← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παναγιώτη Μαυρουδή, Αρ. Υπόθεσης: 12337/09, 24 Ιουνίου  2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παναγιώτη Μαυρουδή, Αρ. Υπόθεσης: 12337/09, 24 Ιουνίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B136 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12337/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παναγιώτη Μαυρουδή, εκ Λεμεσού Κατηγορούμενου --------------------- Ημερομηνία: 24 Ιουνίου 2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν ο κ. Λουϊζίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία για το αδίκημα της πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 (δ) (
  2. ii)και 335 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος, στις 5.2.2001, στη Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση, πλαστογράφησε την αίτηση ανοίγματος λογαριασμού υπό προειδοποίηση της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 0351-05-009850 υπογράφοντας την πιο πάνω αίτηση με το φανταστικό όνομα του Μαυρουδή Παναγιώτου. Η πρώτη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η Λοχ. 176 Ελένη Μιχαήλ του ΤΑΕ Λεμεσού. Η Μ.Κ. 1 υιοθέτησε την κατάθεση της, ημερ. 25.11.2005, ως μέρος της κύριας εξέτασης της, στην οποία αναφέρει ότι στις 24.9.2004 ο Σπύρος Σπύρου, τραπεζιτικός υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου, υπέβαλε γραπτό παράπονο σχετικά με υπόθεση πλαστογραφίας εντύπου ανοίγματος λογαριασμού που έγινε στις 5.2.2001 στη Λεμεσό. Στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, παρέλαβε από τον κ. Σπύρου την πρωτότυπη αίτηση ανοίγματος λογαριασμού υπό προειδοποίηση της Τράπεζας Κύπρου στο όνομα Παναγιώτου Μαυρουδή, ημερ. 5.2.2001 και CIF No. 08688095, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 3. Στις 5.11.2004 η Μ.Κ. 1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο 1, και στις 27.6.2005 τον κατηγόρησε γραπτώς και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι διότι όπως σας είπα στην κατάθεση μου ο λογαριασμός ανήκε στον ανήλικο τότε γιο μου Μαυρουδής Παναγιώτου ο οποίος είναι πραγματικό πρόσωπο και όχι φανταστικό». Η γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2. Η Μ.Κ.1 εξήγησε στο Δικαστήριο ότι από τις καταθέσεις που έλαβε από άτομα που είχαν σχέση με το άνοιγμα του λογαριασμού στην Τράπεζα, διεφάνη ότι ο κατηγορούμενος διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Αντρέα Αγαθοκλέους, διευθυντή του καταστήματος της Τράπεζας Κύπρου όπου ανοίχθηκε ο εν λόγω λογαριασμός. Τον Φεβρουάριο 2001 ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον κ. Αγαθοκλέους να ανοίξει ένα λογαριασμό στην Τράπεζα στο όνομα του γιου του Μαυρουδή Παναγιώτου. Κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας μεταξύ τους, ο κατηγορούμενος έστειλε φωτοαντίγραφο του μπροστινού μέρους του δελτίου ταυτότητας του Μαυρουδή, και ο διευθυντής το έδωσε σε υπάλληλο της Τράπεζας με οδηγίες να ανοίξει τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Η υπάλληλος ζήτησε το πίσω μέρος του δελτίου ταυτότητας για να καταχωρήσει τα στοιχεία και ο διευθυντής της είπε ότι αυτό δεν ήταν αναγκαίο. Στο Τεκμήριο 3 η ημερομηνία γέννησης του Παναγιώτη Μαυρουδή είναι διαφορετική από την πραγματική και έγιναν εξουσιοδοτήσεις που υπογράφηκαν από τον πατέρα και τη μητέρα του, και υπάρχουν και οι καταστάσεις λογαριασμού στον φάκελο όπου φαίνονται αναλυτικά οι αναλήψεις και οι καταθέσεις στον εν λόγω λογαριασμό και από ποιον έγιναν. Τα δύο αντίγραφα των πληρεξουσίων κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 4, μία κατάσταση λογαριασμού του Παναγιώτη Μαυρουδή κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5, μία κατάσταση λογαριασμού της εταιρείας P&K Global Trading Ltd κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6, ένα φωτοαντίγραφο του μπροστινού μέρους του δελτίου ταυτότητας του Παναγιώτη Μαυρουδή με χειρόγραφη σημείωση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 και Πιστοποιητικό Γέννησης του Παναγιώτη Μαυρουδή κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Κ. 1 είπε ότι ρώτησε τον κ. Σπύρου γιατί υπέβαλε παράπονο το 2004 για αδίκημα που φέρεται ότι έγινε το 2001, και αυτός της ανέφερε προφορικά ότι εκκρεμούσαν αγωγές στο μεσοδιάστημα και η Τράπεζα αποφάσισε σ΄ εκείνη τη φάση να υποβάλει γραπτό παράπονο στην αστυνομία. Εξ όσον φαίνεται, η Τράπεζα ξεγελάστηκε με την παρουσίαση εγγράφων που δεν ήταν ορθά, αλλά δεν υπέστη ζημιά, εξ ου και υπάρχει μόνο μία κατηγορία για πλαστογραφία. Σε ερώτηση γιατί η ποινική δίωξη καθυστέρησε για 5 χρόνια, η Μ.Κ. 1 είπε ότι η ίδια ολοκλήρωσε τις εξετάσεις της μέσα στα κανονικά χρονικά πλαίσια, αλλά το θέμα καταχώρησης υπόθεσης επαφίεται στην Εισαγγελία και τη Νομική Υπηρεσία. Ο κ. Αντρέας Αγαθοκλέους ήταν ο επόμενος μάρτυρας. Στην κατάθεση του, ημερ. 2.3.2005, η οποία αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης του, αναφέρονται τα ακόλουθα. Στις 3.8.2001 απολύθηκε από την Τράπεζα Κύπρου, όπου εργαζόταν ως διευθυντής στο Παράρτημα 351 που βρισκόταν στην Αγία Ζώνη. Γνωρίζει τον κατηγορούμενο εδώ και 18 χρόνια, και είναι κουμπάροι, δηλαδή ο κατηγορούμενος βάφτισε την κόρη του. Είχαν οικογενειακές και επαγγελματικές σχέσεις, και αφού ο κατηγορούμενος ήταν πελάτης της Τράπεζας, ο Μ.Κ. 2 γνώριζε τις επαγγελματικές του δραστηριότητες και ότι είχε διάφορες εταιρείες. Περί το τέλος Φεβρουαρίου 2001 ο κατηγορούμενος άνοιξε ένα λογαριασμό της εταιρείας του P&K Global Trading Ltd, ενώ αρχές Φεβρουαρίου 2001 ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον μάρτυρα να ανοίξει ένα λογαριασμό στο όνομα του γιου του, Μαυρουδή. Ο Μ.Κ.2 ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του φέρει το δελτίο ταυτότητας του γιου του, και ο κατηγορούμενος πήγε στο γραφείο του και του πήρε φωτοαντίγραφο του μπροστινού μέρους μόνο, λέγοντας ότι θα του έπαιρνε και τα υπόλοιπα στοιχεία. Επειδή ο λογαριασμός ήταν πιστωτικός και δεν θα δινόταν χρηματοδότηση, ο Μ.Κ.2 θεώρησε ότι δεν ήταν αναγκαία η παρουσίαση του πίσω μέρους του δελτίου ταυτότητας, και αρκέστηκε στο να γράψει κάτω από το φωτοαντίγραφο της ταυτότητας τα στοιχεία που του υπαγόρευσε ο κατηγορούμενος. Ο Μ.Κ.2 αναγνώρισε το Τεκμήριο 9 ως το φωτοαντίγραφο της ταυτότητας του Μαυρουδή Παναγιώτου, και στο οποίο ο Μ.Κ. 2 έγραψε τα ακόλουθα στοιχεία, τη διεύθυνση του «Ευαγγέλου Λούβρη 7, Εκάλη - Λεμεσός», τη διεύθυνση αλληλογραφίας «c/o Τρ. Κύπρου, Κατ/μα Αγ. Ζώνης, 351, Λ/σός», το όνομα του δικαιούχου του λογαριασμού, την ημερομηνία γέννησης του και το επάγγελμα του «Μαυρουδής Παναγιώτου, 12/9/80, Ιδ. Υπάλληλος», σημείωση του είδους του λογαριασμού «05 - Εμπιστευτικός», δηλαδή με προειδοποίηση-κρυφός, και τέλος ότι θα δίνονταν πληρεξούσια στους «Παναγιώτου Παναγιώτη κ Παναγιώτου Χριστοθέα». Η ημερομηνία που αναγράφεται στο κάτω μέρος του Τεκμηρίου 9 «12/9/85» δεν γράφηκε από τον ίδιο. Οι διορθώσεις που φαίνονται στο Τεκμήριο 9 αναφορικά με το έτος γέννησης «80» και το είδος του λογαριασμού «Εμπιστευτικός» μάλλον έγιναν από τον ίδιο, αλλά δεν θυμόταν γιατί. Ο γιος του κατηγορούμενου δεν ήταν μαζί του κατά το άνοιγμα του λογαριασμού, και σε καμία περίπτωση δεν γνώριζε ότι ο Παναγιώτου ήταν ανήλικος, καθότι αν το ήξερε δεν θα του άνοιγε τέτοιο λογαριασμό που ανοίγεται μόνο σε ενήλικες. Στην συνέχεια ο Μ.Κ.2 έδωσε το έγγραφο με το φωτοαντίγραφο της ταυτότητας και τα στοιχεία του δικαιούχου σε κάποια υπάλληλο για να ετοιμάσει τα σχετικά έντυπα. Όταν αυτά ετοιμάστηκαν, ο Μ.Κ.2 έδωσε την αίτηση ανοίγματος λογαριασμού και τις 2 εντολές για πληρεξουσίους στον κατηγορούμενο, ο οποίος την επόμενη μέρα πήρε τα 3 έγγραφα υπογραμμένα. Ο Μ.Κ.2 τα μονόγραψε και τα έδωσε για καταχώρηση στον φάκελο του λογαριασμού. Ο λογαριασμός κινείτο μόνο με καταθέσεις, που έφθασαν το ποσό των Λ.Κ. 100,000, και έγιναν 1 ή 2 αναλήψεις με τη χρήση του πληρεξουσίου του κατηγορούμενου. Περί τον Μάιο 2001 προέκυψε κάποιο πρόβλημα με επιταγές του κατηγορούμενου, αυτές επιστράφηκαν απλήρωτες και ο λογαριασμός της εταιρείας P&K Global Trading Ltd κατέστη χρεωστικός με ποσό Λ.Κ. 459,000, κάτι που ήταν αντικανονικό για τέτοιου είδους λογαριασμό. Τότε, ο κατηγορούμενος, προς ένδειξη καλής θέλησης προς την Τράπεζα, εισηγήθηκε τη μεταφορά χρημάτων από τον λογαριασμό του γιου του με τη χρήση του πληρεξουσίου στον λογαριασμό της εταιρείας. Έτσι, στις 18.5.2001, ο Μ.Κ.2 πήγε μαζί με τον περιφερειακό διευθυντή Μιχάλη Χριστοφίδη και τον διευθυντή του τομέα Φίλιο Κωνσταντίνου στο γραφείο του κατηγορούμενου, όπου και ο κατηγορούμενος υπέγραψε στην παρουσία τους τη μεταφορά των χρημάτων. Ακολούθησε η μεταφορά των χρημάτων. Λίγες μέρες αργότερα ο Μ.Κ.2 έλαβε τηλεφώνημα από τον δικηγόρο του κατηγορούμενου, κ. Νεοκλή Νεοκλέους, και του ανέφερε ότι η μεταφορά των χρημάτων έγιναν παράνομα γιατί ο γιος είναι ανήλικος, κάτι το οποίο ο μάρτυρας άκουσε για πρώτη φορά. Μετά από αυτό ο Μ.Κ. 2 τέθηκε σε διαθεσιμότητα. Τέλος, ο Μ.Κ.2 αναφέρει ότι ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να διορίσει πληρεξούσιο, όμως αναλήψεις μπορούν να γίνουν μόνο με απόφαση του Πρωτοκολλητή. Το ποσό που μεταφέρθηκε από τον λογαριασμό του Μαυρουδή Παναγιώτου στον λογαριασμό της εταιρείας είναι Λ.Κ. 93,692.70. Ο Μ.Κ.2 υιοθέτησε επίσης συμπληρωματική του κατάθεση ημερ. 9.3.2005, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα. Ο Μ.Κ.2 είδε τον γιο του κατηγορούμενου μόνο 2 ή 3 φορές καθ΄ όλο το διάστημα της γνωριμίας τους, και όταν ανοίχθηκε ο λογαριασμός ο Μ.Κ.2 ήταν βέβαιος ότι ο γιος του ήταν ενήλικας, γιατί είχε ακούσει από τον πατέρα του ότι είχε δυστύχημα με το αυτοκίνητο του πατέρα του. Γνώριζε επίσης ότι ο γιος του διέμενε μόνος σε σπίτι στον Κάψαλο κατά διαστήματα. Το ανάστημα του ήταν ενήλικα, και είχε ύψος 1,75 μ. περίπου. Η παρουσία του στην Τράπεζα δεν κρίθηκε αναγκαία λόγω εμπιστοσύνης προς τον πατέρα, όμως η αίτηση έπρεπε να υπογραφεί από τον ενήλικα δικαιούχο. Σε περίπτωση ανήλικου, ο κηδεμόνας ή ο γονιός ανοίγει τον λογαριασμό, και υπογράφει για την αίτηση ανοίγματος λογαριασμού. Για μεταφορά ή ανάληψη χρημάτων ή για το κλείσιμο του λογαριασμού, χρειάζεται άδεια του Δικαστηρίου. Όταν ο κατηγορούμενος αποτάθηκε στον Μ.Κ.2 για το άνοιγμα του λογαριασμού, πίστευε ότι το έκανε για σκοπούς αποταμίευσης. Ο Μ.Κ.2 αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 ως την αίτηση για άνοιγμα λογαριασμού υπό προειδοποίηση στο όνομα «Παναγιώτου Μαυρουδής» που φέρει την υπογραφή του, το Τεκμήριο 4 ως φωτοτυπία της αίτησης ανοίγματος λογαριασμού, με κάρτα για δείγματα υπογραφής και πληρεξούσια στον πατέρα και τη μητέρα, και το Τεκμήριο 5 ως την κατάσταση του λογαριασμού που ανοίχθηκε στο όνομα Παναγιώτου Μαυρουδής. Ο Μ.Κ.2 αναγνώρισε επίσης το Τεκμήριο 6 ως την κατάσταση λογαριασμού της εταιρείας όπου φαίνεται και η μεταφορά του προαναφερόμενου ποσού. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.2 ο λογαριασμός ανοίχθηκε κανονικά για ένα ενήλικα και, όπως του είπε ο κατηγορούμενος, όποτε έβρισκε ευκαιρία θα έβαζε χρήματα στον λογαριασμό πάνω στον γιο του. Ήταν η θέση του Μ.Κ. 2 ότι ξεγελάστηκε επειδή ο Παναγιώτου Μαυρουδής ήταν ανήλικος και όχι ενήλικας, δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία και δεν πήραν δείγματα υπογραφών από τον κηδεμόνα ή πατέρα του ανήλικου, όπως θα έπρεπε. Ουσιαστικά η Τράπεζα ξεγελάστηκε, γιατί με την υπογραφή του πληρεξουσίου και μεταφορά των χρημάτων, αν ο ανήλικος ζητούσε τα χρήματα του από την Τράπεζα και αυτά είχαν καταβληθεί σε άλλο πρόσωπο, τότε η Τράπεζα ήταν υπόχρεη να τα καταβάλει στον δικαιούχο. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.2 είπε ότι δεν διατηρούσε στενές σχέσεις με τον κατηγορούμενο, και είδε τον γιο του μόνο 2-3 φορές, εκφράζοντας μάλιστα παράπονο ότι ο κατηγορούμενος δεν επισκεπτόταν ούτε και έκανε δώρα στη βαφτιστικιά του, κόρη του μάρτυρα. Ο Μ.Κ. 2 ανέφερε επίσης ότι στο κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, όπου εργαζόταν, και ειδικά στη Νίκου Παττίχη, διατηρούσε 2 υποτυπώδεις λογαριασμούς, ένα όψεως και ένα με προειδοποίηση, και αυτοί είχαν πολύ περιορισμένη κίνηση με χαμηλά ποσά. Ενόσω ο Μ.Κ.2 ήταν στο εν λόγω κατάστημα δεν έγινε μεταφορά του λογαριασμού της εταιρείας P&K Global Trading Ltd. Κατά το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού ο Μ.Κ. 2 ζήτησε την ταυτότητα του Μαυρουδή Παναγιώτου, και ο κατηγορούμενος παρουσίασε μόνο το μπροστινό μέρος του δελτίου ταυτότητας. Επειδή 10 χρόνια προηγουμένως τέτοιοι λογαριασμοί ανοίγονταν εμπιστευτικοί, για σκοπούς του Φόρου Εισοδήματος, δεν ζητούνταν τα στοιχεία και έτσι ο μάρτυρας θεώρησε το μπροστινό μέρος του δελτίου που του παρουσιάστηκε ως επαρκές. Μάλιστα ο Μ.Κ.2 είπε ότι ο κατηγορούμενος ήθελε πάντοτε εμπιστευτικότητα και μυστικότητα, γιατί δεν πλήρωσε ποτέ Φόρο Εισοδήματος, επομένως είχε κάθε λόγο να κρύψει τον εν λόγω λογαριασμό και να μην δώσει τα στοιχεία σε οποιονδήποτε. Γι΄ αυτό ο Μ.Κ.2 του έδειξε εμπιστοσύνη και έγραψε με δικά του γράμματα στο Τεκμήριο 7 αυτό που του είπε ο κατηγορούμενος. Όταν ο Μ.Κ.2 αμφισβήτησε την ημερομηνία γέννησης, γιατί δεν ήταν σίγουρος, ο κατηγορούμενος του είπε «Για όνομα του Θεού ρε κουμπάρε, δεν με εμπιστεύεσαι, ορκίζομαι σου πάνω στα παιδκιά μου, να πέσει λαμπρό να με κάψει αν σε εκθέσω εγώ καμιά φορά». Ο Μ.Κ.2 είπε επίσης ότι όταν κάποιος έγραφε τον αριθμό ταυτότητας κάποιου ατόμου, θα παρουσιάζονταν όλοι οι λογαριασμοί του, εκτός από εμπιστευτικό λογαριασμό, όπως ο επίδικος, ο οποίος δεν φαινόταν στο σύστημα. Ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε την υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι αυτός εισηγήθηκε στον κατηγορούμενο να ανοίξει τον επίδικο λογαριασμό στο όνομα του γιου του, λέγοντας ότι ο ίδιος το ζήτησε, ενώ ο μάρτυρας του εισηγήθηκε όπως ανοίξει λογαριασμό είτε στο όνομα του είτε στο όνομα της συζύγου του. Ο Μ.Κ.2 επανέλαβε ότι γνώριζε και άλλα γεγονότα, που τον οδήγησαν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο Παναγιώτης Μαυρουδή ήταν ενήλικας, όπως ότι οδηγούσε αυτοκίνητο, είχε δυστύχημα με το αυτοκίνητο Pajero το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς και δεν διέμενε στο σπίτι αλλά σε άλλο σπίτι μόνος του όπου τον μετέφερε ο πατέρας του. Δεν τα ανέφερε αυτά στην κατάθεση του γιατί δεν το θεώρησε «τόσο σωστό», όπως είπε, αλλά επειδή ορκίστηκε, όφειλε να το πει στο Δικαστήριο. Όταν ο κατηγορούμενος έβγαζε αρκετές επιταγές, οι οποίες περνούνταν ως μετρητά χωρίς να περιμένουν την εκκαθάριση τους, δημιουργήθηκε ένα μεγάλο υπόλοιπο στον λογαριασμό της εταιρείας του κατηγορούμενου, και τότε έγινε η συνάντηση στο γραφείο του τελευταίου κατά την οποία συζητήθηκαν τρόποι επίλυσης του προβλήματος. Ο κατηγορούμενος εισηγήθηκε όπως μεταφέρει χρήματα του γιου του εφόσον είχε πληρεξούσιο, και υπέγραψε το σχετικό έντυπο στην παρουσία του μάρτυρα. Η μεταφορά έγινε από τον επίδικο λογαριασμό στον λογαριασμό της εταιρείας. Τέλος, ο Μ.Κ.2 είπε ότι η Τράπεζα δεν υπέστη απώλεια ή ζημιά, και ούτε στην περίπτωση που ο γιος ήταν ενήλικας. Όμως επειδή ήταν ανήλικος, αν ζητούσε τα χρήματα του, η Τράπεζα όφειλε να του τα επιστρέψει. Η επόμενη μάρτυρας ήταν η Ζωή Κουρέα, σύμβουλος πελατών στην Τράπεζα Κύπρου, στο παράρτημα 335 που βρίσκεται στον Πεντάδρομο Λεμεσού. Από τις 21.11.1994 μέχρι τον Ιούνιο 2002, εργαζόταν ως σύμβουλος πελατών στο παράρτημα 351 στην Αγία Ζώνη, το οποίο έκλεισε. Η κατάθεση της μάρτυρα στην αστυνομία, ημερ. 2.11.2004, αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης της. Σε αυτή αναφέρονται τα ακόλουθα. Η ίδια άνοιξε τον επίδικο λογαριασμό κατόπιν εντολής του τότε διευθυντή Αντρέα Αγαθοκλέους στις 5.2.2001. Τον διευθυντή επισκεπτόταν τακτικά κάποιος φίλος-κουμπάρος του με το όνομα Μαυρουδής, χωρίς η μάρτυρας να είναι σε θέση να πει κατά πόσο αυτό είναι το όνομα ή το επίθετο του. Κατά την επίδικη μέρα, ο διευθυντής έδωσε στη μάρτυρα μία κόλα με φωτοαντίγραφο του μπροστινού μέρους της ταυτότητας κάποιου προσώπου με χειρόγραφες σημειώσεις και ζήτησε από τη μάρτυρα να ανοίξει λογαριασμό στο όνομα του γιου του Μαυρουδή, του οποίου τα στοιχεία δηλαδή το πίσω μέρος της ταυτότητας ήταν γραμμένο από τον διευθυντή. Αμέσως η μάρτυρας τον ρώτησε για ποιο λόγο το πίσω μέρος της ταυτότητας δεν έχει φωτοτυπηθεί σύμφωνα με τους Κανονισμούς, και ο διευθυντής απάντησε ότι το ξέχασε, χωρίς να δώσει εξήγηση, και ότι είχε γράψει τα στοιχεία και δεν υπήρχε πρόβλημα. Ερωτηθείς για το επάγγελμα του, ο Μ.Κ.2 απάντησε «ναυτιλιακός». Η Μ.Κ.3 αναγνώρισε την κόλα ως το Τεκμήριο 7, και είπε ότι σε αυτή αναγράφονταν το όνομα του πελάτη Παναγιώτη Μαυρουδή, η ημερ. γέννησης 12.9.80, και επάγγελμα ιδιωτικός υπάλληλος. Η Μ.Κ.3 δεν γνωρίζει γιατί υπάρχει η διόρθωση στο «80». Όταν η Μ.Κ.3 ρώτησε τον Μ.Κ.2 για κάποιες πληροφορίες, αυτός της είπε ότι της τα είχε όλα γραμμένα και επομένως τα γράμματα στην κόλα πρέπει να είναι δικά του. Η Μ.Κ.3 δεν θυμόταν κατά πόσο η διεύθυνση ήταν συμπληρωμένη στην κόλα όταν την πήρε από τον Μ.Κ.2, όμως είναι βέβαιη ότι στο κάτω μέρος δεν υπήρχε η ημερομηνία «12.9.85». Δόθηκαν επίσης οδηγίες στη μάρτυρα να κάνει πληρεξούσια στους Παναγιώτου Παναγιώτη και Παναγιώτου Χριστοθέα, ως οι γονείς του πελάτη όπως της ανέφερε ο διευθυντής. Όλα αυτά έγιναν στην απουσία του πελάτη. Ο λογαριασμός ανοίχθηκε στις 5.2.2001 και τα πληρεξούσια έγιναν στις 6.2.2001. Η Μ.Κ.3 έδωσε στον διευθυντή την αίτηση για να την πάρει ο ίδιος και υπογράψει ο πελάτης, και την επέστρεψε στη μάρτυρα στις 6.2.2001, όταν του έδωσε τα πληρεξούσια. Αργότερα ο Μ.Κ.2 έφερε τα πληρεξούσια υπογεγραμμένα, και η Μ.Κ.3 με μία άλλη συνάδελφο της υπέγραψαν αυτά ως μάρτυρες, αφού είχαν την υπογραφή του διευθυντή και κατόπιν οδηγιών του. Τέλος, η Μ.Κ.3 αναφέρει στην κατάθεση της ότι όταν ρώτησε τον Μ.Κ.2 για τη διόρθωση στην ημερομηνία γέννησης, αυτός απάντησε ότι είναι εντολή και το έτος είναι το 1980. Η Μ.Κ.3 αναγνώρισε επίσης τα Τεκμήρια 3 και 4, αλλά η ίδια δεν είδε ποτέ τα εν λόγω πρόσωπα, και είπε ότι ως υπάλληλος στην Τράπεζα, όταν ένα έγγραφο φέρει την υπογραφή του διευθυντή, αυτή είναι υποχρεωμένη να υπακούσει στον διευθυντή. Η Μ.Κ.3 πρόσθεσε ότι επανειλημμένα ρώτησε τον διευθυντή για το πίσω μέρος της ταυτότητας, και την διορθωμένη ημερομηνία, και αυτός της είπε ότι όλα ήταν εντάξει, και αναλαμβάνει ο ίδιος σαν διευθυντής επειδή ο πελάτης είναι κουμπάρος του και έχουν προσωπική σχέση. Ο εν λόγω λογαριασμός, ως εμπιστευτικός, μπορεί να φανεί μόνο όταν πατήσει ένα ειδικό πλήκτρο ο υπεύθυνος, και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να τον δουν οι υπάλληλοι. Τέλος, η Μ.Κ.3 είπε ότι ουδέποτε είδε το Τεκμήριο 8, γιατί αν το έβλεπε δεν θα ρωτούσε για την ημερομηνία και οπωσδήποτε θα έβγαζε αντίγραφο. Ο τελευταίος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Σπύρος Σπύρου, υπεύθυνος συναλλαγών στα κεντρικά γραφεία της Τράπεζας Κύπρου στη Λεμεσό από τον Μάιο 2004, ενώ προηγουμένως εργαζόταν στην Υπηρεσία Ελέγχου. Ο Μ.Κ.4 παρέδωσε στην αστυνομία και αναγνώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου τα ακόλουθα έγγραφα, το Τεκμήριο 4, στο οποίο ο πελάτης έδωσε οδηγίες όπως μην ταχυδρομούνται καταστάσεις αλλά να παραμένουν στο κατάστημα και να παραλαμβάνονται εκεί, το Τεκμήριο 5, που είναι η κατάσταση του επίδικου λογαριασμού μέχρι που έκλεισε στις 20.5.2001, και είχαν γίνει 3 αναλήψεις, η πρώτη στις 16.3.2001 για το ποσό των 7000 ευρώ, η δεύτερη στις 17.5.2001 για το ποσό των 9039,91 ευρώ και η τρίτη ήταν μεταφορά που έγινε στις 18.5.2001 για το ποσό των 93,692,70 ευρώ, στον λογαριασμό που ανοίχθηκε στην εταιρεία P&K Global Trading Ltd που ανήκει στον Παναγιώτη Μαυρουδή, και το Τεκμήριο 6 που είναι η κατάσταση λογαριασμού της εταιρείας και φαίνεται η πιο πάνω κατάθεση. Επίσης ο Μ.Κ. 4 κατέθεσε στο Δικαστήριο τα 2 εντάλματα πληρωμής για τα ποσά των 7000 και 9039,91 ευρώ αντίστοιχα, ως Τεκμήριο 10, υπογεγραμμένα από τον Παναγιώτη Παναγιώτου ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του Μαυρουδή Παναγιώτου και 3 έγγραφα που δείχνουν τη μεταφορά του ποσού των 93,692,70 ευρώ από τον ένα λογαριασμό στον άλλο, ως Τεκμήριο 11. Συγκεκριμένα, το Τεκμήριο 11 αποτελείται από το ημερολογιακό χρεωστικό και πιστωτικό φύλλο, και το έντυπο της προειδοποίησης για τη μεταφορά του εν λόγω ποσού, υπογεγραμμένο πάλι από τον Παναγιώτη Παναγιώτου ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του Μαυρουδή Παναγιώτου. Ο Μ.Κ.4 περιέγραψε τον τρόπο ανοίγματος λογαριασμού σε ανήλικο, το οποίο γινόταν από οποιοδήποτε πρόσωπο που υπογράφει την αίτηση και συνήθως στο κάτω μέρος υπογράφει και ο κηδεμόνας για τον αιτητή. Σε περίπτωση ανάληψης ή κλεισίματος του λογαριασμού, αυτό γίνεται μόνο με οδηγίες του Δικαστηρίου. Για να ανοιχθεί λογαριασμός ανηλίκου, θα πρέπει να προσκομιστεί δελτίο ταυτότητας ή πιστοποιητικό γέννησης, του οποίου η Τράπεζα κρατούσε αντίγραφο. Ο λογαριασμός ανηλίκου δεν μπορούσε να ήταν εμπιστευτικός και ήταν πάντοτε πιστωτικός. Στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε μόνο το μπροστινό μέρος του δελτίου ταυτότητας που παρουσιάστηκε κατά το άνοιγμα του λογαριασμού, και ο ίδιος δεν γνωρίζει για ποιον λόγο δεν βγήκε αντίγραφο του πίσω μέρους της ταυτότητας και δεν παραλήφθηκε από την Τράπεζα. Ο Μ.Κ.4 γνωρίζει όλα τα πιο πάνω από τον έλεγχο στον οποίο προέβη στο εν λόγω κατάστημα της Τράπεζας και είπε ότι η μόνη παρατυπία που εντόπισε ήταν η πληρωμή επιταγών που αφορούσαν τον λογαριασμό της εταιρείας χωρίς αυτές να είναι εκκαθαρισμένες, γεγονός που εγκυμονούσε κίνδυνο για την Τράπεζα. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου καθότι δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά του αδικήματος. Συγκεκριμένα, ο κ. Λουιζίδης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί το φανταστικό πρόσωπο, στο όνομα του οποίου ο κατηγορούμενος υπέγραψε την αίτηση ανοίγματος λογαριασμού, όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος, καθότι ο Μαυρουδής Παναγιώτου δεν είναι φανταστικό πρόσωπο αλλά υπαρκτό, και ο κατηγορούμενος είχε παρουσιάσει αντίγραφο της ταυτότητας του πριν το άνοιγμα του λογαριασμού. Ήταν περαιτέρω η θέση του κ. Λουιζίδη ότι ελλείπει μαρτυρία αναφορικά με την πρόθεση καταδολίευσης εκ μέρους του κατηγορούμενου, καθότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόσωπο που θα μπορούσε να καταδολιευθεί από την εν λόγω πράξη του κατηγορούμενου και τη διακίνηση του εν λόγω λογαριασμού, ο ίδιος ο διευθυντής του καταστήματος της Τράπεζας Κύπρου έδωσε οδηγίες για το άνοιγμα του λογαριασμού και μάλιστα η Τράπεζα ουδόλως υπέστη οικονομική ζημιά. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η μαρτυρία βρίσκεται ενώπιον του και είναι ικανή σε αυτό το στάδιο να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Τα κριτήρια που διέπουν το ζήτημα απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι πολύ γνωστά. Όπως υποδηλώνει ο όρος «εκ πρώτης όψεως» η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης απαιτείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση - βλ. Re In Κάκος

(1985)1 C.L.R. 250. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, στην οποία αναλύονται οι αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορούσα Αρχή έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η απαλλαγή του κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) όταν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Ο Δικαστής δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά η απόφαση του περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης - βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στ. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Το άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δίνει τον ορισμό της πλαστογραφίας ως τον καταρτισμό εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης. Το άρθρο 333 του Κεφ. 154 καθορίζει τους διαφόρους τρόπους με τους οποίους κάποιος καταρτίζει πλαστό έγγραφο. Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος βασίζεται στο άρθρο 333 (δ) (ii), το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
  2. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος - .... (δ) υπογράφει έγγραφο - .. (ii) με το όνομα φανταστικού προσώπου που προβάλλεται ότι υπάρχει, ανεξάρτητα αν το φανταστικό πρόσωπο προβάλλεται ή όχι, ότι έχει το ίδιο όνομα με εκείνο που υπογράφει ..» Το άρθρο 334 αναφέρει πότε τεκμαίρεται η πρόθεση καταδολίευσης σε σχέση με το αδίκημα της πλαστογραφίας. Η πρόθεση καταδολίευσης ερμηνεύεται στην Αγγλική υπόθεση Welham v. DPP
(1960)1 All E.R. 805, η οποία υιοθετήθηκε στις Κυπριακές υποθέσεις Petris v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40, Georghiou v. The Republic
(1984)2 C.L.R.65 και Ioannou v. The Police
(1985)2 C.L.R.
  1. Στην υπόθεση Georghiou v. The Republic (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι η πρόθεση καταδολίευσης δεν συναρτάται απαραίτητα με την πρόκληση οικονομικής ζημιάς ή άλλης βλάβης. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «The object of forgerers is, generally, it was observed, to benefit themselves; injury to their victims is of secondary importance. To our mind the principal object of forgerers possessed of the requisite criminal intent, is to alter a picture of things to their advantage. If, by virtue of this deception, another person is induced to act to his detriment, as earlier defined, then the crime of forgery is committed.» Με μιαν αντικειμενική θεώρηση του συνόλου της μαρτυρίας που προσάχθηκε για την Κατηγορούσα Αρχή, και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση αυτής ούτε σε οποιαδήποτε συμπεράσματα ή ευρήματα, το πρωταρχικό ερώτημα που τίθεται προς εξέταση από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί το συστατικό του αδικήματος της υπογραφής εγγράφου από τον κατηγορούμενο με το όνομα φανταστικού προσώπου. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, ο κατηγορούμενος φέρεται να υπέγραψε την αίτηση ανοίγματος λογαριασμού, Τεκμήριο 3, στο όνομα «Μαυρουδής Παναγιώτου», ούτε ενώπιον της Μ.Κ.3 ούτε ενώπιον του Μ.Κ.2, σύμφωνα με τη μαρτυρία του οποίου ο τελευταίος έδωσε την εν λόγω αίτηση στον κατηγορούμενο ο οποίος την επέστρεψε στον Μ.Κ.2 την επομένη μέρα υπογεγραμμένη, και δυνάμει της οποίας ανοίχθηκε ο επίδικος λογαριασμός. Επίσης, κατά τον ουσιώδη χρόνο υποβολής της αίτησης και του ανοίγματος του λογαριασμού, ο Μαυρουδής Παναγιώτου ήταν ο γιος του κατηγορούμενου, με ημερομηνία γέννησης 12.9.1985, σύμφωνα με το Πιστοποιητικό Γέννησης, Τεκμήριο
  2. Σύμφωνα πάντα με την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, όταν ο κατηγορούμενος αποτάθηκε στον Μ.Κ.2 για το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού, είπε σε αυτόν ότι ο λογαριασμός θα ανοιγόταν στο όνομα του γιου του, Μαυρουδή Παναγιώτου, παρουσιάζοντας αντίγραφο του δελτίου ταυτότητας του, Τεκμήριο
  3. Όμως, ο κατηγορούμενος παρουσίασε μόνο τη μπροστινή πλευρά του δελτίου ταυτότητας του Μαυρουδή Παναγιώτου αποκρύβοντας ότι αυτός ήταν ανήλικος, αλλά ανέφερε στον Μ.Κ.2 ότι ήταν ενήλικας με αποτέλεσμα η διαδικασία ανοίγματος του λογαριασμού, η φύση του λογαριασμού και ο τρόπος διακίνησης του λογαριασμού να αφορούν ενήλικα και να είναι διαφορετικοί από την περίπτωση ανήλικου, και αν ο αρμόδιοι υπάλληλοι γνώριζαν ότι ο Μαυρουδής Παναγιώτου ήταν ανήλικος, δεν θα ακολουθούσαν αυτή τη διαδικασία αλλά τη διαδικασία που αφορά ανήλικο. Επομένως, σε αυτό το στάδιο, υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε την επίδικη αίτηση λογαριασμού, όχι με το δικό του όνομα, αλλά με το όνομα άλλου προσώπου, και συγκεκριμένα του Μαυρουδή Παναγιώτου, για το άνοιγμα λογαριασμού όχι στον ίδιο τον κατηγορούμενο αλλά το άλλο πρόσωπο, εκ μέρους του οποίου υπέγραψε. Το κατά πόσο ο κατηγορούμενος πρόβαλε ότι έχει το ίδιο όνομα με εκείνο που υπογράφει ή όχι, δεν ενέχει σημασία με βάση το άρθρο 333(δ)(ii) του Κεφ. 154, και επομένως δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο. Επίσης υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος έχει γιο με το όνομα Μαυρουδής Παναγιώτου, ημερ. γέννησης 12.9.1985, όπως καταμαρτυρεί το Πιστοποιητικό Γέννησης, Τεκμήριο 8, και με δελτίο ταυτότητας αρ. 895154, όπως φαίνεται στο αντίγραφο του μπροστινού μέρους αυτού, Τεκμήριο 7, και επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
  4. Επομένως, εκείνο που απομένει προς εξέταση είναι το καίριο ερώτημα κατά πόσο ο Μαυρουδής Παναγιώτου, στο όνομα του οποίου ο κατηγορούμενος υπέγραψε την αίτηση ανοίγματος του λογαριασμού, είναι φανταστικό πρόσωπο. Το θέμα ομολογουμένως παρουσιάζει πρωτοτυπία για τα Κυπριακά δεδομένα, και δεν έχω εντοπίσει Κυπριακή νομολογία που να πραγματεύεται αυτό. Ο αντίστοιχος όρος του φανταστικού προσώπου που χρησιμοποιείται στο αυθεντικό Αγγλικό κείμενο του Κεφ. 154 είναι «fictitious person». Παρόμοια πρόνοια υπήρχε στο Αγγλικό Forgery Act
  5. (Εδώ σημειώνω ότι τώρα το ισχύον δίκαιο στην Αγγλία είναι το Forgery and Counterfeiting Act 1981, που δεν περιέχει πλέον τέτοια πρόνοια με τη χρήση αυτού του όρου.) Συγκεκριμένα το άρθρο 1
(2)του Forgery Act 1913 προνοεί τα ακόλουθα: «A document is false within the meaning of this Act if the whole or any material part thereof purports to be made by or on behalf or on account of a person who did not make it nor authorise its making .. and in particular a document is false:-.(b) if the whole or some material part of it purports to be made by or on behalf of a fictitious or deceased person.» Στην υπόθεση R. v. Gambling
(1974)3 All E.R. 479, η εν λόγω νομοθετική πρόνοια ερμηνεύτηκε ως ακολούθως: «In our judgement sub-para (b) was included in s 1
(2)of the 1913 Act .. and provides that a non-existing, or dead, person is to be considered a person within the scope of the opening words of sub-s
(2)of s1 which we have quoted.» Τόσο στην εν λόγω υπόθεση όσο και στην προγενέστερη υπόθεση R. v. Hassard
(1970)2 All E.R. 647, το όνομα που χρησιμοποίησαν οι εφεσείοντες για την υπογραφή εγγράφων ήταν ενός φανταστικού και ανύπαρκτου προσώπου, έτσι ώστε εκεί δεν υπήρχε δυσκολία στο να κριθούν ένοχοι για πλαστογραφία δυνάμει του εν λόγω άρθρου. Χρήσιμη αναφορά σε νομολογία επί του ίδιου θέματος προσφέρει το σύγγραμμα The English and Empire Digest, Replacement Volume 15, παρ. 12,578 - 12,601, σελ. 1231 - 1233. Οι αποφάσεις που αναφέρονται εκεί αφορούν όλες την υπογραφή σε όνομα προσώπου που δεν υπήρχε. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις R. v. Bolland
(1772), 1 Leach, 83, C.C.R., R. v. Taft
(1777), 1 Leach, 172, R. v. Marshall
(1804), Russ. & Ry. 75, C.C.R., R. v. Ashby
(1860), 2 F. & F. 560, R. v. Butler
(1954), 38 Cr. App. Rep. 57, C.C.A. Κάτω από την ίδια επικεφαλίδα, δηλαδή «In name of ficfitious persons», γίνεται παραπομπή και στις ακόλουθες αποφάσεις, οι οποίες ρίχνουν φως στον τρόπο ερμηνείας του όρου. Η υπόθεση R. v. Lockett
(1774), 1 Leach, 94, αφορούσε ένα πλαστογραφημένο έγγραφο διαταγής πληρωμής προς τραπεζίτη για την πληρωμή χρηματικού ποσού, όπου το πρόσωπο στο όνομα του οποίου το έγγραφο πλαστογραφήθηκε ουδέποτε είχε μετρητά στην εν λόγω τράπεζα ούτε ήταν γνωστό στον τραπεζίτη. Στην υπόθεση R. v. Backler
(1831), 5 C. & P. 118, λέχθηκε ότι σε κατηγορία για πλαστογραφία επιταγής η οποία φερόταν ότι υπογράφηκε από τον Α για την L. & Co., απόδειξη του ότι κανένα πρόσωπο με το όνομα Α διατηρούσε λογαριασμό ή είχε δικαίωμα να αποσύρει χρήματα για την L. & Co. ήταν ικανοποιητική εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι ο Α ήταν φανταστικό πρόσωπο. Στην υπόθεση R. v. Brannan
(1834), 6 C. & P. 326, σε κατηγορία για κυκλοφορία πλαστογραφημένης επιταγής στο όνομα W, για τη C. G. & Co., που ήταν και τραπεζίτες, αποδείχθηκε από ένα υπάλληλο ότι δεν γνώριζε πελάτη με το όνομα W και οι υπόλοιποι υπάλληλοι του ανέφεραν ότι δεν υπήρχε πελάτης με τέτοιο όνομα. Αυτή η μαρτυρία κρίθηκε ικανή από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής για να τεθεί ενώπιον των ενόρκων, εφόσον δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από πλευράς υπεράσπισης που να αποδεικνύει ότι τέτοιο πρόσωπο W είχε λογαριασμό με τη C. G. & Co. Τέλος, στην υπόθεση R. v. Ashby
(1860), 2 F. & F. 560, σε κατηγορία για πλαστογραφία επιταγής που έγινε στο Κ από τον Η, αποδείχθηκε ότι κανένα πρόσωπο Η ζούσε στο Κ που και ήταν πιθανόν να είχε λογαριασμό σε τράπεζα. Αυτή η μαρτυρία κρίθηκε ικανή για να τεθεί ενώπιον των ενόρκων ότι ο Η ήταν φανταστικό πρόσωπο. Με βάση την ερμηνεία που δίδεται στον αντίστοιχο όρο του Forgery Act 1913, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι αυτός αφορά πρόσωπα που δεν είναι υπαρκτά και εν πάση περιπτώσει δεν μπορούν να συνδεθούν με κάποιο πρόσωπο που υπάρχει. Η παρούσα περίπτωση όμως παρουσιάζει την ιδιομορφία ότι το όνομα του προσώπου με το οποίο ο κατηγορούμενος υπέγραψε την επίδικη αίτηση ανοίγματος λογαριασμού και για το οποίο ανοίχθηκε ο επίδικος λογαριασμός ανήκει σε υπαρκτό πρόσωπο, τον Μαυρουδή Παναγιώτου, γιο του κατηγορούμενου. Η ύπαρξη αυτού του προσώπου ήταν γνωστή στους αρμόδιους υπαλλήλους της Τράπεζας, δηλαδή στους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, που ασχολήθηκαν με το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού, με βάση το αντίγραφο του δελτίου ταυτότητας του που παρουσιάστηκε στην Τράπεζα, Τεκμήριο 7. Με αυτά τα δεδομένα, αδυνατώ να αποδεχθώ ότι το εν λόγω πρόσωπο είναι φανταστικό εντός της έννοιας του όρου του Νόμου, ή ακόμα ότι γίνεται φανταστικό επειδή ο κατηγορούμενος παρουσίασε το εν λόγω πρόσωπο να έχει διαφορετική ημερομηνία γέννησης από την πραγματική. Αυτό το γεγονός από μόνο του δεν το καθιστά ένα διαφορετικό και κατά συνέπεια φανταστικό πρόσωπο, αλλά ένα πρόσωπο υπαρκτό με απόκρυψη της ηλικίας του. Το πρόσωπο, με το όνομα του οποίου ο κατηγορούμενος υπέγραψε την αίτηση λογαριασμού, συνδέεται με το πρόσωπο που παρουσιάζεται στο δελτίο ταυτότητας, και απλώς παρουσιάζεται με διαφορετική ημερομηνία γέννησης. Υπό αυτές τις περιστάσεις, καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό του αδικήματος του φανταστικού προσώπου με το όνομα του οποίου ο κατηγορούμενος υπέγραψε την αίτηση ανοίγματος λογαριασμού. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι η κατάθεση του κατηγορούμενου προς την αστυνομία, Τεκμήριο 1, δεν περιέχει οτιδήποτε που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ενοχοποιητικό εναντίον του αναφορικά με την εν λόγω κατηγορία. Η υπό κρίση περίπτωση προσομοιάζει με τις υποθέσεις όπου το πρόσωπο υπογράφει στο όνομα κάποιου άλλου προσώπου το οποίο υπάρχει, δίνοντας όμως ψευδή στοιχεία. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση R. v Webb
(1819)3 Brod. & Bing. 228, στην οποία ο κατηγορούμενος κυκλοφόρησε ένα λογαριασμό που απευθυνόταν προς τον Β, ο οποίος φερόταν κατασκευαστής ρούχων και σε συγκεκριμένη διεύθυνση. Ο λογαριασμός έφερε και την αποδοχή του Β. Αυτός, όμως, δεν διέμενε στην εν λόγω διεύθυνση και δεν ήταν κατασκευαστής ρούχων. Αποφασίστηκε ότι η χρήση ψευδούς περιγραφής και πληροφορίας, παρόλο που το όνομα που χρησιμοποιήθηκε δεν ήταν ψευδές, και δεν υπήρχε πρόσωπο να ανταποκρίνεται στην εν λόγω περιγραφή και πληροφορία, δεν αποτελούσε πλαστογραφία. Επίσης στην υπόθεση R. v. Blenkinsop
(1848)2 Car. & Kir. 531, ο εκδότης μίας συναλλαγματικής την οποία αποδέχθηκε κενή και κατά τη διάρκεια της συμπλήρωσης της, έγραψε το όνομα του δικαιούχου επί αυτής με λανθασμένη διεύθυνση με πρόθεση να διαφανεί ότι η αποδοχή έγινε από αυτό το ξεχωριστό υπαρκτό πρόσωπο. Αυτό κρίθηκε ως πλαστογραφία από τον εκδότη. Αυτές οι υποθέσεις αφορούσαν βέβαια διαφορετικό εδάφιο του άρθρου 1 του Forgery Act 1913 σε σχέση με την υπογραφή για άλλο, υπαρκτό, πρόσωπο, και όχι αυτό που αναφέρεται στο φανταστικό πρόσωπο. Θεωρώ ότι η αναφορά του άρθρου 333 (δ) (
  1. ii)του Κεφ. 154 δεν καλύπτει την παρούσα υπόθεση, πάντα με βάση τη μαρτυρία που υπάρχει για την Κατηγορούσα Αρχή και προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, αλλά η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να στηριχθεί στο άρθρο 333 (δ) (
  2. i)του Κεφ. 154, το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: «333. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- .... (δ) υπογράφει έγγραφο- (
  3. i)με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι....» Η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε την επίδικη αίτηση λογαριασμού με το όνομα του γιου του, Μαυρουδή Παναγιώτου, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ανήλικος και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να δώσει την εξουσιοδότηση του προς τον πατέρα του να προβεί στην υπογραφή εκ μέρους του και με το όνομα του της αίτησης ανοίγματος λογαριασμού. Ούτε και υπάρχει μαρτυρία ότι ο Μαυρουδής Παναγώτου έδωσε τέτοια εξουσιοδότηση στον πατέρα του. Ακόμα, με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η Τράπεζα, βασιζόμενη στο γεγονός ότι ο Μαυρουδής Παναγιώτου ήταν ενήλικας, προχώρησε στο άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού ακολουθώντας τη διαδικασία που αφορά ενήλικα, ο λογαριασμός που ανοίχθηκε αφορούσε ενήλικα και ο τρόπος λειτουργίας και διακίνησης του εν λόγω λογαριασμού αφορούσε ενήλικα, έτσι ώστε η Τράπεζα είχε παραπλανηθεί, με αποτέλεσμα να ανοίξει παράτυπα τον εν λόγω λογαριασμό και με το ενδεχόμενο να υποστεί ζημιά σε περίπτωση απαίτησης από τον δικαιούχο του λογαριασμού που ήταν ο τότε ανήλικος Μαυρουδής Παναγιώτου. Έχοντας υπόψη την εν λόγω μαρτυρία, και χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση αυτής, θεωρώ ότι με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 334, η πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται ότι υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση εφόσον υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, δηλαδή η Τράπεζα, που μπορούσε να καταδολιευθεί με την αίτηση ανοίγματος λογαριασμού, καθότι αυτή φερόταν να αφορούσε ενήλικα ενώ στην πραγματικότητα αφορούσε ανήλικο, και η Τράπεζα προχώρησε στη διαδικασία ανοίγματος και χειρισμού λογαριασμού ενήλικα, που ήταν εντελώς διαφορετική από αυτή που αφορά ανήλικο. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Campbell
(1984)80 Cr App R 47, στην οποία λέχθηκε ότι η Τράπεζα μπορούσε να επηρεαστεί αρνητικά αν παρακινείτο να πληρώσει ή λάβει πληρωμή δυνάμει πλαστογραφημένης επιταγής, ανεξάρτητα του κατά πόσο υπέστη οικονομική ζημιά με το να πράξει κάτι τέτοιο και ανεξάρτητα του κατά πόσο κάποιος επωφελήθηκε από την εν λόγω πράξη ή όχι. Επομένως, προκύπτει από όσα αναφέρονται πιο πάνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει με βάση του άρθρο 333 (δ) (
  1. ii)του Κεφ. 154, όμως η μαρτυρία καταδεικνύει ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει εντός των προνοιών του άρθρου 333 (δ) (
  2. i)του Κεφ. 154, και η οποία είναι ικανή σε αυτό τα στάδιο να στοιχειοθετήσει τα συστατικά του αδικήματος έτσι ώστε να αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου για πλαστογραφία δυνάμει του εν λόγω άρθρου. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου εγείρει το ερώτημα κατά πόσο σε αυτό το στάδιο δικαιολογείται η τροποποίηση του κατηγορητήριου με την προσθήκη νέας κατηγορίας για το αδίκημα της πλαστογραφίας δυνάμει του άρθρου 333 (δ) (
  3. i)του Κεφ. 154. Το άρθρο 83
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, δίνει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, να τροποποιεί, μεταβάλλει ή προσθέτει κατηγορίες όπου το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό, και είναι αυτό το άρθρο που τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η διαδικασία δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί και βρισκόμαστε στο στάδιο της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Σχετική είναι η υπόθεση Leonidou v. Police
(1987)2 C.L.R. 96. Η κατηγορία που σκοπείται να προστεθεί αφορά το ίδιο αδίκημα, δηλαδή αυτό της πλαστογραφίας, με τη διαφορά στον τρόπο διάπραξης του αδικήματος, καθότι αυτό δεν αφορά την υπογραφή από τον κατηγορούμενο με το όνομα φανταστικού προσώπου αλλά με το όνομα άλλου υπαρκτού προσώπου χωρίς την εξουσιοδότηση του. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι ο δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου και γενικά των δικαιωμάτων της υπεράσπισης. Στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus, των κ.κ. Λοίζου και Πική, σελ. 71-72, αναφέρεται ότι πιθανός επηρεασμός του κατηγορούμενου μπορεί να προκύψει αν ένα εντελώς νέο αδίκημα εμφανίζεται που λογικά δεν αναμενόταν, αλλά στην πράξη η τροποποίηση επιτρέπεται με σχετική ευκολία στα αρχικά στάδια της δίκης, με την προυποθέση ότι η τροποποίηση σχετίζεται θεματικά με τα αδικήματα που ήδη περιέχονται στο κατηγορητήριο. Άλλο κριτήριο είναι κατά πόσο η τροποποίηση είναι ουσιαστική ή επιφέρει μόνο διορθώσεις λανθασμένης περιγραφής. Με βάση τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνω σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι η κατηγορία για το αδίκημα παραμένει η ίδια, όμως ο τρόπος διάπραξης του αδικήματος είναι εντελώς διαφορετικός, και το στάδιο της διαδικασίας είναι μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής και το στάδιο της κλήσης του κατηγορούμενου να προβάλει την υπεράσπιση του. Είναι εμφανές από την αρχή της διαδικασίας ότι η κατηγορία που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος αφορούσε την υπογραφή με το όνομα φανταστικού προσώπου, και η υπεράσπιση του στηρίχθηκε σε αυτή την κατηγορία εξ αρχής, από το στάδιο της γραπτής κατηγορίας του όταν απάντησε ότι δεν παραδέχεται καθότι ο λογαριασμός ανήκε στον γιο του που είναι πραγματικό πρόσωπο και όχι φανταστικό, Τεκμήριο 2, και, καθόλη τη διάρκεια της δίκης, η υπεράσπιση περιορίστηκε σε αυτή τη γραμμή και δεν ασχολήθηκε, όπως βέβαια δεν είχε υποχρέωση, με την υπόλοιπη μαρτυρία αναφορικά με την έλλειψη εξουσιοδότησης από τον Μαυρουδή Παναγιώτου προς τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος επικεντρώθηκε στην υπεράσπιση του από την αρχή της παρούσας υπόθεσης, από το στάδιο διερεύνησης της μέχρι και την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, στα σημεία που κατά την κρίση του και του δικηγόρου του αντέκρουαν τη μόνη κατηγορία που αντιμετώπιζε. Με αυτά τα δεδομένα, καταλήγω ότι ενδεχόμενη τροποποίηση του κατηγορητηρίου στο παρόν στάδιο θα οδηγούσε σε δυσμενή επηρεασμό της υπεράσπισης του κατηγορούμενου. Σχετική είναι η υπόθεση Θωμά v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 465. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι δεν μπορώ να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της τροποποίησης του κατηγορητηρίου με την προσθήκη νέας κατηγορίας. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, ο οποίος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)............... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Πλαστογραφία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.