← Κύπρος

Δήμος Δημοσθένους ν. Αντρούλλας Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 16584/09, 17.06.11

Δήμος Δημοσθένους ν. Αντρούλλας Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 16584/09, 17.06.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B129 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16584/09 Δήμος Δημοσθένους v. Αντρούλλας Ιωάννου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 17.06.11 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Αλ. Γαβριηλίδης μαζί με κ. Κ. Κωνσταντινίδη Για Κατηγορούμενη: κος Α. Μαθηκολώνης Κατηγορούμενη: παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατηγορείται ότι κατά ή περί τις 15.12.08 στη Λεμεσό εξέδωσε προς τον παραπονούμενο την επιταγή υπ' αριθμό 12302133 της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμιδιών ημερομηνίας 15.03.09 για το ποσό των €10.000,00, η οποία, ενώ παρουσιάστηκε στον προαναφερόμενο πιστωτικό οργανισμό κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίαση. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από δύο μάρτυρες, ήτοι από τον παραπονούμενο, Δήμο Δημοσθένους (ΜΚ1) και από τον υπεύθυνο των τρεχουμένων λογαριασμών της πρώην Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμιδιών και νυν Ταμιευτηρίου Λεμεσού, Αντώνη Σκαρπάρη (ΜΚ2) ενώ παράλληλα κατατέθηκαν 4 τεκμήρια και 3 τεκμήρια προς αναγνώριση. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης για την κατηγορία που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να την αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Συγκεκριμένα, είναι η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει ότι ο λόγος μη εξόφλησης της επίδικης επιταγής, που είναι ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, είναι η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, όπως προβάλλεται μέσα από τις λεπτομέρειες. Κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο ο λόγος επιστροφής της επιταγής χωρίς να πληρωθεί είναι η παγοποίηση του λογαριασμού από τον οποίον προέρχεται εξαιτίας της προγενέστερης καταχώρησης του στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (στο εξής καλείται το 'Κ.Α.Π.') όχι όμως λόγω της εν λόγω επιταγής. Δίδοντας τη δική του ερμηνεία ως προς το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154 και με αναφορά στη σημασία της διαφοράς ενός παγοποιημένου λογαριασμού (frozen account) από ένα κλειστό λογαριασμό (closed account) και σε συνάρτηση με την προβαλλόμενη θέση του ότι η επίδικη επιταγή δεν εξοφλήθηκε λόγω είτε ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων είτε επειδή ο λογαριασμός του εκδότη της επιταγής ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της στο πιστωτικό ίδρυμα αλλά συνεπεία του γεγονότος ότι ο λογαριασμός ήταν καταχωρημένος στο Κ.Α.Π. όχι εξαιτίας της επίδικης επιταγής, ο κύριος Μαθηκολώνης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι υπάρχει νομικό κενό στο νόμο ο οποίος, όπως ο ίδιος είπε, δεν φαίνεται να καλύπτει την περίπτωση αυτή. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο, το Δικαστήριο δεν μπορεί να παρομοιάσει τον 'κλειστό λογαριασμό' με τον 'παγοποιημένο λογαριασμό' καθότι θα έπρεπε να υπήρχε συγκεκριμένη ερμηνευτική διάταξη. Προχωρώντας ένα βήμα πιο κάτω ο κύριος Μαθηκολώνης ισχυρίστηκε πως η δεύτερη σφραγίδα του πιστωτικού οργανισμού, ήτοι αυτή με την ένδειξη 'Να παρουσιασθεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα', είναι πληροφοριακού περιεχομένου αφού και να υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό η εν λόγω επιταγή και πάλι θα επιστρέφετο χωρίς να πληρωθεί λόγω καταχώρησης του λογαριασμού από τον οποίον προέρχεται στο Κ.Α.