Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Αλέξανδρου Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 30012/10, 17/6/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B130 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 30012/10 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Αλέξανδρου Χαραλάμπους Κατηγορουμένου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία:17/6/2011 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Α. Αναστασίου Για τον κατηγορούμενο: κ. Π. Κλεοβούλου (για την απαγγελία της απόφασης, κα Α. Γεωργίου) Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια και μόνο κατηγορία, αυτή της οχλαγωγίας στην αμέσως γειτνιάζουσα περιοχή αθλητικού χώρου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 30/10/10 συμμετείχε σε οχλαγωγία στην αμέσως γειτνιάζουσα περιοχή του Τσιρείου σταδίου στη Λεμεσό. Κατά την ακροαματική διαδικασία και προς υποστήριξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, μαρτυρία έδωσε μόνο ο ειδικός αστυφύλακας Γιώργος Γεωργίου (Μ.Κ.1), ενώ μετά την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία και την ένορκο κατάθεση του ιδίου, κλήθηκαν και παρουσιάσθηκαν ως μάρτυρες υπεράσπισης ο Δημήτρης Γεωργίου (Μ.Υ 1), η Δέσποινα Χαραλάμπους (ΜΥ2), η Μαρία Ιωαννίδου (Μ.Υ.3) και ο Γρηγόρης Τρύφωνος(Μ.Υ.4). Κάποια δε γεγονότα, δηλώθηκαν ως παραδεκτά και ως τέτοια εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Αυτά ήταν το περιεχόμενο της κατάθεσης της Γ/Αστυφ. 3477 Α. Παπανικολάου και το οποίο έγινε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του, οι ενέργειες της πιο πάνω αστυφύλακος σε σχέση με τη λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο και το περιεχόμενο της κατάθεσης του αστυφ.4405 Κ. Περικλέους. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα, είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και για τον λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω, αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Ο Μ.Κ.1 ήταν ο αστυφύλακας ο οποίος συνέλαβε τον κατηγορούμενο. Αυτός υποστήριξε ότι είδε τον κατηγορούμενο να βρίσκεται μέσα στην ομάδα των ατόμων που οχλαγωγούσαν, ότι τον είδε να ρίχνει πέτρες εναντίον των αστυνομικών και για τον λόγο αυτόν τον συνέλαβε. Ο μάρτυρας αυτός, μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Κατάθεσε με άμεσο και σταθερό τρόπο, χωρίς σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να κλονίσει τη θετική εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτόν. Αντίθετα θεωρώ ότι μαρτύρησε τα όσα συνέβησαν και περιέγραψε τα όσα διαδραματίσθηκαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του μετά τη λήξη του ποδοσφαιρικού αγώνα, χωρίς πάθος και πρόθεση να παραποιήσει ή να αλοιώσει την αλήθεια. Και αυτό έχοντας υπόψη την αρχή που επαναλαμβάνεται στην υπόθεση Σ. Γεωργίου v. Δημοκρατίας 2005
