← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Irina Cibotari, Αρ. Υπόθεσης: 6375/11, 17 Ιουνίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Irina Cibotari, Αρ. Υπόθεσης: 6375/11, 17 Ιουνίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B131 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Eνώπιον: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6375/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Irina Cibotari, από τη Μολδαβία Κατηγορουμένης --------------------- Ημερομηνία: 17 Ιουνίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Κατηγορουμένη παρούσα γι' αυτή ο κ. Χ"Λοίζου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με βάση την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 10.6.2011, η κατηγορουμένη κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση της στη δεύτερη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, και συγκεκριμένα του Ρουμάνικου δελτίου ταυτότητας με αριθμό ΔΧ

  1. Η μαρτυρία που προσάχθηκε για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, όπως αυτή έχει εκτεθεί και στην εν λόγω ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, συνοψίζεται στα ακόλουθα. Στις 14.4.2011 και περί ώρα 10.20 ο αστ. 2544 Μιχάλης Τζιάζας, της ΥΑΜ Λεμεσού, Μ.Κ.2, μετέβη με άλλους αστυνομικούς στην καφετερία-take away με την ονομασία «ΓΡΗΓΟΡΗΣ Μικρογεύματα» στην οδό Ανδρέα Θεμιστοκλέους στη Λεμεσό. Κατόπιν δεκάλεπτης παρακολούθησης ο Μ.Κ.2 αντιλήφθηκε δύο κοπέλες να απασχολούνται εντός του υποστατικού, η μία να ασχολείται με την ετοιμασία σάντουιτς και να εξυπηρετεί πελάτες του καταστήματος και η άλλη να βρίσκεται στο ταμείο και να διεκπεραιώνει διάφορες συναλλαγές. Περί ώρα 10.30 ο Μ.Κ.2 μαζί με τους άλλους συναδέλφους του εισήλθαν εντός του καταστήματος και μετέβηκαν στο μέρος της αλλοδαπής που ασχολείτο με την ετοιμασία φαγητού και ο Μ.Κ.2 έκανε έλεγχο των στοιχείων της. Ακολούθως ο Μ.Κ.2 ζήτησε από τη δεύτερη κοπέλα που βρισκόταν στο μέρος, και την οποία αναγνώρισε ως την κατηγορουμένη, να του παρουσιάσει στοιχεία της ταυτότητας της. Αυτή ανέφερε στον Μ.Κ.2 ότι είναι Ρουμάνα υπήκοος και ονομάζεται Cibotari Irina, ημερ. γέννησης 30.2.1984, παρουσιάζοντας ένα Ρουμάνικο δελτίο ταυτότητας με αριθμό ΧΗ196425, Τεκμήριο 4, και λέγοντας ότι είναι υπεύθυνη του μέρους. Ηγέρθησαν υποψίες στον Μ.Κ.2 ότι η ταυτότητα που η κατηγορουμένη του παρουσίασε ήταν πλαστή και αυτή κλήθηκε και προσήλθε στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Λεμεσού για σχετικό έλεγχο. Ο Μ.Κ.2 διενήργησε εκ νέου έλεγχο μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή και διαπίστωσε ότι η κατηγορουμένη βρίσκεται στην Κύπρο με τα στοιχεία Cibotari Irina, ως Μολδαβή υπήκοος, ημερ. γέννησης 30.2.1984, αρ. διαβατηρίου Α1385367, αρ. Δ.Ε.Α. 5489581, αρ. φακ. Α04-09111, της οποίας τα στοιχεία εντοπίζονται στον κατάλογο Stop-List ως αναζητούμενο πρόσωπο με ημερομηνία καταχώρησης 4.11.2009, καθότι εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής και εργασίας της και έκτοτε διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία. Σε έλεγχο της Ρουμανικής ταυτότητας που διενήργησε ο Μ.Κ.2, στη μηχανή υπεριωδών ακτινών (uv light), αυτή δεν φαινόταν να αντιδρά φυσιολογικά και εκ πρώτης όψεως φαινόταν πλαστή. Αμέσως μετά ο Μ.Κ.2 την πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραττε, μεταξύ άλλων της πλαστογραφίας και της πλαστοπροσωπίας, και αφού της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτή απάντησε «I am from Romania». Η κατηγορουμένη παρέδωσε επίσης το Μολδαβικό διαβατήριο της με αριθμό Α
  2. Ο Μ.Κ.2 παρέδωσε το Ρουμάνικο δελτίο ταυτότητας και το Μολδαβικό διαβατήριο της κατηγορουμένης στη Γ/Αστ. 939 του ΤΑΕ Λεμεσού. Ο Μ.Κ.2 πρόσθεσε κατά την αντεξέταση του ότι η κατηγορουμένη του παρέδωσε αρχικά το Ρουμάνικο δελτίο ταυτότητας, ενώ του παρέδωσε το Μολδαβικό διαβατήριο της σε μεταγενέστερο στάδιο και αφού ο Μ.Κ.2 της το ζήτησε. Τόσο στο δελτίο ταυτότητας όσο και στο διαβατήριο το όνομα, το επίθετο και η ημερομηνία γέννησης της κατηγορουμένης ήταν τα ίδια. Η Γ/Αστ. 939 Μ. Φράγκου, του ΤΑΕ Λεμεσού, στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, παρέδωσε τη Ρουμάνικη ταυτότητα στον αστ. 1807 Μαρίνο Περικλέους, του ΤΑΕ Λεμεσού, Μ.Κ.1, ο οποίος με την σειρά του την παρέδωσε στη Γ/Αστ. 2635 του Εργαστηρίου Εξέτασης Εντύπων και Εκτυπώσεων Ασφαλείας για τη διενέργεια επιστημονικών εξετάσεων αναφορικά με τη γνησιότητα της, μαζί με την Αίτηση για Επιστημονική Εξέταση Τεκμηρίων, Έντυπο Αστ. 161, Τεκμήριο
  3. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε επίσης έγχρωμο αντίγραφο της ταυτότητας που παρέδωσε στην ΥΠΕΓΕ ως Τεκμήριο 2, και επιβεβαίωσε ότι, ως εξεταστής της υπόθεσης, τα στοιχεία αναφορικά με το όνομα, επίθετο και ημερομηνία γέννησης της κατηγορουμένης ήταν τα ίδια στην ταυτότητα και το διαβατήριο. Επίσης ο Μ.Κ.1 είπε ότι εξέταζε υπόθεση πλαστογραφίας λόγω του ότι η κατηγορουμένη παρουσίασε πλαστό έγγραφο και δεν προέβη σε άλλες εξετάσεις. Τέλος, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι η κατηγορουμένη συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα και δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, και στο οποίο καταγράφεται η απάντηση της κατηγορουμένης «Δεν ήξερα τέτοια πράγματα». Στις 14.4.2011 και ώρα 16.20 στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, η Γ/Αστ. 939, με τη βοήθεια διερμηνέα, συνέλαβε την κατηγορουμένη δυνάμει του δικαστικού εντάλματος σύλληψης, Τεκμήριο 3, και ακολούθως έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη. Η ανακριτική κατάθεση της κατηγορουμένης στη μητρική της γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 και η πιστή μετάφραση αυτής στην Ελληνική κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. Στην εν λόγω κατάθεση της η κατηγορουμένη αναφέρει τα ακόλουθα. Κατάγεται από τη Μολδαβία και ήρθε στην Κύπρο το 2004 για να εργαστεί. Έκτοτε διαμένει μόνιμα στην Κύπρο, αλλά κατά διαστήματα επέστρεφε για λίγο στη χώρα της, τη Μολδαβία. Το 2005 εργαζόταν στο φυτώριο του Δημήτριου Δημητρίου στην Παρεκκλησιά Λεμεσού. Εκεί εργάστηκε μέχρι τον Μάρτιο 2009 όταν εγκατέλειψε την εργασία της λόγω των πολλών ωρών εργασίας και του χαμηλού μισθού. Έκτοτε γνωρίζει ότι βρίσκεται παράνομα στην Κύπρο αλλά ουδέποτε πήγε στο Immigration. Τον Ιούνιο 2010 ξεκίνησε να εργάζεται ως σερβιτόρα στο σνακ-μπαρ με την ονομασία «Γρηγόρης Μικρογεύματα» που βρίσκεται στην οδό Ανδρέα Θεμιστοκλέους στη Λεμεσό. Εκεί όταν προσλήφθηκε ως σερβιτόρα είχε δείξει στον διευθυντή ένα Ρουμάνικο δελτίο ταυτότητας με αρ. ΧΗ196425 στο οποίο αναγράφονταν τα στοιχεία της. Επίσης του είχε δείξει το Μολδαβικό διαβατήριο της με αρ. Α
  5. Στο εστιατόριο «Γρηγόρης» η κατηγορουμένη εργαζόταν καθημερινά και λάμβανε μισθό 1000 ευρώ μηνιαίως, και εργοδοτούνταν ακόμα 2 κοπέλες, η μία από το Κόγκο και η άλλη από τη Ρουμανία. Την επίδικη μέρα, 14.4.2011, γύρω στις 10.00 το πρωί, ήρθαν στο σνακ-μπαρ αστυνομικοί οι οποίοι τους έδειξαν τις ταυτότητες τους και ζήτησαν τα στοιχεία τους. Τότε η κατηγορουμένη τους έδωσε το Ρουμάνικο δελτίο ταυτότητας με αριθμό ΧΗ196425 ενώ τους ανέφερε ότι κατάγεται από τη Μολδαβία. Τότε ο αστυνομικός της είπε ότι είναι από το Immigration και διερωτήθηκε πώς γίνεται να είναι από τη Μολδαβία και να έχει Ρουμάνικο δελτίο ταυτότητας. Έτσι ο αστυνομικός ζήτησε από την κατηγορουμένη να πάει στην αστυνομία γιατί ήθελε να ελέγξει αν η ταυτότητα ήταν πλαστή. Αναφορικά με την εν λόγω ταυτότητα, η κατηγορουμένη αναφέρει στην κατάθεση της ότι την είχε στην κατοχή της από το 2008 και της την έστειλε η μητέρα της. Ο λόγος που ζήτησε από τη μητέρα της να τη βοηθήσει και να της στείλει Ρουμάνικη ταυτότητα ήταν επειδή το 2008 ήθελε να φύγει από την εργασία της στον Δημήτρη Δημητρίου και έτσι ήθελε να έχει Ρουμάνικο έγγραφο για να μην έχει προβλήματα στην Κύπρο. Συγκεκριμένα, επειδή ο παππούς της μητέρας της καταγόταν από τη Ρουμανία, η μητέρα της ζήτησε από κάποιο δικηγόρο στη Μολδαβία να τη βοηθήσει να εξασφαλίσει Ρουμάνικη ταυτότητα. Τότε η μητέρα της είχε δώσει το χρηματικό ποσό των 2000 ευρώ για να κάνουν την ταυτότητα χωρίς να είναι η ίδια εκεί. Στην εν λόγω ταυτότητα που η κατηγορουμένη είχε δώσει στους αστυνομικούς, ήταν γραμμένα τα πραγματικά της στοιχεία όπως αυτά αναγράφονται και στο Μολδαβικό διαβατήριο της. Όταν η κατηγορουμένη πήγε στην αστυνομία, της είπαν ότι η Ρουμάνικη ταυτότητα της ήταν πλαστή. Η κατηγορουμένη δεν θεωρούσε ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα με την ταυτότητα γι΄ αυτό όταν πήρε δουλειά στο εστιατόριο Γρηγόρης, τους είχε δείξει μαζί με το διαβατήριο και την ταυτότητα της. Μάλιστα είχε δώσει στην αστυνομία όταν ήρθε στο εστιατόριο και το διαβατήριο της το οποίο και κράτησε. Η κατηγορουμένη αναφέρει επίσης ότι γνώριζε ότι από το 2009 είχε λήξει η άδεια παραμονής της στην Κύπρο, και επειδή είχε ανάγκη από χρήματα παρέμεινε παράνομα εδώ για να εργαστεί. Αναφορικά με την κατοχή της ταυτότητας της, η κατηγορουμένη αναφέρει ότι δεν πίστευε ότι έχοντας την, έκανε κάποιο αδίκημα, αλλά μετά που η αστυνομία της είπε ότι είναι πλαστή, θεωρεί ότι μπορεί κάποιοι να παραπλάνησαν και τη μητέρα της στη Μολδαβία και της έδωσαν τη Ρουμάνικη ταυτότητα που της έστειλε. Τέλος, η Α/Λοχ. 40 Χρίστη Χριστοφίδου, του Εργαστηρίου Εξέτασης Εντύπων και Εκτυπώσεων Ασφαλείας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Εξετάσεων της Αστυνομίας, Μ.Κ.3, διενήργησε την επιστημονική εξέταση του Τεκμηρίου 4 για τη διαπίστωση της γνησιότητας του, και ετοίμασε σχετική Έκθεση Πραγματογνώμονα, ημερ. 20.4.2011, η οποία αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης της, Έγγραφο