Π. Ένας επιπλέον λόγος που κατά την άποψη του κυρίου Μαθηκολώνη δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης είναι επειδή η επιταγή της ΣΠΕ Πολεμιδιών, στη βάση της οποίας περιστρέφεται το κατ' ισχυρισμό αδίκημα, δεν αποτελεί επιταγή εντός της έννοιας του νόμου. Επικαλούμενος το λεκτικό του άρθρου 4 του Κεφ.154, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε πως αυτό δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι αφορά επιταγές των συνεργατικών πιστωτικών εταιρειών με αποτέλεσμα κατά το συνήγορο να υπάρχει και εδώ νομικό κενό. Περαιτέρω, ο συνήγορος της κατηγορουμένης ευσεβάστως εισηγήθηκε πως η μαρτυρία του παραπονούμενου είναι τόσο αναξιόπιστη που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει την πελάτιδα του. Με αναφορά σε νομικά συγγράμματα αλλά και σε κυπριακή και ξένη νομολογία, ο κύριος Μαθηκολώνης ισχυρίστηκε πως ο παραπονούμενος κατασκεύασε την υπόθεση του και επιχείρησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο με σκοπό να αποκομίσει όφελος. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο, η συμπεριφορά αυτή του παραπονούμενου οδηγεί σε κατάχρηση της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου που αγγίζει τα όρια της περιφρόνησης. Από την άλλη, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτή αγόρευση που υπέβαλε προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, απέρριψε κατηγορηματικά όλες τις θέσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου της κατηγορουμένης. Ειδικότερα, ο κύριος Γαβριηλίδης δήλωσε πως τα περί κατάχρησης της διαδικασίας, ψευδορκίας και παραπλάνησης του Δικαστηρίου από μέρους του παραπονούμενου είναι προδήλως αβάσιμα επικαλούμενος προς υποστήριξη του επιχειρήματος του αποσπάσματα από την εκδοχή του παραπονουμένου, όπως αυτή τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς και έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Αυτό που έχει σημασία είπε ο εν λόγω συνήγορος στη συνέχεια είναι ότι, με εξαίρεση το λόγο μη πληρωμής, όλα τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται η κατηγορούμενη δεν αμφισβητούνται. Επίσης, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής διευκρίνισε πως δεν υπάρχει νομικό κενό στο Κεφ.154 αναφορικά με το ζήτημα του παγοποιημένου λογαριασμού. Αναγνωρίζοντας ότι όντως ο συγκεκριμένος λογαριασμός της κατηγορουμένης ήταν παγοποιημένος, διευκρίνισε ότι, είτε είχε είτε όχι επαρκή υπόλοιπα, δεν υπήρχαν κεφάλαια προς διάθεση για να πληρωθεί η επίδικη επιταγή ένεκα αυτού του καθεστώτος. Παράλληλα, ο κύριος Γαβριηλίδης ευσεβάστως υπέβαλε στο Δικαστήριο πως η επίδικη επιταγή φέρει σχετικές σφραγίδες του πιστωτικού οργανισμού επί του οποίου εκδόθηκε οι οποίες, χωρίς να συγκρούονται μεταξύ τους και χωρίς η μία σφραγίδα να αναιρεί την άλλη, αποτελούν μαχητό τεκμήριο. Ακολούθως, με αναφορά στα εδάφια 1 και 7 του άρθρου 305Α του Κεφ.154 ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ισχυρίστηκε πως ο όρος 'επιταγή' καλύπτει και επιταγές που προέρχονται από λογαριασμούς των συνεργατικών πιστωτικών εταιρειών και ως εκ τούτου κανένα κενό δεν υπάρχει στην εν λόγω νομοθεσία σε σχέση με το θέμα αυτό. Καταλήγοντας, ο εν λόγω συνήγορος, αφού απέρριψε τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης περί αναξιοπιστίας της μαρτυρίας του παραπονούμενου σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει την κατηγορούμενη, εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης για το αδίκημα που κατηγορείται, την οποία, όπως υποστήριξε, το Δικαστήριο πρέπει να καλέσει σε απολογία. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Ευγένειος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:- "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο θα εξετάσει σε αυτό το στάδιο την υπάρχουσα μαρτυρία αντικειμενικά, χωρίς δηλαδή να υπεισέρχεται σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής. Θα εξετάσει ακόμη όλα τα επιπρόσθετα ζητήματα που ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν σημειωθεί πιο πάνω. Κατ' αρχήν θα πρέπει ν' αναφερθεί ότι σύμφωνα με την έκθεση του αδικήματος, η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει το αδίκημα της έκδοσης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154. Ειδικότερα, το