← Κύπρος

DRITA SJEKLOCA ν. P A ANIMAL HOUSE LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4405/11, 20.06.11

DRITA SJEKLOCA ν. P A ANIMAL HOUSE LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4405/11, 20.06.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4405/11 DRITA SJEKLOCA v.

  1. P & A ANIMAL HOUSE LTD
  2. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 20.06.11 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Π. Οικονόμου Για Κατηγορουμένους 1 και 2: κος Π. Παναγίδης Κατηγορούμενος 2: παρόν ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας ποινικής υπόθεσης περιλαμβάνει 26 κατηγορίες εναντίον δύο κατηγορουμένων που άπτονται θεμάτων παραβίασης της υποχρέωσης που κάποιος έχει για διασφάλιση της υγείας και της ευημερίας ζώου που βρίσκεται υπό την κυριότητα, κατοχή ή φύλαξη του κατά παράβαση, ως ισχυρίζεται η κατηγορούσα αρχή, διαφόρων άρθρων του Περί Προστασίας και Ευημερίας των Ζώων Νόμος, Ν.46(Ι)/94μετά των συναφών τροποποιήσεων. Μετά που η κατηγορούμενη 1, η οποία είναι νομικό πρόσωπο, απάντησε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες που την αφορούν δια σχετικής γραπτής εξουσιοδοτήσεως προς το δικηγόρο που την εκπροσωπεί και προτού ο κατηγορούμενος 2, που είναι φυσικό πρόσωπο, απαντήσει στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων έθεσε τα πιο κάτω ζητήματα με σκοπό την προδικαστική εκδίκαση τους: (α) Η παρούσα υπόθεση έχει καταχωριστεί και προωθείται με εκδικητικό τρόπο από την παραπονούμενη προκαλώντας ταλαιπωρία στους κατηγορουμένους. (β) Ενώ η παρούσα υπόθεση είναι ιδιωτικής φύσεως δεν καταδεικνύεται από το κατηγορητήριο πως επηρεάζεται η παραπονούμενη από τις επίδικες πράξεις και ειδικότερα ποια βλάβη έχει υποστεί και αν επηρεάστηκαν τα δικαιώματα της. (γ) Το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό επειδή δεν παρέχονται λεπτομέρειες για το πως οι κατηγορούμενοι διέπραξαν τα εν λόγω αδικήματα. Στα πλαίσια της νομικής επιχειρηματολογίας του, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων υπέβαλε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα, παρόλο ότι αυτό δεν αναλύεται και σχολιάζεται μέσα από το κείμενο της γραπτής αγόρευσης, εντούτοις κατόπιν σχετικού ερωτήματος από το Δικαστήριο, ο κύριος Παναγίδης ανάφερε πως το εκδικητικό στοιχείο, στη βάση του οποίου καταχωρήθηκε και προωθείται η υπόθεση αυτή, εμφανίζεται μέσα από τον μεγάλο αριθμό κατηγοριών που περιέχονται στο κατηγορητήριο. Όσον αφορά το δεύτερο θέμα, πέραν της καταγραφής ότι μέσα από το κατηγορητήριο δεν καταδεικνύεται πως επηρεάζεται η παραπονούμενη από τις επίδικες πράξεις και ειδικότερα ποια βλάβη έχει υποστεί και αν επηρεάστηκαν τα δικαιώματα της, ουδεμία άλλη αναφορά περιέχεται στο κείμενο της γραπτής αγόρευσης. Αναφορικά με το τρίτο ζήτημα, είναι η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι το κατηγορητήριο δεν περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες των αδικημάτων με αποτέλεσμα οι κατηγορίες να καθίστανται ελλιπείς, αόριστες και ασαφείς. Με παραπομπή σε άρθρα του Συντάγματος όπως αυτό τροποποιήθηκε, του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων αλλά και σε κυπριακή νομολογία, ο κύριος Παναγίδης ισχυρίζεται πως έχει συνταχθεί ένα κατηγορητήριο του οποίου η κάθε κατηγορία απλά αναφέρει λέξη προς λέξη το λεκτικό των εδαφίων των άρθρων του υπ' αναφορά νόμου μαζί με αναφορά στο γεγονός ότι απεβίωσε σκύλος. Επομένως, ως ισχυρίζεται ο εν λόγω συνήγορος, δεν έχουν εκτεθεί οποιεσδήποτε σχετικές λεπτομέρειες, συνεπεία του οποίου το κατηγορητήριο καθίσταται ατελές. Αντίθετη ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής, όπως αυτή εκφράστηκε μέσα από τη δική της γραπτή αγόρευση που υπέβαλε στο Δικαστήριο, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Με αναφορά σε άρθρα του Κεφ.155, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ισχυρίστηκε ότι το κατηγορητήριο περιέχει λεπτομέρειες και στοιχεία κατά την περιγραφή του αδικήματος που είναι εύλογα επαρκή για το σκοπό παροχής ειδοποίησης στον κατηγορούμενο γι' αυτά. Απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων περί ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε πως το κατηγορητήριο δίνει τη δυνατότητα στους κατηγορουμένους να αντιληφθούν για ποιον συμβάν κατηγορούνται. Όπως χαρακτηριστικά ανάφερε ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, το κατηγορητήριο αναφέρει το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, τον τόπο διάπραξης του αδικήματος, καθορίζει ότι το ζώο είναι σκύλος καθώς και την επιλήψιμη συμπεριφορά των κατηγορουμένων. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων περί καταχώρησης και προώθησης της ποινικής υπόθεσης με εκδικητικό τρόπο προκαλώντας ταλαιπωρία στους κατηγορουμένους καθώς και το ότι ενώ η παρούσα υπόθεση είναι ιδιωτικής φύσεως δεν καταδεικνύεται από το κατηγορητήριο πως επηρεάζεται η παραπονούμενη από τις επίδικες πράξεις και συγκεκριμένα ποια βλάβη έχει υποστεί και αν επηρεάστηκαν τα δικαιώματα της, κανένα σχόλιο παρατίθεται προς αντίκρουση τους από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής. Έχω μελετήσει με προσοχή τις θέσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων και προς εξέταση τους άντλησα καθοδήγηση από διάφορε νομικές πηγές. Το πρώτο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε και προωθείται από την παραπονούμενη με εκδικητικό τρόπο προκαλώντας ταλαιπωρία στους κατηγορουμένους. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση αυτή καθότι μελετώντας το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου δεν οδηγείται σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Το ότι το κατηγορητήριο αποτελείται από πολλές κατηγορίες δεν το καθιστά εκδικητικό μηχανισμό εις βάρος των κατηγορουμένων με σκοπό να τους ταλαιπωρήσει. Ούτε και αν υιοθετηθεί ως αληθής η θέση του συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι το κατηγορητήριο δεν περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες αυτό σημαίνει ότι καταχωρήθηκε και προωθήθηκε κατά τρόπο εκδικητικό για να προκαλέσει ταλαιπωρία στους κατηγορούμενους. Πέραν αυτού, από τη μέχρι σήμερα πορεία της υπόθεσης το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε συμπεριφορά από μέρους της παραπονούμενης που να εκδηλώνει το στοιχείο της εκδίκησης απέναντι στους κατηγορούμενους και έτσι να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό τους αυτό. Βέβαια η υπόθεση αυτή βρίσκεται ακόμη στο αρχικό στάδιο και έτσι ενδεχομένως το θέμα αυτό να εγέρθηκε κάπως πρόωρα από τον συνήγορο υπεράσπισης. Παρόλα αυτά, το Δικαστήριο δεν έχει στο παρόν στάδιο οτιδήποτε υπόψη του που να τον καθιστά ικανό στο να διακρίνει οποιαδήποτε εκδικητικά αισθήματα της παραπονούμενης ενάντια στους κατηγορουμένους, αν και το Δικαστήριο θα προτιμούσε να είχε τις απόψεις της κατηγορούσας αρχής έτσι ώστε να τις αντιπαραβάλει με τις θέσεις των κατηγορουμένων που ήδη σημειώθηκαν και σχολιάστηκαν πιο πάνω. Επιπλέον, η κατηγορούσα αρχή δεν προσκόμισε οποιαδήποτε στοιχεία ή πληροφορίες που να θεμελιώνουν τη θέση του αυτή ή έστω να συνηγορούν στην ύπαρξη εκδικητικής στάσης από μέρους της παραπονούμενης σε σχέση με την καταχώρηση και προώθηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Συνεπώς, η θέση αυτή των κατηγορουμένων δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται ως αβάσιμη. Θα εξετάσω τώρα τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων για το ότι ενώ η παρούσα υπόθεση είναι ιδιωτικής φύσεως δεν καταδεικνύεται από το κατηγορητήριο πως επηρεάζεται η παραπονούμενη από τις επίδικες πράξεις και ειδικότερα ποια βλάβη έχει υποστεί και αν επηρεάστηκαν τα δικαιώματα της. Αυτό είναι το αντικείμενο του δεύτερου θέματος που ο συνήγορος υπεράσπισης έθεσε στο Δικαστήριο για προδικαστική εξέταση. Εμμέσως πλην σαφώς ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης θέτει θέμα κατάχρηση της διαδικασίας που διεξάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Αίπεια Λτδ v. Sirocco Estates Co Ltd και άλλων

(1997)2 Α.Α.Δ. 434 τονίστηκε πως απαραίτητη προϋπόθεση για άσκηση ποινικής δίωξης από ιδιώτη είναι η ύπαρξη άμεσου συμφέροντος για να αποτρέπονται άχρηστες ή κακόβουλες διώξεις. Λέχθηκε ακόμη ότι κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να προστατεύει τα περιουσιακά του δικαιώματα με τον τρόπο που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία. Επομένως, ένας ιδιώτης έχει δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης μόνο όταν τα δικαιώματά του επηρεάζονται άμεσα από την παράνομη πράξη. Στην υπόθεση Panayiotis Ttofinis ν. Loizos Theocharides and Another
(1983)2 C.L.R. 363 επισημάνθηκε ότι το δικαίωμα καταχώρησης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης υπάρχει και παραμένει ανεπηρέαστο εκεί όπου θίγονται άμεσα και απευθείας τα συμφέροντα κάποιου ατόμου. Συνεπώς, δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης δεν έχουν όλοι οι πολίτες. Το διατηρούν μόνο τα θύματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Στην υπόθεση Xenia Kalia v. Stelios Lambrou and Another
(1985)2 C.L.R. 217 από τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου φαινόταν ότι συγκεκριμένο υποστατικό επηρέαζε κατά την εφεσείουσα δυσμενώς υφιστάμενο δικαίωμα διόδου προς την περιουσία της. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αν ο ισχυρισμός αυτός ήταν αληθής, τότε μπορούσε να υπάρχει άμεση καταπάτηση των περιουσιακών της δικαιωμάτων που της παρείχε το δικαίωμα να καταχωρήσει τη συγκεκριμένη ιδιωτική ποινική υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση, οι λεπτομέρειες των αδικημάτων του κατηγορητηρίου παρουσιάζουν την παραπονούμενη να είχε αγοράσει από την κατηγορούμενη 1 το σκύλο που απεβίωσε περί τις 27.12.10 ένεκα κατ' ισχυρισμό πράξεων και/ή παραλείψεων των κατηγορουμένων κατά παράβαση διαφόρων άρθρων του Ν.46(Ι)/
  1. Με την αγορά η παραπονούμενη απέκτησε συμφέρον, το οποίο επηρεάστηκε άμεσα από το θάνατο του, στοιχείο που της παρείχε το δικαίωμα να καταχωρήσει την παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση για αυτοπροστασία της. Αν οι ισχυρισμοί της παραπονούμενης, όπως αυτοί παρουσιάζονται μέσα από το κατηγορητήριο, είναι αληθείς τότε ο θάνατος του σκύλου τον οποίον αγόρασε από κατάστημα της κατηγορουμένης 1 στην Λεμεσό προκαλεί βλάβη στα δικαιώματα της ως αγοράστριας του ζώου αλλά παράλληλα και κατόχου και ιδιοκτήτριας αυτού, πράγμα που την καθιστά άμεσα ενδιαφερόμενο άτομο και ταυτόχρονα θύμα και παθών των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων. Στο σημείο όμως εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο, ανεξαρτήτως της κατάληξης του, επιθυμούσε να έχει στο θέμα αυτό τις απόψεις του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής έτσι ώστε να τις συγκρίνει με τις θέσεις των κατηγορουμένων που ήδη παρουσιάστηκαν και σχολιάστηκαν πιο πάνω, πλην όμως κάτι τέτοιο δεν πραγματοποιήθηκε. Εν πάσει περιπτώσει, στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει να υπάρχει θέμα κατάχρησης της διαδικασίας που διεξάγεται ενώπιον του. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός αυτός των κατηγορουμένων απορρίπτεται ως ανυπόστατος. Το Δικαστήριο θα εξετάσει τώρα τη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης περί ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου. Το κατηγορητήριο είναι το έγγραφο που περιέχει τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στη βάση του οποίου προσάγεται ενώπιον της δικαιοσύνης για ν' απαντήσει. Αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του κάθε διάδικου να πληροφορείται τη φύση και τους λόγους της κατηγορίας που του αποδίδεται. Σύμφωνα με το άρθρο 12.5 (α) του Συντάγματος: "Πας κατηγορούμενος δι' αδίκημα τι έχει τα ακόλουθα κατ' ελάχιστον όρον δικαιώματα: (α) να πληροφορηθή εις καταληπτήν υπ' αυτού γλώσσαν αμέσως και λεπτομερώς την φύσιν και τους λόγους της εις αυτόν αποδιδόμενης κατηγορίας." Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 30.
  2. (α) του Συντάγματος: "Έκαστος έχει το δικαίωμα: (α) Να πληροφορηθεί τους λόγους δι' ούς καλείται να εμφανισθή ενώπιον του δικαστηρίου," Στην υπόθεση Ανδρονίκου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, σελ. 512-513, επισημαίνονται τα εξής: "Όπως αναφέρεται στον Archbold - supra - σελ. 82 παρ. 1-110, η διατύπωση κατηγορητηρίου χρειάζεται πάντοτε ιδιαίτερη επιμέλεια, το δε Αγγλικό Εφετείο έχει εκφράσει την ανησυχία του από τον αυξανόμενο αριθμό υποθέσεων που περιέχουν ελλιπή κατηγορητήρια. Στις παρ. 1-116 και 1-117 σελ. 84-85, αναφέρεται ότι εάν οι λεπτομέρειες του αδικήματος είναι ανεπαρκείς, θα πρέπει να γίνει αίτηση από την υπεράσπιση ή ακόμη και το ίδιο το Δικαστήριο να δώσει αυτεπάγγελτα σχετικές οδηγίες. Ιδιαιτέρως οι λεπτομέρειες χρειάζονται για να αποφευχθεί η δυνατότητα καταδίκης στη βάση εναλλακτικού τρόπου διάπραξης του αδικήματος (δέστε R. v. Litanzios [1999] Crim. L.R. 667, C.A.)." Καθ' όλα σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, σελ. 777-778: "Το άρθρο 6
(3)(α) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιβάλλει να γνωστοποιούνται οι συγκεκριμένες κατηγορίες και οι αναγκαίες λεπτομέρειες. Αυτό είναι βέβαια ορθό εφόσον οι λεπτομέρειες ενός αδικήματος διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο στην όλη ποινική διαδικασία, ώστε ο κατηγορούμενος να γνωρίζει εκ των προτέρων τι επακριβώς αντιμετωπίζει, ώστε να δύναται να ετοιμάσει την υπεράσπιση του σε κάθε μια από τις κατηγορίες. Το ουσιώδες πάντοτε για τον κατηγορούμενο είναι να γνωρίζει με επάρκεια το μέγεθος και την έκταση των κατηγοριών. Αυτό πέραν βέβαια της δυνατότητας που αυτός έχει να ζητήσει περαιτέρω λεπτομέρειες των συνθηκών κάτω από τις οποίες επέδειξε την κατ' ισχυρισμόν παράνομη συμπεριφορά (Loizou & Pikis: "Criminal Procedure in Cyprus" σελ. 47)." Παραπέμπω ακόμη και στο απόσπασμα που ακολουθεί συναφώς με το θέμα και ειδικότερα με την παράγραφο 12.5(α) του Συντάγματος, από το σύγγραμμα "Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας"του Ανδρέα Ν. Λοΐζου 2001 στη σελ. 95: "Κατά πόσο μια κατηγορία είναι αρκετά λεπτομερής, ώστε να ικανοποιεί την υποπαράγραφο αυτή, εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης που μπορεί να δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τα ουσιώδη στοιχεία του αδικήματος με το οποίο κατηγορείτο. Για να αποφευχθεί παραβίαση πρέπει όλες οι ουσιώδεις λεπτομέρειες να περιλαμβάνονται στην κατηγορία." Όπως επίσης λέχθηκε στην υπόθεση Μελανή Νεάρχου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 33: "Το συνταγματικό κατοχυρωμένο δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου να πληροφορηθεί αμέσως και λεπτομερώς σε καταληπτή σ' αυτόν γλώσσα, τη φύση και τους λόγους της αποδιδόμενης σ΄ αυτόν κατηγορίας, δικαίωμα που επίσης προστατεύεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, απασχόλησε τη νομολογία μας από πολύ νωρίς (βλ. Kannas Alias Pombas v. The Police
(1968)α CLR 29). Κρίθηκε ότι θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει στερηθεί, λόγω της παράλειψης από το κατηγορητήριο οιουδήποτε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, της δυνατότητας να ετοιμάσει ικανοποιητικά την υπεράσπιση του." Στην υπόθεση Γεώργιος Ιωσηφίδης (Ππαϊλα) ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 204 αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: " . σκοπός του κατηγορητηρίου είναι να θέσει το πλαίσιο της δίκης. Οι λεπτομέρειες σε κάθε κατηγορία θα πρέπει να παρέχουν επαρκή ενημέρωση για το υπόβαθρο που η Κατηγορούσα Αρχή σκοπεύει να αποδείξει σε κάθε κατηγορία. Κριτήριο για να αποφασισθεί αν οι λεπτομέρειες που δίδονται είναι ικανοποιητικές είναι κατά πόσο από τυχόν παραλείψεις, η υπεράσπιση του κατηγορούμενου επηρεάζεται δυσμενώς. Αν δηλαδή οι κατηγορίες διατυπώνονται με τέτοιο τρόπο και είναι σε πόσο βαθμό αόριστες ή ασαφείς που να επηρεάζεται η υπεράσπιση ." Το κατά πόσο ένα κατηγορητήριο είναι ή όχι ελλατωματικό αποτελεί θέμα το οποίο δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα με την διατύπωση των κατηγοριών αλλά και με το πως η κατηγορούσα αρχή αντικρίζει τις κατηγορίες έχοντας ως κριτήριο της το αποδεικτικό υλικό το οποίο έχει στη διάθεση της ή σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στην εξέλιξη της δίκης, τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Η ορθή σύνταξη του κατηγορητηρίου ρυθμίζεται μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα, το εδάφιο (γ) του εν λόγω άρθρου προνοεί ότι: " (γ) η κατηγορία στο κατηγορητήριο, περιγράφει εν συντομία σε κοινή γλώσσα το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αποφεύγοντας, στο μέτρο του δυνατού τη χρήση τεχνικών όρων και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος, και περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα." Σχετικά με την παρούσα περίπτωση όμως είναι και τα εδάφια (δ) και (ζ) του άρθρου 39 του Κεφ.155, το περιεχόμενο των οποίων ομιλεί από μόνο του: Όπως αποφασίσθηκε σε αριθμό υποθέσεων (Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επarxιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 ΑΑΔ 295, Constantinides v. The Rebuplic
(1978)2 CLR 337) σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του άρθρου 39 (γ) του Κεφ. 155, μόνο ουσιώδεις παρατυπίες που επιφέρουν βλάβη στο κατηγορούμενο και δυνατό να οδηγήσουν σε παραπλάνηση του, επηρεάζουν την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου. Την ευθύνη για την ορθή σύνταξη, την επάρκεια του λεκτικού και γενικά την καλύτερη δυνατή παρουσίαση του κατηγορητηρίου φέρει πάντοτε ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής (βλέπε Blackstone's Criminal Practice 2000, παρ. D9.3, σελ. 1238 και τις αγγλικές υποθέσεις R v. Newland [1988] QB 402, R v. Moss [1995] Crim LR 828). Η έννοια του όρου 'ελλατωματικό' έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρθηκε στην αγγλική νομολογία, υιοθετώντας την ερμηνεία που έχει δοθεί στον όρο αυτό. Έτσι στην υπόθεση R v. Smith and Others 34 Cr. App. R. 168, το επιχείρημα ότι για να είναι το κατηγορητήριο ελαττωματικό πρέπει να είναι τέτοιο που νομικά να μην αποκαλύπτει την ύπαρξη αδικήματος, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, που τόνισε ότι μπορεί να γίνει οποιαδήποτε μεταβολή του κατηγορητηρίου σε θέματα όπως την περιγραφή και πιθανώς και πολλά άλλα, ούτως ώστε να ανταποκρίνεται στη διαθέσιμη μαρτυρία στην υπόθεση, πάντοτε κάτω από την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση δεν προκαλεί αδικία στον κατηγορούμενο. Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από την αγγλική υπόθεση R v. Smith and Others 34 Cr. App. R. 168 η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148 στη σελίδα 163 της τελευταίας υπόθεσης: "The agreement for the appellants appeared to involve the proposition that an indictment, in order to be defective, must be one which in law did not charge any offence at all and therefore is bad on the face of it. We do not take that view. In our opinion, any alteration in matters of description, and probably in many others respects, may be made in order to meet the evidence in the case so long as the amendment causes no injustice to the accused person...." Στην υπόθεση Leonidou v. Police
(1987)2 C.L.R.96 γίνεται ανάλυση της έννοιας «ελαττωματικό κατηγορητήριο». Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση αυτή, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "An indictment is defective not only when it is bad on the face of it, but also: (
  1. i)When it does not accord with the evidence before the committing magistrates, either because of inaccuracies or deficiencies in the indictment or because the indictment charges offences not disclosed in that evidence or fails to charge an offence which is disclosed therein, (
  2. ii)When for such reasons it does not accord with the evidence given at the trial: R. v. Hall [1968] 52 Cr. App. R. 528, R. v. Johal and Ram [1972] 56 Cr. App. R. 348 (A passage from Archbold's Criminal Pleading, Evidence and Practice, 40th Ed., p. 52 para. 53 adopted)." Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold 2009 τονίζεται η ανάγκη περιγραφής του αδικήματος σε κοινή γλώσσα και αναγνώρισης της νομικής βάσης επί της οποίας το εν λόγω αδίκημα εδράζεται (statement of offence). Επίσης μέσα από το ίδιο σύγγραμμα υποδεικνύεται η ανάγκη παροχής λεπτομερειών οι οποίες θα καθιστούν κατά τρόπο σαφή τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου που οδήγησε στην κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος (particulars of offence). Σχετικές επί του θέματος αυτού είναι οι παράγραφοι 1-116 και 1-117 στις σελίδες 86 και 87 του νομικού συγγράμματος αυτού αλλά και το άρθρο 39(γ) του Κεφ. 155. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου κατηγορητήριο ακυρώθηκε επειδή τα γεγονότα που περιέχονταν σ' αυτό δεν αποκάλυπταν διάπραξη αδικήματος (βλέπε Archbold 2009 παράγραφος 1-236, σελίδες 139 και 140). Το εν λόγω σύγγραμμα επικαλείται, ανάμεσα σ' άλλα, την αγγλική υπόθεση R. v. Yates
(1872)12 Cox 233 που αφορούσε λίβελο στην οποίαν το κατηγορητήριο ακυρώθηκε επειδή οι εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν μέσα από τις λεπτομέρειες του αδικήματος δεν αποκάλυπταν επιλήψιμη συμπεριφορά από μέρους του κατηγορουμένου στη βάση του αδικήματος που περιγραφόταν. Σύμφωνα δε με το άρθρο 86 του Κεφ.155, κατηγορητήριο που δεν εκθέτει και δεν δύναται με οποιαδήποτε μεταβολή που επιτρέπεται από το Νόμο αυτό να καταστεί τέτοιο ώστε να εκθέτει οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα το οποίο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, βρισκόταν στην εύλογη σκέψη του κατηγορούμενου, αυτό ακυρώνεται είτε με εισήγηση που υποβάλλεται πριν από την απολογία του κατηγορούμενου ή με εισήγηση που υποβάλλεται για αναστολή της απόφασης. Ελαττωματικό επίσης θεωρείται και ένα κατηγορητήριο που πάσχει λόγω πολλαπλότητας (bad for dublicity). Στο άρθρο 39 του Κεφ. 155 περιγράφεται ο ορθός τρόπος σύνταξης των κατηγορητηρίων σε ποινικές υποθέσεις. Στο εδάφιο (α) αυτού του άρθρου προβλέπεται ότι: "εκτίθεται στο κατηγορητήριο σε χωριστή παράγραφο που καλείται κατηγορία η διατύπωση του ποινικού αδικήματος που βρίσκεται στο κατηγορητήριο ή όταν προσάπτονται κατηγορίες για περισσότερα από ένα ποινικά αδικήματα η διατύπωση καθενός τέτοιου ποινικού αδικήματος." Ουσιαστικά από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει η δικονομική αρχή, ότι το κατηγορητήριο δεν πρέπει να πάσχει από πολλαπλότητα, δηλαδή δεν πρέπει με την ίδια κατηγορία ο κατηγορούμενος να κατηγορείται για τη διάπραξη περισσότερων του ενός αδικημάτων (βλέπε άρθρο 39(β) του Κεφ.155). Το ζήτημα της πολλαπλότητας έχει απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεών του. Ενδεικτικά αναφέρω τις Panteli v. District Labour Officer of Famagusta
(1985)2 CLR 205, Karasamanis v. Police
(1986)2 CLR 229, Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14 και Χατζηφόραδος & Υιοί Λτδ v. Δήμου Λάρνακος
(1995)2 ΑΑΔ 167. Η πολλαπλότητα αποφασίζεται αποκλειστικά και μόνο με αναφορά στο κείμενο της κατηγορίας. Στη σελίδα 52 του κυπριακού νομικού συγγράμματος "Criminal Procedure in Cyprus" των κ.κ. Λοΐζου και Πική επισημαίνεται ότι: "The question of duplicity should be determined solely by reference to the contents of the charge." Στη δε σελίδα 148 της Araouzos and Son v. Police
(1980)2 CLR 131 αναφέρεται ότι: "A count is bad for duplicity if by means of it an accused person is being charged with having committed two or more separate offences (see Archbold)." Ένα ελάττωμα που εντοπίζεται σε κατηγορητήριο δύναται υπό προϋποθέσεις να διορθωθεί με τροποποίηση έτσι ώστε ποινικές υποθέσεις να μην χάνονται αδίκως. Το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να μεταβάλει ένα ελαττωματικό κατηγορητήριο, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, ακόμη και αυτεπάγγελτα χωρίς όμως να είναι υποχρέωση του (βλέπε άρθρο 83 του Κεφ.155, Λουκά v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 64). Αυτό, ανάμεσα σ' άλλα, περιλαμβάνει διόρθωση επί υφιστάμενης κατηγορίας καθώς και πρόσθεση κατηγοριών (βλέπε Lanitis Bros Ltd v. Iατρικών Yπηρεσιών & Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266). Τυπικό ελάττωμα σε κατηγορητήριο μπορεί να είναι ένα λάθος σε ημερομηνία ή ποσό ενώ ουσιαστικό ελάττωμα όταν η μαρτυρία που προσκομίζεται από την κατηγορούσα αρχή να μην συνάδει με το αναφερθέν αδίκημα και με τις λεπτομέρειες του, είτε μερικώς είτε στο σύνολο τους, ή όταν οι λεπτομέρειες αδικήματος δεν αποκαλύπτουν διάπραξη του κατ' ισχυρισμό αδικήματος. Ένα αίτημα σε τυπικής φύσεως ελάττωμα του κατηγορητηρίου κατά κανόνα υποβάλλεται προτού ο κατηγορούμενος απαντήσει στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (βλέπε άρθρο 66 του Κεφ.155) ενώ όταν πρόκειται για ουσιαστικής φύσεως ελάττωμα τέτοιο αίτημα μπορεί να υποβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (βλέπε το κυπριακό νομικό σύγγραμμα "Criminal Procedure in Cyprus" των κ.κ. Λοΐζου και Πική, σελίδα 83), αν και μέσα από την αγγλική υπόθεση R v. Asif το Δικαστήριο αποδοκίμασε την πρακτική αναβολής υποβολής για λόγους τακτικής αιτήματος για ακύρωση κατηγορητηρίου εξαιτίας ουσιαστικού ελαττώματος τονίζοντας ότι ο κατάλληλος χρόνος υποβολής τέτοιου αιτήματος, με εξαίρεση εξαιρετικών περιπτώσεων, είναι πριν από το στάδιο απάντησης του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (βλέπε Archbold 2009). Ωστόσο το Δικαστήριο διατάζει τυχόν τροποποίηση του κατηγορητηρίου στην περίπτωση που εντοπίζεται ελάττωμα σ' αυτό μόνο εφόσον δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα και δικαιώματα του κατηγορουμένου καθώς επίσης δεν παραβλάπτεται η υπεράσπιση του κατηγορουμένου (βλέπε άρθρο 82 του Κεφ.155). Σε τέτοια περίπτωση η δίκη δεν ακυρώνεται (βλέπε Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14). Στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα "Criminal Procedure in Cyprus" των κ.κ. Λοΐζου και Πική γίνεται αναφορά στη σελίδα 71 ότι πιθανός επηρεασμός προκύπτει μόνο αν ένα εντελώς νέο αδίκημα εμφανίζεται, που λογικά δεν αναμενόταν, αλλά στην πράξη η τροποποίηση επιτρέπεται με σχετική ευκολία στα πρωταρχικά στάδια της δίκης, με την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση σχετίζεται θεματικά με τα αδικήματα που ήδη εμπεριέχονται στο κατηγορητήριο. Όσο όμως καθυστερεί η υποβολή αιτήματος τροποποίησης του κατηγορητηρίου τόσο πιθανότερο είναι να προκληθεί δυσμενής διάκριση εις βάρος του κατηγορουμένου. Μέσα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα Blackstone's Criminal 2000 γίνεται αναφορά στην υπόθεση R v. Johal [1973] Q.B. 475 και χαρακτηριστικά τονίζονται τα εξής: ". The longer the interval between the arraignment and amendment, the more likely it is that injustice will be caused, and in every case in which amendment is sought, it is essential to consider with great care whether the accused person will be prejudiced thereby." Άλλο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη προτού αποφασιστεί το ενδεχόμενο τροποποίησης ενός κατηγορητηρίου είναι κατά πόσο η τροποποίηση είναι ουσιαστική, δηλαδή να αλλάζει ριζικά τη βάση του κατηγορητηρίου, ή επιφέρει μόνο διορθώσεις λανθασμένης περιγραφής. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Blackstone's Criminal 2000 όπου γίνεται επίκληση της υπόθεσης R v. Gregory [1972] 1 W.L.R. 991 αναφέρεται το ακόλουθο απόσπασμα το οποίο ομιλεί από μόνο του: ". the Court of Appeal quashed G's conviction because the amendment made by the judge altered the whole basis of the prosecution case, requiring G to answer a charge which was substantially different from which he had come prepared to meet. Given the late stage at which it was made the amendment caused injustice." Ενδεχόμενη παραπλάνηση του κατηγορουμένου συνεπεία τέτοιου ελαττώματος ή λάθους του κατηγορητηρίου οδηγεί σε δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων του κατηγορουμένου (βλέπε τελευταία παράγραφο του άρθρου 39 του Κεφ.155). Σε περίπτωση που διαπιστωθεί δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του κατηγορουμένου ή γενικότερα της υπεράσπισης του ή προκαλεί αδικία το Δικαστήριο προχωρεί σε αθώωση και απαλλαγή του. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στη δική μας περίπτωση αναδύονται τα εξής ερωτήματα που χρήζουν απάντησης: (α) Είναι ή όχι το παρόν κατηγορητήριο ελαττωματικό; (β) Σε περίπτωση που εντοπίζεται ελάττωμα αυτό είναι τυπικής ή ουσιαστικής φύσεως σε σχέση με την έκθεση και τις λεπτομέρειες του αδικήματος; (γ) Εάν το κατηγορητήριο είναι όντως ελαττωματικό το ελάττωμα προκαλεί παραπλάνηση στους κατηγορουμένους ή δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων και συμφερόντων τους κατηγορουμένου ή θα προκαλέσει βλάβη στην υπεράσπιση τους ή θα προκαλέσει αδικία εις βάρος τους; Στην παρούσα υπόθεση το παράπονο των κατηγορουμένων είναι ότι δεν παρέχονται λεπτομέρειες για το πως οι κατηγορούμενοι διέπραξαν τα εν λόγω αδικήματα. Αυτό κατά την άποψη τους καθιστά το κατηγορητήριο ελαττωματικό. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την άποψη αυτή. Μια προσεκτική ανάγνωση των λεπτομερειών των αδικημάτων, το περιεχόμενο των οποίων ομολογουμένως είναι σχεδόν πανομοιότυπο, μας βοηθά να αντιληφθούμε ότι κατονομάζεται ποιος κατηγορείται, υπό ποια ιδιότητα κατηγορείται, πότε και που διαπράχθηκε το κατ' ισχυρισμό αδίκημα, προσδιορίζεται το είδος του ζώου που εμπλέκεται στην υπόθεση αυτή καθώς και για ποιο λόγο κατηγορείται. Αυτά αποτελούν επαρκείς και ουσιώδεις λεπτομέρειες έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να είναι σε θέση να αντιληφθεί για ποιο αδίκημα κατηγορείται και κάτω από ποιες συνθήκες. Το γεγονός ότι μέσα από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων δεν εξειδικεύεται η πράξη και/ή παράλειψη για την οποίαν οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι διέπραξαν τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα δεν καθιστά το κατηγορητήριο ελαττωματικό. Η φράση 'πράξη και/ή παράλειψη' που διατυπώνεται αποτελεί είδος σημαντικής λεπτομέρειας, η οποία θα προσδιοριστεί για κάθε αδίκημα μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Επομένως, το ποια ακριβώς πράξη ή παράλειψη αποδίδεται στους κατηγορουμένους και στη βάση ποιων δεδομένων είναι θέμα μαρτυρίας που θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την παρουσίαση της υπόθεσης από την κατηγορούσα αρχή. Κατά συνέπεια, δεν τίθεται θέμα ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου και ως εκ τούτου ο εν λόγω ισχυρισμός των κατηγορουμένων απορρίπτεται ως αβάσιμος. Οι κατηγορούμενοι είναι σε θέση να αντιληφθούν τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και έτσι ν' απαντήσουν σ' αυτές. Είναι γι' αυτό το λόγο που η κατηγορούμενη 1, προφανώς κατόπιν σχετικής συμβουλής από το δικηγόρο της, ήδη απάντησε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στις 11.05.11 με σχετική γραπτή εξουσιοδότηση ημερομηνίας 06.05.11, ως βέβαια είναι δικαίωμα της. Αυτό όμως που ξενίζει είναι πως από τη μια η κατηγορούμενη 1 αντιλαμβάνεται και απαντά σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, κατόπιν νομικής συμβουλής από το δικηγόρο της, ενώ ο κατηγορούμενος 2 ο οποίος αντιμετωπίζει τα ίδια με την κατηγορούμενη αδικήματα ως διευθυντής αυτής ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί ν' αντιληφθεί για ν' απαντήσει κατά πόσο παραδέχεται ή δεν παραδέχεται στις κατηγορίες που του προσάπτουν. Βέβαια ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης μέσα από την αγόρευση του επικαλείται αδυναμία απάντησης από μέρους και των δύο κατηγορουμένων, προφανώς αγνοώντας την ήδη καταχωρημένη γραπτή εξουσιοδότησης με την οποίαν δηλώνεται μη παραδοχή της κατηγορουμένης 1 σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει αναφορικά με την υπόθεση αυτή. Αξίζει να σημειωθεί ότι η γραπτή αυτή εξουσιοδότηση καταχωρήθηκε με βάση τα πρακτικά του Δικαστηρίου στις 11.05.11, δηλαδή χρονικά πριν από την επίσημη υποβολή των προδικαστικών ενστάσεων και ιδιαίτερα αυτό περί ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου από μέρους της υπεράσπισης, οι οποίες ενστάσεις με βάση τα πρακτικά του Δικαστηρίου πραγματοποιήθηκαν στις 18.05.11. Συνεπώς, η εν λόγω γραπτή εξουσιοδότηση, πέραν των πιο πάνω συμπερασμάτων στα οποία το Δικαστήριο κατέληξε, καθιστά άνευ αντικειμένου το περιεχόμενο της αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης στο βαθμό και την έκταση που την αφορά και παράλληλα εξουδετερώνει την όποια σημασία μπορούσε ενδεχομένως να είχε. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, οι προδικαστικές ενστάσεις των κατηγορουμένων απορρίπτονται ως αβάσιμες και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος 2 καλείται ν' απαντήσει σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αναφορικά με την κατηγορούμενη 1, όπως έχει προαναφερθεί, έχει ήδη καταχωρηθεί 'μη παραδοχή' σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στα πρακτικά ημερομηνίας 11.05.11 δυνάμει σχετικής γραπτής εξουσιοδότησης ημερομηνίας 06.05.11. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Interim Αναφορά: Εκ πρώτης όψεως-Ενδιάμεση Απόφαση/Ελαττωματικό Κατηγορητήριο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.