(2)ΑΑΔ 564 ότι, «όπου η μαρτυρία αστυνομικών οργάνων δεν υποστηρίζεται από ανεξάρτητη μαρτυρία, προσεγγίζεται με ιδιαίτερη προσοχή, ειδικότερα στην περίπτωση σοβαρών αδικημάτων». Με αυτό πάντοτε υπόψη, αποδέχομαι πλήρως και χωρίς επιφύλαξη τη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα η οποία ήταν θετική και πειστική και χωρίς οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να την κλονίσει σε οποιοδήποτε βαθμό. Ο κατηγορούμενος δεν με έπεισε ότι είπε την αλήθεια, αλλά σχημάτισα την πεποίθηση ότι απλώς προσπαθούσε να αποφύγει τις ευθύνες των πράξεων του. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενόρκως, ήταν φανερό ότι διακατεχόταν από αμηχανία και ταραχή, ενώ το γενικότερο ύφος, η στάση και η συμπεριφορά του με έκαμαν να σχηματίσω την βεβαιότητα ότι δεν ήταν ειλικρινής. Κάποιες δε αντιφάσεις που υπάρχουν στην μαρτυρία του, ενίσχυσαν την εντύπωση μου αυτή. Ενώ στην κυρίως εξέταση περιγράφοντας τις κινήσεις που έκαμε ανέφερε ότι μετά τη λήξη του αγώνα, ισχυρίσθηκε ότι βγήκε έξω από το γήπεδο και περίμενε τον αδελφό του τον οποίο και συνάντησε και βοήθησε να φυλάξουν τα πανώ της ομάδας τους, της ΑΕΛ, κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης πρόσθεσε ότι μαζί τους εκτός από τον αδελφό του ήταν και κάποιος με το όνομα Λοίζος. Και τα πιο πάνω σε αντίθεση με τα όσα αναφέρει στην γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία (Τεκμήριο 2), όπου προέβαλε εντελώς διαφορετικούς ισχυρισμούς και συγκεκριμένα ότι, όταν τελείωσε ο αγώνας, προσπάθησε να βρει τον αδελφό του για να φύγουν από το στάδιο, επειδή όμως δεν τα κατάφερε, παρόλο που τον περίμενε αρκετή ώρα, ξεκίνησε να φύγει μόνος του με τα πόδια. Ενώ στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, ισχυρίσθηκε ότι ο αστυνομικός που τον συνέλαβε, τον έριξε χάμω και του πέρασε χειροπέδες, στην προφορική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προέβαλε άλλους ισχυρισμούς για κακοποίηση του. Eνώ αρχικά είπε κατά λέξη ότι, μετά τη λήξη του αγώνα «είχα σκοπό να πάω σπίτι μου μαζί με τον αδελφό μου» και «δεν πήγα ολοίσσια σπίτι μου, περίμενα έξω από το γήπεδο ώσπου να έλθει ο αδελφός μου», στη συνέχεια προέβαλε ότι, η μητέρα τους (Μ.Υ.2) θα ερχόταν να τους παραλάβει από το στάδιο μετά τη λήξη του αγώνα για να τους μεταφέρει στο σπίτι τους. Αυτή, καταθέτοντας ενόρκως δεν επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό του αυτό, αλλά αντίθετα προέβαλε ότι ήταν στο σπίτι και δεν είχε σκοπό να μεταβεί στο γήπεδο για να παραλάβει τα παιδιά της. Για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία του εκτός και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τη νομολογία από τα ακόλουθα σημεία. Ότι στις 30/10/10 παρακολούθησε στο Τσίρειο στάδιο στην Λεμεσό τον ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ Απόλλωνα και Αελ. Ότι μετά τη λήξη του αγώνα έγιναν επεισόδια. Ότι την ώρα της σύλληψης του, βρισκόταν πλησίον της υπεραγοράς «Πισσαρίδη» μαζί με το πλήθος των οπαδών που έκαναν επεισόδια και έριχναν πέτρες και κατευθύνονταν νότια προς την οδό Αγίας Φυλάξεως. Ο Μ.