εν λόγω άρθρο αναφέρει τα εξής: "Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποίαν αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίαση της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές." Επίσης, το εδάφιο 3 του ιδίου άρθρου υποδεικνύει τ' ακόλουθα: "Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και μη σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωση του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του." Το δεν εδάφιο 7 του πιο πάνω άρθρου τονίζει τα εξής: "Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, 'πιστωτικό ίδρυμα', σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Η κατηγορούμενη να εκδώσει επιταγή, (β) η οποία επιταγή κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, (γ) παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, (δ) δεν εξοφλείται, (ε) λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, (στ) και παραμένει απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της. Το Δικαστήριο θα εξετάσει πρώτα τη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης περί ψευδορκίας και παραπλάνησης του Δικαστηρίου από μέρους του παραπονούμενου καθώς και αναξιοπιστίας της μαρτυρίας του σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει την κατηγορούμενη, συμπεριφορά που κατά την άποψη του κυρίου Μαθηκολώνη οδηγεί ταυτόχρονα σε κατάχρηση της διαδικασίας αγγίζοντας τα όρια περιφρόνησης του Δικαστηρίου. Έχω την ταπεινή άποψη πως η θέση αυτή του κυρίου Μαθηκολώνη είναι πρόωρη και δεν θα έπρεπε να τεθεί στο στάδιο αυτό. Ζητήματα όπως ψευδορκία και παραπλάνηση του Δικαστηρίου εξυπακούουν αξιολόγηση της μαρτυρίας και ευρήματα περί της αλήθειας της εκδοχής του παραπονούμενου, έργο με το οποίο το Δικαστήριο θα ασχοληθεί μετά την ολοκλήρωση εκδίκασης της υπόθεσης. Στα παραδείγματα που ο εν λόγω συνήγορος άντλησε από τη μαρτυρία του παραπονούμενου για να δικαιολογήσει τα πιο πάνω εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι θέσεις που ισχυρίζεται ο παραπονούμενος συγκρούονται μεταξύ τους με αποτέλεσμα να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ενώ υποβολές που έγιναν στον παραπονούμενο για να προωθηθούν οι θέσεις της κατηγορούμενης θεωρούνται αυτόματα ως αληθείς. Αυτό άπτεται καθαρά της αξιολόγησης όλης της μαρτυρίας που τελικά θα προσκομιστεί ενώπιον του δικαστηρίου, πράγμα που θα υλοποιηθεί μετά το πέρας της ακρόασης. Παράλληλα, εξετάζοντας αντικειμενικά και προκαταρκτικά τη μαρτυρία του παραπονούμενου δεν διαπιστώνω ζητήματα αναξιοπιστίας σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή, χωρίς βέβαια να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το κριτήριο περί αντινομίας ή στέρηση πειστικότητας ή εμφανώς αναξιοπιστίας μαρτυρίας σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο αφορά ολόκληρη τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής και όχι μόνο του παραπονούμενου. Ας σημειωθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει τεθεί από την κατηγορούσα αρχή και άλλη μαρτυρία από δεύτερο μάρτυρα, επί του οποίου ο κύριος Μαθηκολώνης δεν εγείρει τα ίδια ζητήματα. Οι δε αγγλικές και κυπριακές αποφάσεις που ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης προσκόμισε στο Δικαστήριο για να τεκμηριώσει νομικά τα προαναφερόμενα επιχειρήματα του διαφοροποιούνται από την παρούσα υπόθεση και ως εκ τούτου οι νομικές αρχές που πηγάζουν από αυτές δεν μπορούν, υπό τις παρούσες περιστάσεις και στο στάδιο αυτό, να τύχουν ανάλογης εφαρμογής. Στις εν λόγω αποφάσεις οι νομικές αρχές αναδύθηκαν μέσα από διαφορετικές συνθήκες και σε στάδιο όπου η συμπεριφορά που εκδηλώθηκε ήταν είτε πασιφανώς παράνομη και ψευδή είτε σε στάδιο εκδίκασης όπου υπήρχε η δυνατότητα για λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, πράγμα όμως που δεν συμβαίνει εδώ. Κατά συνέπεια, η θέση αυτή του ευπαιδεύτου συνηγόρου της κατηγορουμένης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση της θέσης του κυρίου Μαθηκολώνη ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων αφού ο λόγος επιστροφής της επιταγής χωρίς να πληρωθεί είναι η παγοποίηση του λογαριασμού από τον οποίον προέρχεται εξαιτίας της προγενέστερης καταχώρησης του στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (στο εξής καλείται το 'Κ.