μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τα συστατικά της πρώτης κατηγορίας, για την οποία η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Αντίθετα, με μια απλή θεώρηση του συνόλου της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, ικανοποιούμαι ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία, έτσι ώστε αυτή να κληθεί σε απολογία. Ως εκ τούτου, η κατηγορουμένη απαλλάσσεται και αθωώνεται στην πρώτη κατηγορία. Η κατηγορουμένη καλείται να προβάλει την υπεράσπιση της αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία. (Υπ.)............... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: ποινική/ενδιάμεση απόφαση/εκ πρώτης όψεως υπόθεση Αναφορά: Πλαστογραφία/κυκλοφορία πλαστού εγγράφου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.