Υ.1 ο οποίος είχε και αυτός παρακολουθήσει το συγκεκριμένο αγώνα και συνελήφθη επίσης από την αστυνομία για το ίδιο αδίκημα, υποστήριξε ότι είδε τους αστυνομικούς να κτυπούν τον κατηγορούμενο. Παρακολουθώντας τον συγκεκριμένο μάρτυρα να καταθέτει ενόρκως, διέκρινα στα λεγόμενα του, στο ύφος και την όλη στάση και συμπεριφορά του μια τάση απαξίωσης και αχρείαστης εριστικότητας προς την αστυνομία και τα όργανα της, καθώς επίσης και μια τάση υπερβολής στα λεγόμενα και τους χαρακτηρισμούς του. Σε πολλές περιπτώσεις μιλούσε έντονα και με θυμωμένο τόνο στην φωνή του, της οποίας δυνάμωνε αχρείαστα την ένταση, πιθανόν για να δώσει περισσότερη έμφαση στα λεγόμενα του. Σε άλλες δε περιπτώσεις, ιδιαίτερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης, απέφευγε να απαντά ευθέως στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, προβάλλοντας αόριστες απαντήσεις που δεν απαντούσαν τα σχετικά ερωτήματα. Μια τέτοια περίπτωση ήταν όταν ρωτήθηκε γιατί ανέφερε ότι οι αστυνομικοί τον συνέλαβαν «νομιζόμενοι» ότι τραβούσε πλάνα με το κινητό του τηλέφωνο και κατά την οποία απάντησε λέγοντας, «είμαι 31 χρόνων και δεν ήξερα την αστυνομία, αλλά τώρα δόξα τω θεώ και τους μάθαμε, μακριά και φίλοι». Μια άλλη τέτοια περίπτωση ήταν όταν του υποβλήθηκε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο κατηγορούμενος συνελήφθησαν γιατί οχλαγωγούσαν. Σε απάντηση αυτής της υποβολής, είπε κατά λέξη «εντάξει, ευτυχώς έχει και θεό, μόνο τούτο λέω και ο Τάκης που είμαστε μιτσιοί έκαμνε και είδαμε τι έπαθε, έχει και θεό». Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι ενώ ο μάρτυρας αυτός περιγράφοντας την κακοποίηση όπως υποστήριξε που υπέστη ο κατηγορούμενος από τους αστυνομικούς, είπε ότι, ένας αστυνομικός έριξε τον κατηγορούμενο χάμω, του κρατούσε το κεφάλι και τον κτυπούσε με το ρόπαλο και άλλος αστυνομικός, που ήλθε κοντά τους, κλώτσησε τον κατηγορούμενο στο δεξιό κρόταφο, ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην γραπτή του κατάθεση δεν αναφέρει κάτι τέτοιο αλλά μόνο ότι ένας αστυφύλακας τον έριξε στο έδαφος και του πέρασε χειροπέδες στα χέρια και στη συνέχεια με ένα αυτοκίνητο τον μετέφεραν στην αστυνομία, ενώ στην προφορική του μαρτυρία προέβαλε άλλους ισχυρισμούς, ότι δηλαδή κτυπήθηκε από την αστυνομία. Ενώ σε κάποιο στάδιο ισχυρίσθηκε ότι ο λόγος που και ο ίδιος συνελήφθη από την αστυνομία ήταν γιατί προσπάθησε να εμποδίσει τους αστυνομικούς να χτυπούν τον κατηγορούμενο, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ισχυρίσθηκε ότι προέτρεψε τον αστυφύλακα που χτυπούσε τον κατηγορούμενο να σταματήσει να το κάνει και ότι όταν άνοιξε το τηλέφωνο του για να τους βιτεογραφήσει, τότε συνέλαβαν και τον ίδιο. Και τούτα, σε αντίθεση με όσα αναφέρει στην κατάθεση του (Τεκμήριο 5) ότι δηλαδή, συνελήφθη από την αστυνομία την ώρα που στεκόταν σε πεζοδρόμιο, παρακολουθώντας τις συλλήψεις παιδιών στις οποίες προέβαινε η αστυνομία, κρατώντας το κινητό του τηλέφωνο και ότι οι αστυνομικοί «νομιζόμενοι», ότι τραβούσε πλάνα τον συνέλαβαν. Και αυτό παρά το ότι σε άλλο σημείο της ένορκης μαρτυρίας του, ισχυρίσθηκε κατά λέξη «..εγώ τράβηξα με το video, αλλά εκείνοι δεν ήξεραν, οι αστυνομικοί πρέπει να κατάλαβαν ότι πήγα να τους τραβήξω video». Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί ότι ακόμα και στην περίπτωση που η μαρτυρία του γινόταν αποδεκτή, δεν θα πρόσθετε οτιδήποτε στην υπόθεση της υπεράσπισης. Και αυτό γιατί ο μάρτυρας ρητά ανάφερε ότι η πρώτη φορά που είδε τον κατηγορούμενο ήταν η στιγμή που τον κτυπούσαν οι αστυνομικοί και ότι προηγουμένως δεν τον είχε δει και κατά συνέπεια δεν γνώριζε τι είχε προηγηθεί και εάν αυτός έριχνε ή όχι πέτρες εναντίον των αστυνομικών. Για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω πλήρως την μαρτυρία του. Η Μ.Υ.2 ήταν η μητέρα του κατηγορούμενου. Παρατηρώντας την να καταθέτει, παρακολουθώντας την όλη στάση, το ύφος και τη συμπεριφορά της σχημάτισα την εντύπωση ότι ήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει το παιδί της στην υπόθεση που αντιμετωπίζει και όχι για να μαρτυρήσει την αλήθεια. Παρά την προσπάθεια που κατέβαλε, δεν κατάφερε να παρουσιάσει τα γεγονότα με τον ίδιο τρόπο όπως και ο κατηγορούμενος. Προσπαθώντας να δικαιολογήσει τις κινήσεις του γιού της μετά τη λήξη του αγώνα, είπε ότι της έστειλε μήνυμα από το κινητό του και αυτή του τηλεφώνησε πίσω γιατί αυτός δεν είχε μονάδες στην κάρτα του και την πληροφόρησε ότι έχασε τον αδελφό του Μαρίνο και ότι επειδή είχε επεισόδια θα παρέμενε στο σημείο που οι παράγοντες της Αελ δίπλωναν τα πανό. Γι' αυτό και της ζήτησε να παραπέμψει τον Μαρίνο στο σημείο εκείνο, αν τυχόν και της τηλεφωνούσε. Σε αντίθεση με τα όσα η μάρτυρας αυτή προέβαλε στο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος περιέγραψε με διαφορετικό τρόπο τις κινήσεις του μετά τη λήξη του αγώνα. Ενώ η ίδια ισχυρίσθηκε ότι δεν είχε σκοπό να μεταβεί στο γήπεδο και να παραλάβει τα παιδιά της για να τα μεταφέρει στο σπίτι, ο κατηγορούμενος προέβαλε ότι αυτή, θα ερχόταν να τους παραλάβει. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της την οποία και απορρίπτω, εκτός και μόνο από το σημείο όπου ανέφερε ότι δεν είχε σκοπό να μεταβεί στο γήπεδο για να παραλάβει τα παιδιά της. Μ.Υ.3 ήταν η Πρωτοκολλητής του Ε.Δ. Λεμεσού, υπεύθυνη του ποινικού τμήματος, Μ. Ιωαννίδου. Αυτή μαρτύρησε με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα γνώριζε μέσα από την άσκηση των επαγγελματικών της καθηκόντων, χωρίς η μαρτυρία της να αμφισβητηθεί από την κατηγορούσα αρχή, γι' αυτό και η μαρτυρία της γίνεται πλήρως αποδεκτή. Ο Μ.Υ.4 Γρηγόρης Τρύφωνος, είναι γιατρός στο τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Και αυτός μαρτύρησε με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα διαπίστωσε κατά την εξέταση του κατηγορούμενου, χωρίς τα ευρήματα του να αμφισβητηθούν ουσιαστικά από την κατηγορούσα αρχή και η αντεξέταση του περιορίσθηκε στην αιτία πρόκλησης των τραυμάτων και στο χρόνο που αυτά προκλήθηκαν. Για τους λόγους αυτούς η μαρτυρία του γίνεται πλήρως αποδεκτή. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 30/10/10 στο Τσίρειο στάδιο στη Λεμεσό, διεξήχθη ποδοσφαιρικός αγώνας μεταξύ των ομάδων, Απόλλωνα και Αελ και στο χώρο βρισκόταν αντιοχλαγωγική ομάδα της αστυνομίας, στην οποία συμμετείχε και ο Μ.Κ.1. Μετά τη λήξη του αγώνα και κατά την αποχώρηση των φιλάθλων της Αελ μια ομάδα ατόμων, από οπαδούς της ποδοσφαιρικής αυτής ομάδας, αποτελούμενη από 100 με 150 άτομα, άρχισαν να ρίχνουν προς το μέρος των αστυνομικών πέτρες, μολότωφ, ξύλα και πυρσούς. Τότε με οδηγίες του υπαστυνόμου, ο οποίος ηγείτο της αντιοχλαγωγικής αυτής ομάδας, αστυνομικοί άρχισαν να τους καταδιώκουν, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να βρεθούν στη συμβολή των δρόμων, Στέλιου Κυριακίδη και Αγίας Φυλάξεως. Σε εκείνο το σημείο, η ομάδα των οχλαγωγούντων, διαχωρίσθηκε σε δύο ομάδες, με την κύρια ομάδα να κατευθύνεται προς το χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς «Πισσαρίδης» ενώ η άλλη η μικρότερη ομάδα, εισήλθε σε ανοικτό οικόπεδο, το οποίο βρίσκεται στην γωνία των πιο πάνω οδών. Οι οπαδοί αυτοί, χρησιμοποιώντας πέτρες που βρίσκονταν στο οικόπεδο, άρχισαν ξανά τον πετροβολισμό. Τότε μια ομάδα από 6-7 αστυνομικούς, μεταξύ των οποίων και ο Μ.Κ.1, κατευθύνθηκαν προς το μέρος τους και τρέχοντας τους απώθησαν νότια της οδού Αγίας Φυλάξεως. Την ίδια στιγμή η κύρια ομάδα των οπαδών που βρίσκονταν στην υπεραγορά «Πισσαρίδη», απωθήθηκαν από άλλη ομάδα αστυνομικών και άρχισαν να τρέχουν για να ξεφύγουν στην οδό Αγίας Φυλάξεως με νότια κατεύθυνση, με αποτέλεσμα να βρεθούν απέναντι από την ομάδα των αστυνομικών στην οποία συμμετείχε και ο Μ.Κ.1. Κατευθυνόμενοι οι οπαδοί προς την ομάδα αυτή των αστυνομικών, τους έριχναν πέτρες και προσπαθούσαν κάνοντας ελιγμούς δεξιά και αριστερά να τους αποφύγουν και να μην συλληφθούν. Μεταξύ αυτών ήταν και ο κατηγορούμενος, ο οποίος και έριχνε πέτρες εναντίον των αστυνομικών. Ο Μ.Κ.1 κατάφερε σε κάποιο σημείο κοντά στο πρατήριο βενζίνης να κτυπήσει με την ασπίδα του τον κατηγορούμενο και να τον ρίξει στο έδαφος. Ταυτόχρονα άρπαξε από τα ρούχα ένα άλλο άτομο που βρισκόταν δίπλα από τον κατηγορούμενο και τραβώντας τον, έπεσαν κάτω στο έδαφος πάνω στον κατηγορούμενο που ο Μ.Κ.1 είχε ήδη ρίξει χάμω. Με τη βοήθεια άλλων συναδέλφων του ο Μ.Κ.1 συνέλαβε τόσο τον κατηγορούμενο, όσο και το δεύτερο πρόσωπο για το αδίκημα της οχλαγωγίας και αφού τους επέστησε την προσοχή τους στο νόμο, ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον αστυφύλακα Μ.Κ.1 συγνώμη. Την ημέρα εκείνη συνελήφθησαν από την αστυνομία άλλα 9 νεαρά πρόσωπα. Ακολούθως όλοι οι συλληφθέντες, μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος, μεταφέρθηκαν στην αστυνομική διεύθυνση Λεμεσού. Ο χώρος στον οποίο επισυνέβησαν τα επεισόδια βρίσκεται σε απόσταση 300 μέτρων από το Τσίρειο στάδιο στη Λεμεσό. Στις 31/10/10 η Γ/Αστυφ.3477 Α. Παπανικολάου έλαβε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση στην παρουσία της μητέρας του Δέσποινας Χαραλάμπους, αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε για την υπόθεση και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Την ίδια μέρα και ώρα 0145 στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, η ίδια συνέλαβε τον κατηγορούμενο στην παρουσία του πατέρα του Πανίκου Χαραλάμπους. Αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Την ίδια ημέρα, εκδόθηκε εναντίον του κατηγορούμενου, διάταγμα προσωποκράτησης και διατάχθηκε από το Δικαστήριο όπως αυτός υποβληθεί σε ιατρική εξέταση. Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος ο οποίος παραπονείτο για ζαλάδα, κεφαλαλγία και άλγος στα σημεία των εκδορών μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό, εξετάσθηκε από τον ιατρό Δρ. Γρηγόρη Τρύφωνος ο οποίος και διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος έφερε εκδορές στη δεξιά πηχεοκαρπική, δεξιά πήχη, μώλωπες και ερυθρότητα περιοφθαλμικά αριστερά, οίδημα-εκχυμώσεις κροταφικά δεξιά, γραμμοειδή οριζόντια εκχύμωση στην πλάτη, ερυθρότητα στην τραχηλική περιοχή και εκδορές στην κνήμη άμφω κροταφική πλευρά. Του έγινε καθαρισμός των τραυμάτων, του δόθηκαν αναλγητικά και οδηγίες για κάκωση της κεφαλής και επανεκτίμηση. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποσείσει, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση απαιτείται, το βάρος για απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το οποίο βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Η κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, αφορά το αδίκημα της οχλαγωγίας στην αμέσως γειτνιάζουσα περιοχή αθλητικού χώρου κατά παράβαση του άρθρου 62 του Περί της Πρόληψης και της Καταστολής της Βίας στους Αθλητικούς Χώρους Νόμου, Ν. 48(Ι)/08, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Οποιοδήποτε πρόσωπο συμμετέχει σε οχλαγωγία εντός εγκαταστάσεων αθλητικού χώρου ή στην αμέσως γειτνιάζουσα περιοχή, είναι ένοχος πλημμελήματος και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες Ευρώ ή και στις δύο αυτές ποινές». Ο ορισμός της οχλαγωγίας δίδεται στο άρθρο 60
(3)του νόμου. Το άρθρο 60, έχει ως ακολούθως: «
(1)Παράνομη είναι η συνάθροιση προσώπων εντός των εγκαταστάσεων του αθλητικού χώρου με σκοπό να διαπράξουν από κοινού ποινικό αδίκημα ή να εκτελέσουν από κοινού κάποιο σκοπό και τα οποία συμπεριφέρονται με τέτοιο τρόπο που προκαλεί στα πρόσωπα που βρίσκονται στην περιοχή, εύλογο φόβο ότι συναθροίστηκαν με αυτό τον τρόπο με σκοπό να διασαλεύσουν την ειρήνη ή να παρεμποδίσουν την ομαλή διεξαγωγή του αγώνα ή της εκδήλωσης ή ότι με τέτοια συνάθροισή, άσκοπα και χωρίς αποχρώντα λόγο θέλουν να προκαλούν άλλα πρόσωπα σε διασάλευση της ειρήνης ή παρεμπόδιση της ομαλής διεξαγωγής του αθλητικού αγώνα ή της εκδήλωσης.
(2)Η συνάθροιση είναι παράνομη και αν ακόμη άρχισε ως νόμιμη, αν οι συμμετέχοντες σ΄ αυτή, συμπεριφέρονται όπως περιγράφεται στο εδάφιο
(1)ανωτέρω.