  6. Σε αυτή αναφέρεται ότι η Μ.Κ.4 εξέτασε το Τεκμήριο 4 και το σύγκρινε με αντίστοιχο δείγμα δελτίου ταυτότητας της Ρουμανίας, που υπάρχει στην συλλογή του Εργαστηρίου. Η Μ.Κ.4 καταλήγει στην Έκθεση της ότι «Το υπό αμφισβήτηση Δελτίο Ταυτότητας δεν περικλείει τα απαραίτητα στοιχεία/δικλείδες ασφαλείας και κατά τη γνώμη μου πρόκειται για εξ ολοκλήρου πλαστό έγγραφο». Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι τα ακαδημαϊκά προσόντα, η πείρα και η εμπειρογνωμοσύνη της μάρτυρα αποτέλεσαν παραδεκτό γεγονός από τις δύο πλευρές, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου. Η Μ.Κ.3 κατέθεσε στο Δικαστήριο τον Συγκριτικό Πίνακα, Τεκμήριο 8, και επεξήγησε αναλυτικά τον τρόπο σύγκρισης και κατάληξης των συμπερασμάτων της. Ειδικότερα, η Μ.Κ.3 ανέφερε τα ακόλουθα. Ακολούθησε την συγκριτική μέθοδο, συγκρίνοντας το υπό αμφισβήτηση έγγραφο με το αντίστοιχο γνήσιο δείγμα, με τη χρήση του απαραίτητου τεχνικού εξοπλισμού, μικροσκοπίου και εξειδικευμένου συστήματος με ειδικό φωτισμό. Η Μ.Κ.3 διαπίστωσε ότι το εν λόγω δελτίο ταυτότητας δεν έφερε τα ενδεδειγμένα στοιχεία ασφαλείας και ως εκ τούτου ήταν εξ ολοκλήρου πλαστό έντυπο. Οι βασικές δικλίδες ασφαλείας έγκεινται στη διαφορά της αντανάκλασης κάτω από υπεριώδη φωτισμό και στη μέθοδο εκτύπωσης. Η Μ.Κ.3, με αναφορά στο Τεκμήριο 8, είπε ότι το γνήσιο δείγμα δελτίου ταυτότητας της Ρουμανίας εκτυπώνεται σε εκτυπωτή ψηλής ποιότητας τύπου Laser, σε αντίθεση με το αμφισβητούμενο δελτίο ταυτότητας που εκτυπώθηκε σε εκτυπωτή χαμηλής ποιότητας τύπου Inject. Η διαφορετικότητα στο είδος του εκτυπωτή φαίνεται στην ευκρίνεια, καθαρότητα και πυκνότητα των κόκκων που σχηματίζουν τα εμβλήματα και τις φωτογραφίες. Κατόπιν εξέτασης με το μικροσκόπιο, διαφάνηκε ότι στο γνήσιο δείγμα τα σχήματα και εμβλήματα διαμορφώνονται με τη χρήση μικροσκοπικών κόκκων Laser, ενώ στο αμφισβητούμενο δελτίο ταυτότητας έγινε χρήση 4 ειδών μελανιού και όχι κόκκων από εκτυπωτή Inject. Επίσης, με τη χρήση μικροσκοπίου, παρατηρείται διαφορά στον εκτυπωτή αλλά και στον χρωματισμό, καθότι στο γνήσιο δείγμα χρησιμοποιείται διχρωμία στον κόκκο για να σχηματιστεί η φωτογραφία, ενώ στο αμφισβητούμενο δελτίο ταυτότητας ο χρωματισμός είναι τελείως διαφορετικός. Με τη βοήθεια εξειδικευμένου εξοπλισμού και με σύγκριση κάτω από υπεριώδη φωτισμό, που έχει την ιδιότητα να εμφανίζει κάποια ειδικά μελάνια που γίνονται ορατά κάτω από τον συγκεκριμένο φωτισμό, τα γνήσια έντυπα απορροφούν τον υπεριώδη φωτισμό δίνοντας μία σκουρόχρωμη εικόνα εκτύπωσης, ενώ το αμφισβητούμενο δελτίο αντανακλά τον υπεριώδη φωτισμό και δίνει μία πιο ανοιχτόχρωμη άσπρη εικόνα. Τέλος, τα μελάνια του γνήσιου εγγράφου είναι κίτρινο και πράσινο, και ψηλής ποιότητας, παρόλο που δεν είναι ορατά σε κανονικό φωτισμό, γίνονται ορατά και φθορίζουν κάτω από τον συγκεκριμένο φωτισμό, ενώ το αμφισβητούμενο δελτίο έχει μελάνια χαμηλής ποιότητας που φθορίζουν σε κάποιο βαθμό αλλά δεν έχουν την ενδεδειγμένη ευκρίνεια, καθαρότητα ή χρωματισμό όπως φέρει το γνήσιο έντυπο. Η Μ.Κ.3 είπε ότι οι εκτυπωτές τύπου Laser και Inject υπάρχουν διαθέσιμοι προς πώληση στην ελεύθερη αγορά. Επίσης είπε ότι όλα τα έγγραφα ασφαλείας υποχρεώνονται από τον διεθνή οργανισμό ICAO να έχουν κάποια πρότυπα και τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακολουθούν Οδηγίες όσον αφορά δικλίδες ασφαλείας με μίνιμουμ στοιχεία που πρέπει να περικλείουν τα έγγραφα. Το αμφισβητούμενο έγγραφο δεν συνάδει με αυτά τα πρότυπα. Η Μ.Κ.3 ανέφερε κατά την αντεξέταση της ότι δεν είναι αναγκαίο να αποστέλλεται το αμφισβητούμενο δελτίο στη Ρουμανία προς εξέταση της γνησιότητας του, καθότι το Εργαστήριο διαθέτει τον εξειδικευμένο εξοπλισμό για τη διενέργεια της εν λόγω εξέτασης. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, και αφού η κατηγορουμένη κλήθηκε σε απολογία και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, αυτή επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, ότι είναι αθώα και ό,τι είχε να πει το είπε στην κατάθεση της στην αστυνομία. Κατά την αγόρευση του ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει τη δεύτερη κατηγορία εναντίον της κατηγορουμένης στον απαιτούμενο βαθμό. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ο οποίος εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί η πλαστότητα της επίδικης ταυτότητας λόγω κενών στη μαρτυρία της Μ.Κ.3, ειδικότερα αναφορικά με το γνήσιο δείγμα που υπάρχει στο Εργαστήριο, ούτε και υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει τη γνώση της κατηγορουμένης για την πλαστότητα αυτής. Ο κ. Χατζηλοίζου ισχυρίστηκε μάλιστα ότι η θέση της κατηγορουμένης, όπως αυτή περιέχεται στην κατάθεση της, για τον τρόπο απόκτησης της Ρουμάνικης ταυτότητας δείχνει ότι αυτή ουδόλως γνώριζε για την πλαστότητα της και το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε υποθέσεις περί τούτου. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και αρχικά αναφέρω ότι ο Μ.Κ.1, που ήταν και ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης, έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του περιορίστηκε στις ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο της εξέτασης της παρούσας υπόθεσης και την κατάθεση του επίδικου δελτίου ταυτότητας, που ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι αυτό ήταν το δελτίο που η κατηγορουμένη κατείχε και παρουσίασε. Διεφάνη ότι ο Μ.Κ.1 ήταν αντικειμενικός και ανεξάρτητος μάρτυρας, και ανέφερε ξεκάθαρα κατά την αντεξέταση του γιατί δεν προέβη σε περαιτέρω εξετάσεις, θέση η οποία κρίνεται λογική με βάση τα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Θετική εικόνα δημιούργησε επίσης ο Μ.Κ.2, ο οποίος αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπόθεσης, και μάλιστα ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του που αφορά το Ρουμάνικο δελτίο ταυτότητας που κατείχε και του υπέδειξε η κατηγορουμένη και το χρονικό στάδιο κατά το οποίο η κατηγορουμένη του υπέδειξε το διαβατήριο της δεν αντικρούστηκε ούτε και αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Γενικά το Δικαστήριο απεκόμισε την εικόνα ενός μάρτυρα που ήθελε να αποκαλύψει την αλήθεια για την παρούσα υπόθεση, και ενώ ο Μ.Κ.2 ήταν ιδιαίτερα επεξηγηματικός στον τρόπο διάγνωσης περί του πλαστού της ταυτότητας, εν τούτοις δήλωσε ευθαρσώς στο Δικαστήριο ότι δεν είναι ειδικός ούτε εμπειρογνώμονας για να καταθέσει γι΄ αυτό και δεν δίστασε τέλος να αναφέρει ότι δεν κατέγραψε την απάντηση της κατηγορουμένης η οποία και φυσικά δεν την υπέγραψε. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν άμεσος και ευθύς στις απαντήσεις του, και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Η μαρτυρία της Γ/Αστ. 939 κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός και από τις δύο πλευρές, όπως επίσης το πιστό της μετάφρασης της κατάθεσης της κατηγορουμένης στα Ελληνικά, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου. Επομένως, αυτό δεσμεύει και τις δύο πλευρές και το Δικαστήριο. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Γιαννίδης v. Αστυνομίας

(2002)2 Α.Α.Δ. 143. Η ίδια διαπίστωση ισχύει αναφορικά με την ιδιότητα της Μ.Κ.3 ως εμπειρογνώμονα σε σχέση με την εξέταση της γνησιότητας του επίδικου δελτίου ταυτότητας, καθότι τόσο τα προσόντα όσο και η πείρα και η ειδικότητα της μάρτυρα δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτό γεγονός από τις δύο πλευρές, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου. Επομένως, αποδέχομαι ότι η Μ.Κ.3 είναι ειδική εμπειρογνώμονας στον τομέα της εξέτασης πλαστών ταυτοτήτων. Επιπλέον, κρίνω ότι η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε με κάθε σαφήνεια και συνέπεια, και ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο επεξήγησε πώς διαπίστωσε ότι το επίδικο δελτίο ταυτότητας ήταν πλαστό. Η Μ.Κ.3 έδωσε όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες στο Δικαστήριο με αναφορά στον Συγκριτικό Πίνακα, Τεκμήριο 8, έτσι ώστε η μαρτυρία της να δίνει πλήρη και σαφή εικόνα του τρόπου διαπίστωσης περί της πλαστότητας του εν λόγω εγγράφου. Η ανάλυση της μεθόδου που χρησιμοποίησε και οι επιπρόσθετες επεξηγήσεις που έδωσε κατά την αντεξέταση της έδωσαν μια καθόλα ολοκληρωμένη αλλά και εμπεριστατωμένη ανάλυση των ευρημάτων της. Ακόμα, κατά το στάδιο της μαρτυρίας της Μ.Κ.3, αξίζει να σημειωθεί ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία της αναφορικά με τη μέθοδο που χρησιμοποίησε για να προβεί στην εξέταση και τα συμπεράσματα της, και περιορίστηκε σε μία γενική υποβολή ότι η επίδικη ταυτότητα είναι γνήσια, θέση η οποία αντικρούστηκε επαρκώς από τη μάρτυρα, υιοθετώντας το σύνολο της μαρτυρίας της σε σχέση με τη δική της εξέταση. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του αμφισβήτησε τη μέθοδο και κατ΄ επέκταση τα συμπεράσματα της μάρτυρα, λόγω του ότι ελλείπει μαρτυρία αναφορικά με το γνήσιο δείγμα που φυλάσσεται στο Εργαστήριο για σύγκριση και τον τρόπο έκδοσης Ρουμάνικης ταυτότητας από τις αρμόδιες αρχές. Δεν υιοθετώ αυτή τη θέση της υπεράσπισης, καθότι η Μ.Κ.3 έκανε σαφή αναφορά στα γνήσια δείγματα που υπάρχουν στην Συλλογή του Εργαστηρίου, και μάλιστα προχώρησε ένα βήμα πιο κάτω λέγοντας ότι υπάρχουν διεθνή και ευρωπαϊκά μίνιμουμ πρότυπα όσον αφορά τις δικλίδες ασφαλείας για τέτοια έγγραφα, τα οποία βρίσκονται σε ισχύ και με τα οποία το επίδικο δελτίο ταυτότητας δεν συνάδει. Μάλιστα, η υπεράσπιση ουδόλως ασχολήθηκε ούτε και αμφισβήτησε αυτό το θέμα στο πλαίσιο της μαρτυρίας της Μ.Κ.3, και η απάντηση της μάρτυρα σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν είναι απαραίτητο τα δελτία ταυτότητας να αποστέλλονται στη Ρουμανία για διαπίστωση της γνησιότητας τους, καθότι στο Εργαστήριο διεξάγονται εξειδικευμένες και επαρκείς εξετάσεις, αντικρούει επαρκώς την εν λόγω εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης. Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.3 κρίνεται αξιόπιστη στο σύνολο της και γίνεται αποδεκτή. Τόσο οι απαντήσεις που έδωσε η κατηγορουμένη στην αστυνομία όσο και η κατάθεση της, στον βαθμό που περιέχουν παραδοχές, αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία εναντίον της νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιηθεί για τη θεληματικότητα αυτών και για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 και Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166 στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση R. v. Sfongaras 22 C.L.R.
  1. Η κατηγορουμένη υιοθέτησε την κατάθεση της στο πλαίσιο της ανώμοτης της δήλωσης, επομένως θεωρώ ότι αυτή είναι θεληματική και αποτελεί μαρτυρία εναντίον της. Αναφορικά με τις απαντήσεις που έδωσε στον Μ.Κ.2 ότι είναι Ρουμάνα υπήκοος και είναι από τη Ρουμανία, η υπεράσπιση αμφισβήτησε μόνο το γεγονός ότι η δεύτερη της απάντηση δεν καταγράφηκε πουθενά και δεν υπογράφηκε από την κατηγορουμένη, όμως δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για να αντικρούσει αυτή τη θέση, η οποία εν πάση περιπτώσει έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο εφόσον έκρινε αξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  2. Ως εκ τούτου ικανοποιούμαι ότι η κατηγορουμένη έδωσε τις εν λόγω απαντήσεις στον Μ.Κ.2 υπό τις περιστάσεις που ο ίδιος ανέφερε κατά τη μαρτυρία του. Αναφορικά με την αξιολόγηση της ανώμοτης δήλωσης της κατηγορουμένης, είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, όμως δεν εξομοιώνεται με ένορκη μαρτυρία που υπόκειται σε έλεγχο από αντεξέταση. Βέβαια σε αυτή η κατηγορουμένη ουσιαστικά υιοθέτησε την κατάθεση της προς την αστυνομία, η οποία, όπως αναφέρεται πιο πάνω, είναι αποδεκτή μαρτυρία εναντίον της, και περαιτέρω η απλή δήλωση της ότι είναι αθώα αποτελεί τη θέση της και αυτή θα αξιολογηθεί στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας για τον σκοπό έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, και στηριζόμενη στο σύνολο της μαρτυρίας που προσάχθηκε για την Κατηγορούσα Αρχή και η οποία κρίθηκε αξιόπιστη στο σύνολο της, τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως. Στις 14.4.2011 και περί ώρα 10.20 ο αστ. 2544 Μιχάλης Τζιάζας, της ΥΑΜ Λεμεσού, Μ.Κ.2, μετέβη με άλλους αστυνομικούς στην καφετερία-take away με την ονομασία «ΓΡΗΓΟΡΗΣ Μικρογεύματα» στην οδό Ανδρέα Θεμιστοκλέους στη Λεμεσό. Κατόπιν δεκάλεπτης παρακολούθησης ο Μ.Κ.2 αντιλήφθηκε δύο κοπέλες να απασχολούνται εντός του υποστατικού, η μία να ασχολείται με την ετοιμασία σάντουιτς και να εξυπηρετεί πελάτες του καταστήματος και η άλλη να βρίσκεται στο ταμείο και να διεκπεραιώνει διάφορες συναλλαγές. Περί ώρα 10.30 ο Μ.Κ.2 μαζί με τους άλλους συναδέλφους του εισήλθαν εντός του καταστήματος και μετέβηκαν στο μέρος της αλλοδαπής που ασχολείτο με την ετοιμασία φαγητού και ο Μ.Κ.2 έκανε έλεγχο των στοιχείων της. Ακολούθως ο Μ.Κ.2 ζήτησε από τη δεύτερη κοπέλα που βρισκόταν στο μέρος, και η οποία είναι η κατηγορουμένη, να του παρουσιάσει στοιχεία της ταυτότητας της. Αυτή ανέφερε στον Μ.Κ.2 ότι είναι Ρουμάνα υπήκοος και ονομάζεται Cibotari Irina, ημερ. γέννησης 30.2.1984, παρουσιάζοντας ένα Ρουμάνικο δελτίο ταυτότητας με αριθμό ΧΗ196425, Τεκμήριο 4, και λέγοντας ότι είναι υπεύθυνη του μέρους. Ηγέρθησαν υποψίες στον Μ.Κ.2 ότι η ταυτότητα που η κατηγορουμένη του παρουσίασε ήταν πλαστή και αυτή κλήθηκε και προσήλθε στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Λεμεσού για σχετικό έλεγχο. Ο Μ.Κ.2 διενήργησε εκ νέου έλεγχο μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή και διαπίστωσε ότι η κατηγορουμένη βρίσκεται στην Κύπρο με τα στοιχεία Cibotari Irina, ως Μολδαβή υπήκοος, ημερ. γέννησης 30.2.1984, αρ. διαβατηρίου Α1385367, αρ. Δ.Ε.Α. 5489581, αρ. φακ. Α04-09111, της οποίας τα στοιχεία εντοπίζονται στον κατάλογο Stop-List ως αναζητούμενο πρόσωπο με ημερομηνία καταχώρησης 4.11.2009, καθότι εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής και εργασίας της και έκτοτε διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία. Σε έλεγχο της Ρουμάνικης ταυτότητας που διενήργησε ο Μ.Κ.2, στη μηχανή υπεριωδών ακτινών (uv light), αυτή δεν φαινόταν να αντιδρά φυσιολογικά και εκ πρώτης όψεως φαινόταν πλαστή. Αμέσως μετά ο Μ.Κ.2 την πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραττε, μεταξύ άλλων της πλαστογραφίας και της πλαστοπροσωπίας, και αφού της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτή απάντησε «I am from Romania». Η κατηγορουμένη παρέδωσε επίσης το Μολδαβικό διαβατήριο της με αριθμό Α3801739 σε μεταγενέστερο στάδιο και αφού ο Μ.Κ.2 της το ζήτησε. Ο Μ.Κ.2 παρέδωσε το Ρουμανικό δελτίο ταυτότητας και το Μολδαβικό διαβατήριο της κατηγορουμένης στη Γ/Αστ. 939 του ΤΑΕ Λεμεσού. Τόσο στο δελτίο ταυτότητας όσο και στο διαβατήριο το όνομα, το επίθετο και η ημερομηνία γέννησης της κατηγορουμένης ήταν τα ίδια. Η Γ/Αστ. 939 Μ. Φράγκου, του ΤΑΕ Λεμεσού, στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, παρέδωσε τη Ρουμάνικη ταυτότητα στον αστ. 1807 Μαρίνο Περικλέους, του ΤΑΕ Λεμεσού, Μ.Κ.1, ο οποίος με την σειρά του την παρέδωσε στη Γ/Αστ. 2635 του Εργαστηρίου Εξέτασης Εντύπων και Εκτυπώσεων Ασφαλείας για τη διενέργεια επιστημονικών εξετάσεων αναφορικά με τη γνησιότητα της, μαζί με την Αίτηση για Επιστημονική Εξέταση Τεκμηρίων, Έντυπο Αστ. 161, Τεκμήριο
  3. Ο Μ.Κ.1 παρέδωσε επίσης στην ΥΠΕΓΕ έγχρωμο αντίγραφο της ταυτότητας, Τεκμήριο
  4. Στις 14.4.2011 και ώρα 16.20 στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, η Γ/Αστ. 939, με τη βοήθεια διερμηνέα, συνέλαβε την κατηγορουμένη δυνάμει του δικαστικού εντάλματος σύλληψης, Τεκμήριο 3, στο οποίο καταγράφεται η απάντηση της «Δεν ήξερα τέτοια πράγματα». Ακολούθως, η Γ/Αστ. 939, με τη βοήθεια διερμηνέα, έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη. Η ανακριτική κατάθεση της κατηγορουμένης στη μητρική της γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 και η πιστή μετάφραση αυτής στην Ελληνική κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Η Α/Λοχ. 40 Χρίστη Χριστοφίδου, του Εργαστηρίου Εξέτασης Εντύπων και Εκτυπώσεων Ασφαλείας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Εξετάσεων της Αστυνομίας, Μ.Κ.3, διενήργησε την επιστημονική εξέταση του Τεκμηρίου 4 για τη διαπίστωση της γνησιότητας του, και ετοίμασε σχετική Έκθεση Πραγματογνώμονα, ημερ. 20.4.
  6. Η Μ.Κ.4 εξέτασε το Τεκμήριο 4 και το σύγκρινε με αντίστοιχο γνήσιο δείγμα δελτίου ταυτότητας της Ρουμανίας, που υπάρχει στην συλλογή του Εργαστηρίου. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το επίδικο δελτίο ταυτότητας δεν περικλείει τα απαραίτητα στοιχεία/δικλίδες ασφαλείας και πρόκειται για εξ ολοκλήρου πλαστό έγγραφο. Ειδικότερα, βρίσκω ότι η Μ.Κ.3 ακολούθησε την συγκριτική μέθοδο, συγκρίνοντας το επίδικο έγγραφο με το αντίστοιχο γνήσιο δείγμα, με τη χρήση του απαραίτητου τεχνικού εξοπλισμού, μικροσκοπίου και εξειδικευμένου συστήματος με ειδικό φωτισμό. Σύμφωνα πάντα με τα ευρήματα της Μ.Κ.3, που αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, το εν λόγω δελτίο ταυτότητας δεν έφερε τα ενδεδειγμένα στοιχεία ασφαλείας και ως εκ τούτου ήταν εξ ολοκλήρου πλαστό έντυπο. Οι βασικές δικλίδες ασφαλείας έγκεινται στη διαφορά της αντανάκλασης κάτω από υπεριώδη φωτισμό και στη μέθοδο εκτύπωσης. Με αναφορά στο Τεκμήριο 8 και τη μαρτυρία της Μ.Κ.3, που υιοθετείται πλήρως από το Δικαστήριο και αποτελεί τα ευρήματα του, βρίσκω επίσης ότι το γνήσιο δείγμα δελτίου ταυτότητας της Ρουμανίας εκτυπώνεται σε εκτυπωτή ψηλής ποιότητας τύπου Laser, σε αντίθεση με το επίδικο δελτίο ταυτότητας που εκτυπώθηκε σε εκτυπωτή χαμηλής ποιότητα τύπου Inject. Η διαφορετικότητα στο είδος του εκτυπωτή φαίνεται στην ευκρίνεια, καθαρότητα και πυκνότητα των κόκκων που σχηματίζουν τα εμβλήματα και τις φωτογραφίες. Κατόπιν εξέτασης με το μικροσκόπιο, διαφάνηκε ότι στο γνήσιο δείγμα τα σχήματα και εμβλήματα διαμορφώνονται με τη χρήση μικροσκοπικών κόκκων Laser, ενώ στο επίδικο δελτίο ταυτότητας έγινε χρήση 4 ειδών μελανιού και όχι κόκκων από εκτυπωτή Inject. Επίσης, με τη χρήση μικροσκοπίου, παρατηρείται διαφορά στον εκτυπωτή αλλά και στον χρωματισμό, καθότι στο γνήσιο δείγμα χρησιμοποιείται διχρωμία στον κόκκο για να σχηματιστεί η φωτογραφία, ενώ στο επίδικο δελτίο ταυτότητας ο χρωματισμός είναι τελείως διαφορετικός. Με τη βοήθεια εξειδικευμένου εξοπλισμού και με σύγκριση κάτω από υπεριώδη φωτισμό, που έχει την ιδιότητα να εμφανίζει κάποια ειδικά μελάνια που γίνονται ορατά κάτω από τον συγκεκριμένο φωτισμό, τα γνήσια έντυπα απορροφούν τον υπεριώδη φωτισμό δίνοντας μία σκουρόχρωμη εικόνα εκτύπωσης, ενώ το επίδικο δελτίο αντανακλά τον υπεριώδη φωτισμό και δίνει μία πιο ανοιχτόχρωμη άσπρη εικόνα. Περαιτέρω, τα μελάνια του γνήσιου εγγράφου είναι κίτρινο και πράσινο, και ψηλής ποιότητας, παρόλο που δεν είναι ορατά σε κανονικό φωτισμό, γίνονται ορατά και φθορίζουν κάτω από το συγκεκριμένο φωτισμό, ενώ το επίδικο δελτίο έχει μελάνια χαμηλής ποιότητας που φθορίζουν σε κάποιο βαθμό αλλά δεν έχουν την ενδεδειγμένη ευκρίνεια, καθαρότητα ή χρωματισμό όπως φέρει το γνήσιο έντυπο. Τέλος, βρίσκω ότι όλα τα έγγραφα ασφαλείας υποχρεώνονται από τον διεθνή οργανισμό ICAO να έχουν κάποια πρότυπα και τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακολουθούν Οδηγίες όσον αφορά δικλίδες ασφαλείας με μίνιμουμ στοιχεία που πρέπει να περικλείουν τα έγγραφα. Το επίδικο έγγραφο δεν συνάδει με αυτά τα πρότυπα. Η δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου βασίζεται στο άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος...» Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η επίδικη ταυτότητα είναι εξ ολοκλήρου πλαστό έγγραφο, και ότι κατά την επίδικη ημερομηνία, 14.4.2011, η κατηγορουμένη έθεσε σε κυκλοφορία την επίδικη ταυτότητα, και συγκεκριμένα την παρουσίασε στον Μ.Κ.2 όταν της ζητήθηκε να παρουσιάσει τα στοιχεία της. Εκείνο που απομένει να αποδειχθεί είναι η γνώση της κατηγορουμένης ότι η εν λόγω ταυτότητα ήταν πλαστογραφημένη, και κατά συνέπεια η πρόθεση καταδολίευσης με την κυκλοφορία αυτής. Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ελλείπει άμεση μαρτυρία που να αποδεικνύει τη γνώση της κατηγορουμένης ότι το επίδικο δελτίο ταυτότητας ήταν πλαστογραφημένο, και το Δικαστήριο θα πρέπει να ανατρέξει σε περιστατική μαρτυρία που να αποδεικνύει αυτό το στοιχείο. Ως προς τον τρόπο απόδειξης της γνώσης με περιστατική μαρτυρία, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Φανιέρος v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104, και το ακόλουθο απόσπασμα: «Όπως ορθά έχει επισημανθεί στην υπόθεση Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, 295, επειδή το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορούμενου, μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αν οι εξηγήσεις του κατηγορούμενου δημιουργούν αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη της γνώσης, θα πρέπει να αθωωθεί. Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο απέρριψε, για πολύ καλούς λόγους, τις εξηγήσεις που έδωσε ο εφεσείων. Στην πραγματικότητα οι εξηγήσεις, όπως αναφέρει και η πρωτόδικη απόφαση, ήταν εν πολλοίς αντιφατικές και καθόλου πειστικές. Αντίθετα, καταλήγει η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας που προσήχθη από την κατηγορούσα αρχή, δεν μπορούσε να είναι συμβατή με οποιαδήποτε άλλη λογική ερμηνεία της μαρτυρίας. Η φύση και η σημασία της περιστατικής μαρτυρίας έχουν αναλυθεί από τη νομολογία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 55, οι διαζευκτικές πιθανότητες κατά την προσέγγιση της περιστατικής μαρτυρίας, θα πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται εύλογα από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλιώς τα Δικαστήρια θα καλούνται θα εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιόν τους, κάτι που δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Έργο της κατηγορούσας αρχής παραμένει βέβαια πάντοτε η απόδειξη της ενοχής κάθε κατηγορούμενου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η βασική αρχή, όπως εξάγεται από τη νομολογία, είναι ότι σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες η ενοχή του κατηγορούμενου στηρίζεται καθ' ολοκληρίαν ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία, το Δικαστήριο πρέπει σαν θέμα νομικό να αποφασίσει, όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά ακόμα ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα, από το ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με το να δίδονται από τον κατηγορούμενο λογικοφανείς, έστω, εξηγήσεις, οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές και απορρίπτονται από το Δικαστήριο ως αναληθείς, αδυνατίζει το τελικό συμπέρασμα της ενοχής του. Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορούμενου μόνο όταν τεκμηριώνεται ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του (Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, 120). Δεν βρίσκουμε οτιδήποτε τρωτό στη συλλογιστική που ακολουθήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο. Η μαρτυρία την οποία αποδέκτηκε δεν μπορούσε να οδηγήσει σε οποιαδήποτε άλλη λογική εξήγηση πλην της ενοχής του εφεσείοντα. Εν πάση περιπτώσει, η εκδοχή που έδωσε ο εφεσείων απορρίφθηκε ως αντιφατική και μη αληθής. Ακόμα μπορεί να σημειωθεί πως, η μαρτυρία του αφήνει πολλά ερωτηματικά, σε ορισμένα μάλιστα σημεία, τείνει σε απόδειξη της γνώσης και της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος». Επίσης παραπέμπω στην πιο πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παναγιώτη Νικολάου, Ποιν. Έφεση αρ. 212/2009, ημερ. 10.11.2010, για το ίδιο θέμα. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχουν τα ακόλουθα δεδομένα τα οποία καλείται να αξιολογήσει για να καταλήξει κατά πόσο αυτά είναι ικανά να αποδώσουν γνώση του γεγονότος της πλαστότητας της ταυτότητας στην κατηγορουμένη. Όταν ζητήθηκε από την κατηγορουμένη να παρουσιάσει την ταυτότητα της, αυτή αμέσως είπε στον Μ.Κ.2 ότι είναι Ρουμάνα υπήκοος, έδωσε το όνομα της και την ημερομηνία γέννησης της και παρουσίασε την επίδικη ταυτότητα. Μόνο σε κατοπινό στάδιο, όταν της ζητήθηκε να παρουσιάσει το διαβατήριο της, το έπραξε. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η κατηγορουμένη δεν είναι Ρουμάνα υπήκοος, και μάλιστα στην κατάθεση της η ίδια αναφέρει ότι κατάγεται από τη Μολδαβία. Μάλιστα, με βάση το περιεχόμενο της κατάθεσης της κατηγορουμένης, αυτή γνώριζε ότι από τότε που εγκατέλειψε την εργασία της στο φυτώριο βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία και μάλιστα δεν παρουσιάστηκε αλλά ούτε και αποτάθηκε στην αρμόδια Αρχή, τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, για να προβεί σε διαβήματα νομιμοποίησης του καθεστώτος παραμονής της στη Δημοκρατία. Με μοναδικό σκοπό να μην έχει «πρόβλημα στην Κύπρο», όπως η ίδια χαρακτηριστικά ανέφερε στην κατάθεση της, αποτάθηκε στη μητέρα της για βοήθεια για να της εξασφαλίσει Ρουμάνικο έγγραφο. Είναι εμφανές μέχρι στιγμής από τα πιο πάνω δεδομένα ότι η κατηγορουμένη γνώριζε ότι βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία, παρέλειψε και απέφυγε να αποταθεί στις αρμόδιες αρχές για νομιμοποίηση του καθεστώτος παραμονής της καθότι γνώριζε ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει και ζήτησε να εξασφαλίσει ένα Ρουμάνικο έγγραφο, το οποίο λόγω Ρουμανίας, θα της επέτρεπε να παραμείνει εδώ και να εργάζεται, σύμφωνα πάντα με τη δική της αντίληψη. Συγκεκριμένα διαφαίνεται ότι οι ενέργειες της κατηγορουμένης αποσκοπούσαν στο να βοηθήσει την κατάσταση της, ουσιαστικά ξεγελώντας τις κρατικές αρχές, ενόσω βρισκόταν στην Κύπρο, γιατί γνώριζε ότι βρισκόταν εδώ παράνομα και δεν μπορούσε να εργαστεί. Αυτό επιβεβαιώνει και η συμπεριφορά της προς τον Μ.Κ.2, λέγοντας αμέσως ότι είναι Ρουμάνα υπήκοος και παρουσιάζοντας μόνο την ταυτότητα και αποκρύβοντας το διαβατήριο της, ενώ όταν ο Μ.Κ.2 την πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραττε επανέλαβε ότι είναι από τη Ρουμανία. Ακολούθως, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή της κατηγορουμένης, η μητέρα της πλήρωσε κάποιο δικηγόρο στη Μολδαβία για να της εξασφαλίσει Ρουμάνικη ταυτότητα, χωρίς η ίδια να είναι παρούσα. Ο λόγος που επικαλέστηκε ότι μπορούσε να αποκτήσει Ρουμάνικη ταυτότητα είναι ότι ο παππούς της μητέρας της κατάγεται από τη Ρουμανία. Θεωρώ ότι αυτή η εκδοχή παραμένει μετέωρη και αστήρικτη, καθότι ελλείπει παντελώς μαρτυρία αναφορικά με το κατά πόσο ένα πρόσωπο που έχει παππού από τη μητέρα του από τη Ρουμανία μπορεί να εξασφαλίσει Ρουμάνικο δελτίο ταυτότητας. Ακόμα ελλείπει μαρτυρία αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθείται για την απόκτηση Ρουμάνικου δελτίου ταυτότητας, είτε στη Μολδαβία είτε στη Ρουμανία, ποια αρχή είναι αρμόδια για την έκδοση τέτοιων επίσημων εγγράφων, ποια η διαδικασία όταν ο αιτητής είναι απών και ποια τα χαρακτηριστικά ασφαλείας που έχουν τέτοια έγγραφα. Είναι προφανές από τις πιο πάνω περιστάσεις σε σχέση με τον τρόπο απόκτησης του Ρουμάνικου δελτίου ταυτότητας ότι η πληρωμή ενός δικηγόρου για τον σκοπό απόκτησης Ρουμάνικου δελτίου ταυτότητας, σε συνδυασμό με τη γνώση της κατηγορουμένης για την παράνομη παραμονή της στη Δημοκρατία, την επιθυμία της να παραμείνει εδώ και την ανάγκη της να εργαστεί, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η κατηγορουμένη γνώριζε περί της πλαστότητας του επίδικου δελτίου ταυτότητας. Αυτό συνάγεται από το σύνολο των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης ως το μόνο λογικό συμπέρασμα. Το Δικαστήριο δεν καλείται να κάνει υποθέσεις, ως ήταν η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης, αλλά να αξιολογήσει όλα τα ενώπιον του δεδομένα και καταλήγει ότι αυτά συμβιβάζονται μόνο με το συμπέρασμα ότι η κατηγορουμένη γνώριζε για το πλαστό της ταυτότητας και την είχε εξασφαλίσει με σκοπό να ξεγελάσει τις κρατικές αρμόδιες αρχές, όταν εντοπιζόταν, για να καλύψει το παράνομο της διαμονής και εργασίας της στη Δημοκρατία, κάτι που ήταν σε γνώση της από το 2008 και έτσι από τότε προέβη στις ενέργειες εξασφάλισης Ρουμάνικης ταυτότητας. Από την στιγμή που καταλήγω ότι η κατηγορουμένη παρουσίασε στον Μ.Κ.2 το επίδικο δελτίο ταυτότητας εν γνώσει της ότι είναι πλαστό, με σκοπό να ξεγελάσει τον Μ.Κ.2 και κατά συνέπεια τις αρμόδιες κρατικές αρχές για το καθεστώς παραμονής και εργασίας της εδώ, ικανοποιούμαι ότι η εν λόγω κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου έγινε δόλια. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει τη δεύτερη κατηγορία στον απαιτούμενο βαθμό. Εκείνο που απομένει να εξετάσω, που προφανώς διέλαθε της προσοχής των συνηγόρων, είναι το γεγονός ότι η αναφορά στο δελτίο ταυτότητας στις λεπτομέρειες αδικήματος στη δεύτερη κατηγορία, που παραπέμπουν σε αυτές της πρώτης κατηγορίας, ανεξάρτητα του ότι έχει παραμείνει σε αυτό το στάδιο μόνο προς εκδίκαση η δεύτερη κατηγορία, έχει μια ανακρίβεια όσον αφορά τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας. Ενώ στις λεπτομέρειες αδικήματος αναγράφεται «ΔΧ 196425» στο επίδικο δελτίο ταυτότητας, Τεκμήριο 4, αναγράφεται «ΧΗ 196425». Επομένως καλούμαι να αποφασίσω κατά πόσο η κατηγορουμένη μπορεί να κριθεί ένοχη του αδικήματος που αντιμετωπίζει για την κυκλοφορία πλαστού εγγράφου δηλαδή του Ρουμάνικου δελτίου ταυτότητας με αρ. ΧΗ 196425 και όχι με αρ. ΔΧ 196425, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του άρθρου 85
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, χωρίς να επέλθει οποιαδήποτε μεταβολή του υφιστάμενου κατηγορητηρίου ή να κριθεί ένοχη άλλου αδικήματος με την προσθήκη στο κατηγορητήριο νέας κατηγορίας, δυνάμει του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155. Με βάση τις νομικές αρχές που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Issa and another v. The Republic
(1989)2 C.L.R. 39 και Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, ενόψει του ότι ο αριθμός που φέρει το επίδικο έγγραφο, δηλαδή το δελτίο ταυτότητας, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κυκλοφορίας αυτού, κρίνω ότι η κατηγορουμένη θα πρέπει να κριθεί ένοχη στη δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει για την κυκλοφορία πλαστού εγγράφου δηλαδή του Ρουμάνικου δελτίου ταυτότητας με αρ. XH 196425 χωρίς την αναγκαιότητα μεταβολής του κατηγορητηρίου. Ως εκ τούτου ικανοποιούμαι ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό εναντίον της κατηγορουμένης η οποία κρίνεται ένοχη στη δεύτερη κατηγορία για την κυκλοφορία πλαστού εγγράφου δηλαδή του Ρουμάνικου δελτίου ταυτότητας με αρ. XH 196425 χωρίς την αναγκαιότητα μεταβολής του κατηγορητηρίου. (Υπ.)............... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Πλαστογραφία/κυκλοφορία πλαστού εγγράφου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.