← Κύπρος

Ιππόδαμος Κτηματεμπορική Λτδ ν. Πάρι Αριστείδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16577/2009, 30.06.11

Ιππόδαμος Κτηματεμπορική Λτδ ν. Πάρι Αριστείδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16577/2009, 30.06.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B139 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16577/2009 Ιππόδαμος Κτηματεμπορική Λτδ v.

  1. Πάρι Αριστείδη
  2. Στέλιος Κυπριανού
  3. Άδωνης Κυπριανού Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 30.06.11 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Μ. Ιωάννου Για Κατηγορούμενο: κος Ν. Μουχταρούδης Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 (στο εξής καλούνται 'οι κατηγορούμενοι') αντιμετωπίζουν μέσα από το κατηγορητήριο αυτό δύο κατηγορίες που άπτονται σε κατ' ισχυρισμό παραβάσεις άρθρων του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.96 μετά των συναφών τροποποιήσεων καθώς και συναφών Κανονισμών, ήτοι την πρώτη και τρίτη κατηγορία. Αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν και απαλλάχτηκαν καθότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους. Στην πρώτη κατηγορία οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι κατά την περίοδο μεταξύ 15.11.07 και 15.12.07 προέβηκαν σε προσθηκομετατροπές καθώς και σε επεμβάσεις στο εσωτερικό της οικοδομής κλείνοντας παράθυρο στη βόρεια πλευρά του κτιρίου στο πέρασμα που πάει στην ανώγεια κατοικία, ανοίγοντας στην ίδια βόρεια πλευρά πόρτα, τοποθετώντας κουγκρί στο πάτωμα και μετά μάρμαρα, κόβοντας την πόρτα ως αποτέλεσμα υπερύψωσης του πατώματος και ανεγείροντας αποχωρητήριο χωρίς να έχουν εξασφαλίσει άδεια στην υφιστάμενη διατηρητέα οικοδομή στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 2/60299, τεμάχιο υπ' αριθμό 640 και 641, Φύλλο/Σχέδιο 54/580603, ενορία Αγία Νάπα το οποίο βρίσκεται στην οδό Ελένη Παλαιολογίνας 1 και Αγίου Ανδρέου και ανήκει στην παραπονούμενη εταιρεία καθώς επίσης χωρίς τη συγκατάθεση της παραπονούμενης εταιρείας μετέτρεψαν το υποστατικό σε μπαράκι χωρίς να έχουν εξασφαλίσει άδεια από την αρμόδια αρχή. Στη δε τρίτη κατηγορία οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι μεταξύ της ίδιας περιόδου για την οποίαν γίνεται αναφορά στην πρώτη κατηγορία κατείχαν και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να κατέχουν και να χρησιμοποιούν υποστατικό του πιο πάνω ακινήτου στην προαναφερόμενη τοποθεσία χωρίς να έχουν εξασφαλίσει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, τον Γεώργιο Μουζουρίδη, διδάκτορα αρχιτεκτονικής σε διατηρητέα κτίρια (ΜΚ1) ενώ παράλληλα κατατέθηκαν ως τεκμήρια έξι έγγραφα που αποτελούνται από διάφορες έγχρωμες και μη έγχρωμες φωτογραφίες, επιστολές και ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο [Τεκμήρια 1Α-ΑΕ, 2, 3, 4, 5 και 10(α)-(ο)]. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 επέλεξαν να δώσουν ένορκη κατάθεση ενώ ο κατηγορούμενος 3 άσκησε το δικαίωμα της σιωπής, χωρίς να κληθεί οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας υπεράσπισης. Παράλληλα, κατατέθηκαν ως τεκμήρια διάφορα έγγραφα και έγχρωμες φωτογραφίες (Τεκμήρια 6-9 και 11). Κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης τα μέρη κατέθεσαν τα εξής παραδεχτά γεγονότα: (α) Η παραπονούμενη εταιρεία είναι η ιδιοκτήτρια του επίδικου υποστατικού. (β) Η διεύθυνση του επίδικου ακινήτου είναι αυτή που αναφέρεται στο κατηγορητήριο. (γ) Ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου είναι η εταιρεία Ιππόδαμος Κτηματεμπορική Λτδ. (δ) Ο κατηγορούμενος 1 είναι ο ενοικιαστής του επίδικου υποστατικού. Τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα καθίστανται αυτόματα μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Επιπλέον, εάν και εφόσον κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσα από την ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο διαπιστώσει περαιτέρω παραδοχές καθώς επίσης μη αμφισβήτηση επί οποιονδήποτε θέσεων ενός διαδίκου από τον άλλο τότε αυτά θα αποτελούν επίσης μέρος των ευρημάτων του στα πλαίσια έκδοσης της παρούσας απόφασης. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά που τηρούνται και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης αφού κατά την ταπεινή γνώμη μου κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Ωστόσο εδώ θα παρουσιαστεί μια συνοπτική αναφορά αλλά περισσότερες λεπτομέρειες της προσαχθείσας μαρτυρίας θα δοθούν εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της. Εν πάσει περιπτώσει, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας έχει μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνεται υπόψη και αναλόγως αξιολογείται από το Δικαστήριο. Μοναδικός μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ήταν ο Γεώργιος Μουζουρίδης (ΜΚ), ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, πως ασκεί το επάγγελμα του διδάκτορα αρχιτεκτονικής για τα διατηρητέα κτίρια. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι η παραπονούμενη εταιρεία κατέστη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου από το Φεβρουάριο 1998 και όταν αυτό αγοράστηκε αποτελείτο από ένα ενιαίο χώρο που φέρει επιπρόσθετα ένα άλλο δωμάτιο που επικοινωνεί καθώς και ένα άλλο χώρο αποκομμένο από το ισόγειο του κτιρίου, μία αποθήκη στο βάθος της αυλής, ένα αποχωρητήριο, ένα εξωτερικό ξύλινο κλιμακοστάσιο, μία ανώγεια κατοικία με πέρασμα που υπάρχει ξώπορτα, όπως χαρακτηριστικά είπε, και μία καλυμμένη βεράντα στο ισόγειο της χρήση της οποίας αποκλειστικά έχει το κατάστημα που χρησιμοποιείται από το μάρτυρα αυτό εκ μέρους και για λογαριασμό εταιρείας που διαχειρίζεται το εν λόγω κατάστημα. Στη συνέχεια ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρθηκε σε διάφορες εργασίες προσθηκών και μετατροπών που οι ίδιοι κατηγορούμενοι 2 και 3 εκτέλεσαν χωρίς τις υπηρεσίες άλλων ατόμων μεταξύ της περιόδου 15.11.07 και 15.12.07 με τη βοήθεια ζυμωτηριού στο επίδικο υποστατικό, που χρησιμοποιούν ως μπαράκι, τις οποίες αλλαγές ανάλυσε ως εξής: (α) Αφαίρεση ανοίγματος παραθύρου από τη βόρεια πλευρά του κτιρίου. (β) Δημιουργία ανοίγματος θύρας και ταυτόχρονα αφαίρεση άλλου ανοίγματος θύρας στη βόρεια πλευρά του κτιρίου. (γ) Τοποθέτηση κουγκριού και μαρμάρων στο δάπεδο εσωτερικά του υποστατικού. (δ) Συνεπεία της τοποθέτηση κουγκριού και μαρμάρων το δάπεδο υπερυψώθηκε με αποτέλεσμα να αποκοπούν τα εκατέρωθεν φύλλα της κυρίας εισόδου και έτσι αυτή να ανοιγοκλείνει με τη βοήθεια λάμας. (ε) Το ταβάνι καλύφτηκε με ξύλινες γυψοσανίδες με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κατάλληλος αερισμός της περιοχής εκείνης, πράγμα που κατά την άποψη του μάρτυρα θα δημιουργήσει εστία μικροβίων στο ξύλο και ακολούθως θα οδηγήσει στην καταστροφή του ταβανιού. (ζ) Η είσοδος της ανώγεια κατοικίας αντικαταστάθηκε περισσότερο από τρεις φορές. Περαιτέρω, ο μάρτυρας δήλωσε πως ενώ στο παρελθόν το επίδικο υποστατικό δεν διέθετε αποχωρητήριο, εκ των υστέρων απέκτησε δύο. Όπως ανάφερε ο μάρτυρας, την περίοδο που έγιναν οι αλλαγές στο υποστατικό οι κατηγορούμενοι είχαν την κατοχή αυτού ενώ παράλληλα δήλωσε πως για τις εν λόγω εργασίες απαιτείτο η εκ των προτέρων εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας και άδειας οικοδομής και με την εκτέλεση τους η έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή. Κατόπιν ελέγχου που ο ίδιος προέβηκε στο Δήμο Λεμεσού, καμία προαναφερόμενη άδεια ή πιστοποιητικό εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή. Σύμφωνα με το μάρτυρα, ο κατηγορούμενος 1 είναι ο αρχικός ενοικιαστής του επίδικου υποστατικού ενώ οι κατηγορούμενοι 2 και 3 το κατέχουν αφού πρώτα 'πλήρωσαν αέρα', όπως επί λέξει ανάφερε ο μάρτυρας, υπενοικιάζοντας το από τον κατηγορούμενο
  1. Προς στήριξη της μαρτυρίας του, ο μάρτυρας κατάθεσε δέσμη τριάντα μη έγχρωμων φωτογραφιών τις οποίες, όπως είπε, τράβηξε ο ίδιος (Τεκμήρια 1Α-ΑΕ) και κατά το μάρτυρα απεικονίζεται η έκταση και ο βαθμός των εργασιών προσθήκης και μετατροπών που οι κατηγορούμενοι 2 και 3 εκτέλεσαν καθώς επίσης έγγραφο του Δήμου Λεμεσού ημερομηνίας 08.01.08 υπό τον τίτλο 'Ειδοποίηση Επιβολής Πολεοδομικού Ελέγχου' (Τεκμήριο 2) με το οποίο φαίνεται ο Δήμος Λεμεσού να είχε αποφασίσει να προχωρήσει σε επιβολή πολεοδομικού ελέγχου στη βάση των άρθρων 46-52 του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου (Ν.90/72)ένεκα 'αυθαίρετων και λανθασμένων οικοδομικών εργασιών σε διατηρητέα οικοδομή' χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση άδειας οικοδομής αλλά και συναίνεσης του Υπουργού Εσωτερικών για εργασίες σε διατηρητέα οικοδομή και ειδικότερα στο εσωτερικό αυτής που περιλάμβαναν τη χρήση ακατάλληλων και μη συμβατών με τη διατηρητέα οικοδομή υλικά. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, ανάμεσα σ' άλλα, επανέλαβε πως το επίδικο υποστατικό διέθετε αποχωρητήρια που κτίστηκαν σε υφιστάμενο που οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατεδάφισαν και χρησιμοποιείτο μέχρι τότε για τις ανάγκες του μπαρ. Παράλληλα, αρνήθηκε τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων ότι μέχρι το 1998 που η παραπονούμενη εταιρεία ανέλαβε την ιδιοκτησία του ακινήτου υπήρχαν ήδη τα εν λόγω δύο αποχωρητήρια και ότι τα χρησιμοποιούσαν όλοι οι ένοικοι του ακινήτου δηλώνοντας κατηγορηματικά πως οι ανάγκες του μπαρ εξυπηρετούνταν από υφιστάμενο αποχωρητήριο που ήταν δικό του το οποίο κατεδάφισαν στις 15.11.07 όταν ανέγειραν τα δύο δικά τους αποχωρητήρια. Επίσης, ανάφερε ότι έγινε ιδιοκτήτης του ακινήτου στις 28.02.98 για το οποίο υπάρχει αρχική αποτύπωση από την αρχιτέκτονα Έλλη Κωνσταντινίδου που εκπόνησε τα σχετικά αρχιτεκτονικά σχέδια. Απορρίπτοντας ισχυρισμό περί προθυμίας του κατηγορουμένου 1 να συνεργαστεί αλλά άρνησης του ιδίου να υπογράψει τα απαιτούμενα σχέδια και έντυπα, δήλωσε πως ο κατηγορούμενος 1 ουδέποτε τον πλησίασε για κάτι τέτοιο αλλά προτίμησε να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο με τη βοήθεια μιας αρχιτέκτονας που είχε ελλιπή σχέδια. Δεν επιθυμούσε να υπογράψει τα σχέδια εκείνα που ήταν αντίθετα με τη νομοθεσία αφού τυχόν τέτοια ενέργεια του θα νομιμοποιούσε τις κατ' ισχυρισμό παρανομίες τους. Απέρριψε ακόμη θέση των κατηγορουμένων ότι ο Δήμος Λεμεσού τον ενημέρωσε για την πρόθεση του κατηγορουμένου 1 να συνεργαστεί και έτσι να διακοπεί ο πολεοδομικός έλεγχος. Επιπλέον, ο μάρτυρας αυτός αρνήθηκε ότι η κατάσταση του ακινήτου με την προηγούμενη ιδιοκτήτρια αντανακλά ακριβώς την αποτύπωση που απεικονίζει την κατάσταση του ακινήτου υπό την ιδιοκτησία της παραπονούμενης εταιρείας. Ταυτόχρονα διαφώνησε πως όταν το ακίνητο αγοράστηκε από την παραπονούμενη εταιρεία ήδη υπήρχαν 2 θύρες και 2 παράθυρα στη βόρεια πλευρά του κτιρίου. Στα πλαίσια αντεξέτασης του μάρτυρα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 επιστολή ημερομηνίας 03.12.03 του Δήμου Λεμεσού που απευθύνεται προς την παραπονούμενη εταιρεία και υπόψη του διευθυντή αυτής (Γεώργιου Μουζουρίδη-ΜΚ) αλλά και προς τον κατηγορούμενο 1 με την οποίαν καλούνται να κατεδαφίσουν παράνομες προσθήκες μετατρέποντας μέρος της οικοδομής σε μπαρ καθώς και την ανέγερση δύο αποχωρητηρίων χωρίς γι' αυτά να έχει εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής και πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Κατατέθηκε ακόμη το Τεκμήριο 5 (πρώην Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση) επί του οποίου ο μάρτυρας παρατήρησε την παρουσία δύο αποχωρητηρίων, μίας μονόφυλλης θύρας, μίας δίφυλλης θύρας και δύο παραθύρων. Επίσης, κατατέθηκε το Τεκμήριο 10(α)-(ο) (πρώην Τεκμήριο 'Β' προς αναγνώριση) που αποτελείται από 16 έγχρωμες φωτογραφίες όπου ο μάρτυρας αναγνώρισε μόνο τις φωτογραφίες (α) και (β) του εν λόγω τεκμηρίου ως πρόσφατες φωτογραφίες που λήφθηκαν μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Ωστόσο είναι η θέση του μάρτυρα ότι η φωτογραφία (β) του Τεκμηρίου 10 δεν απεικονίζει την πραγματική κατάσταση υποστηρίζοντας με αυτόν τον τρόπο προηγούμενη θέση του ότι δεν υπάρχει δεύτερο μπαρ στο κτίριο εκτός από το επίδικο, αν και μέσα από την εν λόγω φωτογραφία αναγνώρισε ότι αναγράφεται επιγραφή με την επωνυμία 'Angel Pub'. Περαιτέρω, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τις φωτογραφίες (λ), (μ) και (ν) του Τεκμηρίου 10 επειδή αυτές απεικονίζουν μόνο το πάτωμα, πλην όμως μπορούσε να διακρίνει από αυτές ότι στο δάπεδο υπήρχε βαμμένος τσιμέντο ενώ το δάπεδο του επίδικου υποστατικού όταν το είδε πριν από 2-2,5 μήνες περιλάμβανε μάρμαρο. Κατατέθηκε ακόμη ως Τεκμήριο 4 μία έγχρωμη φωτογραφία το οποίο κατά το μάρτυρα είναι αποθήκη, απορρίπτοντας ισχυρισμό των κατηγορουμένων ότι πρόκειται για το δικό του κατάστημα δίπλα από το τσαγερί. Ομιλώντας εκ μέρους και για λογαριασμό της παραπονούμενης εταιρείας, ο μάρτυρας ανάφερε ότι δεν επιθυμεί να υπογράψει σχέδια και αιτήσεις προς άρση της παρανομίας που θα ετοιμάζονταν με έξοδα του κατηγορουμένου
  2. Παρά την πιο πάνω άρνηση του, ο εν λόγω μάρτυρας είπε πως απαιτεί από τους κατηγορουμένους να του επαναφέρουν το υποστατικό στην αρχική κατάσταση του με δικά τους έξοδα έτσι ώστε να συνάδει με τους όρους και προϋποθέσεις που θέτουν οι κανονισμοί των διατηρητέων κτιρίων. Ο μάρτυρας ανάφερε πως δεν γνωρίζει εάν το μπαρ (επίδικο υποστατικό) λειτουργεί σήμερα. Επανεξεταζόμενος ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι είναι εγγεγραμμένος μηχανικός στο μητρώο μελών του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου πριν από το 1990 και έτσι δύναται να ασκεί τόσο το επάγγελμα του αρχιτέκτονα όσο και του πολιτικού μηχανικού υπογράφοντας και για τα δύο επαγγέλματα. Αντίθετα στην κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος 1, Πάρις Αριστείδη (ΜΥ1), ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι θέσμιος ενοικιαστής του επίδικου υποστατικού από το
  3. Διατηρούσε άριστη σχέση και είχε πολύ καλή συνεργασία με την αποβιώσασα πρώην ιδιοκτήτρια του κτιρίου, η οποία του έδωσε οδηγίες και ταυτόχρονα του υπέδειξε το σημείο για να επιδιορθώσει τα δύο υφιστάμενα αποχωρητήρια που υπήρχαν. Προς ενίσχυση της θέσης του αυτής υπέδειξε το σημείο αυτό που ισχυρίζεται μέσα από το Τεκμήριο 5, το οποίο σύμφωνα με το μάρτυρα ετοιμάστηκε από αρχιτέκτονα τον Μάιο του 2003 κατόπιν δικών του οδηγιών με σκοπό να υποβληθεί στο τμήμα πολεοδομίας για να εξασφαλιστεί άδεια για αλλαγή χρήσης και να λειτουργεί έτσι το επίδικο υποστατικό ως μπαράκι. Σύμφωνα με το μάρτυρα, η παραπονούμενη εταιρεία αρνήθηκε να το υπογράψει όπως και κάθε άλλο έγγραφο που θα διευκόλυνε τη λειτουργία του υποστατικού ως μπαρ καθότι στόχος της ήταν η εκδίωξη του από το υποστατικό ασκώντας έτσι πίεση σ' αυτόν προς την κατεύθυνση της έξωσης. Ο μάρτυρας υποστήριξε πως από το 1982 μέχρι σήμερα προέβηκε σε διακοσμήσεις και εργασίες συντήρησης, στήριξης καθώς και σε έργα που αφορούσαν την ασφαλή λειτουργία του υποστατικού περιλαμβανομένου σε αλλαγές ορισμένων ανοιγμάτων (θυρών και παραθύρων) και δαπέδου. Ωστόσο, απέρριψε κατηγορηματικά ότι οι εργασίες που περιγράφονται στο κατηγορητήριο εκτελέστηκαν μέσα στην επίδικη περίοδο ισχυριζόμενος ότι οι εργασίες που επικαλέστηκε αποπερατώθηκαν πριν από το έτος
  4. Απλώς το 2007 μετακίνησε το μπαρ από το ένα δωμάτιο στο άλλο, άλλαξε τα καθίσματα και πραγματοποίησε μία μικρή επιδιόρθωση στο άνοιγμα παραθύρου επειδή ήταν σαθρό. Ο μάρτυρας επίσης ανάφερε ότι με το που παρέλαβε το Τεκμήριο 2 έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση του Δήμου Λεμεσού λέγοντας τους ότι ήταν έτοιμος χωρίς αναβολή να επιδιορθώσει οτιδήποτε έκαμε και ήταν παράνομο. Ο δήμος τότε αποφάσισε να μην προχωρήσει με τη λήψη μέτρων εναντίον του και προς υποστήριξη της θέσης του αυτής κατάθεσε σχετική επιστολή του Δήμου Λεμεσού ημερομηνίας 04.03.08 ως Τεκμήριο
  5. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο κατηγορούμενος 1 εμπλάκηκε σε δικαστική διαμάχη με την παραπονούμενη εταιρεία αφού στο παρελθόν καταχωρήθηκε η αίτηση Κ61/2007 στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού-Πάφου. Προς τούτο καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 7 το δικόγραφο 'Απάντηση και Ανταπαίτηση' και ως Τεκμήριο 8 το δικόγραφο 'Ανταπαίτηση στην Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση'. Ο εν λόγω μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο ΜΚ προχωρεί συνεχώς σε παρενόχληση, άρνηση συνεργασίας και άσκηση φόβου μέσω αστυνομίας, πρακτική την οποίαν εφαρμόζει και σε άλλους. Κατά το μάρτυρα, ο ΜΚ αγοράζει παλαιά σπίτια και 'αντίς να αποζημιώσει τους ενδιαφερόμενους προσπαθεί να τα αποκτήσει με αθέμιτα μέσα κάνοντας το βίο αβίωτο σ' αυτούς', όπως χαρακτηριστικά είπε επί λέξει ο ΜΥ
  6. Δήλωσε πως ο κατηγορούμενος 3 είναι συνεργάτης του στο μπαρ και εργάζεται ως διευθυντής εκεί, ενώ ο κατηγορούμενος 2 ουδεμία σχέση έχει μαζί του. Αναφερόμενος στο κτίριο επισήμανε πως αυτό αποτελείται από ισόγειο και ανώγειο. Στο ισόγειο οποίο υπάρχει το δικό του μπαρ, ένα άλλο μπαρ υπό την επωνυμία 'Angel Pub' που βρίσκεται δίπλα από το δικό του, ένα τσαγερί και ένα πρώην ξυλουργείο ιδιοκτησίας του ΜΚ που λειτουργεί ως αποθήκη παλαιών αντικειμένων. Στο ανώγειο υπάρχει ένα υποστατικό τύπου κλαμπ ελληνικής μουσικής ρεμπέτικων τραγουδιών και μία κατοικία. Σχολιάζοντας τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 10 είπε ότι αυτές απεικονίζουν το κτίριο και το εσωτερικό του επίδικου υποστατικού, χωρίς να είναι βέβαιος αν είναι ο ίδιος που τις έλαβε. Ο μάρτυρας αυτός απέρριψε κατηγορηματικά ότι το δάπεδο του επίδικου υποστατικού φέρει μάρμαρο και ότι τοποθετήθηκε ποτέ μάρμαρο κατά την επίδικη περίοδο. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας επανέλαβε, ανάμεσα σ' άλλα, πως είναι ο κάτοχος του υποστατικού από το 1982 μέχρι σήμερα και κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου προέβηκε σε εργασίες ελαιοχρωματισμού, σε διορθώσεις επί των υφιστάμενων αποχετεύσεων, σε εργασίες συντήρησης και εργασίες που άπτονταν της λειτουργίας του υποστατικού. Επανέλαβε ακόμη τη θέση του ότι έκανε προφορική συμφωνία με την πρώην ιδιοκτήτρια του κτιρίου για την επιδιόρθωση των υφιστάμενων δύο αποχωρητηρίων σε σημείο που του υπέδειξε και υπήρχαν τα υπολείμματα αυτών. Από την επιδιόρθωση και λειτουργία των αποχωρητηρίων αυτών εξυπηρετούνταν τρία υποστατικά, ήτοι το επίδικο, το πρώην ξυλουργείο και το πάνω υποστατικό. Ο εν λόγω μάρτυρας απέρριψε τον ισχυρισμό της παραπονούμενης εταιρείας ότι κατάργησε άνοιγμα παραθύρου στη βόρεια πλευρά του κτιρίου. Όπως ο μάρτυρας είπε, όταν ενοικίασε το επίδικο υποστατικό αντικατέστησε μία μονόφυλλη θύρα (την τελείως ακρινή επί του Τεκμηρίου 5) όπου δίπλα της υπήρχε άνοιγμα και πλαίσιο αλλά ήταν σφραγισμένο με τσίγκους και τοποθέτησε δύο φύλλα θύρας αφού πρώτα εξασφάλισε την συγκατάθεση της πρώην ιδιοκτήτριας. Σύμφωνα με το μάρτυρα, υπήρχε άνοιγμα για δίφυλλη θύρα μαζί με το πλαίσιο αλλά στην πράξη υπήρχε μονόφυλλη πόρτα με το υπόλοιπο άνοιγμα να είναι σφραγισμένο με τσίγκους με αποτέλεσμα να δημιουργήσει συνθήκες λειτουργίας δίφυλλης θύρας. Ακολούθως, αντικατέστησε το ξύλο του μικρού παραθύρου με υαλικό ('τζιαμπλίκκι' όπως χαρακτηριστικά ο μάρτυρας είπε). Έκαμε ακόμη μετατροπή στο δάπεδο του υποστατικού και ενώ αυτό ήταν χώμα και τσιμέντο το έστρωσε τσιμέντο, όπως εμφανίζεται σήμερα. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε ότι έκοψε δίφυλλη θύρα επειδή υπερυψώθηκε το πάτωμα. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε επίσης ότι από το 1982 και μέχρι σήμερα προβαίνει συνεχώς σε ουσιαστικές προσθήκες και μετατροπές στο υποστατικό. Ο ΜΥ1 δεν θεώρησε απαραίτητο να προβεί στην αρμόδια αρχή για να εξασφαλίσει άδεια οικοδομής ενώ σε σχέση με τα αποχωρητήρια ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι αυτά εγκρίθηκαν κατόπιν εξέτασης τους από το Δήμο Λεμεσού. Απέρριψε ωστόσο ισχυρισμό της παραπονούμενης εταιρείας ότι κατεδάφισε και ανοικοδόμησε τα αποχωρητήρια πολλές φορές. Μετά από σχετική ερώτηση ο ΜΥ1 απάντησε πως ο κατηγορούμενος 3 είναι συνεργάτης του από το καλοκαίρι του 2007 ενώ το όνομα του κατηγορούμενου 2, όπως και αυτό του κατηγορούμενου 3, εμφανίζεται σε άδεια πώλησης ποτού σε περίπτωση που αποχωρήσει ο κατηγορούμενος 3 αλλά και επειδή βρίσκεται πίσω από τον πάγκο που σερβίρεται ποτό η αστυνομία επιθυμεί το όνομα του να εμφανίζεται στην άδεια πώλησης ποτού. Ο κατηγορούμενος 3 παίρνει ποσοστά από τα κέρδη της επιχείρησης με βάση μεταξύ τους συμφωνίας ενώ πληρώνει ο ίδιος τα τέλη των κοινωνικών ασφαλίσεων. Διαθέτει κλειδί ως συνεργάτης που είναι αλλά κάτοχος υποστατικού θεωρείται ο ΜΥ
  7. Η εργασία του κατηγορούμενου 3 ελέγχεται από τον ΜΥ1 και από τον οποίον λαμβάνει οδηγίες και άδεια προτού προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια ή πρωτοβουλία. Ο δε κατηγορούμενος 2, ο οποίος είναι αδελφός του κατηγορούμενου 3, παίζει απλώς μουσική από ενδιαφέρον χωρίς να πληρώνεται. Ο ΜΥ1 ανάφερε πως διόρισε τους αρχιτέκτονες Αυξεντίου και Κλεάνθους για να ετοιμάσουν αρχιτεκτονικά σχέδια και να εξασφαλίσει πολεοδομική άδεια για αλλαγή χρήσης υποστατικού. Δεν έχει όμως διορίσει οποιοδήποτε αρχιτέκτονα από το 1982 μέχρι σήμερα για να εξασφαλίσει άδεια οικοδομής και έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης. Στα πλαίσια αντεξέτασης του ΜΥ1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 τα δακτυλογραφημένα πρακτικά ημερομηνίας 30.01.09 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού-Πάφου αναφορικά με την αίτηση Κ61/
  8. ΜΥ2 ήταν ο κατηγορούμενος 2, Στέλιος Κυπριανού, ο οποίος αναγνώρισε τις 16 έγχρωμες φωτογραφίες του Τεκμηρίου 10 [(α)-(ο)] ως αυτές που ο ίδιος έλαβε και αποτυπώνουν την κατάσταση του επίδικου υποστατικού αλλά και γενικότερα ολόκληρου του κτιρίου. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αυτός δήλωσε πως είναι πελάτης του επίδικου υποστατικού τα τελευταία 7-8 χρόνια παίζοντας εκεί μουσική από ενδιαφέρον. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο κατηγορούμενος 3 είναι υπάλληλος του κατηγορουμένου 1 (ΜΥ1). Απέρριψε τον ισχυρισμό της παραπονούμενης εταιρείας ότι επειδή το όνομα του παρουσιαζόταν στην άδεια ποτού σέρβιρε αλκοόλ στους πελάτες του υποστατικού λέγοντας πως το όνομα του ήταν γραμμένο για να είναι σε θέση να βοηθήσει τους κατηγορουμένους 1 και 3 αν χρειαζόταν. Δεν θυμόταν πότε ακριβώς έλαβε τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 10, πιθανολογώντας πως μπορεί να είναι πριν ένα χρόνο ή και 15 μήνες. Μέσα από δύο έγχρωμες φωτογραφίες, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 11(Α) και (Β), ο ΜΥ2 αναγνώρισε τα δύο αποχωρητήρια που εξυπηρετούν το επίδικο μπαρ. Παράλληλα, απέρριψε τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης εταιρείας περί εκτέλεσης εργασιών που οδήγησαν σε προσθήκες και μετατροπές στο επίδικο υποστατικό κατά την επίδικη περίοδο, όπως οι εργασίες αυτές περιγράφονται στο κατηγορητήριο. Καταλήγοντας, ο ΜΥ2 αρνήθηκε ότι κατέχει το επίδικο υποστατικό από τον Ιανουάριο 2007 μέχρι σήμερα. Τελικές Αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση του ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε στο Δικαστήριο ότι έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες 1 και 3 εναντίον όλων των κατηγορουμένων. Με αναφορά μέσα από έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια αλλά και με παραπομπή σε κυπριακή νομολογία, ο κύριος Ιωάννου επισήμανε πως οι κατηγορούμενοι διέπραξαν τα αδικήματα της πρώτης και τρίτης κατηγορίας. Είναι η θέση του κυρίου Ιωάννου ότι το Κεφ.96 εφαρμόζεται και στην περίπτωση διατηρητέας οικοδομής τόσο για εξασφάλιση άδειας οικοδομής όσο και για έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης. Είναι επίσης η θέση του κυρίου Ιωάννου ότι στην περίπτωση που οι κατηγορούμενοι δεν κριθούν ένοχοι στην πρώτη κατηγορία υπάρχει επαρκής μαρτυρία για να καταδικαστούν στην Τρίτη κατηγορία. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων ανάφερε πως οι εργασίες που έγιναν δεν απαιτούσαν την εξασφάλιση άδειας οικοδομής και συνεπώς δεν απαιτούσαν την έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης. Συνοψίζοντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ο κύριος Μουχταρούδης κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεκτεί την εκδοχή των κατηγορουμένων και ταυτόχρονα να απορρίψει τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης εταιρείας ως αναληθείς. Κάλεσε το Δικαστήριο αφού κρίνει αναξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΚ και παράλληλα αξιόπιστη τη μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης (κατηγορούμενοι 1 και 2) να αθωώσει και απαλλάξει όλους τους κατηγορούμενους στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, ήτοι στην πρώτη και τρίτη κατηγορία. Τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανάφεραν στο Δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα επίσημα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο και χρήσιμο να παραθέσω το περιεχόμενο τους κατά τρόπο αναλυτικό, εκτός μόνο όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων. Οι νομικές θέσεις καθώς και η νομική επιχειρηματολογία τους αλλά και η νομική βάση επί της οποίας εδράζονται, όπως αυτά εκτέθηκαν από τους συνηγόρους, έχουν εξεταστεί με τη δέουσα προσοχή και σοβαρότητα, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αναλόγως αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων.[1] Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της.[2] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικρές ανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο.[3] Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα της και την πειστικότητα της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών.[4] Στα πλαίσια προσκόμισης μαρτυρίας εμπίπτει και η κατάθεση εγγράφων. Είδος εγγράφου [5] είναι, μεταξύ άλλων, η κατάθεση μιας φωτογραφίας ως τεκμήριο, η οποία αποτελεί πραγματική μαρτυρία. Μέσα από αυτή κάποιος μάρτυρας μπορεί να εκφράσει τη γνώμη του κατά πόσο αυτή απεικονίζει ένα πρόσωπο ή χώρο ή ένα αντικείμενο ή μία κατασκευή ή μία κατάσταση που ο μάρτυρας βίωσε προσωπικά χωρίς κατ' ανάγκη να πρέπει να είναι εμπειρογνώμονας για κάτι τέτοιο. Ως πραγματική μαρτυρία που μία φωτογραφία είναι, το Δικαστήριο μπορεί, αν δεν υφίσταται θέμα γνησιότητας της, να την αξιολογήσει κατάλληλα δίνοντας της την ανάλογη βαρύτητα και παράλληλα είναι σε θέση, αν είναι ευδιάκριτη να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα. Ομοίως, ένας μάρτυρας γεγονότων, χωρίς να είναι ειδικός, δύναται να συγκρίνει δύο ή περισσότερες φωτογραφίες που θα του υποδειχθούν και να εκφράσει την άποψη του εάν ομοιάζουν ή όχι μεταξύ τους. Στην αγγλική υπόθεση R v. Dodson
(1984)1 W.L.R. 971 είχε τεθεί θέμα αποδεκτότητας φωτογραφιών οι οποίες είχαν ληφθεί από αυτόματη μηχανή ασφαλείας. Το ακόλουθο απόσπασμα που παρατίθεται είναι διαφωτιστικό ως προς τη σχετικότητα τους: "We entertain no doubt that photographs taken by the process installed and operated in the branch office of the building society are admissible in evidence. They are relevant to the issues as to (
  1. a)whether an offence was committed and (
  2. b)who committed it. What is relevant is, subject to any rule of exclusion - we know of none which is applicable to this situation, prima facie admissible." Με βάση τις προαναφερόμενες αρχές το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Η μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα κατηγορίας δεν διέπεται από την απαιτούμενη σαφήνεια που θα έπρεπε να τη χαρακτηρίζει σε τέτοιας φύσεως ποινική υπόθεση. Αντίθετα, σε κάποια σημεία της εμφανίζεται να είναι μη διαφωτιστική και παράλληλα να στερείται του αναγκαίου υποβάθρου που θα την ενίσχυε και αναπόφευκτα θα την καθιστούσε πειστική. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η μαρτυρία του ΜΚ απορρίπτεται στην ολότητα της. Προς καλύτερη εξήγηση των πιο πάνω αναφέρω ότι ο ΜΚ δήλωσε πως οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατέχουν το επίδικο υποστατικό υπενοικιάζοντας το από τον κατηγορούμενο 1 που είναι ο αρχικός ενοικιαστής. Δεν προχωρεί όμως να δώσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Περιορίζεται στο να δώσει μια γενική και αόριστη αναφορά η οποία δεν μπορεί και δεν γίνεται πιστευτή. Αναμενόταν από το μάρτυρα να μας πει που στηρίζει τη θέση του αυτή και παράλληλα να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που θα καθιστούσαν την αναφορά του αυτή πειστική. Αναμενόταν από το μάρτυρα αυτό, ως διευθυντή της παραπονούμενης εταιρείας, η οποία είναι η ιδιοκτήτρια ολόκληρου του κτιρίου περιλαμβανομένου και του επίδικου υποστατικού να διαθέτει τέτοια στοιχεία και λεπτομέρειες. Απλή λεκτική αναφορά χωρίς να συνοδεύεται από οποιεσδήποτε πληροφορίες που θα την ενίσχυαν και ταυτόχρονα χωρίς να επαληθεύεται από την ήδη κατατεθείσα πραγματική μαρτυρία δεν αφήνουν περιθώρια στο Δικαστήριο για να την αποδεκτεί. Ο ΜΚ ακόμη ανάφερε ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι συνεργάτες του κατηγορουμένου 1 και όλοι μαζί κατέχουν το επίδικο υποστατικό. Πάλι εδώ ο μάρτυρας περιορίζεται σε μία απλή λεκτική αναφορά που είναι γενική και αόριστη και την οποίαν δεν φροντίζει να υποστηρίξει με συγκεκριμένες λεπτομέρειες και πληροφορίες. Αναμενόταν από τον κατ' εξοχή βασικό και τελικά μοναδικό μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής, ως διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας, η οποία είναι η ιδιοκτήτρια ολόκληρου του κτιρίου περιλαμβανομένου και του επίδικου υποστατικού, να είχε τέτοια στοιχεία και να τα θέσει έτσι ώστε να κάνει την αναφορά του στο θέμα αυτό πιστευτή στα μάτια του Δικαστηρίου. Η έλλειψη των αναγκαίων εχεγγύων καθιστά αδύνατη την αποδοχή της θέσης ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατείχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου το επίδικο υποστατικό. Αντίθετα, γίνεται αποδεκτό το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ που αναφέρεται στο ότι ο κατηγορούμενος 1 κατείχε κατά τον επίδικο χρόνο το εν λόγω υποστατικό καθότι αυτή ενισχύεται από πραγματική μαρτυρία. Ειδικότερα, τα Τεκμήρια 2 και 3 ημερομηνίας 03.12.01 και 08.01.08 αντίστοιχα απευθύνονται προς τον κατηγορούμενο 1 με το περιεχόμενο τους να οδηγεί σε σύνδεση του εν λόγω κατηγορουμένου με την κατοχή του επίδικου υποστατικού. Εξάλλου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 κατείχε κατά τον ουσιώδη για το κατηγορητήριο χρόνο καθώς και το ότι εξακολουθεί μέχρι σήμερα να κατέχει το επίδικο υποστατικό δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγορουμένους και ως εκ τούτου παρέμεινε αναντίλεκτο. Η δε μαρτυρία του ΜΚ περί χρήσης από τους κατηγορουμένους υλικών που δεν συνάδουν με τους όρους και προϋποθέσεις των κανονισμών των διατηρητέων κτιρίων δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία καθότι δεν είναι σχετική με τα επίδικα θέματα του κατηγορητηρίου στη βάση του οποίου διώκονται οι κατηγορούμενοι. Η νομική βάση όπου η παρούσα υπόθεση εδράζεται δεν είναι η χρήση ακατάλληλων υλικών και υλικών που δεν συνάδουν με τους όρους και προϋποθέσεις που θέτει το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως στον τομέα διατήρησης κτιρίων αλλά η κατ' ισχυρισμό εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών άνευ άδειας οικοδομής από το Δήμο Λεμεσού καθώς και η κατοχή και χρήση υποστατικού χωρίς να έχει εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό εκτελεσθείσες εργασίες με βάση τον Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο, Κεφ.96. Αξίζει να σημειωθεί ότι με την κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου συμφωνεί και ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ο οποίος δήλωσε ευθαρσώς και ειλικρινώς ότι για το θέμα του διατηρητέου κτιρίου πρόκειται να καταχωρηθεί άλλη ξεχωριστή ποινική υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων. Περαιτέρω, μέσα από τη μαρτυρία του ο ΜΚ αναφέρεται σε εκτέλεση κατ' ισχυρισμό εργασιών προσθήκης και μετατροπών στο επίδικο υποστατικό από μέρους των κατηγορουμένων, ίδιες με αυτές που περιγράφονται στις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας του κατηγορητηρίου. Προς στήριξη της μαρτυρίας του επικαλέστηκε το Τεκμήριο 2 το οποίο και κατέθεσε. Το εν λόγω όμως τεκμήριο δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης καθότι αναφέρεται σε ζητήματα που άπτονται αποκλειστικά σε διατηρητέα οικοδομή. Ως εκ τούτου, δεν προσδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στο Τεκμήριο 2. Ακόμα όμως και να δεχθώ ότι το έγγραφο αυτό σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής, το περιεχόμενο του είναι πολύ γενικό και αόριστο χωρίς να προσδιορίζει και να εξειδικεύει τις οικοδομικές εργασίες στις οποίες ο ΜΚ έκαμε αναφορά ότι εκτελέστηκαν από τους κατηγορουμένους. Επίσης, το εν λόγω τεκμήριο δεν καθορίζει τους χώρους στους οποίους οι εργασίες αυτές έχουν πραγματοποιηθεί παρά μόνο γίνεται μία γενική αναφορά για ολόκληρο το κτίριο ως διατηρητέα οικοδομή. Κατά συνέπεια, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 όχι μόνο δεν επαληθεύει αλλά ούτε καν συνδέεται με τις εργασίες που ο ΜΚ μέσα από τη μαρτυρία του αναφέρει ότι εκτελέστηκαν από τους κατηγορουμένους χωρίς άδεια οικοδομής από το Δήμο Λεμεσού. Την ίδια τύχη με το Τεκμήριο 2 έχουν και οι 30 μη έγχρωμες φωτογραφίες υπό το Τεκμήριο 1Α-ΑΕ που επίσης κατατέθηκαν από τον ΜΚ, οι οποίες παρόλο ότι λήφθηκαν από τον ΜΚ και η γνησιότητα τους δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγορουμένους, εντούτοις η ποιότητα απεικόνισης τους είναι τόσο φτωχή που κάποιος όχι μόνο δεν μπορεί να διακρίνει την έκταση και τον βαθμό των κατ' ισχυρισμό εργασιών προσθήκης και μετατροπών καθώς και των κατ' ισχυρισμό επεμβάσεων στο επίδικο υποστατικό που ο ΜΚ επικαλείται αλλά ούτε και είναι σε θέση να αντιληφθεί τα βασικά αντικείμενα που εμφανίζονται σ' αυτές. Ως αποτέλεσμα αυτού κρίνεται παρακινδυνευμένη η οποιαδήποτε εξαγωγή συμπερασμάτων από τις εν λόγω φωτογραφίες και συνεπώς καμία βαρύτητα προσδίδω σ' αυτές. Από την άλλη, αποδέχομαι ως αληθή τη μαρτυρία του ΜΚ σχετικά με την εκτέλεση των εργασιών που συγκεκριμένα αναφέρει μέσα από την κατάθεση του αφού εδώ η μαρτυρία που δόθηκε ήταν σαφής, λεπτομερής και κατατοπιστική. Ο εν λόγω μάρτυρας, ως αρχιτέκτονας που είναι, κατάφερε και έδωσε μία καθαρή εικόνα της κατάστασης που αποτυπώθηκε μετά την εκτέλεση των εργασιών τόσο από πραγματικής πλευράς όσο και από την τεχνική γωνία των πραγμάτων, πράγμα που έκαμε πιστευτή τη μαρτυρία επί του θέματος αυτού στο Δικαστήριο. Αποδέχομαι επίσης ως αληθή το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ σχετικά με την ανέγερση δύο αποχωρητηρίων μαζί με όλα τα συναφή. Εξάλλου η θέση αυτή επαληθεύεται από το Τεκμήριο 3 που επίσης κατατέθηκε από τον ΜΚ. Πρόκειται για επιστολή του Δήμου Λεμεσού ημερομηνίας 03.12.01 η οποία απευθύνεται τόσο στην παραπονούμενη εταιρεία ως ιδιοκτήτρια του κτιρίου όσο και στον κατηγορούμενο 1 ως κάτοχο του υποστατικού αλλά και σε κάποιο Πανίκο Σταύρου με το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής να ομιλεί από μόνο του. Αποδέχομαι ακόμη τη θέση του ΜΚ ότι ο ίδιος προέβηκε σε έλεγχο στο Δήμο Λεμεσού και διαπίστωσε ότι για τις εργασίες που εκτελέστηκαν δεν εξασφαλίστηκε άδεια οικοδομής καθώς δεν εκδόθηκε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή, ήτοι το Δήμο Λεμεσού. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την αναφορά του μάρτυρα ότι οι εργασίες αυτές εκτελέστηκαν μεταξύ της περιόδου 15.11.07 και 15.12.07 αφού κάτι τέτοιο καταρρίπτεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 που φέρει ημερομηνία 03.01.01 και ομιλεί για την ανάγκη κατεδάφισης των παράνομων προσθηκών περιλαμβανομένου της ανέγερσης των δύο αποχωρητηρίων. Παρόλο ότι το Τεκμήριο 3 δεν προσδιορίζει επ' ακριβώς τις προσθήκες, μετατροπές και επεμβάσεις που ο μάρτυρας ανάφερε ότι επήλθαν στο υποστατικό, εντούτοις το εν λόγω έγγραφο αναφέρει ξεκάθαρα για την ανέγερση δύο αποχωρητηρίων για τα οποία απαιτείτο η εξασφάλιση σχετικής άδειας οικοδομής αλλά και η έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης από τον Δήμο Λεμεσού ως αρμόδια αρχή καθώς επίσης και για την εκτέλεση διαφόρων άλλων εργασιών που οδήγησαν σε αλλαγή χρήσης του υποστατικού σε μπαρ. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 συνδέει κατά λογική προέκταση τις αναφερόμενες κατά γενικό τρόπο εργασίες μαζί με τα αποχωρητήρια με τις αναφορές του ΜΚ γύρω από το ζήτημα αυτό επαληθεύοντας έτσι την ορθότητα τους. Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να αποδώσει στο Τεκμήριο 3 τη βαρύτητα που του αναλογεί. Παράλληλα, προκύπτει από το περιεχόμενο του πιο πάνω τεκμηρίου ότι οι εργασίες εκτελέστηκαν σε προγενέστερο στάδιο από την περίοδο που ο μάρτυρας αναφέρει στην κατάθεση του, χωρίς όμως το Δικαστήριο να έχει σαφή στοιχεία που να το οδηγούν σε ασφαλή εύρημα ως προς το πότε ακριβώς οι εργασίες αυτές εκτελέστηκαν, οι οποίες όμως εν πάσει περιπτώσει εκτελέστηκαν πριν από τις 15.11.07. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου υποστηρίζεται μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7. Το εν λόγω έγγραφο είναι μέρος των δικογράφων που κατατέθηκαν στην αίτηση Κ61/2007 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων με διάδικους τον κατηγορούμενο 1 ως αιτητή και την παραπονούμενη εταιρεία καθ' ων η αίτηση. Το έγγραφο αυτό, το οποίο ετοιμάστηκε και καταχωρήθηκε στις 29.10.07, δηλαδή πριν από την επίδικη περίοδο στην οποία αναφέρεται το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης ως χρόνος διάπραξης του αδικήματος της εκτέλεσης προσθηκών, μετατροπών και επεμβάσεων στο υποστατικό (κατηγορία 1) από τον δικηγόρο της παραπονούμενης εταιρείας με οδηγίες αυτής, αναφέρει στην παράγραφο 13 αυτού την εκτέλεση διαφόρων εργασιών ιδίων με αυτών που περιγράφονται στο παρόν κατηγορητήριο. Επομένως, προκύπτει πως οι προσθήκες, μετατροπές και επεμβάσεις οι οποίες αναφέρονται στο παρόν κατηγορητήριο έγιναν προγενέστερα της χρονικής περιόδου που δηλώνεται σ' αυτό. Επίσης, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη θέση του ΜΚ ότι ήταν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 που εκτέλεσαν τις προαναφερόμενες εργασίες χωρίς τις υπηρεσίες άλλων ατόμων. Ο μάρτυρας δεν ανάφερε κατά πόσο ο ίδιος είδε τους κατηγορουμένους 2 και 3 να εκτελούν τις εν λόγω εργασίες ή οποιοσδήποτε άλλος από τον οποίον έτυχε ενημέρωση. Στην ουσία δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε πληροφορία που να δικαιολογεί τη θέση του αυτή. Συνεπώς, η απουσία επαρκούς εξήγησης από το μάρτυρα που να στηρίζει τη θέση του αυτή δεν αφήνει περιθώρια στο Δικαστήριο για να την αποδεκτεί. Κοιτάζοντας το Τεκμήριο 4, το οποίο κατατέθηκε και αυτό στα πλαίσια της μαρτυρίας του ΜΚ, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει κατά πόσο η έγχρωμη φωτογραφία απεικονίζει αποθήκη ως είναι η θέση του εν λόγω μάρτυρα καθότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο που να συνηγορεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Συνεπώς, καμία βαρύτητα προσδίδεται σ' αυτό. Ο ΜΥ1, κατηγορούμενος 1, δεν έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήλθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό όχι να εξιστορήσει αυτά που πραγματικά συνέβησαν αλλά για να προωθήσει και εξυπηρετήσει τη δική του εκδοχή έχοντας συμφέρον από την υπόθεση αυτή ως άμεσα ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης εκδήλωσε από τη θέση του κατηγορούμενου εριστική συμπεριφορά. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του ΜΚ ο κατηγορούμενος 1 σε διάφορες περιπτώσεις γελούσε και σχολίαζε τις απαντήσεις του μάρτυρα σε βαθμό που ανάγκασε το Δικαστήριο να παρέμβει και να αποκαταστήσει την τάξη προβαίνοντες στις δέουσες συστάσεις και παρατηρήσεις. Ο ΜΥ1 ενώ από τη μια αναφέρει ότι από το 1982 μέχρι σήμερα προέβηκε σε διακοσμήσεις και εργασίες συντήρησης, στήριξης καθώς και σε έργα που αφορούσαν την ασφαλή λειτουργία του υποστατικού στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε δηλώνοντας πως εκτελέστηκαν εργασίες που οδήγησαν σε αλλαγή χρήσης του υποστατικού σε μπαρ επικαλούμενος για να δικαιολογήσει τη θέση του το Τεκμήριο 5. Το Τεκμήριο 5 όμως είναι ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο που εκπονήθηκε από αρχιτέκτονα ο οποίος δεν κλήθηκε από μέρους της υπεράσπισης για να καταθέσει επί του περιεχομένου του. Ως εμπειρογνώμονας και σχεδιαστής του εγγράφου η παρουσία του ήταν αναγκαία για να εξηγήσει από τεχνικής πλευράς το περιεχόμενο του σχεδίου αλλά και να διευκρινίσει κατά πόσο αυτό αποτυπώνει την κατάσταση του υποστατικού πριν από την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας ή αποτυπώνει την κατάσταση του υποστατικού που δημιουργήθηκε μετά την αποπεράτωση όλων των εργασιών που ο ΜΥ1 ισχυρίζεται ότι εκτέλεσε ή απλώς απεικονίζει οποιεσδήποτε προτεινόμενες μελλοντικές πρόνοιες που θα γίνονταν στο υποστατικό στα πλαίσια αλλαγής χρήσης του υποστατικού σε μπαρ και για τις οποίες θα ζητείτο η άδεια από την αρμόδια αρχή θέτοντας έτσι εις γνώση της τις προτεινόμενες αλλαγές. Με αυτούς τους περιορισμούς το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση από μόνο του να προβεί σε τέτοιου είδους συγκρίσεις με σκοπό την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων αλλά ούτε και τέθηκε το κατάλληλο υπόβαθρο για κάτι τέτοιο. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν αποδίδει οποιαδήποτε βαρύτητα στο Τεκμήριο 5. Περαιτέρω, ενώ ο μάρτυρας γνωρίζει ότι για την ανέγερση των δύο αποχωρητηρίων, που παραδέχεται ότι κατασκεύασε, απαιτείτο η εκ των προτέρων εξασφάλιση άδεια οικοδομής καθώς και μεταγενέστερα η έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή, προσπαθεί να υποβαθμίσει τη σημασία αυτών λέγοντας πως αυτά εγκρίθηκαν κατόπιν εξέτασης τους από το Δήμο Λεμεσού. Ωστόσο ο κατηγορούμενος 1 δεν αποκαλύπτει λεπτομέρειες σχετικά με το θέμα αυτό. Αναμενόταν από το μάρτυρα να πει στο Δικαστήριο πότε, πως και από ποιον λειτουργό του Δήμου Λεμεσού αυτό έγινε. Ούτε και εξήγησε τι αποτέλεσμα είχε η έγκριση των αποχωρητηρίων από το Δήμο Λεμεσού. Αναμενόταν ακόμη από τον κατηγορούμενο 1 να αποκαλύψει στο Δικαστήριο από που γνωρίζει ότι ο Δήμος Λεμεσού προέβηκε σε μια τέτοια ενέργεια. Ήταν επίσης λογικό και φυσιολογικό πως από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος 1 βρισκόταν σε τροχιά σύγκρουσης με την παραπονούμενη εταιρεία να ζητούσε να έχει γραπτώς την έγκριση αυτή από το Δήμο Λεμεσού, ιδιαίτερα λόγω της ύπαρξης του Τεκμηρίου 3 που ήταν εις γνώση του εν λόγω κατηγορούμενου. Επίσης, ο εν λόγω μάρτυρας παρέλειψε να εξηγήσει για ποιο λόγο τότε, εφόσον ο Δήμος Λεμεσού έγκρινε την ανέγερση, κατοχή και χρήση των αποχωρητηρίων, δεν έκδωσε σχετική άδεια οικοδομής και πιστοποιητικό τελικής έγκρισης σε σχέση με αυτά. Εάν σκοπός του Δήμου Λεμεσού δεν ήταν να εκδώσει άδεια οικοδομής και πιστοποιητικό τελικής έγκρισης για τα αποχωρητήρια τότε προς τι η εξέταση και έγκριση τους; Τι και ποιον θα εξυπηρετούσε κάτι τέτοιο; Εύλογα ερωτήματα που παρέμειναν αναπάντητα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια του ο κατηγορούμενος 1 να δείξει και να πείσει ότι δεν έχει οποιαδήποτε ευθύνη στο θέμα των αποχωρητηρίων ισχυρίζεται πως στην ουσία επιδιόρθωσε υφιστάμενα αποχωρητήρια τα οποία τώρα εξυπηρετούν τρία υποστατικά. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός καταρρίπτεται από το Τεκμήριο 3 το οποίο κάνει αναφορά για ανέγερση δύο αποχωρητηρίων και όχι απλώς για επιδιόρθωση σε υφιστάμενα, ως λανθασμένα είναι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου 1, για τα οποία απαιτείται η εκ των προτέρων εξασφάλιση άδεια οικοδομής και η μεταγενέστερη έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης από το Δήμο Λεμεσού. Το εάν τα αποχωρητήρια εξυπηρετούν τρία υποστατικά, στοιχείο το οποίο εκλαμβάνεται ότι βρίσκονται σε χώρο εξωτερικά του επίδικου υποστατικού, δεν σημαίνει ότι αυτός που έδωσε οδηγίες για την ανέγερση τους δεν έχει και την ευθύνη για υλοποίηση τους σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία. Πέραν αυτού, ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου 1 έρχεται σε αντίθεση με το Τεκμήριο 8 που ο ίδιος κατάθεσε και μέσα από το οποίο προκύπτει πως τα αποχωρητήρια ανεγέρθηκαν για τις ανάγκες μόνο του επίδικου υποστατικού. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 6 και σελίδα 3 του εν λόγω τεκμηρίου ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει ότι έλαβε την άδεια και έγκριση της πρώην ιδιοκτήτριας του κτιρίου να μετατρέψει το επίδικο υποστατικό σε λειτουργήσιμο μπαρ και μία από τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε στα πλαίσια υλοποίησης του σκοπού αυτού ήταν η ανέγερση αποχωρητηρίων ανδρών και γυναικών στην αυλή πίσω από το επίδικο υποστατικό, πράγμα που είναι αντιφατικό και συνάμα συγκρούεται εκ διαμέτρου με την προηγούμενη τοποθέτηση του ΜΥ1 περί ταυτόχρονης εξυπηρέτησης αναγκών τριών υποστατικών. Πέραν αυτού, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου 1 ότι επιδιορθώθηκαν υφιστάμενα αποχωρητήρια καταρρίπτεται από το Τεκμήριο 8 που ο ίδιος κατάθεσε. Το εν λόγω έγγραφο είναι μέρος των δικογράφων που κατατέθηκαν στην αίτηση Κ61/2007 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων με διάδικους τον κατηγορούμενο 1 ως αιτητή και την παραπονούμενη εταιρεία καθ' ων η αίτηση. Το έγγραφο αυτό ετοιμάστηκε και καταχωρήθηκε στις 07.11.07 από τον τότε δικηγόρο του κατηγορουμένου 1 με οδηγίες του τελευταίου. Στην παράγραφο 6 και σελίδα 3 του εγγράφου αυτού ο ίδιος ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει πως το επίδικο υποστατικό που αρχικά ήταν κατάστημα δεν διέθετε αποχωρητήριο αλλά με την άδεια της πρώην ιδιοκτήτριας του κτιρίου, ανάμεσα σ' άλλα, ανήγειρε αποχωρητήρια ανδρών και γυναικών στην αυλή πίσω από το επίδικο υποστατικό. Ταυτόχρονα, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 ενισχύει τη θέση της παραπονούμενης εταιρείας στο θέμα αυτό. Μέσα από το προαναφερόμενο τεκμήριο ο κατηγορούμενος 1 δηλώνει, μεταξύ άλλων, ότι κάλυψε τα πατώματα των δύο δωματίων του επίδικου υποστατικού με τσιμέντο και ακολούθως και των τριών αυτού με μάρμαρο και ρίνισε την πόρτα για να ανταποκρίνεται στο νέο ύψος του δαπέδου, στοιχείο το οποίο διαψεύδει τη θέση του εν λόγω κατηγορουμένου, όπως αυτή εκφράστηκε προφορικώς στην μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία ήταν ότι απλώς έστρωσε τσιμέντο στο δάπεδο των δωματίων του επίδικου υποστατικού αρνούμενος έτσι την τοποθέτηση μαρμάρων, την υπερύψωση του δαπέδου καθώς και την αποκοπή φύλλων της κυρίας εισόδου έτσι ώστε αυτή να μπορεί να ανοιγοκλείνει, ως ήταν η θέση της παραπονούμενης εταιρείας. Ταυτόχρονα, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 επαληθεύει τη θέση της παραπονούμενης εταιρείας σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Εξάλλου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση του Δήμου Λεμεσού, όπως αυτό έγινε μέσα από το Τεκμήριο 6 το οποίο το Δικαστήριο αποδέχεται ως αληθές, εκδηλώνοντας προθυμία συμμόρφωσης με τις υποδείξεις της αρμόδιας αρχής για τη σωστή αποκατάσταση του επίδικου υποστατικού είναι στοιχείο αναγνώρισης από μέρους του εν λόγω μάρτυρα ότι οι ενέργειες του κάθε άλλο παρά νόμιμες είναι. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν ουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία του κατηγορουμένου 1 οι οποίες έπληξαν καίρια την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Ως αποτέλεσμα αυτού, το Δικαστήριο δεν θεωρεί τη μαρτυρία του κατηγορουμένου 1 ως αξιόπιστη και συνεπώς δεν την αποδέχεται. Αναφορικά με το Τεκμήριο 9 το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν περιέχει οτιδήποτε διαφωτιστικό για τα επίδικα θέματα και ως εκ τούτου καμία βαρύτητα αποδίδεται σ' αυτό. Ούτε ο ΜΥ2, κατηγορούμενος 2, έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Είναι προφανές ότι ήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό όχι να πει την αλήθεια αλλά να καταστρέψει την εκδοχή της παραπονούμενης εταιρείας. Ισχυρίστηκε πως ο ίδιος έλαβε τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 10 χωρίς να θυμάται πότε ακριβώς. Πιθανολογώντας όμως προσδιόρισε το χρόνο λήψης των φωτογραφιών πριν από 12 με 15 μήνες. Ο μάρτυρας αυτός ήλθε και κατάθεσε τις φωτογραφίες αυτές για να δείξει, ανάμεσα σ' άλλα, ότι ο ισχυρισμός τους ότι δεν τοποθέτησαν μάρμαρα στο δάπεδο και επομένως αυτό δεν ανυψώθηκε για να χρειαστεί να αποκόψουν μέρος της κυρίας εισόδου έτσι ώστε αυτή να μπορεί να ανοιγοκλείνει ευσταθεί. Επί τούτου υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες (κ), (λ), (μ) και (ν) του Τεκμηρίου 10 οι οποίες δείχνουν την ύπαρξη σκυροδέματος στο δάπεδο. Πέραν όμως από την απλή πιθανολογία από μέρους του κατηγορουμένου 2 στο χρόνο λήψης των φωτογραφιών, η οποία είναι αόριστη και δεν στηρίζεται σε κάποιο αδιαμφισβήτητο γεγονός, δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο που να κατευθύνει το Δικαστήριο προς αυτή την κατεύθυνση. Το κυριότερο όμως είναι ότι οι φωτογραφίες (κ), (λ), (μ) και (ν) του Τεκμηρίου 10 δεν αποτυπώνουν την τελική κατάσταση των δαπέδων του επίδικου υποστατικού καθότι μέσα από το Τεκμήριο 8 ημερομηνίας 07.11.07, το οποίο έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος 1 αποκαλύπτει ότι στα δύο δωμάτια του μπαρ τοποθετήθηκε σκυρόδεμα και στα τρία αυτού μάρμαρο και ακολούθως ρινίστηκε η πόρτα για να ανταποκρίνεται στο νέο ύψος του δαπέδου. Επομένως, το λιγότερο που μπορώ να πω είναι ότι η δήλωση του κατηγορουμένου 2 περί το χρόνο λήψης των φωτογραφιών του Τεκμηρίου 10 είναι αναληθής. Ως αποτέλεσμα αυτού, το Τεκμήριο 10 δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής. Αναληθής όμως φαίνεται να είναι και η δήλωση του κατηγορουμένου 2 ότι τα αποχωρητήρια που εξυπηρετούν το μπαρ είναι αυτά που απεικονίζονται μέσα από τις 4 φωτογραφίες του Τεκμηρίου 11. Βλέποντας την εσωτερική διαρρύθμιση αυτών, όπως αυτή αποκαλύπτεται μέσα από τη φωτογραφία (Β) του Τεκμηρίου 10, διαπιστώνω ότι αυτή δεν συμφωνεί με αυτή που παρουσιάζεται μέσα από το Τεκμήριο 5 με το οποίο οι κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν ότι αποτυπώνει την πραγματική κατάσταση του ισογείου του κτιρίου στο οποίο βρίσκεται το υποστατικό και τα αποχωρητήρια. Συγκεκριμένα, ενώ μέσα από το Τεκμήριο 5 φαίνονται δύο αποχωρητήρια τα οποία διαθέτουν από μία εξωτερική θύρα εισόδου στο χώρο καθώς και από μία εσωτερική θύρα η οποία διαχωρίζει το τμήμα της τουαλέτας με το χώρο του νεροχύτη, το Τεκμήριο 11 δείχνει ότι τα δύο αποχωρητήρια έχουν μόνο μία θύρα για να εισέλθει κάποιος σε αυτά με την τουαλέτα και τον νεροχύτη να μην διαχωρίζονται αλλά να βρίσκονται σε χώρο συγκριτικά μικρότερο με αυτό του Τεκμηρίου 5 ένεκα της διαφοράς του ανοίγματος της θύρας. Με άλλα λόγια το Τεκμήριο 5 έρχεται σε σύγκρουση με το Τεκμήριο 11, τα οποία κατατέθηκαν από τους κατηγορούμενους και αποτέλεσαν την υπερασπιστική γραμμή τους στο θέμα αυτό που κάθε άλλο σταθερή φαίνεται να είναι. Η υπερασπιστική γραμμή στο θέμα αυτό όχι μόνο δεν ήταν σταθερή αλλά αντίθετα ήταν αντιφατική. Επιπλέον των πιο πάνω, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η άρνηση του ΜΥ2 να αποκαλύψει ποιος είναι ο εργοδότης του και τι μισθό παίρνει, θέματα που άπτονταν της αξιοπιστίας του ως μάρτυρα. Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν είναι αξιόπιστη και ως εκ τούτου δεν την αποδέχεται. Υπενθυμίζεται ότι στο Τεκμήριο 5 δεν αποδόθηκε οποιαδήποτε βαρύτητα για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Την ίδια τύχη έχει και το Τεκμήριο 11 καθότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο που να κατευθύνει το Δικαστήριο ως προς το πότε ακριβώς λήφθηκαν οι φωτογραφίες του τεκμηρίου αυτού, πέραν της μαρτυρίας του ΜΥ2 η οποία δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν αποδίδει οποιαδήποτε βαρύτητα στο Τεκμήριο 11. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και έγινε αποδεχτή, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής, τα παραδεχτά γεγονότα καθώς επίσης λαμβάνοντας υπόψη μου και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Η παραπονούμενη εταιρεία είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αρ. εγγραφής 2/60299, τεμάχιο υπ' αριθμό 640 και 641, Φύλλο/Σχέδιο 54/580603, ενορία Αγία Νάπα το οποίο βρίσκεται στην οδό Ελένη Παλαιολογίνας 1 και Αγίου Ανδρέου στη Λεμεσό. Ανέλαβε την ιδιοκτησία του ακινήτου το 1998 στο οποίο ακίνητο ανήκει και το επίδικο υποστατικό. Ο κατηγορούμενος 1 είναι ο ενοικιαστής του επίδικου υποστατικού. Ο κατηγορούμενος 1 σε ημερομηνία προγενέστερη τις 15.11.07 προχώρησε στην εκτέλεση των πιο κάτω προσθηκών, μετατροπών και επεμβάσεων στο επίδικο υποστατικό με σκοπό την αλλαγή χρήσης του από κατάστημα που αρχικά ήταν σε μπαρ: (α) Αφαίρεση ανοίγματος παραθύρου από τη βόρεια πλευρά του κτιρίου. (β) Δημιουργία ανοίγματος θύρας και ταυτόχρονα αφαίρεση άλλου ανοίγματος θύρας στη βόρεια πλευρά του κτιρίου. (γ) Τοποθέτηση σκυροδέματος και μαρμάρων στο δάπεδο εσωτερικά του υποστατικού. (δ) Συνεπεία της τοποθέτηση σκυροδέματος και μαρμάρων το δάπεδο υπερυψώθηκε με αποτέλεσμα να αποκοπούν τα εκατέρωθεν φύλλα της κυρίας εισόδου και έτσι αυτή να ανοιγοκλείνει με τη βοήθεια λάμας. (ε) Το ταβάνι καλύφτηκε με ξύλινες γυψοσανίδες. (ζ) Η είσοδος της ανώγεια κατοικίας αντικαταστάθηκε περισσότερο από τρεις φορές. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος 1 σε ημερομηνία προγενέστερη τις 15.11.07 ανέγειρε δύο αποχωρητήρια, ήτοι ένα ανδρών και ένα γυναικών, στην αυλή πίσω από το επίδικο υποστατικό τα οποία κατείχε και χρησιμοποιούσε και εξακολουθεί να κατέχει και χρησιμοποιεί αποκλειστικά και μόνο για τις ανάγκες του επίδικου υποστατικού, χωρίς μετά την αποπεράτωση τους και μέχρι σήμερα περιλαμβανομένου και της περιόδου μεταξύ 15.11.07 και 15.12.07 να εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από το Δήμο Λεμεσού, ως αρμόδια αρχή που ήταν και είναι. Τα εν λόγω αποχωρητήρια αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του επίδικου υποστατικού εξυπηρετώντας τη λειτουργία της επιχείρησης του κατηγορουμένου 1 η οποία στεγάζεται στο υποστατικό αυτό. Οι πιο πάνω εργασίες προκάλεσαν την αντίδραση του Δήμου Λεμεσού, ο οποίος με επιστολή του ημερομηνίας 03.12.01 ζήτησε την κατεδάφιση τους (Τεκμήριο 3). Ο κατηγορούμενος 1 τότε έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση της αρμόδιας αρχής εκδηλώνοντας προθυμία να συνεργαστεί μαζί της και να ακολουθήσει όλες τις υποδείξεις της για την ορθή αποκατάσταση του υποστατικού (Τεκμήριο 6). Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι στην πρώτη και τρίτη κατηγορία του κατηγορητηρίου. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της ανέγερσης οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή, ήτοι από το Δήμο Γερμασόγειας. Το άρθρο 2 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμος, Κεφ.96 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το οποίο αποτελεί το ερμηνευτικό πλαίσιο της νομοθεσίας αυτής, προσδιορίζει την έννοια της 'οικοδομής' ως: "οποιαδήποτε κατασκευή, είτε από λίθους, σκυρόδεμα, πηλό, σίδερο, ξύλο ή άλλη ύλη, και περιλαμβάνει οποιοδήποτε λάκκο και οποιοδήποτε θεμέλιο, τοίχο, στέγη, καπνοδόχο, βεράντα, εξώστη, κορωνίδα ή προεξοχή ή τμήμα οικοδομής, ή οποιοδήποτε πράγμα που είναι προσαρτημένο σε αυτή, ή οποιοδήποτε τοίχο, ανάχωμα, φράκτη, περίφραγμα ή άλλη κατασκευή που περικλείει ή οροθετεί ή έχει σκοπό να περικλείει ή να οροθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο." Με βάση το πιο πάνω λεκτικό, η έννοια της οικοδομής καλύπτει: (α) οποιαδήποτε κατασκευή είτε από σίδερο ή άλλη ύλη και (β) που περικλείει ή οροθετεί ή (γ) έχει σκοπό να περικλείει ή να οροθετεί (δ) οποιαδήποτε γη ή χώρο. Η υποχρέωση προσώπου να εξασφαλίσει άδεια από την αρμόδια αρχή προτού ανεγείρει οικοδομή ή να προβαίνει σε μετατροπές, προσθήκες ή επισκευές ή άλλου είδους επέμβασης σε υφιστάμενη οικοδομή αναγνωρίζεται και καθορίζεται από το άρθρο 3
(1)του Κεφ.96 μέσα από το οποίο διατυπώνονται τα εξής: "3.-
(1)Κανένα πρόσωπο δεν δύναται - .................. (β) να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή ή να κατεδαφίζει ή να ανοικοδομεί ή να προβαίνει σε μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση ή οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή. ................. χωρίς άδεια γι' αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή................................." Από το λεκτικό του άρθρου 3
(1)β) συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Η ανέγερση οικοδομής ή η μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε υφιστάμενη οικοδομή, και
  2. Η οικοδομή να είναι οικοδομή σύμφωνα με το Νόμο, και
  3. Η ανέγερση αυτή να γίνεται χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση άδειας οικοδομής από την αρμόδια αρχή. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.96, ο όρος 'προσθήκη', 'μετατροπή' ή επισκευή όταν χρησιμοποιείται σε αναφορά για οικοδομές σημαίνει οποιαδήποτε δομική μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή με την οποίαν οποιαδήποτε διάσταση τέτοιας οικοδομής μετατρέπεται, αλλά δεν περιλαμβάνει τα πιο κάτω: Στην προκειμένη περίπτωση αποτελούν, ανάμεσα σ' άλλα, ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος 1 προέβηκε σε συγκεκριμένες εργασίες, οι οποίες καθορίστηκαν πιο πάνω, προγενέστερα τις 15.11.07 για τις οποίες δεν εξασφαλίστηκε άδεια από την αρμόδια αρχή. Πρόκειται όλες για προσθήκες, μετατροπές και επισκευές στο υφιστάμενο υποστατικό. Σε σχέση με την τοποθέτηση μαρμάρων στο δάπεδο, την αποκοπή της κύριας εισόδου, την κάλυψη του ταβανιού με ξύλινες γυψοσανίδες και την αντικατάσταση εισόδου ανώγεια κατοικίας, ο εργασίες αυτές εκπίπτουν του πεδίου δράσης του άρθρου 3
(1)(β) του Κεφ.96 και περιλαμβάνονται στο σκοπό και τη σημασία των εξαιρέσεων των όρων προσθήκης, μετατροπές και επισκευές. Αναφορικά με τις αφαιρέσεις ανοιγμάτων θύρας και παραθύρου και κλείσιμο θύρας, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία που να επισημαίνει κατά πόσο πρόκειται για μία μόνιμη ή προσωρινή κατάσταση καθώς ούτε και παρέχονται λεπτομέρειες για τη μέθοδο εκτέλεσης και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν. Η κατηγορούσα αρχή είχε την ευθύνη να παρουσιάσει τέτοια στοιχεία στα πλαίσια απόδειξης της έννοιας του όρου επισκευή, μετατροπή ή προσθήκη και παράλληλα την τεκμηρίωση της ανάγκης εξασφάλισης άδειας οικοδομής για τις εν λόγω εργασίες. Κατά συνέπεια, δεν στοιχειοθετήθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στην πρώτη κατηγορία για οποιοδήποτε από τους κατηγορουμένους. Ακόμα όμως και να μην υπήρχαν οι πιο πάνω ελλείψεις και εξαιρέσεις, η πρώτη κατηγορία πάλι θα ήταν έκθετη σε απόρριψη λόγω πολλαπλότητας που εντοπίζεται στο κατηγορητήριο. Ειδικότερα, μέσα από τις λεπτομέρειες του πρώτου αδικήματος ξεπροβάλλουν ταυτόχρονα δύο κατηγορίες. Πρώτα το αδίκημα της εκτέλεσης προσθηκών, μετατροπών και επεμβάσεων στο εσωτερικό υφιστάμενου υποστατικού κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)(β) του Κεφ.96, το οποίο περιέχεται στην έκθεση του αδικήματος, ενώ στη συνέχεια αναδύεται και το ξεχωριστό αδίκημα της μετατροπής της εγκεκριμένης χρήσης του υποστατικού σε μπαρ χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(ε), 9
(1)(β)(viii) και 20
(3)(β) του Κεφ.96. Έχοντας υπόψη μου τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα[6], τυχόν μη απόρριψη της πρώτης κατηγορίας θα οδηγούσε σε παραπλάνηση των κατηγορουμένων ως προς την επ' ακριβώς διατύπωση της κατηγορίας που αντιμετωπίζουν ενώ παράλληλα θα δημιουργούσε δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων και συμφερόντων των κατηγορουμένων με ταυτόχρονη πρόκληση βλάβης στην υπεράσπιση τους αλλά και αδικίας εις βάρος τους. Το θέμα ανέγερσης των δύο αποχωρητηρίων διαφέρει από αυτό που ισχύει για τις πιο πάνω προσθήκες, μετατροπές και επισκευές. Η ανέγερση των αποχωρητηρίων εμπίπτει στην έννοια της ανέγερσης οικοδομής για την οποίαν απαιτείται η εκ των προτέρων εξασφάλιση άδειας οικοδομής από το Δήμο Λεμεσού καθώς και η έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή πριν από την κατοχή και χρήση τους. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 δικαιολογεί το εύρημα του Δικαστηρίου και θα οδηγούσε σε επιτυχή απόδειξη της πρώτης κατηγορίας εάν δεν υπήρχε το στοιχείο της πολλαπλότητας που εντοπίστηκε στις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας. Η παρουσία αυτού του παράγοντα όμως καταδικάζει αναπόφευκτα σε απόρριψη την πρώτη κατηγορία στο θέμα των αποχωρητηρίων εναντίον όλων των κατηγορουμένων. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι, ελλείψει των πιο πάνω δύο λόγων που οδηγούν την πρώτη κατηγορία σε απόρριψη, το γεγονός ότι οι προσθήκες, μετατροπές και η ανέγερση των αποχωρητηρίων έγιναν από τον κατηγορούμενο 1 σε χρόνο προγενέστερο του επιδίκου για το κατηγορητήριο δεν θα εμπόδιζε την επιτυχή απόδειξη της πρώτης κατηγορίας αφού ο χρόνος που σημειώνεται στο κατηγορητήριο ως ουσιώδες είναι η περίοδος 15.11.07 μέχρι 15.12.07, η οποία ούτως ή άλλως είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας έναρξης των εργασιών για τις οποίες θα απαιτείτο η εξασφάλιση άδειας οικοδομής από το Δήμο Λεμεσού. Μέσα από τη νομολογία έχει τονιστεί πως το αδίκημα της ανέγερσης χωρίς την εξασφάλιση άδειας οικοδομής είναι συνεχούς φύσεως με το χρόνο διάπραξης του αδικήματος αυτού να μπορεί να προσδιοριστεί στο κατηγορητήριο σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη ημερομηνία από την έναρξη των οικοδομικών εργασιών και μετά. Σχετική επί του θέματος αυτού που υποστηρίζει το πιο πάνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι η υπόθεση Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ v. Δήμου Λεμεσού
(1994)2 Α.Α.Δ. 145. Η τρίτη κατηγορία αφορά ότι μεταξύ της χρονική περιόδου 15.11.07 και 15.12.07 οι κατηγορούμενοι κατείχαν και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να κατέχουν και να χρησιμοποιούν το επίδικο υποστατικό χωρίς να έχουν εξασφαλίσει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή. Η υποχρέωση προσώπου να εξασφαλίσει πιστοποιητικό εγκρίσεως από την αρμόδια αρχή προτού κατέχει ή χρησιμοποιεί οικοδομή διέπεται από το άρθρο 10
(1)του Κεφ.96 μέσα από το οποίο υπαγορεύονται τ' ακόλουθα: "10.-
(1)Κανένα πρόσωπο δεν κατέχει ή χρησιμοποιεί, . οποιαδήποτε οικοδομή, εκτός αν και μέχρις ότου εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή σε σχέση με αυτή, ανεξάρτητα αν χορηγήθηκε άδεια για τέτοια οικοδομή δυνάμει του άρθρου 3." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του προαναφερόμενου αδικήματος είναι τα εξής: (α) Ο κατηγορούμενος να κατέχει ή να χρησιμοποιεί (β) οικοδομή (γ) πριν από την έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης (δ) από την αρμόδια αρχή. Έχει καθιερωθεί μέσα από την κυπριακή νομολογία ότι το εν λόγω αδίκημα διαπράττεται ανεξάρτητα από το αν είχε χορηγηθεί άδεια για ανέγερση της οικοδομής. Σχετική επ' αυτού είναι η υπόθεση Δήμος Λεμεσού ν. Δ. Νικολάου & Υιοί Λτδ κ.α.
(2007)2 Α.Α.Δ. 1 στην οποίαν επισημάνθηκε ότι όχι μόνο δεν τίθεται τέτοιος περιορισμός μέσα από το λεκτικό των άρθρων 10
(1)και 20
(3)του Κεφ.96 αλλά αντίθετα δεν συνδέει τη δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων κατεδάφισης με την μη ύπαρξη άδειας οικοδομής, καθιστώντας έτσι άσχετο παράγοντα την ύπαρξη τέτοιας άδειας. Στην υπόθεση Milan Garaca και άλλη v. Θεόδωρου (Δώρου) Γ. Τάκκα
(2007)2 Α.Α.Δ. 165 αποφασίστηκε ότι το αδίκημα της κατοχής υποστατικών χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης είναι συνεχιζόμενο αδίκημα. Επίσης, υποδείχτηκε εκ νέου ότι η ύπαρξη άδειας οικοδομής είναι άσχετος παράγοντας με το κατά πόσο θα διαταχθεί η κατεδάφιση υποστατικών που κατέχονται πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Στην ίδια υπόθεση τονίστηκε ακόμη ότι το γεγονός ότι μόνο ο ιδιοκτήτης μπορεί να υποβάλει αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης και οι εφεσείοντες-κατηγορούμενοι δεν μπορούσαν να κάμουν κάτι τέτοιο, δεν στερεί το Δικαστήριο του δικαιώματος να διατάξει και τους κατόχους υποστατικών να τα κατεδαφίσουν. Επίσης, στην υπόθεση Έπαρχος Πάφου v. Κώστα Ηλιάδη κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 231 τονίστηκε ότι η ύπαρξη πιστοποιητικού έγκρισης συναρτάται πάντα με την κατοχή ή χρήση των υποστατικών και όχι με την ανέγερση τους. Περαιτέρω, στην υπόθεση Παπαδόπουλος v. Δήμου Μέσα Γειτονιάς
(1991)2 Α.Α.Δ. 289 αποφασίστηκε ότι η παράλειψη εξασφάλισης πιστοποιητικού έγκρισης από την αρμόδια αρχή καθιστά την κατοχή και χρήση υποστατικών παράνομη ενέργεια. Στη δε υπόθεση Μάριος Ανδρέα Σωφρονίου Λτδ v. Δήμου Στροβόλου
(1991)2 Α.Α.Δ.369 όπου η εφεσείουσα κρίθηκε ένοχη στο αδίκημα της ανοχής χρησιμοποίησης οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή αποφασίστηκε πως με την επίκληση της περί ενοικιοστασίου νομοθεσίας δεν μπορεί ένας ενοικιαστής να εξασφαλίσει προστασία με αποτέλεσμα τη διαιώνιση κατοχής του υποστατικού που κτίσθηκε παράνομα ούτε και η υποχρέωση συμμόρφωσης προς το νόμο μπορεί να τελεί κάτω από την αίρεση της συγκατάθεσης των ενοικιαστών που αναπόφευκτα χρησιμοποιούν τέτοιο υποστατικό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει ήδη προαναφερθεί, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με βάση την υφιστάμενη νομολογία[7] η ανέγερση των δύο αποχωρητηρίων εμπίπτει στην έννοια της οικοδομής που δίδεται μέσα από το Κεφ.
  1. Πρόκειται για μία μόνιμη κατασκευή με τη χρήση οικοδομικών υλικών, η οποία περικλείει χώρο. Αυτό δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγορουμένους. Αποτελούν επίσης ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος 1 κατείχε και χρησιμοποιούσε τα εν λόγω αποχωρητήρια αποκλειστικά και μόνο για τις ανάγκες της επιχείρησης του χωρίς να έχει εκ των προτέρων εξασφαλίσει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από το Δήμο Λεμεσού. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι από τις 15.11.07 μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος 1 εξακολουθεί να κατέχει και να χρησιμοποιεί τα αποχωρητήρια αυτά αποκλειστικά και μόνο για τις ανάγκες του επίδικου υποστατικού χωρίς να διαθέτει εκδομένο πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή. Στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι από της ανεγέρσεως τους μέχρι σήμερα τα αποχωρητήρια αποτελούσαν και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του επίδικου υποστατικού εξυπηρετώντας τη λειτουργία της επιχείρησης του κατηγορουμένου 1 η οποία στεγάζεται στο υποστατικό αυτό. Το ότι δεν εκδόθηκε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγορουμένους και ως εκ τούτου παρέμεινε αναντίλεκτο γεγονός. Το ότι η αρμόδια αρχή υπεύθυνη για την έκδοση τέτοιου πιστοποιητικού είναι ο Δήμος Λεμεσού επίσης δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγορουμένους με αποτέλεσμα να παραμείνει και αυτό αναντίλεκτο γεγονός. Σε σχέση με τους κατηγορουμένους 2 και 3 είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι είναι συνεργάτες του κατηγορουμένου 1 και όλοι μαζί κατέχουν το επίδικο υποστατικό. Ωστόσο προς απόδειξη της θέσης αυτής κανένα στοιχείο δεν τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου για να αξιολογηθεί, πράγμα που υπό τις περιστάσεις ήταν επιβεβλημένο αν αναλογιστεί κάποιος πως οι κατηγορούμενοι μέσα από τη μαρτυρία των κατηγορουμένων 1 και 2 αμφισβητούν έντονα κάτι τέτοιο. Ζωτικής σημασίας στοιχεία όπως ποιος διαχειρίζεται το υποστατικό, ποιος πληρώνει τα τέλη των κοινωνικών ασφαλίσεων τους, σε ποιο είναι υπόλογοι της εργασίας τους, σε ποιον δίνουν και από ποιον λαμβάνουν οδηγίες για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ποιος λαμβάνει αποφάσεις για την καθημερινή λειτουργία της επιχείρησης απουσιάζουν από τη μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Το ότι ακόμη τα ονόματα των κατηγορουμένων 2 και 3 αναγράφονταν στην άδεια πώλησης ποτού στο μπαρ δεν τους κατατάσσει αυτόματα στην κατηγορία των κατόχων του υποστατικού. Μπροστά σ' ένα τέτοιο σοβαρό ισχυρισμό αναμενόταν από την κατηγορούσα αρχή, η οποία έχει το βάρος απόδειξης, να προβάλει πειστικά στοιχεία που να τεκμηριώνει τη σχέση των κατηγορουμένων 2 και 3 με τον κατηγορούμενο
  2. Η λέξη 'συνεργάτης' που η κατηγορούσα αρχή προέβαλε για να δείξει τη σχέση των κατηγορουμένων 2 και 3 με τον κατηγορούμενο 1 επιδέχεται διάφορες ερμηνείες. Σύμφωνα με το ελληνικό ερμηνευτικό 'Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας' του Γ. Μπαμπινιώτη, Β' Έκδοση και ειδικότερα στη σελίδα 1703 αυτού παρέχονται διάφορες ερμηνείες του όρου 'συνεργάτης'. Μεταξύ άλλων, συνεργάτης είναι πρόσωπο που εργάζεται μαζί με άλλον επί ίσοις όροις, είναι πρόσωπο που εργάζεται για λογαριασμό κάποιου άλλου ως υφιστάμενος του, είναι πρόσωπο που προσφέρει υπηρεσίες σε κάποιο άλλο. Συνεργάτης μπορεί ακόμη να είναι ένας συνέταιρος, μπορεί όμως να είναι κάποιος με διαφορετική εργασία αλλά σε κάποιο βαθμό να συνεργάζεται με κάποιο άλλο άτομο όπως η μορφή συνεργασίας που λαμβάνει η σχέση ενός εργολάβου με κάποιο πωλητή οικοδομικών υλικών. Συνεπώς, η έλλειψη των αναγκαίων εχεγγύων καθιστά αδύνατη την αποδοχή της θέσης ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατείχαν ή χρησιμοποιούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου το επίδικο υποστατικό περιλαμβανομένου και των αποχωρητηρίων τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του επίδικου υποστατικού και κατ' επέκταση της επιχείρησης του κατηγορουμένου 1 που στεγάζεται και λειτουργεί στο μπαρ. Ούτε και προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να τεκμηριώνει τη θέση της κατηγορούσας αρχής ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 υπενοικιάζουν το επίδικο υποστατικό από τον κατηγορούμενο 1 ο οποίος παραμένει ως ο αρχικός ενοικιαστής. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά τον ουσιώδη για το κατηγορητήριο χρόνο οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν κατείχαν ή χρησιμοποιούσαν αλλά ούτε και σήμερα κατέχουν ή χρησιμοποιούν το επίδικο υποστατικό περιλαμβανομένων των αποχωρητηρίων. Περαιτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά τον ουσιώδη για το κατηγορητήριο χρόνο οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν ήταν αλλά ούτε και είναι υπενοικιαστές του επίδικου υποστατικού. Η ανάγκη και ταυτόχρονα η σημασία απόκτησης πιστοποιητικού εγκρίσεως πριν από την κατοχή και χρήση των αποχωρητηρίων έγκειται στην εξασφάλιση της ασφαλούς, από κατασκευαστικής άποψης, χρήσης τους από τους θαμώνες του επίδικου υποστατικού, η οποία επιτυγχάνεται έμμεσα με τη διαβεβαίωση και διασφάλιση ότι οι εν λόγω χώροι θα είναι ασφαλείς για κατοχή και χρήση μέσω της απόκτησης τέτοιου πιστοποιητικού. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν απέδειξε την πρώτη κατηγορία αναφορικά με όλους τους κατηγορουμένους, οι οποίοι αθωώνονται και απαλλάσσονται σ' αυτή. Σχετικά με την τρίτη κατηγορία η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον μόνο του κατηγορουμένου 1, ο οποίος κρίνεται ένοχος σ' αυτή. Οι δε κατηγορούμενοι 2 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται στην τρίτη κατηγορία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ιδιωτικές Ποινικές/Παράνομη Ανέγερση/Κατοχή και χρήση οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισηςΚεφ.96/ Τελική Απόφαση [1] Το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820 [2] Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256 [3] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320 [4] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 8.2.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [5] Grant v Spathwestern and County Properties Ltd
(1974)2 All E.R. 465 [6] Panteli v. District Labour Officer of Famagusta
(1985)2 CLR 205, Karasamanis v. Police
(1986)2 CLR 229, Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14 και Χατζηφόραδος & Υιοί Λτδ v. Δήμου Λάρνακος
(1995)2 ΑΑΔ 167, Araouzos and Son v. Police
(1980)2 CLR 131 άρθρο 39(α) και (β) Κεφ.155, νομικό σύγγραμμα "Criminal Procedure in Cyprus" των κ.κ. Λοΐζου και Πική σελ.52, άρθρα 12
(5)(α) και 30
(3)(α) του Συντάγματος [7] Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου v. Δήμου Αγλαντζιάς
(2006)2 Α.Α.Δ. 291, Κυπριανού v. Δήμου Στροβόλου
(1992)2 Α.Α.Δ. 344, South Wales Aluminium Co Ltd v. Assessment Committee for the Neath Assessment Area
(1943)2 All E R 587, Tsiolis v. The District Officer Nicosia
(1982)2 C.L.R. 11, Municipality of Nicosia v. Solomonides and another
(1984)2 CLR 451, The London County Council v. Tann
(1954)1 All E R 389, Μηλιδώνη ν. Έπαρχου Λευκωσίας
(1998)2 Α.Α.Δ 384 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.