(3)Όταν η παράνομη συνάθροιση αρχίζει να επιτελεί τον σκοπό για τον οποίο έγινε, για διασάλευση της ειρήνης και προς τρόμο του κοινού η συνάθροιση χαρακτηρίζεται ως οχλαγωγία, οι δε συναθροισμένοι λογίζονται οχλαγωγικώς συναθροισμένοι». Στην συγκεκριμένη περίπτωση και όπως προέκυψε από την μαρτυρία, ο κατηγορούμενος συμμετείχε σε ομάδα 100 με 150 ατόμων, οπαδών της ποδοσφαιρικής ομάδας της Αελ, οι οποίοι με άλλους οπαδούς, συναθροίστηκαν στο Τσίρειο στάδιο για να παρακολουθήσουν αγώνα της ομάδας τους με τον Απόλλωνα και οι οποίοι μετά τη λήξη του αγώνα, έριχναν εναντίον των αστυνομικών πέτρες, μολότωφ, ξύλα και πυρσούς. Όταν η αστυνομία άρχισε να τους καταδιώκει και όταν αυτοί βρέθηκαν στη συμβολή των δρόμων, Στέλιου Κυριακίδη και Αγίας Φυλάξεως, η ομάδα, διαχωρίσθηκε σε δύο, με την κύρια μάζα της ομάδας να κατευθύνεται προς το χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς «Πισσαρίδης», ενώ η άλλη η μικρότερη, εισήλθε σε ανοικτό οικόπεδο, το οποίο βρίσκεται στην γωνία των πιο πάνω οδών. Οι οπαδοί αυτοί, χρησιμοποιώντας πέτρες που βρίσκονταν στο οικόπεδο, άρχισαν ξανά τον πετροβολισμό. Τότε μια ομάδα αστυνομικών κατευθύνθηκαν προς το μέρος τους και τρέχοντας, τους απώθησαν νότια της οδού Αγίας Φυλάξεως. Την ίδια στιγμή η κύρια ομάδα των οπαδών που βρίσκονταν στην υπεραγορά «Πισσαρίδη», απωθήθηκαν από άλλη ομάδα αστυνομικών και άρχισαν να τρέχουν για να ξεφύγουν στην οδό Αγίας Φυλάξεως με νότια κατεύθυνση, με αποτέλεσμα να βρεθούν απέναντι από την ομάδα των αστυνομικών στην οποία συμμετείχε και ο Μ.Κ.1. Κατευθυνόμενοι οι οπαδοί προς την ομάδα αυτή των αστυνομικών, τους έριχναν πέτρες και προσπαθούσαν κάνοντας ελιγμούς δεξιά και αριστερά να τους αποφύγουν και να μην συλληφθούν. Μεταξύ αυτών ήταν και ο κατηγορούμενος, ο οποίος και έριχνε πέτρες εναντίον των αστυνομικών. Το σημείο αυτό, βρίσκεται σε απόσταση 300 μέτρων από το Τσίρειο στάδιο και συνεπώς είναι «αμέσως γειτνιάζουσα περιοχή αθλητικού χώρου», όπως καθορίζεται στην ερμηνεία του νόμου και συγκεκριμένα στο άρθρο 2 αυτού. Το Τσίρειο στάδιο στο οποίο προηγουμένως είχε διεξαχθεί ο ποδοσφαιρικός αγώνας, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για αθλητικό χώρο μέσα στην έννοια του νόμου. Η συμμετοχή δε του κατηγορούμενου στην ομάδα αυτή των ατόμων, που ήταν η κύρια μάζα της αρχικής ομάδας που απαρτιζόταν από 100 με 150 άτομα και οι οποίοι έριχναν πέτρες, μολότωφ, ξύλα και πυρσούς, αποτελεί γεγονός που σε κανένα στάδιο δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση και σε χώρο που βρίσκεται σε απόσταση 300 μέτρων από το Τσίρειο στάδιο. Η συμπεριφορά της ομάδας των οπαδών αυτών, οι οποίοι έριχναν πέτρες εναντίον των αστυνομικών, ήταν τέτοια, που σίγουρα προκαλούσε εύλογο φόβο και διασάλευση της ειρήνης. Και ο ίδιος ο κατηγορούμενος και ενώ βρισκόταν μέσα στον όχλο, θεάθηκε να ρίχνει πέτρες εναντίον των αστυνομικών. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία και την ενοχή του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Συνακόλουθα, βρίσκω τον κατηγορούμενο, ένοχο στην 1η κατηγορία. (Υπ.).......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: criminal/final Αναφορά: οχλαγωγία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο