← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Tάσου Κυριάκου, Αρ. Υπόθεσης: 22060/09, 30/6/2011

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Tάσου Κυριάκου, Αρ. Υπόθεσης: 22060/09, 30/6/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B140 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22060/09 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Tάσου Κυριάκου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 30/6/2011 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Κληρίδου Για τον κατηγορούμενο: κ. Ν. Καλλής Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει διάφορες κατηγορίες κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 και συγκεκριμένα την κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α (1η Κατηγ.), της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο (2η Κατηγ.) και της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β (3η Κατηγ.). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 24/6/2007 στη Γεράσα της επαρχίας Λεμεσού, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α, δηλαδή 47,865 γραμμάρια κοκαίνης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας με σκοπό να τα προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα και είχε επίσης στην κατοχή του 25,8660 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη χωρίς επίσης την άδεια του Υπουργού Υγείας. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, ο αστυφ. 620 Μάριος Αρτεμίου (Μ.Κ.1) και ο αστυφ. 4063 Λάζαρος Αυγουστή (Μ.Κ.2), οι οποίοι και σύμφωνα και με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, κατέθεσαν τις γραπτές τους καταθέσεις, τις οποίες και υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης και στη συνέχεια αντεξετάσθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου. Μετά δε από την κλήση του τελευταίου σε απολογία, αυτός επέλεξε και προέβη στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση, χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. «Εντιμοτάτη παρά το ότι η προσωπική μου επιλογή ήταν να καταθέσω ενόρκως και να αντεξετασθώ όπως δήλωσα την προηγούμενη δικάσιμο, εντούτοις σεβόμενος την επιλογή και συμβουλή του δικηγόρου μου, θα προβώ σε δήλωση από το εδώλιο του κατηγορούμενου. Δηλώνω καθαρά ότι είμαι αθώος, γι΄αυτό και η αρχική μου απόφαση ήταν να καταθέσω ενόρκως. Εγώ αρκετές μέρες πριν εντοπιστούν τα ναρκωτικά στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΡΝ088 ήμουν άρρωστος και κλινήρης στην κατοικία μου. Το γεγονός ότι ήμουν άρρωστος το επιβεβαίωσαν και οι μάρτυρες κατηγορίας οι οποίοι την ίδια μέρα με μετέφεραν στο νοσοκομείο με 48 παλμούς στην καρδία μου, όπου έμεινα για ένα μήνα νοσηλευόμενος. Επιστημονικά δεν έχω συνδεθεί με τα ανευρεθέντα ναρκωτικά. Το αυτοκίνητο ήταν ξεκλείδωτο. Για την ίδια υπόθεση συνελήφθη και η γυναίκα μου η οποία δεν κατηγορήθηκε, χωρίς να γνωρίζουμε τον λόγο. Όσον αφορά τις ζυγαριές που βρέθηκαν στο σπίτι μου, είναι ζυγαριές που τις έχω πάρα πολλά χρόνια και τις χρησιμοποιώ τη μια για το ζύγισμα των φρούτων και άλλων προιόντων που παράγω και την άλλη για ζύγισμα φυτοφαρμάκων. Το αυτοκίνητο ΗΡΝ088 το χρησιμοποιούσαν αρκετά άτομα όμως για ευνόητους λόγους δεν μπορώ να αναφέρω ονόματα. Σας μιλώ ειλικρινά ότι είμαι αθώος. Αυτά». Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και ως Τεκμήρια 11 και 12 αντίστοιχα, κατατέθηκαν και το περιεχόμενο τους έγινε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του, έγγραφο με τα αποτελέσματα εξέτασης τεκμηρίων της Τασούλας Κοζάκου με συνημμένη έκθεση, ημερομηνίας 23/1/2008, καθώς και η έκθεση αρ. 3380-2007 του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου. Δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά ότι τα τεκμήρια που αναφέρονται στην έκθεση της Τασούλας Κοζάκου είναι αυτά που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια και ότι η διακίνηση τους έγινε με την ορθή και νόμιμη διαδικασία. Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα, είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Παρακολουθώντας τον Μ.Κ.1 να καταθέτει ενόρκως σχημάτισα γι΄ αυτόν πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρα της αλήθειας. Αυτός μαρτύρησε τα όσα περιήλθαν σε γνώση του κατά την άσκηση των καθηκόντων του, χωρίς σε καμία στιγμή να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να αλοιώσει τη θετική αυτή εντύπωση και γι΄ αυτό αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Ο Μ.Κ.2 παρά το ότι σε γενικές γραμμές μαρτύρησε την αλήθεια, θεωρώ ότι σε κάποια σημεία της μαρτυρίας επεδείκνυε μια τάση υπερβολής που καταδείκνυε και μια προσπάθεια για ενοχοποίηση του κατηγορούμενου, κάτι που πιθανόν να οφείλεται σε υπερβάλλοντα ζήλο. Μια τέτοια περίπτωση ήταν αυτή κατά την οποία ενώ δέχθηκε ότι ήταν παρών κατά την ανεύρεση στο σπίτι του κατηγορούμενου των δύο ζυγαριών ακριβείας και άκουσε τον κατηγορούμενο να παραδέχεται ότι αυτές είναι δικές του, επέμενε ότι δεν τον άκουσε να λέει ότι την μία έχει χρόνια που την έχει, ισχυριζόμενος αρχικά ότι δεν θυμόταν τι ακριβώς είπε ο κατηγορούμενος, στη συνέχεια λέγοντας ότι δεν άκουσε όλα όσα ο κατηγορούμενος ανέφερε και τέλος ότι δεν τον άκουσε να προβάλλει την ίδια στιγμή τον ισχυρισμό αυτό και ότι δυνατό τούτο, να το είπε αργότερα. Ενώ ο Μ.Κ.1 του οποίου η μαρτυρία έγινε πλήρως αποδεκτή δεν μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να ήταν κλινήρης όταν η αστυνομία πήγε στο σπίτι του, λέγοντας μάλιστα ότι ο τελευταίος και μετά τη σύλληψη του επισκέφθηκε το νοσοκομείο όπου και παρέμεινε για περίθαλψη, ο Μ.Κ.2 παρουσιάσθηκε αρχικά, απόλυτος ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που εισήλθαν στο σπίτι, ο τελευταίος, βρισκόταν στην είσοδο του σπιτιού του και ετοιμαζόταν να φύγει μαζί με τη σύζυγο του. Δέχθηκε όμως στη συνέχεια ότι ο κατηγορούμενος παρουσιάζει προβλήματα υγείας και ότι τη συγκεκριμένη μέρα αντιλήφθηκαν ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε ένα τέτοιο πρόβλημα, λέγοντας συγκεκριμένα ότι ο τελευταίος τους ανέφερε ότι δεν αισθάνεται καλά και ότι νοσηλεύθηκε για κάποιες μέρες. Ενώ ήταν το άτομο που άνοιξε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου για να το ερευνήσουν, δεν θυμόταν αν αυτό ήταν ξεκλείδωτο ή όχι. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης και ενώ αρχικά είπε ότι το αυτοκίνητο «έχει κουμπί που κλειδώνει και ξεκλειδώνει και με ένα κουμπί ανοίγει», σε ερώτηση που του υποβλήθηκε ευθύς αμέσως ότι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου δεν έχει το σύστημα «lock/unlock» διαφοροποίησε την απάντηση του λέγοντας κατά λέξη «δεν θυμάμαι, είπα ότι είναι πιθανό να έχει το σύστημα». Για όλους τους πιο πάνω λόγους από τη μαρτυρία του και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τη νομολογία, αποδέχομαι μόνο τα ακόλουθα σημεία. Ότι έλαβε μέρος στην παρακολούθηση και την έρευνα εντός της εξοχικής κατοικίας του κατηγορούμενου κατά τη διάρκεια της οποίας ο Μ.Κ.1 εντόπισε μέσα στο σπίτι δύο ζυγαριές ακριβείας. Ότι μαζί με τον Μ.Κ.1 διενήργησαν επίσης, έρευνα στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου με αριθμούς εγγραφής ΗΡΝ 088, όπου και ο ίδιος, βρήκε μέσα σε θήκη που βρίσκεται μεταξύ των μπροστινών καθισμάτων ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, περιτυλιγμένη μέσα σε νάυλον μεβράνη την οποία και παρέλαβε και την οποία όταν υπέδειξε στον κατηγορούμενο και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, αυτός ανέφερε ότι δεν την ξαναείδε. Ότι επίσης, εντόπισε εντός του αυτοκινήτου μέσα σε θήκη που βρίσκεται κάτω από το ραδιόφωνο στο ταμπλώ, πέντε ξεχωριστές νάυλον συσκευασίες που περιείχαν άσπρη σκόνη και για τις οποίες ο κατηγορούμενος όταν τον πληροφόρησε ότι πιθανόν να είναι κοκαίνη και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, απάντησε, «δεν ξαναείδα έτσι πράμα μέσα στο αυτοκίνητο μου». Τέλος δε, ότι κατηγορούμενος, παρουσιάζει προβλήματα υγείας και ότι τη συγκεκριμένη μέρα αντιλήφθηκαν ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε ένα τέτοιο πρόβλημα, ότι ο τελευταίος τους ανέφερε ότι δεν αισθάνεται καλά και ότι νοσηλεύθηκε για κάποιες μέρες. O κατηγορούμενος και όπως προαναφέρεται, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Η δήλωση αυτή έχει κάποια αξία, η οποία θα πρέπει να εξετασθεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια, που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (βλ. Ονησιφόρου v. The Police

(1987)2 CLR 261 και Ιωάννου & Συμιανός v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή κατάρριψη γεγονότων αλλά από το περιεχόμενο της μπορεί να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η ανώμοτη δήλωση (όπως και η σιωπή) σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλ. Τhemistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. The Rebublic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός μπορεί να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). H ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (βλ. Μαυρικίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 80/06, ημερ. 4/7/2007). Στην προκείμενη περίπτωση κάποια σημεία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου έχουν πράγματι πειστική αξία. Αυτά είναι ότι, το αυτοκίνητο του, ήταν ξεκλείδωτο κατά το χρόνο της έρευνας, ότι την ίδια μέρα ο κατηγορούμενος, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου και παρέμεινε κάποιο χρονικό διάστημα για παρακολούθηση και ότι αυτός δεν συνδέθηκε επιστημονικά με τα ανευρεθέντα ναρκωτικά. Το πρώτο στοιχείο από την ανώμοτη του δήλωση του κατηγορούμενου έχει πειστικό χαρακτήρα γιατί οι μάρτυρες κατηγορίας, δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσουν ότι το αυτοκίνητο ήταν πράγματι κλειδωμένο ενώ το δεύτερο συνάδει και με τη μαρτυρία των δύο μαρτύρων κατηγορίας που έχει γίνει αποδεκτή. Τέλος, ότι τα ναρκωτικά δεν συνδέθηκαν επιστημονικά με τον κατηγορούμενο, συνάδει πλήρως και με γεγονότα που έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά και για τους λόγους αυτούς δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτά. Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί που προέβαλε στα πλαίσια της ανώμοτης του δήλωσης δεν έχουν καθόλου πειστικό χαρακτήρα. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και των παραδεκτών γεγονότων καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 24/6/2007 μετά από πληροφορία και παρακολούθηση που ξεκίνησε στις 13.00 και μεταξύ των ωρών 18.00-18.50 αστυφύλακες, μέλη της ΥΚΑΝ Λεμεσού, μεταξύ των οποίων οι Μ.Κ.1 και 2, διενήργησαν έρευνα στην εξοχική κατοικία του κατηγορούμενου στην Γεράσα, στην παρουσία του ίδιου και της συζύγου του Μυριάνθης Κυριάκου. Η κατοικία βρίσκεται κτισμένη μέσα σε μεγάλη έκταση γης. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, εντοπίσθηκε πάνω σε τραπεζάκι στο ισόγειο μέρος της κατοικίας, μία ζυγαριά ακριβείας χρώματος μαύρου, μάρκας Τανίτα, μοντέλλο 1479V, μέσα στην θήκη της. Αφού αυτή παρελήφθη από τον Μ.Κ.1, ο τελευταίος την υπέδειξε στον κατηγορούμενο και τον πληροφόρησε ότι πιθανόν να την χρησιμοποιεί για να ζυγίζει ναρκωτικές ουσίες. Του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο κατηγορούμενος δέχθηκε ότι είναι δική του. Στη συνέχεια και στο ίδιο τραπεζάκι ο Μ.Κ.1 βρήκε μία μπεζ ζυγαριά ακριβείας μάρκας Τανίτα την οποία επίσης παρέλαβε. Όταν ο Μ.Κ.1, επέστησε την προσοχή του κατηγορούμενου στο νόμο, ο τελευταίος απάντησε και πάλι ότι είναι δική του και ότι έχει χρόνια που την έχει. Οι ζυγαριές κρατήθηκαν ως τεκμήρια. Ακολούθως ο Μ.Κ.1 μαζί με τον Μ.Κ.2 και πάλι στην παρουσία του κατηγορούμενου, ερεύνησαν το αυτοκίνητο του τελευταίου με αριθμούς εγγραφής ΗΡΝ088 το οποίο ήταν σταθμευμένο έξω από την κύρια είσοδο της εξοχικής κατοικίας και το οποίο κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης κανένα πρόσωπο δεν το πλησίασε. Κατά τη διάρκεια της έρευνας του αυτοκινήτου, ο Μ.Κ.2, βρήκε αρχικά σε θήκη μεταξύ των δύο μπροστινών καθισμάτων, μία συσκευασία από διαφανή νάυλον μεμβράνη εντός της οποίας υπήρχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης, την οποία και παρέλαβε ως τεκμήριο. O Μ.Κ.2 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι επρόκειτο για κάνναβη της οποίας η κατοχή και χρήση απαγορεύεται, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε «εν εξαναείδα έτσι πράμα». Αμέσως συνέλαβε τον κατηγορούμενο για αυτόφωρο αδίκημα και ο τελευταίος απάντησε «ξέρω το». Εντός του αυτοκινήτου εντοπίσθηκαν επίσης από τον Μ.Κ.2, σε θήκη πάνω στο ταμπλό κάτω από το ραδιόφωνο, πέντε ξεχωριστές συσκευασίες από διαφανές νάυλον, μέσα στις οποίες υπήρχε ποσότητα άσπρης σκόνης που ομοίαζε με κοκαίνη και τις οποίες παρέλαβε. Τις υπέδειξε στον κατηγορούμενο και τον πληροφόρησε ότι πιθανόν οι συσκευασίες αυτές να περιείχαν κοκαίνη, της οποίας επίσης η κατοχή και χρήση απαγορεύεται. Του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε «εν ξαναείδα έτσι πράμα μέσα στο αυτοκίνητο μου». Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης κανένα πρόσωπο δεν πλησίασε το αυτοκίνητο που βρισκόταν ξεκλείδωτο και σταθμευμένο έξω από την οικία του κατηγορούμενου. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας στο αυτοκίνητο ο Μ.Κ.2, παρέδωσε στον Μ.Κ.1 τα ανευρεθέντα τεκμήρια για συνέχιση των εξετάσεων. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας στην εξοχική κατοικία του κατηγορούμενου και μεταξύ των ωρών 19.20-19.50 ο Μ.Κ.1 μαζί με άλλους συναδέλφους του και στην παρουσία του κατηγορούμενου, διενήργησαν έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου στη Λεμεσό στην οδό Αρχαίων Σόλων 1 χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε παράνομο. Στις 20.35 της ίδιας μέρας και στο ίδιο μέρος λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο και με τη γραπτή συγκατάθεση του, δύο παρειακά επιχρίσματα με σκοπό τη σύγκριση τους με τα ανευρεθέντα τεκμήρια. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 έλαβε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση, στην οποία ο κατηγορούμενος σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν απαντούσε με την στερεότυπη φράση «ότι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο». Στη συνέχεια στις 22.25 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού ο Μ.Κ.1 και δυνάμει δικαστικού εντάλματος συνέλαβε τον κατηγορούμενο, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε «ότι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο». Για την ίδια υπόθεση συνελήφθη επίσης στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού και η σύζυγος του κατηγορούμενου, Μυριάνθη Κυριάκου, η οποία και αφού της επιστήθηκε η προσοχή της στο νόμο απάντησε επίσης «ότι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο». Την ίδια μέρα η Γ/Αστυφ. 4820 παρέδωσε στον Μ.Κ.1 παρειακά επιχρίσματα της Μυριάνθης Κυριάκου τα οποία ο Μ.Κ.1 κράτησε ως τεκμήρια. Η διακίνηση των τεκμηρίων έγινε με την ορθή και νόμιμη διαδικασία. Στις 22/3/2008 ο Μ.Κ.1 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και αυτός απάντησε και πάλι «ότι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο». Οι επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν κατέδειξαν ότι τα ανευρεθέντα ναρκωτικά είναι 47,865 γραμμάρια κοκαίνης και 25,8660 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Τα ναρκωτικά αυτά δεν συνδέθηκαν επιστημονικά με οποιοδήποτε πρόσωπο, ούτε και με τον κατηγορούμενο, καθότι η ποσότητα ανθρώπινου πυρηνικού γενετικού υλικού σε αυτά δεν ήταν τέτοια που να το επιτρέπει. Για απόδειξη και των τριών αδικημάτων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, θα πρέπει να αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της κατοχής, το οποίο εμπεριέχεται και στα τρία αυτά αδικήματα που προκύπτουν από τον Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο 29/77. Σε σχέση με το στοιχείο της κατοχής, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Σωτήρης Αθηνής v. Δημοκρατίας, 2008
(2)ΑΑΔ 256, στην οποία και υιοθετήθηκε αυτούσιο από το Ανώτατο Δικαστήριο, το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης του Κακουργιοδικείου. «Επειδή συμφωνούμε με τη νομική ανάλυση, με αναφορά μάλιστα στη νομολογία που κάνει επί του θέματος το Κακουργιοδικείο, θα την παραθέσουμε πάλιν αυτούσια: «Κατοχή στα πλαίσια του Νόμου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόσημη γνώση της φύσεως του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (Καΐμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211). Η έννοια της κατοχής έχει ευρύτητα τέτοια ούτως ώστε να καλύπτει και τις περιπτώσεις φύλαξης ναρκωτικών σε υποστατικό τρίτου, εφόσον ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχο τους. Ως εκ τούτου η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για στήριξη καταδίκης (Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, 416-417). Η έννοια του όρου «κατοχή», όπως την έχουμε ήδη διαγράψει, στηρίζεται και νομοθετικά από τη Διάταξη 2
(3)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 1977, Ν.29/77, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί: Αναφέρεται: «
(3)Δια τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, παν πρόσωπον θεωρείται ως έχον εν τη κατοχή αυτού οιαδήποτε αντικείμενα τελούντα υπό τον έλεγχον αυτού καίτοι ταύτα ευρίσκονται υπό την φύλαξιν ετέρου προσώπου.» Η νομολογία καθιστά δυνατή την εξ αποστάσεως εμπλοκή (R. v. Blake 68 Cr.R.1, R.v. Peaston 69 Cr.App.R.203 και Χαράλαμπου Χαραλάμπους [ανωτέρω]). Στην απόφαση Peaston το Αγγλικό Εφετείο υιοθέτησε τη θέση ότι αφού ο Εφεσείων είχε παραγγείλει τα ναρκωτικά από τον προμηθευτή και αυτά στάληκαν μέσω του ταχυδρομείου στη διεύθυνση που διέμενε, τότε ορθά θεωρήθηκε (από το πρωτόδικο Δικαστήριο) ότι τα ναρκωτικά ήταν στην κατοχή του από την στιγμή που εναποτέθηκαν από τον ταχυδρόμο μέσα στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού που διέμενε και στο οποίο σπίτι ο κατηγορούμενος ενοικίαζε ένα από τα πολλά δωμάτια που υπήρχαν.» Σε σχέση με το ζήτημα του φυσικού ελέγχου και σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 2
(3)του Ν. 29/77, πρόσωπο θεωρείται ότι έχει την κατοχή, όταν τα αντικείμενα τελούν υπό τον έλεγχο του έστω και εάν βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου προσώπου. Για την απόδειξη της γνώσης της φύσης του αντικειμένου και λόγω του ότι αυτή συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία που να την αποδεικνύει. Έτσι και κατά κανόνα η γνώση αυτή συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, ιδιαίτερα από τη σύνδεση και τις πράξεις του κατηγορούμενου σε σχέση με το παράνομο αντικείμενο (βλ. Queiss πιο πάνω και Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Συμπεραίνεται δηλαδή από περιστατική μαρτυρία, η οποία μπορεί να οδηγήσει εξίσου σε ασφαλές συμπέρασμα, κάποτε μάλιστα, με μεγαλύτερη ασφάλεια (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388). Με βάση τα πιο πάνω και εξετάζοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, κρίνεται ότι το συστατικό στοιχείο της κατοχής δεν έχει αποδειχθεί. Και αυτό γιατί ελλείπουν και τα δύο στοιχεία που την συνιστούν. Δεν αποδείχθηκε ούτε ότι ο κατηγορούμενος είχε τον φυσικό έλεγχο των ναρκωτικών, ούτε και ότι είχε και ταυτόσημη γνώση της φύσης των αντικειμένων. Η μαρτυρία που υπάρχει είναι ισχνή και εν πάση περιπτώσει όχι αρκετά ισχυρή για να αποδειχθεί το συστατικό αυτό στοιχείο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η προσκομισθείσα μαρτυρία κατέδειξε μόνο ότι τα ναρκωτικά βρίσκονταν στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο και ξεκλείδωτο, έξω από την εξοχική του κατοικία του στην Γεράσα και στην ανεύρεση στο σπίτι του, δύο ζυγαριών ακριβείας. Τίποτε άλλο δεν υπάρχει που να συνδέει τον κατηγορούμενο με τα αδικήματα που του καταλογίζονται, γεγονός που κατά την αντεξέταση του δέχθηκε και ο Μ.Κ.1. Δεν έχει διαφανεί από την προσκομισθείσα μαρτυρία εάν ο κατηγορούμενος είχε αποκλειστική χρήση του αυτοκινήτου ή εάν το χρησιμοποιούσε μαζί με άλλα πρόσωπα, ούτε ακόμα πότε ήταν η τελευταία φορά που αυτό θεάθηκε να χρησιμοποιείται και από ποιόν, έτσι ώστε να διαφανεί εάν ο κατηγορούμενος το χρησιμοποίησε αμέσως προηγουμένως πριν ανευρεθούν μέσα σε αυτό τα ναρκωτικά. Περαιτέρω και όπως διαφάνηκε το αυτοκίνητο κατά το χρόνο που τα μέλη της ΥΚΑΝ το ερεύνησαν, ήταν ξεκλείδωτο ενώ τις προηγούμενες ώρες κατά τις οποίες έλαβε χώρα η παρακολούθηση, κανένα πρόσωπο δεν το οδήγησε και ούτε καν το πλησίασε. Ούτε και η επιστημονική εξέταση που έγινε στα ναρκωτικά έχει συνδέσει τον κατηγορούμενο με αυτά. Ούτε βέβαια και η απάντηση που έδωσε ο κατηγορούμενος όταν ο Μ.Κ.2 τον συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκημα και μετά την ανεύρεση της κάνναβης στο αυτοκίνητο του, είναι δυνατό να οδηγήσει σε οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα. Και αυτό γιατί η απάντηση αυτή που έδωσε ο κατηγορούμενος μετά τη σύλληψη του, επιδέχεται πολλών ερμηνειών και με αυτή ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να εννοεί πολλά και διαφορετικά πράγματα. Η εξαγωγή όμως οποιοδήποτε συμπεράσματος θα ήταν αποτέλεσμα υποθέσεων και μόνο, κάτι το οποίο δεν επιτρέπεται. Ενόψει των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε με ασφάλεια να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είχε τον φυσικό έλεγχο των ναρκωτικών ουσιών, ούτε και ότι γνώριζε τη φύση τους. Δεν έχει περαιτέρω τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία για τυχόν πράξεις ή ενέργειές του, από τις οποίες θα μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι γνώριζε την ύπαρξη των ναρκωτικών ουσιών μέσα στο αυτοκίνητο και από τις οποίες θα μπορούσε να του αποδοθεί μια τέτοια γνώση. Η θέση δε του ιδίου που προέβαλε από την αρχή στην αστυνομία, ήταν στην ουσία ότι δεν είχε «κατοχή» με την έννοια τόσο του φυσικού ελέγχου όσο και της γνώσης της φύσης των ναρκωτικών αυτών. Πέραν των πιο πάνω το αυτοκίνητο πριν την έρευνα διαπιστώθηκε ότι ήταν ξεκλείδωτο ενώ δεν παρουσιάσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που με θετικό τρόπο να καταδεικνύει ότι τα ναρκωτικά βρίσκονταν πριν την έρευνα στην αποκλειστική κατοχή του κατηγορούμενου κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αυτός δεν μπορούσε παρά να γνώριζε το περιεχόμενο του. Όπως είναι νομολογημένο, η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνουν εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και τις τρείς κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις τρείς κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)............ Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.