Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Feng Yurong, Αρ. Υπόθεσης 34720/10, 27.6.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B137 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 34720/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Feng Yurong, από την Κίνα Κατηγορούμενης ------------------------------------ 27.6.2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αβρααμίδης Κατηγορούμενη παρούσα, γι' αυτήν: κ. Σ. Αργυρού Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της εισόδου στη Δημοκρατία της Κύπρου, χωρίς τη συγκατάθεση του Λειτουργού Μετανάστευσης, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 12
(1)
(5)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 καθώς και την κατηγορία του απαγορευμένου μετανάστη στην Κύπρο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(θ) και 19
(2)του ίδιου νόμου, Κεφ.105, ανωτέρω. Αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι το αίτημα της υπεράσπισης, για εξαίρεσή μου από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, επειδή, για λόγο που έχει αναφέρει ο ευπαίδευτος δικηγόρος της κατηγορούμενης «έχω προκαταλάβει και προδικάσει την υπόθεση». Τα γεγονότα που προηγήθηκαν του υπό κρίση αιτήματος είναι τα εξής: Στις 23.6.2011 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, παρουσιάστηκε εκ μέρους της κατηγορούμενης ο κ. Πίτσιλλος - ασκούμενος δικηγόρος όπως προέκυψε αργότερα - και ζήτησε αναβολή, επειδή, όπως ανάφερε, ο δικηγόρος της κατηγορούμενης κ. Αργυρού ήταν απασχολημένος σε συνεχιζόμενη ακρόαση ενώ θα παρουσιαζόταν και σε αίτηση για έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης οπότε και αδυνατούσε να παρουσιαστεί ενώπιόν μου. Για λόγους που αναφέρονται στο σχετικό πρακτικό απέρριψα το αίτημα. Μετά από σύντομο διάλειμμα εμφανίστηκε για την κατηγορούμενη ο κ. Κονναρής, ο οποίος επανέλαβε ουσιαστικά το ίδιο αίτημα, το οποίο επίσης είχε απορριπτική έκβαση. Και ενώ η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση από τις 10:30, η ώρα ήταν 11:05 και υπήρχαν μάρτυρες στο Δικαστήριο, οι οποίοι θα κατάθεταν για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, ο κ. Κονναρής, ζήτησε χρόνο μιας ώρας, αίτημα που επίσης απέρριψα, υποδεικνύοντάς του, ότι σύμφωνα με τη νομολογία, ο δικηγόρος οφείλει να αναλαμβάνει μόνο όσες υποθέσεις μπορεί να διεκπεραιώσει. Ακολούθησε η εξής δήλωση από τον κ. Κονναρή: «Έχω πληροφορηθεί το κατηγορητήριο από τον κ. Αβρααμίδη και είχα συνομιλήσει., μου αναφέρει ότι η υπεράσπισή του είναι ότι η κατηγορούμενη είναι παντρεμένη με Ευρωπαίο πολίτη.» Ανάφερα τότε στον κ. Κονναρή, υπό μορφή έκφρασης νομικής γνώμης, ότι αυτό που είπε, δεν αίρει το αξιόποινο της πράξης, υπονοώντας ότι αν δεν αμφισβητούνται οι λεπτομέρειες αδικήματος των δύο κατηγοριών, ως ζήτημα καθαρά νόμου, δεν αποτελεί υπεράσπιση σε κατηγορία παράνομης εισόδου στη Δημοκρατία καθώς και στην κατηγορία του απαγορευμένου μετανάστη, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι σύζυγος υπηκόου, κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περαιτέρω, εξέφρασα επίσης τη γνώμη για αλλαγή απάντησης. Υπέδειξα τέλος, ότι δεν μπορούσα να δώσω αναβολή για μη δικαιολογημένο λόγο. Μετά από νέο διάλειμμα εμφανίστηκε εκ νέου ο κ. Πίτσιλλος για την κατηγορούμενη, ο οποίος με πληροφόρησε ότι ο κ. Αργυρού είναι καθ' οδόν. Η ώρα ήταν 11:25, οπότε και επιλήφθηκα της υπόθεσης σε επίπεδο ακρόασης. Μετά το πέρας της κυρίως εξέτασης του Μ.Κ.1, όταν έδωσα το λόγο στον κ. Πίτσιλλο για αντεξέταση, με πληροφόρησε ότι δεν μπορούσε να εκπροσωπήσει την κατηγορούμενη, επειδή είναι ασκούμενος δικηγόρος. Διέκοψα τότε αναγκαστικά τη διαδικασία και απευθυνόμενος στην κατηγορούμενη την πληροφόρησα για το κώλυμα του κ. Πίτσιλλου και τη ρώτησα τι θα έκανε. Μου απάντησε ότι περιμένει το δικηγόρο της, οπότε, υπό το φως προηγούμενης δήλωσης του κ. Πίτσιλλου, ότι ο κ. Αργυρού είναι καθ' οδόν αποφάσισα να δώσω κάποιο χρόνο στην κατηγορούμενη, σε λογικά πλαίσια, για να εκπροσωπηθεί στη συνέχεια από τον κ. Αργυρού. Μετά από νέο διάλειμμα και συγκεκριμένα γύρω στις 12:15 εμφανίστηκε ο κ. Αργυρού, ο οποίος, καταρχήν απολογήθηκε για την καθυστέρηση που βασικά είχε προκαλέσει αναφέροντας και το λόγο. Στην ερώτηση μου «ποια είναι η υπεράσπισή σας;» - και τούτο έχοντας υπόψη την προηγούμενη σχετική δήλωση του κ. Κονναρή - ο κ. Αργυρού απάντησε ως εξής: «Το Δικαστήριο έχει προκαταβάλει την υπόθεση. Το Δικαστήριο έχει προδικάσει την υπόθεση, με το να επιμένει σε αλλαγή απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή.» Έκπληκτος απ' όσα μου καταλόγισε ο συνήγορος, το ρώτησα ποιος επιμένει και επιχείρησα να του εξηγήσω τι εννοούσα σε σχέση με όσα προηγήθηκαν, όταν εμφανίστηκε για την κατηγορούμενη ο κ. Κονναρής και αυτόβουλα προέβη στη σχετική δήλωση, υποθέτω, εκ μέρους του κ. Αργυρού. Η απάντηση του κ. Αργυρού ήταν ότι έχει τεθεί από το Δικαστήριο και σε προηγούμενη δικάσιμο και σήμερα, να γίνει αλλαγή απάντησης και να παραδεχθεί η κατηγορούμενη. Η νέα προσπάθεια μου να εξηγήσω στον κ. Αργυρού, όπως και προηγουμένως, τι ήθελα να πω με όσα πραγματικά είπα και η υπόδειξή μου, ότι, ούτε λέω πως δεν έχουν υπεράσπιση και ούτε ξέρω ποια είναι αυτή, έπεσε στο κενό. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της κατηγορούμενης, προφανώς, δεν είχε διάθεση να ακούσει αυτά που ήθελα να πω, οπότε, έθεσε ευθέως αίτημα εξαίρεσής μου αναφέροντας κατά λέξη τα εξής: «Το αίτημα μου είναι να αποφασιστεί και να προχωρήσουμε. Το Δικαστήριο έχει προδικάσει την υπόθεση και με το να εισηγηθεί να γίνει παραδοχή της κατηγορούμενης έχει ήδη προδικάσει την υπόθεση και θα ζητήσω να μεταφερθεί η υπόθεση σε άλλο δικαστή για να εκθέσει την υπεράσπισή της η κατηγορούμενη.» Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να πάρει θέση στο αίτημα του συνάδελφου του. Είναι καθιερωμένο ότι ο δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων, οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν έχουν δικαίωμα να καθορίζουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο για εξαίρεση δικαστή, είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από τον δικαστή στο νου του μέσου λογικού πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν είναι αρκετές. Στην υπόθεση Stejaru ν. Ιωάννου
(2003)1Β Α.Α.Δ 1188 γίνεται αναφορά στην παλαιότερη απόφαση Αποστολίδου ν. Δημοκρατίας
(1988)3 Α.Α.Δ 80, στην οποία εξετάστηκαν οι αρχές που διέπουν την εξαίρεση δικαστή από την εκδίκαση δικαστικών υποθέσεων. Υποδείχθηκε επιπλέον ότι η ευαισθησία του δικαστή που τείνει να αποκλείσει τον εαυτό του από την εκδίκαση της υπόθεσης, δεν πρέπει να κυριαρχεί στην προσέγγιση του. Παραπέμποντας επίσης στην υπόθεση Makrides v. Republic
(1984)3 C.L.R 304 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε τα εξής: « Η ευαισθησία του Δικαστή, ως υποδεικνύεται στην Makrides, δεν αποτελεί τον οδηγό στη διαπίστωση κωλύματος, αλλά οδηγό συνιστά η σωστή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και ό,τι αυτό επιβάλλει. Παραίτηση από αυτό το καθήκον ενέχει ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης όπως υποδεικνύεται: «One such danger is that we would be coming close to acknowledging to a litigant a right to choose the judge who will try him.» «Ένας τέτοιος κίνδυνος είναι ότι θα φθάναμε κοντά στην αναγνώριση δικαιώματος στο διάδικο να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει.» Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου (απαρτιζόμενου από τον Αρχιδικαστή, τον Πρόεδρο του Εφετείου και τον Αντικαγκελάριο (V-C)), Locabail Ltd v. Bayfield Properties [2000] 1 All E.R. 65, τονίζεται ότι αποτελεί καθήκον του δικαστή να επιλαμβάνεται των υποθέσεων που του ανατίθενται, αποκλείοντας κάθε ενδεχόμενο ο διάδικος να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει.» Στην ίδια υπόθεση αναφέρονται τα πιο κάτω αναφορικά με το ζήτημα της προκατάληψης δικαστή που δικαιολογεί την εξαίρεση του από την υπόθεση. «Χρήσιμη καθοδήγηση για τη διαπίστωση προκατάληψης παρέχεται και από την απόφαση Ex p. Pinochet Ugarte (No. 2) [1999] 1 All E.R. 577 (HL). Σκοπός του αποκλεισμού δικαστή από τη σύνθεση δικαστηρίου λόγω προκατάληψης είναι, ως υπογραμμίζεται, η διασφάλιση της καθαρότητας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης. Προκατάληψη (bias) του Δικαστή, με την έννοια που ο όρος ενέχει στο δίκαιο, τον αποκλείει από την εκδίκαση υπόθεσης. Η ύπαρξη προκατάληψης συναρτάται με το εξ αντικειμένου διαφαινόμενο συμφέρον του Δικαστή στην έκβαση της υπόθεσης. Τέτοιο συμφέρον αναφαίνεται οποτεδήποτε η σχέση του Δικαστή με διάδικο ή προς το επίδικο θέμα είναι τέτοια ώστε να στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η ύπαρξή του.» Δεν γεννάται συμφέρον, ούτε ανακύπτει κώλυμα από την απόφαση Δικαστή πρωτοδίκως ή κατ' έφεση, επί νομικού θέματος. Άλλωστε η αρχή του δεσμευτικού προηγούμενου επιβάλλει την υιοθέτηση του λόγου προηγούμενων αποφάσεων, ανεξάρτητα από τη σύνθεση του Δικαστηρίου» Το θέμα της προκατάληψης, πραγματεύεται επιπλέον η πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari, αρ. 135/10, ημερομηνίας 21.12.10. Γίνεται αναφορά στην υπόθεση αυτή, στην επίσης πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Tekinder Pal ν. Δημοκρατίας & Χρύσω Προκοπίου Κίτα ν. Δημοκρατίας, Πολ. Εφέσεις 4/2010 και 5/2010, ημερομηνίας 3/12/2010. Στην απόφαση αυτή, το Εφετείο με αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Hellow (AP) v. Secretary of State and another
(2008)UKHL 62, τόνισε τα πιο κάτω σε σχέση με το θέμα της προκατάληψης: «Η ουσία παραμένει ότι η θεώρηση εκ μέρους του παραπονουμένου ατόμου ως προς την ύπαρξη φαινομενικής προκατάληψης, θα πρέπει στο τέλος της ημέρας να είναι δυνατόν να αιτιολογηθεί κατά αντικειμενικό τρόπο.» Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο τα πραγματικά δεδομένα επί των οποίων καλούμαι να εξετάσω το υπό κρίση αίτημα, παρατηρώ τα εξής: Καταρχήν, δεν είναι αληθές ότι επέμενα οποτεδήποτε η κατηγορούμενη να προβεί σε αλλαγή απάντησης, από μη παραδοχή σε παραδοχή. Απλώς, με αφορμή τη δήλωση του κ. Κονναρή, ο οποίος, εντελώς αυθόρμητα και χωρίς να του ζητηθεί από κανένα, ανάφερε ότι η υπεράσπιση της κατηγορούμενης είναι ότι είναι παντρεμένη με Ευρωπαίο πολίτη και τούτο, αφού είχε συνομιλήσει όπως είπε - προφανώς, με τον κ. Αργυρού ήθελε να πει-, κάνοντας υπόθεση, ότι ενδεχομένως να μην αμφισβητούνται οι λεπτομέρειες αδικήματος των επίδικων κατηγοριών, εις απάντηση αυτού που είπε ο κ. Κονναρής, εξέφρασα απλώς τη γνώμη μου επί ενός καθαρά νομικού θέματος. Αυτό το νόημα ενείχε η φράση μου «Δεν αίρει το αξιόποινο της πράξης» και συνεχίζοντας και πάλιν υπό μορφή έκφρασης νομικής γνώμης ανάφερα στον κ. Κονναρή ότι πρέπει να γίνει αλλαγή απάντησης και μ' αυτό ήθελα να πω, ότ,ι εάν η κατηγορούμενη δεν αμφισβητεί ότι στον ουσιώδη χρόνο εισήλθε στο έδαφος της Δημοκρατίας μέσω μη εγκεκριμένου λιμένα και τούτο, ενώ ήταν απαγορευμένη μετανάστης, το γεγονός ότι είναι παντρεμένη με υπήκοο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν αποτελεί υπεράσπιση στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει αλλά ελαφρυντικό παράγοντα για σκοπούς μετριασμού της ποινής, όπως προσπάθησα να εξηγήσω αργότερα στον κ. Αργυρού. Ούτε ζήτησα ούτε επέμενα να προβεί σε αλλαγή απάντησης η κατηγορούμενη ούτε και θα μπορούσα να το κάνω, χωρίς καν να γνωρίζω κατά πόσο οι λεπτομέρειες αδικήματος των δύο κατηγοριών που αντιμετωπίζει είναι παραδεκτές. Λυπάμαι ειλικρινά, γιατί η υπεράσπιση, εκμεταλλευόμενη ένα απλό γεγονός, που ήταν η αυθόρμητη και καλοπροαίρετη διατύπωση της γνώμης μου, για ένα αμιγώς νομικό θέμα και τούτο, πάνω σε καθαρά υποθετική βάση την οποία έθεσε η ίδια με την προαναφερθείσα δήλωση του κ. Κονναρή, δικηγόρου της κατηγορούμενης σ' εκείνο το στάδιο, αμφισβήτησε την αμεροληψία μου και ζητά την εξαίρεσή μου, επειδή δήθεν έχω προδικάσει και προκαταβάλει την υπόθεση. Ούτε προδικάζω μα ούτε και προκαταβάλλω την υπόθεση και τούτο, όχι απλά ως θέμα προσήλωσης στην αποστολή μου να απονέμω το δίκαιο σε όλους, χωρίς προκατάληψη, μεταξύ άλλων, αλλά και για αντικειμενικούς λόγους. Κανένα συμφέρον έχω με την έκβαση της υπόθεσης, αφού, ούτε την κατηγορούμενη γνωρίζω μα ούτε και έχω προσωπική γνώση για οποιοδήποτε πραγματικό γεγονός περιβάλλει την παρούσα υπόθεση, ιδίως δε, γεγονός που αποτελεί επίδικο θέμα. Αισθάνομαι ότι σε περίπτωση εξαίρεσή μου, εκτός του ότι θα αποστώ της θεσμικής μου αποστολής, που είναι η εκδίκαση της υπόθεσης που μου έχει ανατεθεί, την ίδια ώρα είναι ως εάν να αναγνωρίζω το δικαίωμα στην κατηγορούμενη να επιλέξει το δικαστή που θα τη δικάσει. Έμμεσα αυτό είναι που στην πραγματικότητα επιδιώκει λαμβάνοντας υπόψη το καταληκτικό αίτημα του δικηγόρου της, ο οποίος ζήτησε «να μεταφερθεί η υπόθεση σε άλλο δικαστή για να εκθέσει την υπεράσπισή της η κατηγορούμενη». Και κάτι ακόμη προτού καταλήξω. Επειδή ο ευπαίδευτος δικηγόρος της κατηγορούμενης, μου προσάπτει ότι έθεσα και σε προηγούμενη δικάσιμο να γίνει αλλαγή απάντησης και να παραδεχθεί η κατηγορούμενη, θα ήθελα να πω τα εξής: Εκτός του ότι δε γνωρίζω σε ποια δικάσιμο αναφέρεται διερωτώμαι και για το εξής: Αν ληφθεί υπόψη ότι ο κ. Αργυρού, με την αρχική του δήλωση μου καταλογίζει ότι έχω προκαταβάλει και προδικάσει την υπόθεση με το να επιμένω σε αλλαγή απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή, γιατί δε ζήτησε την εξαίρεσή μου από τότε, που κατά τους ισχυρισμούς του έθεσα το ίδιο θέμα και τη ζητά σήμερα; Τι μεσολάβησε από την πρώτη φορά που έθεσα, όπως λέει, το ίδιο πράγμα, μέχρι και τις 23.6.2011 που ζήτησε την εξαίρεσή μου, εκτός από το γεγονός ότι, στις 23.6.2011 απέρριψα διαδοχικά αιτήματά του για αναβολή της υπόθεσης, έτσι ώστε, ενώ την πρώτη φορά που έθεσα θέμα αλλαγής απάντησης, από μη παραδοχή σε παραδοχή, να μην αμφισβητείται η αμεροληψία μου και να αμφισβητείται σήμερα; Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος νόμιμης εξαίρεσής μου από την υπόθεση. Το αίτημα απορρίπτεται. (Υπ.) ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ (Αναφορά: Εξαίρεση Δικαστή - Προϋποθέσεις ) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο