Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μάριου Κωμοδρόμου, Αρ. Υπόθεσης 12345/09, 29.6.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B138 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 12345/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μάριου Κωμοδρόμου, από τη Λεμεσό Κατηγορούμενου ---------------------------------- Ημερομηνία: 29.6.2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αβρααμίδης Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κ. Πατσαλίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία) καθώς και την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία). Στις 21.10.2010 παραδέχθηκε τη 2η κατηγορία, ενώ σε σχέση με την 1η κατηγορία διεξάχθηκε ακροαματική διαδικασία - αντικείμενο της παρούσας απόφασης - . Kατά τη δίκη, εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής κατάθεσαν ως μάρτυρες οι ακόλουθοι: Ο εξεταστής της υπόθεσης, αστυφύλακας 529 Α. Κουζαρίδης (Μ.Κ.1), η παραπονούμενη Λ. Κωμοδρόμου (Μ.Κ.2) και τέλος, ο γιατρός στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού Γ. Ιωάννου (Μ.Κ.3). Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, κατά κύριο λόγο, απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης της παραπονούμενης στην Αστυνομία, ημερομηνίας 29.12.2008 (βλ. το τεκμήριο 4), το οποίο υιοθετήθηκε από αυτή για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Ειδικότερα: Η παραπονούμενη, στον ουσιώδη χρόνο διέμενε μαζί με την οικογένειά της στον 1ο όροφο οικοδομής, η οποία βρίσκεται στην οδό Αλκυόνης 2, Λεμεσός. Στο 2ο όροφο της ίδιας οικοδομής διέμενε ο κατηγορούμενος που είναι κουνιάδος της. Στις 28.12.2008 και ώρα 1:00 το μεσημέρι, η παραπονούμενη κατέβασε τα σκουπίδια κάτω στο πεζοδρόμιο, μεταξύ της εισόδου και του γκαράζ, δηλαδή, εκεί που τα έβαζε συνήθως. Όταν το απόγευμα της ίδιας μέρας κατέβασε και άλλα σκουπίδια που είχε είδε αυτά που κατέβασε προηγουμένως στην είσοδο του κάγκελου, οπότε τα τοποθέτησε στο σημείο που τα είχε τοποθετήσει αρχικά. Τότε, είδε κάποιο άντρα να τρέχει προς το μέρος της από την οδό Αγίας Φυλάξεως, ο οποίος της έδωσε ένα χαστούκι στην αριστερή πλευρά της κεφαλής και ακολούθως την έσπρωξε στο στήθος και με τα δυο του χέρια, ρίχνοντάς την στο πεζοδρόμιο. Όταν έπεσε χτύπησε στη γωνία του πεζοδρομίου το πίσω μέρος της κεφαλής της, κάτω χαμηλά, πιο κάτω από τη μέση στη δεξιά πλευρά, στο δεξιό ώμο και στο δεξιό αγκώνα. Μετά, ο άντρας που της επιτέθηκε την έβρισε με τη φράση (προφανώς, λέξη ήθελε να πει) «σκατοπουτάνα». Τότε κατάλαβε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο ο άντρας που της επιτέθηκε. Το όλο επεισόδιο είδε η κόρη της Μαρίνα που ήταν στο μπαλκόνι του σπιτιού τους. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος ανέβηκε πάνω στο σπίτι του, οπότε βγήκε η Μαρίνα και του είπε: «ετόλμησες να γυρίσεις χέρι στη μάνα μου;» Στη συνέχεια, η παραπονούμενη πήγε στο σπίτι, οπότε και ειδοποίησε την Αστυνομία. Καταλήγοντας η παραπονούμενη αναφέρει κατά λέξη τα εξής: «Έχω παράπονο και θέλω να τον πάρω δικαστήριο γιατί δεν είναι η πρώτη φορά που έχω πρόβλημα με τον Μάριο - κατηγορούμενο - γιατί με έβρισε ξανά πάρα πολλές φορές και τα προβλήματα που έχω είναι για πάρα πολλή καιρό.» Η εκδοχή του κατηγορούμενου για όσα διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο, απορρέει επίσης από το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 2) το οποίο υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Ειδικότερα: Συμφωνεί ότι διαμένει εκεί όπου ανάφερε η παραπονούμενη και ότι αυτή είναι νύμφη του. Επί της ουσίας ισχυρίζεται τα εξής: Όταν στις 28.12.2008 το απόγευμα ήρθε σπίτι του από το πρακτορείο είδε τα σκουπίδια της παραπονούμενης στον τόπο των δικών του και το τάσπι του κουντημένο στο γκαράζ του. Τότε πήρε τα σακούλια με τα σκουπίδια της παραπονούμενης και τα τοποθέτησε στον τόπο της, δηλαδή στο γκαράζ της και ανέβηκε πάνω στο σπίτι του. Μετά κατέβηκε κάτω και πήγε στο αυτοκίνητό του για να πάρει λεφτά. Τότε, άναψε το φως της σκάλας και κατέβηκε κάτω η παραπονούμενη, η οποία τον εξύβρισε με τη φράση: «τον πεζεβέγκη», «τον πούστη», «τον αλήτη που τον δέρνει η γυναίκα του». Συνεπεία αυτού βγήκε έξω από το αυτοκίνητο και τη ρώτησε ποιόν βρίζει. Αυτή του απάντησε: «εσένα ρε πεζεβέγκη, ρε πούστη» και κλώτσησε το τάσπι του προς το δρόμο και του έριξε το σακούλι με τα σκουπίδια πάνω του, χωρίς όμως να τον πετύχει, επειδή μετακινήθηκε. Όταν τον εξύβρισε της είπε: «ποιος εν ο πεζεβέγκης ρε σκατοπουτάνα;». Μετά που η παραπονούμενη του έριξε το σακούλι, της το έριξε και αυτός πίσω και πρέπει να τη βρήκε στο πόδι οπότε και κάθισε κάτω. Μετά σηκώθηκε και του είπε: «να δεις ήντα που εν να σου κάμω ρε πούστη, ρε πεζεβέγκη». Αυτά, του τα είπε σαν έτρεχε να ανεβεί σπίτι της. Του είπε ακόμη ότι θα ειδοποιήσει Αστυνομία να τον κάτσει μέσα. Μετά, η παραπονούμενη είπε ψέματα στην κόρη της Μαρίνα, ότι την έδερε και η Μαρίνα του φώναζε: «γιατί έδερες τη μάμα μου», οπότε της απάντησε «πέρασε μέσα Μαρίνα μου, τζιαι δεν έδερα τη μάμα σου». Η παραπονούμενη εξακολουθούσε και τον έβριζε ενώ φώναζε η κόρη της και της είπε: «Αη στον μάνα μου να δεις ίντα που εν να κάμω του πούστη, του πεζεβέγκη. Εγώ εν να τον κλείσω μέσα». Μετά από αυτό, ο ίδιος πήγε στο σπίτι του οπότε ήρθε η Αστυνομία. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας στο σύνολό του. Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο της αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου - ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής περιορίστηκε απλώς να με παραπέμψει στην ενώπιόν μου μαρτυρία - . Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στο κατάλληλο στάδιο και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή και τους τρεις μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 και Akil v. Αστυνομίας,
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων, η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά, γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Σε σχέση με αξία της ιατρικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51). Ο αστυφύλακας 529 Α. Κουζαρίδης (Μ.Κ.1) είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Η ουσία της μαρτυρίας του περιέχεται στη γραπτή του κατάθεση (βλ. το τεκμήριο 1) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Μολονότι αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε σχέση με ό,τι ανάφερε. Ούτε και επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο θα έλεγα. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του γίνεται δεχτή στο σύνολό της. Συγκρατώ από τη μαρτυρία του τα εξής, τα οποία θεωρώ από τώρα ως αποδεδειγμένα γεγονότα: Στις 29.12.2008 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, ενώ στις 14.1.2009 τον κατηγόρησε γραπτώς (βλ. το τεκμήριο 3) για τα αδικήματα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και της δημόσιας εξύβρισης, αδικήματα τα οποία έγιναν στις 28.12.2008 εναντίον της Λένιας Κωμοδρόμου. Αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Όταν η παραπονούμενη στις 29.12.2008 πήγε στο σταθμό δε θυμάται να είδε τραύματα στο σώμα της. Κατηγόρησε και την παραπονούμενη γραπτώς, για το αδίκημα της κοινής επίθεσης και για το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης και τα δύο εναντίον του κατηγορούμενου. Μάλιστα παρουσιάστηκε και στο Δικαστήριο όπου και κατάθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας. Τέλος, για κανένα ιδιαίτερο λόγο πήρε την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου στο σπίτι του. Απλώς, μίλησε μαζί του τηλεφωνικώς και του είπε - ο κατηγορούμενος - «έλα σπίτι όποτε θέλεις». Ο γιατρός Γ. Ιωάννου (Μ.Κ.3) στον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Εξέτασε την παραπονούμενη στις 28.12.2008 και ώρα 6:20 το απόγευμα. Από το σχετικό έντυπο που ετοίμασε (ιστορικό ασθενούς όπως το αποκάλεσε - βλ. το τεκμήριο 5 -) και απ' όσα ανάφερε στο Δικαστήριο προκύπτουν τα εξής: Η παραπονούμενη του ανάφερε πόνο στην ινιακή χώρα από σπρώξιμο και χτύπημα και πόνο στην ιεροκοκκυγική μοίρα («καβλονούρι»). Του ανάφερε ακόμη αναγούλα, πονοκέφαλο και πόνο στο δεξιό ώμο. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του - κατά την εξέταση - η παραπονούμενη έφερε εκδορές στο δεξιό αγκώνα, με πόνο και ευαισθησία. Αντεξεταζόμενος, στην ερώτηση κατά πόσο τα τραύματα της παραπονούμενης και γενικά η εικόνα της, δικαιολογούσαν μετάβασή της στο νοσοκομείο με ασθενοφόρο, «είναι θέμα υποκειμενικό κάθε ασθενούς», ήταν η απάντησή του. Δέχομαι τη μαρτυρία του γιατρού Ιωάννου στο σύνολό της και ως αναντίλεκτη, συν τοις άλλοις και ιδιαίτερα επί της ουσίας, που έγκειται σε όσα του ανάφερε η παραπονούμενη στον ουσιώδη χρόνο, στις διαπιστώσεις του κατά την εξέτασή της καθώς και στην ώρα που την εξέτασε. Αντιπαραβάλλοντας την εκδοχή της παραπονούμενης (Μ.Κ.2), προς την αντίστοιχη του κατηγορούμενου, δεν έχω καμιά αμφιβολία, ότι η εκδοχή της πρώτης, επί της ουσίας αποτυπώνει τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο. Η παραπονούμενη ως μάρτυρας μου έχει κάνει αρκετά καλή εντύπωση. Ήταν άμεση και σταθερή και απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς προσχεδιασμό, σ' όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά σοβαρή αντίφαση. Μολονότι αντεξετάστηκε ικανά από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία της σε σχέση με οτιδήποτε επί της ουσίας έχει αναφέρει. Δε μου διαφεύγει ότι υπέπεσε σε κάποιες αντιφάσεις, ωστόσο, θεωρώ αυτές, τόσο ασήμαντες, οι οποίες αφορούν σε μικρολεπτομέρειες, που σε καμιά περίπτωση είναι δυνατό να κλονίσουν την αξιοπιστία της επί της ουσίας όσων ανάφερε. Οι εν λόγω αντιφάσεις, αν αποδεικνύουν κάτι είναι ότι η μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο αυθόρμητα, ειλικρινά και χωρίς προσχεδιασμό. Ούτε και μου διαφεύγει ότι η μαρτυρία της, σε σχέση με κρίσιμα γεγονότα επιβεβαιώνεται ακόμη και από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, ενώ, σε σημαντικό βαθμό επιβεβαιώνεται και/ή ενισχύεται και από το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, στην αποδεικτική αξία της οποίας έχω ήδη αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία (βλ. τη Γεωργίου, ανωτέρω). Το παράδειγμα που ακολουθεί αποτελεί ένα μικρό δείγμα του πόσο ειλικρινής μάρτυρας ήταν η παραπονούμενη. Ισχυρίζεται στη γραπτή της κατάθεση - το περιεχόμενο της οποίας, για να επαναλάβω, υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης - ότι, όταν το απόγευμα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, κατέβηκε από το σπίτι της για να βγάλει τα σκουπίδια και είδε αυτά που είχε τοποθετήσει ενωρίτερα την ίδια μέρα στο πεζοδρόμιο, στην είσοδο του κάγκελου, οπότε και τα έβαλε εκεί που τα είχε τοποθετήσει αρχικά, τότε, είδε κάποιο άντρα να τρέχει προς το μέρος της, από την οδό Αγίας Φυλάξεως και να της δίνει ένα χαστούκι στην αριστερή πλευρά της κεφαλής και ακολούθως να τη σπρώχνει και με τα δυο του χέρια στο στήθος, ρίχνοντάς την στο πεζοδρόμιο. Ακολούθως, την έβρισε με τη λέξη «σκατοπουτάνα». Τότε ήταν που κατάλαβε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο, ο άντρας στον οποίο αναφερόταν. Τα ίδια ανάφερε και αντεξεταζόμενη. Κι όμως, αν ήταν προκατειλημμένη και όχι ειλικρινής μάρτυρας, θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι είδε τον κατηγορούμενο να τρέχει και να τη χτυπά στο κεφάλι κ.ο.κ.. Ωστόσο, επειδή ήταν ειλικρινής και μάρτυρας της αλήθειας, προέβαλε σταθερά τη θέση, ότι, βασικά, μόνο όταν την εξύβρισε ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ποιος ήταν και ότι ήταν αυτός και που την είχε χτυπήσει. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης, επί της ουσίας γίνεται αποδεκτή. Ο κατηγορούμενος ως μάρτυρας, κάθε άλλο παρά καλή εντύπωση μου έχει κάνει. Υπήρξε αντιφατικός, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνταν λογικής και πειστικότητας ή που δεν τέθηκαν στην παραπονούμενη, μολονότι την αφορούσαν, για να της δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο να σχολιάσει, είπε ψέματα σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης, ενώ, επιχείρησε, ανεπιτυχώς, να αποδώσει και κίνητρο στην παραπονούμενη να τον καταγγείλει στην Αστυνομία, αν και είναι φανερό, ότι ο ίδιος είναι που είχε κίνητρο για να ενεργήσει όπως ενήργησε εναντίον της στον ουσιώδη χρόνο. Ανεπιτυχής υπήρξε και η προσπάθειά του να αντιμετωπίσει, έστω έμμεσα, το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας. Ακολουθεί ότι απορρίπτω τη μαρτυρία του ως αναξιόπιστη και ψευδή, με εξαίρεση, εκείνο μόνο το μέρος που αποδεικνύεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία, που βασικά προέρχεται από την παραπονούμενη. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 2) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ότι, όταν η παραπονούμενη κλώτσησε το τάσπι του προς το δρόμο, την ίδια ώρα, του έριξε και το σακούλι με τα σκουπίδια πάνω του, χωρίς όμως να το βρει επειδή τάραξε. Λίγο παρακάτω, επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό, ότι η παραπονούμενη του έριξε το σακούλι της, οπότε της το έριξε κι αυτός πίσω, υπολογίζοντας ότι πρέπει να τη βρήκε πάνω στο πόδι οπότε και κάθισε κάτω («έκατσε χαμέ» αναφέρει κατά λέξη). Στην κυρίως εξέταση και πάλιν, κληθείς από το δικηγόρο του να πει τι έγινε ακριβώς κατά τον ουσιώδη χρόνο, μεταξύ άλλων φέρει την παραπονούμενη να πιάνει τα σακούλια της και να τα ρίχνει κατά πάνω του. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του τότε, προφανώς, αντιλαμβανόμενος το μέγεθος της αντίφασης επιχείρησε να τον επαναφέρει στο πλαίσιο της κατάθεσής του, υποβάλλοντάς του την ακόλουθη, σαφώς, καθοδηγητική ερώτηση: «Δηλαδή, ένα σακούλι;» Ο κατηγορούμενος που δεν αντιλήφθηκε σε τι στόχευε η προσπάθεια του δικηγόρου του έδωσε την ακόλουθη απάντηση, η οποία τον εκθέτει ακόμη περισσότερο: «Όχι έπιασε τρία σακούλια και μου τα έριχνε κατά πάνω μου και την ίδια στιγμή με ύβριζε με τις ίδιες λέξεις που είπε πριν». Ούτε και μπορεί να ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, ότι στον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό του για να πάρει λεφτά, τη στιγμή που έχω δεχθεί τη μαρτυρία της παραπονούμενης και επί του προκειμένου, η οποία είπε ότι κατά το χρόνο στον οποίο αναφέρεται ο κατηγορούμενος, ουσιαστικά, αυτός ήρθε τρέχοντας από διαφορετικό σημείο και συγκεκριμένα, από την οδό Αγίας Φυλάξεως, οπότε και της επιτέθηκε με τον τρόπο που ανάφερε η ίδια. Ο ισχυρισμός του στην ανακριτική του κατάθεση και πάλιν, ότι κατέβηκε από το σπίτι και πήγε στο αυτοκίνητό του για να πάρει λεφτά, δεν είναι ο ίδιος με τον ισχυρισμό του, ότι κατέβηκε κάτω στο αυτοκίνητο για να πάρει λεφτά που τα ξέχασε. Ο ισχυρισμός του ότι η παραπονούμενη βγάζει τα σκουπίδια της στο πεζοδρόμιο από το μεσημέρι, 3 με 4 σακούλια και ότι ο δήμος έρχεται τα μεσάνυχτα, με αποτέλεσμα οι γάτοι και οι σκύλοι να σχίζουν τα σακούλια και να τρέχουν τα ζουμιά όλα προς το πεζοδρόμιο, με το σύζυγό της παραπονούμενης, το πρωί, μισή ώρα προτού πάει δουλειά, να πιάνει το λάστιχο και τη σκούπα για να τα καθαρίσει, ουδέποτε τέθηκε στην ίδια, για να της δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο να σχολιάσει. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του, ότι ο σύζυγος της παραπονούμενης και αδελφός του, του είπε από καιρό να μην της απαντά γιατί θέλει να τον κάτσει φυλακή. Φυσικά, ο πιο εκπληκτικός ισχυρισμός που πρόβαλε ο κατηγορούμενος - πάντοτε στην κυρίως εξέταση - που ουδέποτε υποβλήθηκε στην παραπονούμενη είναι ότι το επίδικο βράδυ, όταν αυτή ήρθε από το νοσοκομείο, ο ίδιος βρισκόταν έξω στη βεράντα και κάπνιζε και του έκανε εντύπωση που την είδε που έτρεχε να ανεβεί τη σκάλα. Και του έκανε εντύπωση, πρόσθεσε, γιατί είπε, ίσως έτρεχε να μην την δουν γιατί δεν ήταν χτυπημένη. Προσωπικά μου κάνει εντύπωση το εφεύρημα του κατηγορούμενου, προκειμένου να με πείσει ότι δεν έκανε οτιδήποτε εναντίον της παραπονούμενης στον ουσιώδη χρόνο. Διερωτώμαι και για το εξής, συν τοις άλλοις: Εάν η παραπονούμενη δεν ήθελε να τη δουν γιατί δεν ήταν χτυπημένη, ή για να το θέσω διαφορετικά, εάν ήθελε να παραστήσει ψευδώς είτε στον κατηγορούμενο είτε σ' οποιονδήποτε άλλο την έβλεπε την ώρα που επέστρεφε από το νοσοκομείο ότι ήταν χτυπημένη, θα το πετύχαινε με το να τρέχει για να ανεβεί τα σκαλιά; Δεν ήταν αρκετό και πιο εύκολο να καμωθεί ότι χωλαίνει; Ο ισχυρισμός του, από την κυρίως εξέταση και πάλιν, ότι δεν είδε αστυνομικούς το επίδικο βράδυ, καταρχήν, συγκρούεται με τον ισχυρισμό του της ανακριτικής του κατάθεσης, σύμφωνα με τον οποίο, όταν μετά το περιστατικό πήγε σπίτι του ήρθε η Αστυνομία, που είναι και η αλήθεια. Φυσικά, ο κατηγορούμενος είχε το λόγο του που στο Δικαστήριο επέλεξε συνειδητά να πει ψέματα και επί του προκειμένου. Εάν ήταν η παραπονούμενη που προκαλούσε το επίδικο περιστατικό, σύμφωνα με την εκδοχή του, η οποία τον εξύβρισε επανειλημμένα και του επιτέθηκε κιόλας, η λογική λέει ότι εκείνος θα πρεπε να είχε ειδοποιήσει την Αστυνομία και όχι η παραπονούμενη. Σε κάθε περίπτωση όμως, θα πρεπε να εκμεταλλευτεί την παρουσία της Αστυνομίας στο μέρος και να σπεύσει να καταγγείλει πρώτος την παραπονούμενη για όσα υποτίθεται του είχε κάνει. Ότι είναι η παραπονούμενη που ειδοποίησε την Αστυνομία αυθημερόν απορρέει τόσο από τη μαρτυρία της όσο και από τη μαρτυρία του εξεταστή (Μ.Κ.1), ο οποίος, ερωτηθείς από το δικηγόρο του κατηγορούμενου, πότε δέχθηκε παράπονο από την παραπονούμενη έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Η κλήση στην Αστυνομία από το τηλέφωνο έγινε την ημέρα που διαπράχθηκε το αδίκημα. Κατάθεση από την παραπονούμενη πήρα την επομένη στην Αστυνομία». Στην κυρίως εξέταση και πάλιν ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος, ότι εργάζεται ως εργάτης στην Επαρχιακή Διοίκηση. Αντεξεταζόμενος, στην ερώτηση αν εργάστηκε ποτέ ως επαγγελματίας οδηγός, «παλιά ναι» ήταν η απάντηση του. Ερωτηθείς στη συνέχεια πόσο παλιά, «πριν 7 με 8 χρόνια;» απάντησε. Όταν όμως του υποδείχθηκε ότι στην ανακριτική του κατάθεση αναφέρει ως επάγγελμα «επαγγελματίας οδηγός» και ρωτήθηκε γιατί δεν είπε εργάτης, «τώρα είμαι στην Επαρχιακή Διοίκηση. Όταν έγινε το περιστατικό ήμουν άνεργος» απάντησε. Ότι ο κατηγορούμενος βρέθηκε σε δύσκολη θέση, υπό το βάρος της αντεξέτασης είναι ολοφάνερο. Και πάλιν, ως ζήτημα καθαρά κοινής λογικής, εάν στον ουσιώδη χρόνο ήταν άνεργος, αυτό έπρεπε να δηλώσει στην ανακριτική του κατάθεση και όχι ότι είναι επαγγελματίας οδηγός. Βέβαια, υπάρχει εξήγηση που για ακόμα μια φορά επέλεξε να πει ψέματα στο Δικαστήριο. Σε συνδυασμό και με τον ισχυρισμό του, ότι, όταν εργαζόταν ως επαγγελματίας οδηγός στάθμευε το φορτηγό που οδηγούσε στο χώρο εργασίας του ήθελε να εξουδετερώσει τον ισχυρισμό της παραπονούμενης, ότι ο λόγος που ενώ μέχρι πρότινος τοποθετούσε τα σκουπίδια της σε τάσπι, στη συνέχεια τα έβαζε σε σακούλια, ήταν γιατί τις πετούσε το τάσπι ο κατηγορούμενος και της το τσιλλούσε με το φορτηγό του, καταστρέφοντάς το. Ο ισχυρισμός του, ότι, όταν η παραπονούμενη του έριξε δήθεν τα σακούλια με τα σκουπίδια, της τα έριξε και αυτός και κατά λάθος πρέπει να τη βρήκε στο πόδι κάτω χαμηλά, οπότε έκατσε μονομιάς χαμέ η ίδια, προφανώς, προβλήθηκε προκειμένου να δώσει άλλη διάσταση στα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο, με αποκορύφωμα την πτώση της παραπονούμενης στο πεζοδρόμιο, που είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό της. Σ' αυτά τα πλαίσια της ανεπιτυχούς προσπάθειας που κατέβαλε ο κατηγορούμενος, υπέπεσε σε ακόμη μια σοβαρή αντίφαση. Ενώ στην ανακριτική του κατάθεση ισχυρίζεται ευθέως, ότι, όταν του έριξε το σακούλι η παραπονούμενη της το έριξε και ο ίδιος, απαντώντας σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε από το δικηγόρο του ισχυρίστηκε το εξής, που από μόνο του περικλείει αντίφαση: «Της έριξα και εγώ το σακούλι να πάει στον τόπο του». Δεν μπορεί ασφαλώς να ισχύουν και τα δυο. Είτε έριξε το σακούλι εναντίον της παραπονούμενης είτε το έριξε για να πάει στον τόπο του. Μολονότι ο κατηγορούμενος εντάσσει το επίδικο περιστατικό στην προσπάθεια της παραπονούμενης από χρόνια να τον κλείσει φυλακή, δεν έχω αντιληφθεί για ποιο λόγο αυτή ήθελε να συμβεί κάτι τέτοιο. Τέλος, μου προκαλεί τουλάχιστον εντύπωση, ο ισχυρισμός του, ότι, όταν η παραπονούμενη, υποτίθεται τον εξύβρισε με τις φράσεις, «τον πεζεβέγκη, τον πούστη, τον αλήτη που τον δέρνει η γυναίκα του,» ο ίδιος αντέδρασε με τη φράση: «ποιος εν ο ππεζεβέκης ρε σκατοπουτάνα;» Διερωτώμαι για το εξής: Το να αποκαλεί ένας κάποιο άλλο πεζεγέγκη είναι σοβαρότερο από το να τον αποκαλεί πούστη και ο κατηγορούμενος διαμαρτυρήθηκε προς την παραπονούμενη, μόνο για το πρώτο; Δε νομίζω. Αν και θα μπορούσα να επεκταθώ θεωρώ αρκετά όσα ήδη έχουν αναφερθεί προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του κατηγορούμενου ως μάρτυρα και να εξηγήσω γιατί απορρίπτω τη μαρτυρία του και κατ' επέκταση την εκδοχή του. Επειδή ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου, με την τελική του αγόρευση άφησε να νοηθεί, ότι, κατά κάποιο τρόπο, η κατηγορούσα αρχή, όχι τυχαία δεν παρουσίασε και την κόρη της παραπονούμενης στο Δικαστήριο για να καταθέσει και έπειτα προκειμένου να πεισθώ να απορρίψω τη μαρτυρία της παραπονούμενης και κατ' επέκταση την εκδοχή της, τη φέρει να ισχυρίζεται στη γραπτή της κατάθεση, ότι έχει παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου γιατί την εξύβρισε και όχι γιατί τη χτύπησε, θα ήθελα να επισημάνω τα εξής: Σε σχέση με το πρώτο, θα υπήρχε πρόβλημα στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, από την παράλειψή της να παρουσιάσει ως μάρτυρα και την κόρη της παραπονούμενης, μόνο σε περίπτωση που συνεπεία αυτής της παράλειψης υπήρχαν κενά ως προς την απόδειξη ουσιαστικών γεγονότων, για τα οποία θα μπορούσε να καταθέσει μόνο η υπό αναφορά. Ωστόσο, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια κανένα τέτοιο κενό υπάρχει (βλ. την Πέγκερος ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143). Έπειτα, η κατηγορούσα αρχή, δεν είχε υποχρέωση να παρουσιάσει και την κόρη της παραπονούμενης στο Δικαστήριο ως μάρτυρα. Συνάγεται από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάββα
(1998)2 Α.Α.Δ. 224, ότι, σε συνοπτική δίκη, το γεγονός της αναγραφής στο κατηγορητήριο των ονομάτων μαρτύρων κατηγορίας αποτελεί πρωτοβουλία που δεν επάγεται υποχρέωση κλήσης τους. Εν πάση περιπτώσει, η υπεράσπιση δυνάμει του άρθρου 26
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, με δεδομένο ότι όλα τα στοιχεία της κόρης της παραπονούμενης ήταν στη διάθεσή της, θα μπορούσε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, να την κλητεύσει για σκοπούς αντεξέτασής της, σε σχέση με εξ ακοής μαρτυρία που έχει προσαχθεί με την ίδια να είναι το πρόσωπο που έχει προβεί στην αρχική δήλωση. Σε σχέση με το δεύτερο, δεν είναι ορθό ότι η παραπονούμενη αναφέρει στη γραπτή της κατάθεση (τεκμήριο 4) ότι έχει παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου, μόνο γιατί την εξύβρισε. Η επίμαχη φράση έχει ως εξής: «Έχω παράπονο και θέλω να τον πάρω δικαστήριο γιατί δεν είναι η πρώτη φορά που έχω πρόβλημα με τον Μάριο γιατί με έβρισε ξανά πάρα πολλές φορές .». Το ορθό νόημα που προκύπτει από το παραπάνω απόσπασμα, σε συνδυασμό φυσικά και με όσα αναφέρει η παραπονούμενη στη γραπτή της κατάθεση προηγουμένως είναι ότι έχει παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου, για ό,τι γενικά της έκανε στον ουσιώδη χρόνο, για τα οποία θέλει να τον πάρει Δικαστήριο και τούτο γιατί δεν είναι η πρώτη φορά που έχει προβλήματα μαζί του, επειδή την έβρισε ξανά, πάρα πολλές φορές. Με απλά λόγια, η παραπονούμενη ζητά την προσαγωγή του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο, τόσο επειδή τη χτύπησε όσο και γιατί την εξύβρισε στον ουσιώδη χρόνο και επεξηγεί ότι το δεύτερο συνέβηκε ξανά, αρκετές φορές κατά το παρελθόν. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι σύμφωνα με την εκδοχή της παραπονούμενης και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής. Ειδικότερα: Η παραπονούμενη στον ουσιώδη χρόνο διέμενε μαζί με την οικογένειά της στον 1ο όροφο οικοδομής, η οποία βρίσκεται στην οδό Αλκυόνης 2, Λεμεσός. Στο 2ο όροφο της ίδιας οικοδομής διέμενε ο κατηγορούμενος που είναι κουνιάδος της. Στις 28.12.2008 και ώρα 1:00 το μεσημέρι, η παραπονούμενη κατέβασε τα σκουπίδια κάτω στο πεζοδρόμιο, μεταξύ της εισόδου και του γκαράζ, δηλαδή, εκεί που τα έβαζε συνήθως. Όταν το απόγευμα της ίδιας μέρας, γύρω στις 6 κατέβασε και άλλα σκουπίδια που είχε είδε αυτά που κατέβασε προηγουμένως στην είσοδο του κάγκελου, οπότε τα τοποθέτησε στο σημείο που τα είχε τοποθετήσει αρχικά. Τότε, είδε κάποιο άντρα να τρέχει προς το μέρος της από την οδό Αγίας Φυλάξεως, ο οποίος της έδωσε ένα χαστούκι στην αριστερή πλευρά της κεφαλής και ακολούθως την έσπρωξε στο στήθος και με τα δυο του χέρια, ρίχνοντάς την στο πεζοδρόμιο. Όταν έπεσε χτύπησε στη γωνία του πεζοδρομίου το πίσω μέρος της κεφαλής της, κάτω χαμηλά, πιο κάτω από τη μέση στη δεξιά πλευρά, στο δεξιό ώμο και στο δεξιό αγκώνα. Μετά, ο άντρας που της επιτέθηκε την έβρισε με τη λέξη «σκατοπουτάνα». Τότε κατάλαβε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο ο άντρας που της επιτέθηκε. Ακολούθως, ανέβηκε στο σπίτι της οπότε και ειδοποίησε την Αστυνομία, η οποία μετέβη εκεί και όταν την είδε σε ποια κατάσταση βρισκόταν ειδοποίησε ασθενοφόρο το οποίο τη μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Εισήχθη στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού την ίδια μέρα, στις 6:20 το απόγευμα, όπου εξετάστηκε από το γιατρό Γ. Ιωάννου (Μ.Κ.3), στον οποίο ανάφερε πόνο στην ινιακή χώρα από σπρώξιμο και χτύπημα και πόνο στην ιεροκοκκυγική μοίρα «καβλονούρι». Του ανάφερε ακόμη αναγούλα και πόνο στο δεξιό ώμο. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του γιατρού Ιωάννου, η παραπονούμενη έφερε εκδορές στον αγκώνα δεξιά με πόνο και ευαισθησία. Προφανής αιτία του όλου επεισοδίου που προκάλεσε ο κατηγορούμενος, το γεγονός ότι θεωρούσε δικό του χώρο, το χώρο που τοποθετούσε η παραπονούμενη τα σκύβαλά της. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. Το αδίκημα της κοινής επίθεσης δημιουργεί το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα και στοιχειοθετείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου, είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα. Στην υπόθεση R. v. Vienna
(1975)3 All E.R. 788 τέθηκαν οι νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης, δε χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος «επίθεση» χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί και χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο [βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445]. Βλ. επίσης το σύγγραμμα Archbold Pleading and Practice, 40η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1280. Όταν ως αποτέλεσμα της επίθεσης, υπό την έννοια όσων αναφέρονται πιο πάνω, προκαλείται πραγματική σωματική βλάβη, τότε στοιχειοθετείται το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα. Στο σύγγραμμα Russel on Crime στη σελ. 629 αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ορισμός της πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ σημειώνεται ότι αυτή μπορεί να σημαίνει εσωτερικές ή εξωτερικές κακώσεις. Ωστόσο, στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 56 αναφέρεται ότι μια επιπόλαια εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα, ήταν αρκετά για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Παρατηρώ τα εξής: Όταν ο κατηγορούμενος κατευθυνόμενος - τρέχοντας - προς το μέρος της παραπονούμενης, τη χαστούκισε και ακολούθως την έσπρωξε στο στήθος με τα χέρια του και την έριξε στο έδαφος, άσκησε εναντίον της πραγματική βία, δηλαδή επίθεση, η οποία εκδηλώθηκε εκ μέρους του με πρόθεση, προφανώς παράνομα και χωρίς τη συγκατάθεση της παραπονούμενης. Οι εκδορές που αυτή έφερε στο δεξιό αγκώνα, ο πόνος και η ευαισθησία στο ίδιο σημείο και οπουδήποτε αλλού ανάφερε στο γιατρό Ιωάννου, ασφαλώς αποτελούν απότοκο της πτώσης της στο πεζοδρόμιο, συνεπεία της οποίας χτύπησε στο κεφάλι, και γενικά στα σημεία του σώματος που ανάφερε στη γραπτή της κατάθεση καθώς και στο Δικαστήριο. Οι εκδορές που έφερε στο δεξιό αγκώνα αποτελούν φυσικά πραγματική σωματική βλάβη. Ακολουθεί ότι η ευθύνη του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του αδικήματος στοιχειοθετείται πλήρως. Και κάτι ακόμη προτού καταλήξω: Ακόμη κι αν αποδεχόμουν την εκδοχή του κατηγορούμενου σε σχέση με τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο, ο ισχυρισμός του, ότι, όταν του έριξε το σακούλι με τα σκουπίδια η παραπονούμενη, της το έριξε και αυτός πίσω, με αποτέλεσμα να τη βρει στο πόδι και να καθίσει χαμέ αποτελεί επαρκές βάθρο για σκοπούς στοιχειοθέτησης του ποινικού αδικήματος της κοινής επίθεσης κατά το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, οπότε, σε τέτοια περίπτωση, σε εφαρμογή όσων αναφέρονται σχετικά στην Ψύλλας ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 353 θα τον καταδίκαζα για το συγκεκριμένο αδίκημα, παρά την απουσία ξεχωριστής κατηγορίας. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου στη σχετική - 1η κατηγορία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ-ΚΠ Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά: Επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης - συστατικά στοιχεία -, μαρτυρία - ιατρική, ενισχυτική -). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο