← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Samir El Maaz, Αρ. Υπόθεσης: 19299/09, 20/6/2011

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Samir El Maaz, Αρ. Υπόθεσης: 19299/09, 20/6/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B132 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19299/09 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Samir El Maaz Κατηγορούμενου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 20/6/2011 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Κληρίδου. Για τον κατηγορούμενο: κα Σ. Αδάμου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερεις κατηγορίες, της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης (1η Κατηγ.), της δημόσιας εξύβρισης (2η Κατηγ.), της κοινής επίθεσης (3η Κατηγ.) και της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία (4η Κατηγ.). Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, ο Αναπληρωτής Λοχίας 3027 Ανδρέας Περικλέους (Μ.Κ.1), ο Α/Α 4615 Αναστάσιος Αναστασίου (Μ.Κ.2), ο Ριάτ Χάκερ (Μ.Κ3) και ο Μοχάμετ Αγουάντ (Μ.Κ.4). Αυτοί και σύμφωνα και με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, κατέθεσαν τις γραπτές τους καταθέσεις, τις οποίες και υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης και στη συνέχεια αντεξετάσθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο του κατηγορουμένου. Μετά δε την κλήση του τελευταίου σε απολογία, αυτός επέλεξε να προβεί στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση, χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. «Είμαι αθώος για όλες τις κατηγορίες, δεν έκαμα ζημιά στους τροχούς, ούτε επιτέθηκα και κτύπησα τον αστυνομικό, αυτά». Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και ως τέτοια εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ότι τα όσα περιέχονται στα Τεκμήρια 1Β, Γ

(1)και Δ
(1)αποτελούν πιστή μετάφραση του περιεχομένου των τεκμηρίων 1Α, Γ
(2)και Δ
(2)αντίστοιχα. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Ο Μ.Κ.1, είναι αστυφύλακας και γείτονας του παραπονούμενου και κατά το χρόνο του επεισοδίου βρισκόταν εκτός υπηρεσίας. Αυτός εξέθεσε στο Δικαστήριο, τα όσα του ανέφερε ο παραπονούμενος τον οποίο συνάντησε στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας στην οποία διαμένουν, αλλά και όσα στη συνέχεια διαδραματίσθηκαν. Μαρτύρησε με σταθερό και θετικό τρόπο και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν διέκρινα οτιδήποτε ικανό να κλονίσει τη θετική εντύπωση που σχημάτισα για το πρόσωπο του, γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του, συμπεριλαμβανομένης και της εξ' ακοής μαρτυρίας την οποία προσήγαγε σε σχέση με το τι του αναφέρθηκε από τον παραπονούμενο. Η εξ' ακοής μαρτυρία, δεν αποκλείεται για το λόγο και μόνο ότι είναι εξ' ακοής, η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες, οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο νόμο, Κεφ.
  1. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, θα προσδοθεί πλήρης βαρύτητα, λόγω της καλής εντύπωσης που σχημάτισα για τον μάρτυρα, ο οποίος όπως προανάφερα κατάθεσε με σταθερό και θετικό τρόπο, αλλά και γιατί το περιεχόμενο της, επιβεβαιώνεται και από τον παραπονούμενο. Από τη μαρτυρία του δεν αποδέχομαι μόνο το σημείο όπου ανέφερε ότι για τη σύλληψη του κατηγορούμενου τον βοήθησαν και οι δύο μάρτυρες κατηγορίας που ήταν παρόντες δηλαδή οι Μ.Κ. 3 και
  2. Ο μοναδικός λόγος είναι γιατί αυτό έρχεται σε αντίθεση με τα όσα ο Μ.Κ. 3 ανέφερε και του οποίου η μαρτυρία γίνεται επίσης αποδεκτή για τους λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση της δικής του μαρτυρίας. Τούτο όμως δεν είναι σημαντικό και εν πάση περιπτώσει όχι ικανό στοιχείο για να κλονίσει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του μάρτυρα, αφού κρίνεται ότι δεν οφείλεται σε ηθελημένη παραποίηση της αλήθειας και ούτε είναι σημαντικό για τα ουσιαστικά σημεία της υπόθεσης. Η υπόλοιπη μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. O M.Κ. 2 ήταν τυπικός μάρτυρας, αφού ήταν ο αστυφύλακας που με τη βοήθεια διερμηνέα έλαβε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση σε σχέση με τα αδικήματα που του καταλογίζονται και στα οποία ο τελευταίος δεν παραδέχθηκε ενοχή και το πρόσωπο που έλαβε επίσης κατάθεση από τον ιδιοκτήτη των αυτοκινήτων στα οποία έγινε η ζημιά στα ελαστικά. Και του μάρτυρα αυτού η μαρτυρία, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από την υπεράσπιση, γίνεται πλήρως αποδεκτή, ενόψει της καλής εντύπωσης που σχημάτισα γι' αυτόν. Ο Μ.Κ.3 είναι ο ιδιοκτήτης των δύο αυτοκινήτων στα οποία προκλήθηκε η ζημιά στα ελαστικά. Και αυτός κατάθεσε με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα διαδραματίσθηκαν. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα και γι΄ αυτόν πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρα της αλήθειας, γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του, συμπεριλαμβανομένης και της εξ' ακοής, που προσήγαγε σε σχέση με τις δηλώσεις που του έκαμε ο κατηγορούμενος και με τις οποίες του παραδέχθηκε ότι αυτός τρύπησε τα ελαστικά των αυτοκινήτων του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, θα προσδοθεί πλήρης βαρύτητα, λόγω της πολύ καλής εντύπωσης που σχημάτισα για τον μάρτυρα. Θα πρέπει πάντως στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι οι κάποιες μικρές διαφορές που εντοπίζονται στη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και 3, δεν κρίνονται ικανές να αλοιώσουν τη θετική εντύπωση που σχημάτισα για οποιονδήποτε από αυτούς. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι διαφορές αυτές, δεν αφορούν ουσιαστικά σημεία της υπόθεσης και πιθανόν να οφείλονται σε ελλιπή ή μη ακριβή περιγραφή των γεγονότων. Μια τέτοια διαφορά, αν μπορεί να κριθεί ως τέτοια, εντοπίζεται σε σχέση με το ποιός από τους δύο ειδοποίησε την αστυνομία να έλθει στην σκηνή. Ο μεν Μ.Κ.1, ανέφερε ότι ζήτησε από τον Μ.Κ.3 να ειδοποιήσει την αστυνομία, ενώ ο Μ.Κ.3, προέβαλε ότι την αστυνομία ειδοποίησε τηλεφωνικά ο Μ.Κ.
  3. Άλλο δε ένα σημείο, όπου εντοπίζεται μια τέτοια διαφορά είναι εκεί, όπου ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι συνέλαβε τον κατηγορούμενο με τη βοήθεια του Μ.Κ.3 και του φίλου του Μ.Κ.4, σε αντίθεση με τον Μ.Κ.3, ο οποίος είπε ότι ο ίδιος βοήθησε τον Μ.Κ.1 να συλλάβει τον κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.4 παρόλο που σε γενικές γραμμές μαρτύρησε την αλήθεια, θεωρώ ότι σε κάποια σημεία προσπάθησε να βοηθήσει τον κατηγορούμενο. Την άποψη αυτή τη σχημάτισα παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενόρκως και παρακολουθώντας την όλη στάση και συμπεριφορά του. Κατά την ένορκη μαρτυρία του, προέβαλε κάποιους ισχυρισμούς που δεν εκτίθενται στην κατάθεση του και οι οποίοι θεωρώ ότι ήταν εκ των υστέρων σκέψεις, που στόχευαν απλώς και μόνο να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο. Τέτοιοι ισχυρισμοί ήταν σε σχέση με τους λόγους που ξεκίνησε το επεισόδιο μεταξύ του Μ.Κ.1 και του κατηγορούμενου. Είπε συγκεκριμένα ότι, το επεισόδιο ξεκίνησε όταν ο Μ.Κ.1 ζήτησε από τον κατηγορούμενο να μετακινήσει τα τσιγάρα, το τηλέφωνο και κάποια έγγραφα που είχε τοποθετήσει στο αυτοκίνητο του Μ.Κ.
  4. Προέβαλε επίσης σε άλλο σημείο της ένορκης μαρτυρίας του ότι ο κατηγορούμενος μόλις τον πληροφόρησαν ότι ο Μ.Κ.1 ήταν αστυνομικός ήθελε να φύγει, όμως ο τελευταίος δεν τον άφηνε να το πράξει και γι' αυτό πιάστηκαν στα χέρια. Ενώ στην κατάθεση του αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον αστυνομικό και αυτός έπεσε κάτω, στην ένορκο του κατάθεση είπε κατά το στάδιο της αντεξέτασης ότι ο κατηγορούμενος «δεν επιτέθηκε στον αστυφύλακα, ήθελε να φύγει από αυτόν». Ενώ στην κατάθεση του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έσπρωξε και τον Μ.Κ.3 προς τα πίσω, στην ένορκη του μαρτυρία διαφοροποίησε τους ισχυρισμούς του αυτούς, λέγοντας ότι κανένας, εννοώντας τον Μ.Κ.3 και τον κατηγορούμενο δεν έδειρε τον άλλο. Και αυτά παρά το ότι σε άλλο σημείο, ισχυρίσθηκε ότι «εναντίον του Ριάτ, ο κατηγορούμενος στην παρουσία μου δεν έκαμε τίποτε. Απλά επιτίθετο ο ένας στον άλλο και εγώ ήμουν μεταξύ τους για να τους γλυτώσω». Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι ο Μ.Κ.1 ήταν αστυνομικός χωρίς όμως να εξηγήσει από που το γνωρίζει και γιατί είχε την πεποίθηση αυτή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία του εκτός και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τη νομολογία από τα ακόλουθα σημεία. Ότι είδε τρυπημένα τα πέντε ελαστικά στα δύο αυτοκίνητα του Μ.Κ.
  5. Ότι άκουσε τον κατηγορούμενο να ρωτά τον Μ.Κ.3 εάν χρειάζεται ελαστικά για το αυτοκίνητο του και στη συνέχεια να παραδέχεται στον Μ.Κ.3 ότι αυτός ήταν που τα τρύπησε. Ότι ο κατηγορούμενος κατά την ώρα του επεισοδίου ήταν μεθυσμένος και μύριζε έντονα αλκοόλ. Ο λόγος που στην εξ' ακοής μαρτυρία που προσήχθη από τον μάρτυρα σε σχέση με τις δηλώσεις του κατηγορούμενου προς τον Μ.Κ.3, προσδίδεται πλήρης βαρύτητα, είναι γιατί συνάδει με τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 για τον οποίο σχημάτισα πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρα της αλήθειας και η οποία ήδη έχει γίνει αποδεκτή. O κατηγορούμενος και όπως προαναφέρεται, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Η δήλωση αυτή έχει κάποια αξία, η οποία θα πρέπει να εξετασθεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια, που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (βλ. Ονησιφόρου v. The Police
(1987)2 CLR 261 και Ιωάννου & Συμιανός v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή κατάρριψη γεγονότων αλλά από το περιεχόμενο της μπορεί να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η ανώμοτη δήλωση (όπως και η σιωπή) σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλ. Τhemistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. The Rebublic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός μπορεί να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). H ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (βλ. Μαυρικίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 80/06, ημερ. 4/7/2007). Στην προκείμενη περίπτωση τίποτε το πειστικό δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της ανώμοτης κατάθεσης του κατηγορούμενου και συνεπώς δεν είναι δυνατό κάτω από αυτές τις περιστάσεις να αποδοθεί σε αυτήν οποιαδήποτε αξία. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 31/8/09 ο Μ.Κ.3 μαζί με τον Μ.Κ.4, βρισκόντουσαν στο σπίτι του πρώτου, όταν ο Μ.Κ.3, δέχθηκε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο ο οποίος και τον ρώτησε εάν ήθελε να αλλάξει τα ελαστικά του αυτοκινήτου του. Σε ερώτηση του Μ.Κ.3 για ποιό λόγο να τα αλλάξει εφόσον ήταν καινούργια, ο κατηγορούμενος του είπε να κατέβει κάτω για να δει, εννοώντας το χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας. Πράγματι σε λίγη ώρα οι Μ.Κ. 3 και 4 κατέβηκαν στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας Andri Court 2, στην οδό Αντιόχου στη Λεμεσό, όπου και διαπίστωσαν ότι τα τέσσερα ελαστικά του αυτοκινήτου του Μ.Κ.3 με αριθμούς εγγραφής ΚΗΑ 760 ήταν τρυπημένα. Την ίδια ζημιά είχε και το ένα από τα ελαστικά του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής BBC 476, επίσης ιδιοκτησίας του Μ.Κ.
  1. Η αξία των ελαστικών ήταν περί τα €500=. Μετά τη διαπίστωση αυτή ο Μ.Κ.3 τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και τον ρώτησε εάν είναι εκείνος που του τρύπησε τα ελαστικά και ο τελευταίος απάντησε καταφατικά. Ο Μ.Κ.
  2. που ήταν παρών κατά τη διάρκεια των δύο τηλεφωνημάτων μαζί με τον Μ.Κ.3 άκουσε και στην πρώτη περίπτωση τον κατηγορούμενο να ρωτά τον Μ.Κ.3 εάν ήθελε να αλλάξει τα ελαστικά του αυτοκινήτου του και στη δεύτερη, να δέχεται ότι είναι εκείνος που τα τρύπησε. Μετά πάροδο μερικής ώρας, ο κατηγορούμενος, κατέφθασε στο μέρος. Ήταν μεθυσμένος και η αναπνοή του μύριζε έντονα αλκοόλ. Ο Μ.Κ.3 μαζί με τον κατηγορούμενο άρχισαν να λογομαχούν και ο κατηγορούμενος είπε στον Μ.Κ. 3 «θα σε σκοτώσω». Εκείνη την ώρα κατέφθασε στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας ο Μ.Κ.1 ο οποίος είναι αστυφύλακας και γείτονας του Μ.Κ.3, φέροντας πολιτική περιβολή, οπόταν και ο τελευταίος τον πλησίασε και του έκαμε παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου, λέγοντας του ότι κάποιος Άραβας με το όνομα Samir, έσκισε τα ελαστικά του αυτοκινήτου του με αριθμούς εγγραφής ΚΗΑ 700 και το δεξιό πισινό λάστιχο του αυτοκινήτου του με αριθμούς εγγραφής BBC 476, τα οποία και βρίσκονταν σταθμευμένα στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας, γεγονός που διαπίστωσε και ο Μ.Κ.
  3. Κατά το χρόνο αυτό πλησίασε και ο κατηγορούμενος και άρχισε να φωνάζει και να συζητούν έντονα με τον Μ.Κ.3 στην Αραβική γλώσσα. Μετά την πληροφόρηση του Μ.Κ.1 από τον Μ.Κ.3 ότι επρόκειτο για το πρόσωπο που του προκάλεσε τη ζημιά, ο Μ.Κ.1, ειδοποίησε τηλεφωνικά την αστυνομία και πλησίασε τον κατηγορούμενο και αφού του έδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και του είπε στα Αγγλικά την λέξη «Police» ζήτησε από τον κατηγορούμενο να παραμείνει στην σκηνή μέχρι να έλθει η αστυνομία. Του ζήτησε επίσης, το διαβατήριο του, μιλώντας του στην Ελληνική και την Αγγλική γλώσσα, τις οποίες ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται. Τότε ο κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει στα Αραβικά και έσπρωξε τον Μ.Κ.1 με τα δύο του χέρια ρίχνοντας τον στο έδαφος και στη συνέχεια έσπρωξε και τον Μ.Κ.
  4. Ο Μ.Κ.1 σηκώθηκε από το έδαφος χωρίς να τραυματισθεί και με τη βοήθεια του Μ.Κ.3, κατάφερε να τον συλλάβει. Ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Παρόλα αυτά, ο κατηγορούμενος συνέχισε να φωνάζει και να υβρίζει στα Ελληνικά, απευθύνοντας στον Μ.Κ.1 τις λέξεις, «μαφία, πεζεβέγκη, πουστόπαιδο». Μετά από λίγο έφθασε στο μέρος, περιπολικό του αστυνομικού σταθμού Αγίου Ιωάννη με τον αστυφ.3526 στον οποίο και ο Μ.Κ.1, εξήγησε τι είχε προηγηθεί και του παρέδωσε τον κατηγορούμενο. Κατά το χρόνο εκείνο ο Μ.Κ.3 δέχθηκε απειλητικό τηλεφώνημα από άγνωστο πρόσωπο, ο οποίος του είπε ότι πλήρωσε τον κατηγορούμενο για να του κάμει κακό και ότι η αξία τους (προφανώς των ελαστικών) είναι μόνο €200=. Πριν το επεισόδιο, ο κατηγορούμενος μαζί με τον Μ.Κ.3 διατηρούσαν φιλικές σχέσεις. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 μετέβη στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη όπου και πληροφορήθηκε την ταυτότητα του κατηγορούμενου. O M.Κ. 2 με τη βοήθεια διερμηνέα έλαβε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση σε σχέση με τα αδικήματα που του καταλογίζονται και στα οποία ο τελευταίος δεν παραδέχθηκε ενοχή. Αυτός, έλαβε επίσης κατάθεση, από τον ιδιοκτήτη των αυτοκινήτων, Μ.Κ.
  5. Όπως είναι νομολογημένο η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που την συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης και η 3η αυτό της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση των άρθρων 244(β) και 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Επίθεση, είναι οποιαδήποτε πράξη που σκόπιμα ή απερίσκεπτα προκαλεί σε κάποιον άλλο την αντίληψη πως απειλείται με άμεση και παράνομη βία. Η έννοια της, περικλείει και την πραγματική ή σκοπούμενη χρήση βίας σε αυτόν χωρίς την συναίνεση του. Μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και χωρίς κάποιος να αγγιχθεί, όταν δε επέλθει ανεπιθύμητη σωματική επαφή, αυτή από μόνη της αρκεί, όσο ανεπαίσθητη και αν είναι η βία που εξασκήθηκε. Θα πρέπει όμως πρώτα να αποδειχθεί η διάπραξη της επίθεσης αυτής καθεαυτής (βλ. D.P.P. v. Rogers
(1953)2 All E.R. 644). Θα πρέπει δηλαδή ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία εναντίον του παραπονούμενου με πρόθεση ή απερίσκεπτα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση που είναι υπολογισμένη να προκαλέσει την αίσθηση της απειλής για χρήση βίας στο μυαλό του άλλου προσώπου διαφορετικά η επίθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. (βλ. Archbold Pleading, Evidence & Practice, παρα 19-166 μέχρι 19-167, Georgiou ν. The Police
(1961)C.L.R, Fairclough v. Whipp
(1951)2 All E.R. 834). Ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον Μ.Κ.1 με τα δύο του χέρια και τον έριξε στο έδαφος και στη συνέχεια έσπρωξε και τον Μ.Κ.
  1. Οι ενέργειες αυτές του κατηγορούμενου εναντίον των Μ.Κ.1 και 3 αποτελούν άσκηση πραγματικής σωματικής βίας εναντίον τους, χωρίς τη συγκατάθεση τους και με πρόθεση και ως εκ τούτου, δεν μπορούν παρά να θεωρηθούν ως επίθεση εναντίον των προσώπων αυτών. Ως εκ τούτου το συστατικό στοιχείο της επίθεσης έχει αποδειχθεί. Επιπρόσθετα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της 1ης κατηγορίας είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι η επίθεση, έγινε εναντίον οργάνου της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο Μ.Κ.1 είναι όργανο της τάξης. Είναι αστυνομικός και για την ιδιότητα του αυτή, πληροφόρησε τον κατηγορούμενο, πριν την επίθεση λέγοντας του στα Αγγλικά την λέξη «Police» και δείχνοντας του την αστυνομική του ταυτότητα. Από τη στιγμή που τα πιο πάνω αποτέλεσαν ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνεται ότι και το στοιχείο αυτό, έχει αποδειχθεί. Παραμένει λοιπόν να εξετασθεί κατά πόσον η επίθεση έγινε κατά την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του Μ.Κ.
  2. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Μ.Κ.1 κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν φάνηκε να ήταν σε εντεταλμένη υπηρεσία, αλλά όμως είχε υποβληθεί σε αυτόν από τον Μ.Κ.3 εναντίον του κατηγορούμενου, συγκεκριμένο παράπονο για τη διάπραξη του αδικήματος της κακόβουλης ζημιάς, ζημιά την οποία και ο ίδιος ο Μ.Κ.1, διαπίστωσε στα ελαστικά των αυτοκινήτων του Μ.Κ.
  3. Βλέποντας τον κατηγορούμενο και αφού τον πληροφόρησε για την ιδιότητα του και αφού του παρουσίασε την αστυνομική του ταυτότητα, ζήτησε από αυτόν το διαβατήριο του. Σύμφωνα με το άρθρο 24
(3)του Περί Αστυνομίας Νόμου, Ν.73(Ι)/2004, «Κάθε μέλος της αστυνομίας, θεωρείται ότι βρίσκεται σε καθήκον πάντοτε και δύναται οποτεδήποτε να κληθεί σε καθήκον σε οποιοδήποτε μέρος της Δημοκρατίας». Περαιτέρω και σύμφωνα με το άρθρο 14
(1)(ια) του Περί Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155, «Αστυνομικός δύναται, χωρίς ένταλμα, να συλλάβει οποιοδήποτε-............................................................................................................ (ια) τον οποίο υποπτεύεται βάσει εύλογης αιτίας ότι διέπραξε ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση και ο οποίος αρνείται να δώσει το όνομα και τη διεύθυνση του ή δίνει όνομα ή διεύθυνση τα οποία ο αστυνομικός υποπτεύεται ότι είναι ψευδή .....................................................................................................». Είναι ξεκάθαρο από το άρθρο 24
(3)του Ν.73(Ι)/2004, ότι αστυνομικός, θεωρείται ότι πάντοτε βρίσκεται σε καθήκον. Με βάση την πρόνοια αυτή του νόμου, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ο Μ.Κ.1, κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτελούσε τα καθήκοντα του. Ιδιαίτερα μάλιστα, από τη στιγμή που έγινε λήπτης καταγγελίας, την οποία και κατά τον ουσιώδη χρόνο διερευνούσε, δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά ότι αυτός υπέστη την επίθεση καθ' ον χρόνο εκτελούσε κανονικά τα καθήκοντα του. Η κρίση μου αυτή ενισχύεται και από τις πρόνοιες του άρθρου 14
(1)(ια) του Κεφ.155, σύμφωνα με το οποίο αστυνομικός, χωρίς ένταλμα και χωρίς να αναφέρεται ότι αυτός θα πρέπει να βρίσκεται κατά τον ουσιώδη χρόνο σε εντεταλμένη υπηρεσία, έχει την εξουσία, να συλλάβει κάποιο πρόσωπο σε κάποιες περιπτώσεις. Από τη στιγμή που παρέχεται σε αστυνομικό η εξουσία αυτή, θα ήταν άτοπο να θεωρηθεί ότι αστυνομικός ο οποίος σε συγκεκριμένο χρόνο δεν βρίσκεται σε εντεταλμένη υπηρεσία, γίνεται όμως λήπτης συγκεκριμένης καταγγελίας ότι πρόσωπο διέπραξε αδίκημα κάτι το οποίο και ο ίδιος διαπιστώνει και ζητά από το πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εύλογη υποψία ότι εμπλέκεται στο συγκεκριμένο αδίκημα να παραμείνει στην σκηνή μέχρι να έλθει η αστυνομία και να του παραδώσει το διαβατήριο του, δεν εκτελεί εκείνη την συγκεκριμένη ώρα τα καθήκοντα του ως αστυνομικός. Με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι και αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί και έτσι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα της 1ης και 3ης κατηγορίας. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο έχει αποδειχθεί το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, αυτό δηλαδή της δημόσιας εξύβρισης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας αυτής, ο κατηγορούμενος στις 31/8/09 σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στην οδό Αντιόχου, εξύβρισε τον Αν./Λοχ. 3027 Α. Περικλέους με την φράση «μαφία, πεζεβέγκη, πουστόπεδο». Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι λέξεις που ο κατηγορούμενος εκστόμισε προς το πρόσωπο του Μ.Κ.1 είναι υβριστικές και ήταν δυνατό να προκαλέσουν, αντικειμενικά κρινόμενες, παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση (βλ. Ηροδότου v. Αστυνομίας, 2006
(2)ΑΑΔ 373. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, δημόσιος χώρος η δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Στην παρούσα περίπτωση και όπως προέκυψε από την μαρτυρία, η εξύβριση διαπράχθηκε εντός του χώρου στάθμευσης της πολυκατοικίας Andri Court που βρίσκεται στην οδό Αντιόχου. Προφανώς ο χώρος στάθμευσης της πολυκατοικίας, αποτελεί δημόσιο χώρο, όπου ο καθένας μπορεί να εισέλθει χωρίς ειδικούς περιορισμούς, κάτι που συνέβη και στην παρούσα περίπτωση όπου εκεί, ενώ βρισκόντουσαν οι Μ.Κ.1, 3 και 4 κατέφθασε και ο κατηγορούμενος. Παρά το ότι καμία εισήγηση δεν έγινε από την υπεράσπιση, εν τούτοις και όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία και όπως προκύπτει και από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η εξύβριση διαπράχθηκε εντός του χώρου στάθμευσης της πολυκατοικίας Andri Court που βρίσκεται στην οδό Αντιόχου και όχι επί της οδού Αντιόχου, όπως είναι οι λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας αυτής. Θα προχωρήσω λοιπόν να εξετάσω κατά πόσο υπάρχει η εξουσία για τροποποίηση του κατηγορητηρίου και ειδικότερα της 2ης κατηγορίας, σε σχέση με τον ακριβή χώρο διάπραξης του αδικήματος αυτού Σύμφωνα με το άρθρο 85
(4)του Κεφ.155, «Αν στο τέλος της δίκης το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχτεί με μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα που δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία δεν δύναται να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία καταδικαζόμενος δεν θα υπόκειτο σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε κακουργιοδικείο και ότι ο κατηγορούμενος δεν θα επηρεαζόταν με αυτό δυσμενώς στην υπεράσπιση του, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο κατηγορίας ή κατηγοριών εναντίον του κατηγορούμενου για τέτοιο ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα, και το Δικαστήριο αποφασίζει για αυτά ωσάν η κατηγορία αυτή ή οι κατηγορίες αποτελούσαν μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο». Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Mehmet v. The Police
(1970)2 CLR 62 ο σκοπός της θέσπισης των άρθρων 83-85 του Κεφ. 155 είναι η απονομή της δικαιοσύνης σε περιπτώσεις όπου τεχνικά κωλύματα (technicalities) δυνατόν να οδηγήσουν σε αθώωση παρά το ότι με την προσκόμιση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής αποδεικνύονται επαρκώς γεγονότα που μπορούν να στοιχειοθετήσουν μια κατηγορία, κάτι το οποίο συνέβηκε σε αρκετές περιπτώσεις πριν την τροποποίηση του Νόμου. Στην υπό εξέταση περίπτωση, στις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας, η περιγραφή του χώρου στον οποίο σύμφωνα με αυτό, διαπράχθηκε το αδίκημα, δεν συνάδει με τη μαρτυρία που δόθηκε κατά την δίκη. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και ασκώντας τις εξουσίες που παρέχονται από το άρθρο 85
(4)του Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε και του οποίου πληρούνται οι προυποθέσεις, κρίνω σκόπιμο για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης να διατάξω την τροποποίηση του κατηγορητηρίου με την προσθήκη της ακόλουθης νέας κατηγορίας, ως κατηγορίας
  1. «Αρ. Κατηγορίας 5 Δημόσια εξύβριση, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 166/
  2. Λεπτομέρειες αδικήματος Ο κατηγορούμενος την 31 Αυγούστου 2009, στη Λεμεσό, της επαρχίας Λεμεσού, σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας Andri Court, που βρίσκεται στην οδό Αντιόχου, εξύβρισε τον Αν. Λοχία 3027, Α. Περικλέους από τη Λεμεσό με τη φράση «μαφία, πεζεβέγκη, πουστόπεδο»». Με βάση τα πιο πάνω βρίσκω ότι το αδίκημα της 2ης κατηγορίας δεν έχει αποδειχθεί, έχει όμως αποδειχθεί το αδίκημα της 5ης κατηγορίας. Θα προχωρήσω τέλος να εξετάσω, εάν έχει αποδειχθεί ή όχι, το αδίκημα της 4ης κατηγορίας, δηλαδή της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε. Το άρθρο αυτό του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία είναι ένοχος ποινικού αδικήματος το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσεις λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Από την διατύπωση του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι για την απόδειξη του αδικήματος δεν απαιτείται η ύπαρξη ειδικής πρόθεσης (specific intent). Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται και από τη νομολογία. Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168 λέχθηκαν τα εξής στην σελίδα 176: «Το έγκλημα της κακόβουλης ζημίας, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, δεν απαιτεί την ύπαρξη ειδικής πρόθεσης (specific intent). Η απόδειξή του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημιάς». Επιπλέον, η απόδειξη της ιδιοκτησίας της περιουσίας που υφίσταται την ζημία δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος (Βλ. Θωμά ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 255). Το άρθρο 324
(1)είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 50
(1)του Αγγλικού Malicious Damage Act 1861 που αναλύεται στο σύγγραμμα Russel on Crime, 2ος τόμος, 12η έκδοση, σελ. 1326-1327. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: η εσκεμμένη και παράνομη καταστροφή ή πρόκληση ζημίας σε περιουσία Με τον όρο «εσκεμμένη» εννοείται η εκούσια και εκ προθέσεως (deliberately and intentionally) πρόκληση ζημίας (Βλ. R v. Senior
(1899)1 Q.B. 283 και Stroud's Judicial Dictionary, 5ος τόμος, 4η έκδοση, σελ. 3022 και 3023). Η λέξη εκούσαι προϋποθέτει ότι ο κατηγορούμενος ενεργεί με επίγνωση του τι διαπράττει, δηλαδή, πρέπει να έχει την πρόθεση να διαπράξει το συγκεκριμένο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται (Βλ. R v. Piche
(1967)10 Crim. L Q 107 και Hull v. Jordan
(1947)1 All E R 826). Με την πιο πάνω έννοια το εκούσιο της πράξης εξυπακούεται αν αυτή γίνεται με αδιαφορία ως προς τις συνέπειες της (recklessly) και η ζημιά είναι η φυσική της συνέπεια (Βλ. R v. Welch 1 Q.B. 23 και Stroud's ανωτέρω στην σελίδα 2877). Όσον αφορά την έννοια της ζημιάς, αυτή αναλύεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003, στην σελίδα 431, όπου αναφέρονται τα συστατικά στοιχεία παρόμοιου αδικήματος που καθορίζει το άρθρο 1 του Αγγλικού Malicious Damage Act
  1. Σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα τα Αγγλικά Δικαστήρια έχουν ερμηνεύσει την έννοια της ζημίας με ευρύτητα ούτως ώστε η ζημία να μην περιορίζεται σε ζημία μόνιμης φύσης. Παραθέτω την σχετική παράγραφο Β8.1 του πιο πάνω συγγράμματος: «Damage is left undefined in the Criminal Damage Act
  2. The courts have construed the term liberally. Criminal damage is not limited to permanent damage, so smearing mud on the walls of a police cell may be criminal damage. See Roe v. Kingerlee
(1986)Crim L R 735, where it was also said that: ¨What constitutes criminal damage is a matter of fact and degree and it is for the justices, applying their common sense, to decide whether what occurred was damage or not'». Σε ελεύθερη μετάφραση: Η ζημία δεν ορίζεται στο Criminal Damage Act 1971. Τα Δικαστήρια έχουν ερμηνεύσει τον όρο ελεύθερα. Η κακόβουλη ζημία δεν περιορίζεται σε μόνιμη ζημία. Έτσι η επάλειψη των τοίχων ενός αστυνομικού κρατητηρίου με λάσπη δύναται να αποτελεί κακόβουλη ζημία. Βλέπε Roe v. Kingerlee
(1986)Crim LR 735, όπου λέχθηκε ότι: «τι αποτελεί κακόβουλη ζημία είναι ζήτημα πραγματικό και ζήτημα βαθμού και εναπόκειται στους δικαστές εφαρμόζοντας την κοινή λογική να αποφασίσουν κατά πόσο αυτό που επισυνέβη ήταν ζημία ή όχι». Σε σχέση με το αδίκημα αυτό, δεν υπάρχει άμεση και θετική μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο. Η μαρτυρία που υπάρχει, είναι μόνο περιστατική, ενώ υπάρχει επίσης και σύμφωνα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή και η ομολογία του κατηγορούμενου προς τον Μ.Κ. 3 στον οποίο παραδέχθηκε ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που τρύπησε τα ελαστικά των αυτοκινήτων. Σύμφωνα με την νομολογία, η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδιέστερη μαρτυρία από την άμεση, από μαρτυρία δηλαδή η οποία από μόνη της τείνει να αποδείξει το αδίκημα, π.χ. μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα. Η περιστατική αυτή μαρτυρία όχι μόνο δεν είναι υποδιέστερη αλλά αντίθετα όταν είναι συμπερασματική, τείνει να αφανίσει την πιθανότητα λάθους (βλ. Παφίτης κ.α. v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102, Fournides v. Republic
(1986)2 CLR 73, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 172, Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41 και Πέτρου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 7661, ημερ. 7/7/2006. Στην Παφίτης, πιο πάνω, λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορούμενου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορούμενου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορούμενου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. Foyrnides v. Republic
(1986)2 CLR 73, p. 79 και Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορούμενου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του» Επίσης όπως τέθηκε στην υπόθεση Αθηνής, πιο πάνω το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίζει όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα της υπόθεσης συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά επίσης ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Η καταδίκη μπορεί να θεμελιωθεί ακόμα και στις περιπτώσεις όπου η περιστατική μαρτυρία είναι η μοναδική μαρτυρία που συνδέει τον κατηγορούμενο με το αδίκημα. Σχετική είναι η υπόθεση Σάββας v. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 258 που αφορούσε μαρτυρία δακτυλικών αποτυπωμάτων και στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα στην σελ. 260: «Αναγνώριση μέσω δακτυλικών αποτυπωμάτων από εμπειρογνώμονες σ' αυτά είναι επιτρεπτή και δυνατό να είναι αρκετή για να θεμελιώσει καταδίκη παρόλο ότι αποτελεί τη μόνη μαρτυρία αναγνώρισης». Στη συγκεκριμένη περίπτωση και όπως έχει διαφανεί από τη μαρτυρία, ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον Μ.Κ.3 και τον ρώτησε εάν θέλει να αλλάξει τα ελαστικά του αυτοκινήτου του και σε ερώτηση του τελευταίου για τον σκοπό της ερώτησης, του απάντησε «κατέβα κάτω να δεις και μετά τηλεφώνησε μου». Πράγματι όταν οι Μ.Κ.3 και 4 κατέβηκαν κάτω στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας αντίκρυσαν τα πέντε ελαστικά των δύο αυτοκινήτων του Μ.Κ.3 τρυπημένα, ενώ σε λίγο, ο κατηγορούμενος κατέφθασε στο μέρος. Καμιά άλλη λογική εξήγηση δεν μπορεί να δοθεί στην περιστατική αυτή μαρτυρία και στην συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην εξεταζόμενη υπόθεση, παρά μόνο ότι ο κατηγορούμενος τουλάχιστον γνώριζε για την προκληθείσα ζημιά στα ελαστικά των αυτοκινήτων του Μ.Κ.3 και γι' αυτό τηλεφώνησε στον παραπονούμενο και τον ρώτησε εάν χρειάζεται ελαστικά για το αυτοκίνητο του. Διότι εάν αυτό δεν συνέβαινε, δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να του τηλεφωνήσει να τον ρωτήσει εάν χρειάζεται ελαστικά και δεν υπήρχε επίσης λόγος, λαμβάνοντας αρνητική απάντηση να του υποδείξει να κατέβει να τα δει. Επιπρόσθετα με την περιστατική αυτή μαρτυρία η οποία καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τουλάχιστον για την ύπαρξη ζημιάς στα ελαστικά των αυτοκινήτων του παραπονούμενου, υπάρχει περαιτέρω και η ομολογία του ίδιου του κατηγορούμενου για την πράξη του προς τον παραπονούμενο, ομολογία που άκουσε και ο Μ.Κ.4. Στην υπόθεση Καυκαρή v. Δημοκρατίας 1990
(2)ΑΑΔ 203, λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσο γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφεαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι΄ αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι΄ αν είναι η κατάθεση του κατηγορουμένου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ΄ αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της». Για την αξία της προφορικής ομολογίας λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Γρηγόρης Γρηγορίου v. Αστυνομίας , Ποιν. Εφ. 14/08 ημερ. 12/7/10, «Ο λόγος έφεσης 5 αναφέρεται στις δηλώσεις του εφεσείοντα προς την αστυνομία. Σύμφωνα με την εισήγηση λανθασμένα έγινε αποδεκτό ότι ο εφεσείων έκανε αυτές τις δηλώσεις με αποτέλεσμα το Κακουργιοδικείο να στηριχθεί σ΄ αυτές και να τον καταδικάσει. Η διαπίστωση ότι οι προφορικές δηλώσεις έγιναν πράγματι από τον εφεσείοντα, προέκυψε μετά που κρίθηκε ότι η ανώμοτη δήλωση του δεν είχε οποιαδήποτε πειστική αξία και αφού αξιολογήθηκε η μαρτυρία των αστυνομικών οι οποίοι ήταν παρόντες και τις άκουσαν. Βεβαίως το συμπέρασμα ενοχής του εφεσείοντα προέκυψε από την περιστατική μαρτυρία κυρίως την επιστημονική. Ωστόσο, και οι προφορικές του δηλώσεις λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τη λοιπή αποδεκτή μαρτυρία. Είναι γνωστό ότι η ομολογία ενοχής συνήθως αποκαλείται ως η βασιλίδα των μαρτυριών. Ωστόσο, το δικό μας σύστημα της ποινικής δίκης δεν έχει αναγάγει σε απόλυτο βαθμό την αξία της. Σε κάθε περίπτωση, ιδιαίτερα όπου η ομολογία είναι προφορική, αυτή εξετάζεται ως θέμα πραγματικό το οποίο συναρτάται με τις περιβάλλουσες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Όταν η ομολογία γίνει αποδεκτή και ενταχθεί στην υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία το δικαστήριο έχει καθήκον να προβληματιστεί και να εξετάσει την αλήθεια του περιεχομένου της για να αποφασίσει τελικά κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα. Βλ. R. v. Sfoggaras 22 CLR 13 και Volettos v. Republic
(1961)CLR
  1. Στην R. v. Mallinson [1977] Crim.L.Rev. 161 διακηρύχθηκε ότι καταδίκη που στηρίζεται σε προφορική ομολογία δεν είναι κατ΄ ανάγκη ανασφαλής ή μη ικανοποιητική. Από την προαναφερόμενη αγγλική απόφαση μεταφέρουμε το πιο κάτω σχόλιο: «Commentary. It has been said that "when a confession is well proved it is the best evidence that can be produced": Baldry [1852] 1 Den 430, per Erle J. Scepticism about the reliability of confessions has increased in modern times but it remains true that a truly voluntary confession may be cogent evidence of guilt. Like other types of evidence, its value may vary greatly according to the circumstances and, if serious doubt is cast on the reliability of a confession, conviction based on that alone would no doubt, be regarded as unsafe and unsatisfactory. It is only in exceptional cases that English law requires corroboration of particular types of evidence and confessions have never been held to require corroboration either by law or practice.» Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έχει αποστεί από τις αρχές της νομολογίας οι οποίες διέπουν το θέμα και ορθά αποτίμησε τη μαρτυρία που είχε ενώπιόν του, συμπεριλαμβανομένης της προφορικής ομολογίας του εφεσείοντα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε στο κίνητρο και στη χρήση της εκρηκτικής ύλης semptex, μαρτυρία η οποία συνάδει με τη μαρτυρία του πυροτεχνουργού Τσιελεπή». Στην παρούσα περίπτωση η ομολογία του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του αδικήματος δεν έγινε προς τις ανακριτικές αρχές, αλλά προς τον ίδιο τον παραπονούμενο, προφορικά, ομολογία που άκουσε και ο Μ.Κ.
  2. Το γεγονός αυτό και από τη στιγμή που η μαρτυρία του Μ.Κ.3 έγινε πλήρως αποδεκτή, καθώς και το μέρος αυτής του Μ.Κ.4, το οποίο περιλαμβάνει και αυτό που σχετίζεται με την ομολογία του κατηγορούμενου, δεν μειώνει τη σημασία της ομολογίας, αφού ο κατηγορούμενος δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι παραδέχθηκε τη διάπραξη ενός αδικήματος που στην πραγματικότητα ο ίδιος δεν είχε διαπράξει. Εάν τούτο δεν ήταν αλήθεια, δεν υπήρχε κανένας λόγος να το παραδεχθεί στον παραπονούμενο, που ας σημειωθεί ότι μέχρι τότε τους συνέδεε και φιλική σχέση, γεγονός που πιθανό να συνέτεινε και στην ομολογία της πράξης του προς τον τελευταίο. Θα πρέπει να λεχθεί επί του σημείου αυτού ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι η δήλωση αυτή πράγματι έγινε αλλά αυτό που προσπάθησε να προωθήσει μέσα από τις γενόμενες υποβολές ήταν μόνο ότι ο κατηγορούμενος δεν καταλάβαινε τι έλεγε γιατί ήταν μεθυσμένος, θέση όμως που παρέμεινε ατεκμηρίωτη και αόριστη. Η πιο πάνω περιστατική μαρτυρία, σε συνδυασμό με την ίδια την παραδοχή του κατηγορούμενου προς τον Μ.Κ. 3 ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που διέπραξε τη ζημιά, δεν οδηγεί πουθενά αλλού παρά σε απόδειξη της ενοχής του κατηγορούμενου και στην κατηγορία αυτή, αφού ο κατηγορούμενος εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά σε περιουσία του Μ.Κ.
  3. Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι και η κατηγορία αυτή έχει αποδειχθεί. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η, 3η, 4η και 5η κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται στην 2η κατηγορία. (Υπ.).......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλλητής criminal/final subject: επίθεση/δημόσια εξύβριση/κακόβουλη ζημιά cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.