Α.Π.') όχι όμως λόγω της εν λόγω επιταγής. Με βάση το περιεχόμενο του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154, ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα είναι η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της επίδικης επιταγής. Έχω την ταπεινή άποψη πως η ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων προϋποθέτει δυνατότητα λειτουργίας του λογαριασμού από τον οποίον να γίνονται αναλήψεις και καταθέσεις και σε συνδυασμό με την ύπαρξη επαρκών υπολοίπων σ' αυτό να μπορεί να πληρωθεί η επιταγή. Η έννοια της 'έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων' εξηγήθηκε στην υπόθεση Wellfit Engineering Co Ltd v. Άκη Χαπίδη
(2004)2 Α.Α.Δ. 271 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε το σκεπτικό του πρωτόδικου δικαστηρίου, το οποίο επισήμανε, μεταξύ άλλων ότι, η ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων εξυπακούει τη δυνατότητα ανάληψης ή μεταφοράς κεφαλαίων από το λογαριασμό για πληρωμή της επιταγής. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την προαναφερόμενη απόφαση το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Είμαι της άποψης ότι ήταν υποχρέωση των κατηγορουμένων να προσκομίσουν μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο ως άνω λογαριασμός δεν ήταν καθ' οιονδήποτε τρόπο παγοποιημένος ή δεσμευμένος και ότι μπορούσαν να αναληφθούν κεφάλαια από αυτόν καθ' οιανδήποτε στιγμή. Ειδικότερα η ως άνω υποχρέωση των κατηγορουμένων πιστεύω ότι κατέστη αναπόφευκτη από τη στιγμή που η πλευρά του παραπονουμένου κατά την αντεξέταση του κατηγορουμένου αρ. 2 προέβαλε τη θέση ότι κι αν ακόμη υπήρχε πιστωτικός λογαριασμός αυτός ήταν δεσμευμένος και δε μπορούσαν να μεταφερθούν κεφάλαια από αυτόν για πληρωμή της επιταγής." Στην υπόθεση Πασχάλη κ.α. v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 283 τονίστηκε πως η αναφορά του άρθρου 305Α σε διαθέσιμα κεφάλαια είναι αναφορά στο σύνολο των κεφαλαίων του εκδότη στον πιστωτικό οργανισμό, πλην όμως το βάρος της κατηγορούσας αρχής να καταδείξει έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στα πλαίσια παρουσίασης της υπόθεσης της και στοιχειοθέτησης του εν λόγω συστατικού στοιχείου εξαντλείται είτε με μαρτυρία αρμοδίου υπαλλήλου του πιστωτικού οργανισμού ότι η επιταγή δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων (βλέπε Wellfit Engineering Co Ltd v. Άκη Χαπίδη
(2004)2 Α.Α.Δ. 271) είτε βέβαια με τη βοήθεια σχετικής σφραγίδας του εν λόγω οργανισμού το οποίο σύμφωνα με το εδάφιο 3 του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154 αποτελεί μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου της. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχουν σφραγίδες της Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών επί της επίδικης επιταγής που φέρουν την υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου και παράλληλα δηλώνουν ότι στις 23.06.09 όταν η επιταγή παρουσιάστηκε στην τράπεζα δεν μπορούσε να τιμηθεί επειδή ο λογαριασμός ήταν δεσμευμένος στο Κ.Α.Π. και ταυτόχρονα επειδή δεν είχε επαρκή υπόλοιπα. Οι σφραγίδες παρουσιάζουν τους δύο λόγους ως προς το γιατί δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κεφάλαια για να πληρωθεί η επιταγή. Αντικρίζονται μαζί με την μία σφραγίδα να συμπληρώνει την άλλη δίνοντας έτσι τη δυνατότητα εκ πρώτης όψεως αντίληψης της κατάστασης χωρίς αυτές να αναιρούνται μεταξύ τους και δίχως η μία να αντικρούει την άλλη. Το ότι υπάρχουν πέραν της μιας σφραγίδας δεν διαφοροποιεί την ουσία της εκδοχής του παραπονούμενου. Αυτό σύμφωνα με τα πιο πάνω δείχνει εκ πρώτης όψεως και για σκοπούς του σταδίου αυτού έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων από μέρους του εκδότη της επιταγής αυτής έτσι ώστε αυτή να μπορούσε να πληρωθεί. Συνεπώς, απορρίπτεται και η δεύτερη εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ως αβάσιμη. Η τρίτη εισήγηση του κυρίου Μαθηκολώνη αφορά τη θέση του ότι η επίδικη επιταγή, στη βάση της οποίας περιστρέφεται το κατ' ισχυρισμό αδίκημα, δεν αποτελεί επιταγή εντός της έννοιας του νόμου. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση αυτή. Με όλο το σεβασμό προς το πρόσωπο του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης σκοπός του νομοθέτη δεν ήταν να αποκλείσει τα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα από την σφαίρα των επιταγών. Εάν όντως ο νομοθέτης είχε τέτοια πρόθεση τότε θα αυτό θα ήταν εμφανές και κατά τρόπο απόλυτο μέσα από το περιεχόμενο του άρθρου 305Α του Κεφ.154 που είναι το κατ' εξοχήν άρθρο για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα. Αντίθετα, το άρθρο αυτό περιέχει ειδική νομοθετική διάταξη που ρυθμίζει κατά τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο το εν λόγω θέμα. Συγκεκριμένα, η συνδυασμένη ερμηνεία των εδαφίων 1 και 7 του άρθρου 305Α δεν αφήνει περιθώρια υιοθέτησης της θέσης του εν λόγω συνηγόρου. Ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, όπως αυτό περιέχεται στο εδάφιο 1, είναι η παρουσίαση της επιταγής που εκδόθηκε και κατέστη πληρωτέα στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε. Ακολούθως, ανατρέχοντας στο εδάφιο 7 του ιδίου άρθρου διευκρινίζεται ρητά ότι ο όρος 'πιστωτικό ίδρυμα' καλύπτει συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα καθώς επίσης οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό. Επομένως, με βάση τα πιο πάνω, το ίδιο το άρθρο που αφορά αποκλειστικά το αδίκημα το οποίο περιέχεται στο κατηγορητήριο αναγνωρίζει και προϋποθέτει στα πλαίσια θεμελίωσης της διάπραξης του, ανάμεσα σ' άλλα, την παρουσίαση επιταγής σε συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, όπως είναι η Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών και το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού. Κατά συνέπεια, απορρίπτεται και η τρίτη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ως αβάσιμη. Παράλληλα, ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε μαρτυρία: (α) Για τουλάχιστο μερική συμπλήρωση καθώς και υπογραφή της επίδικης επιταγής από την κατηγορούμενη. (β) Το ότι η κατηγορούμενη γνώριζε το σκοπό, το ποσό καθώς και το δικαιούχο της επίδικης επιταγής που η ίδια υπέγραψε ως δική της. (γ) Ότι η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμιδιών (νυν Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού) χωρίς ωστόσο να τιμηθεί φέροντας τις ενδείξεις 'Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε-ΚΑΠ' και 'Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα' υπό τη μορφή σχετικών σφραγίδων του εν λόγω πιστωτικού οργανισμού αλλά και σχετικών ημερομηνιών παρουσίασης της επιταγής στο εν λόγω ίδρυμα καθώς και υπογραφών από τον αρμόδιο υπάλληλο. (δ) Ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια από την κατηγορούμενη. (ε) Ότι η επίδικη επιταγή παρέμεινε και παραμένει απλήρωτη συνεπεία έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Επίσης, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή. Εν πάσει περιπτώσει, όπως είναι γνωστό η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής καθώς και όλη η προσαχθείσα μαρτυρία θα τύχουν ενδελεχούς αξιολόγησης από το Δικαστήριο στο στάδιο που η μαρτυρία αξιολογείται με την ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Επομένως και στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για την κατηγορία του κατηγορητηρίου και ως εκ τούτου καλεί την κατηγορούμενη σε απολογία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Interim Αναφορά: Εκ πρώτης όψεως-Ενδιάμεση Απόφαση/Έκδοση Επιταγής χωρίς αντίκρισμα/ Άρθρα 305Α
(1),
(3)και
(7)Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.