← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Πρόδρομου Παναγή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3180/11, 1 Ιουλίου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Πρόδρομου Παναγή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3180/11, 1 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3180/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.

  1. Πρόδρομου Παναγή
  2. Singh Harbans Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 1 Ιουλίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Χ"Ιωάννου Κατηγορούμενος 1 παρών γι' αυτόν: κ. Ν. Καλλής Π Ο Ι Ν Η Ο πρώτος κατηγορούμενος, κατόπιν παραδοχής του, κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 14Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο πρώτος κατηγορούμενος, στις 6.2.2011, στη Λεμεσό, εργοδότησε τον δεύτερο κατηγορούμενο χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος αντιμετώπιζε τις κατηγορίες 2 και 3 που αφορούσαν τα αδικήματα της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς τη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και της παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του, στις οποίες παραδέχθηκε ενοχή και του έχει ήδη επιβληθεί ποινή. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα. Στις 6.2.2011 και περί ώρα 12.00, κατόπιν πληροφορίας, ο αστ. 329 Δ. Κωνσταντινίδης, της ΥΑΜ Λεμεσού, μετέβη μαζί με άλλο αστυνομικό, στο πλυντήριο αυτοκινήτων με την επωνυμία ELLINAS που βρίσκεται στη Λεωφόρο Φραγκλίνου Ρούσβελτ 93 στη Λεμεσό. Αφού έθεσαν το μέρος υπό παρακολούθηση, εντόπισαν ένα αλλοδαπό να ασχολείται με το σκούπισμα αυτοκινήτου με πετσί. Αφού τον πλησίασαν, του υπέδειξαν την αστυνομική τους ταυτότητα και του ζήτησαν τα στοιχεία του. Αυτός ανέφερε το όνομα και τα στοιχεία του και επρόκειτο για τον κατηγορούμενο
  3. Ο αστ. 329 τότε τον συνέλαβε. Παρών ήταν και ο εργοδότης του, ο πρώτος κατηγορούμενος. Ο αστ. 329 τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε, δηλαδή την εργοδότηση του 2ου κατηγορούμενου χωρία άδεια εργασίας, και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός δεν έδωσε απάντηση. Στην συνέχεια ο αστ. 329 τον συνέλαβε, και αφού του επέστησε εκ νέου την προσοχή στο Νόμο, αυτός πάλι δεν έδωσε απάντηση. Ακολούθως και οι δύο κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στον αστυνομικό σταθμό Αγ. Ιωάννη. Την ίδια μέρα λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο, στην οποία ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτης του πλυντηρίου αυτοκινήτων με την ονομασία ELLINAS και ότι εργοδότησε τον δεύτερο κατηγορούμενο πριν από μία βδομάδα, επί καθημερινής βάσης από τις 07.00 μέχρι τις 17.00 και τον πλήρωνε 20 ευρώ ημερησίως. Ακολούθως κατηγορήθηκε γραπτώς και, αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε «Παραδέχομαι». Επίσης διαπιστώθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ήρθε στην Κύπρο ως φοιτητής τον Φεβρουάριο 2008, το 2010 υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο και στις 15.9.2010 απορρίφθηκε η αίτηση του και έκτοτε βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία. Τέλος, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος του πρώτου κατηγορούμενου αναφέρθηκε στην σοβαρότητα του αδικήματος, καλώντας το Δικαστήριο να εξατομικεύσει την ποινή με βάση τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου. Ο κ. Καλλής ανέφερε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ζήτησε από τον δεύτερο κατηγορούμενο να του παρουσιάσει τα στοιχεία του και αυτός του έδειξε την εγγραφή του ως αιτητής πολιτικού ασύλου, και έτσι ο πρώτος κατηγορούμενος αποδέχθηκε να τον εργοδοτήσει και πρόθεση του ήταν να τον εγγράψει για να εργάζεται σε αυτόν νόμιμα. Η επιστολή απόρριψης της αίτησης του δεύτερου κατηγορούμενου για πολιτικό άσυλο στάληκε μέσω φαξ στον δικηγόρο του, ο οποίος παρέλειψε να τον ενημερώσει, όμως το αδίκημα της παράνομης παραμονής μετά την απόρριψη της αίτησης του διαπράχθηκε τυπικά με βάση το Νόμο, και επομένως ήταν η εισήγηση του κ. Καλλή ότι και η διάπραξη του αδικήματος από τον πρώτο κατηγορούμενο ήταν κατ΄ επέκταση τυπικής φύσης. Ο κ. Καλλής επικαλέστηκε ως μετριαστικούς παράγοντες για τον κατηγορούμενο την άμεση παραδοχή του, το λευκό ποινικό μητρώο του και εισηγήθηκε ότι η διάπραξη του αδικήματος αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ο κ. Καλλής υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, Τεκμήριο Α, αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, επισημαίνοντας ότι έχει σύζυγο και 2 ανήλικα παιδιά τα οποία συντηρεί. Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 34 ετών, άνεργος, η σύζυγος του είναι ηλικίας 28 ετών, οικοκυρά και έχουν 2 κόρες, 9 και 6 ετών, μαθήτριες του Δημοτικού. Η οικογένεια διαμένει στην πατρική κατοικία της συζύγου του, μαζί με τα πεθερικά και τον κουνιάδο του. Τα εισοδήματα τους είναι 300 ευρώ μηνιαίως από υπενοικίαση τουρκοκυπριακού καταστήματος, το οποίο διαχειριζόταν παλαιότερα ο πεθερός του κατηγορούμενου. Έχουν επίσης χρέη ύψους 40.000 ευρώ, για τα οποία όμως δεν καταβάλλονται δόσεις. Τώρα συντηρούνται με τη βοήθεια των πεθερικών του. Ο κατηγορούμενος προέρχεται από προσφυγική οικογένεια βιοπαλαιστών και είναι ο μεγαλύτερος από τα δύο παιδιά. Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης καφενείου, και απεβίωσε πριν από 4 χρόνια, ενώ η μητέρα του είναι οικοκυρά. Ο κατηγορούμενος φοίτησε μόνο στο Δημοτικό σχολείο και ακολούθως εργάστηκε σε εργαστήριο εφαρμογής ταπετσαρίας για αυτοκίνητα. Μετά την στρατιωτική του θητεία, εξακολούθησε να ασκεί το επάγγελμα του ταπετσάρη μέχρι το 2003, όταν δημιούργησε δική του εταιρεία εισαγωγής και πώλησης αυτοκινήτων. Το 2007 η εταιρεία αυτή χρεοκόπησε και έκτοτε ο ίδιος είναι άνεργος. Παντρεύτηκε πριν από 10 χρόνια, ενώ πριν από 5 χρόνια παρουσίασε προβλήματα υγείας - ψυχολογικής φύσης. Βάσει ιατρικού πιστοποιητικού, ημερ. 5.4.2011, από ειδικό των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας Λεμεσού, ο κατηγορούμενος πάσχει από χαρακτηριολογική διαταραχή και ακολουθεί φαρμακευτική αγωγή, ενώ κρίνεται ανίκανος για εργασία για περίοδο ενός έτους. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου κατέθεσε επίσης Ιατρική Βεβαίωση του Δρος Πέτρου Πετράκη, παθολόγου - καρδιολόγου, ημερ. 8.4.2011, Τεκμήριο Β. Όπως αναφέρεται σε αυτό, ο κατηγορούμενος πάσχει κατά συχνά χρονικά διαστήματα από παροξυντική ταχυκαρδία μετά λιποθυμικής κατάστασης, ιδίως από ελαφρά κόπωση, συγκίνηση ή άγχος, η οποία, παρά τη θεραπευτική αγωγή, εξακολουθεί να υπάρχει. Τυχόν περιορισμός του με οποιονδήποτε τρόπο θα επιδεινώσει άμεσα την κατάσταση της υγείας του με απρόβλεπτες συνέπιες ακόμα και για τη ζωή του. Ήταν η τελική εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι αν το Δικαστήριο ήθελε επιβάλει ποινή φυλάκισης στον κατηγορούμενο, συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης αυτής, και συγκεκριμένα η άμεση παραδοχή του, το λευκό ποινικό μητρώο του, οι οικογενειακές του συνθήκες και κυρίως η κατάσταση της υγείας του. Αδικήματα της ίδιας φύσης με αυτά που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση, παρουσιάζουν ανησυχητικά αυξητική τάση, κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα. Το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση του γεγονότος αυτού από τον συνεχώς αυξανόμενο αριθμό τέτοιων υποθέσεων που καταχωρούνται και παρουσιάζονται ενώπιον του, επί καθημερινής βάσης. Αυτός είναι ο λόγος που τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν αυτά τα αδικήματα με την ανάλογη αυστηρότητα και την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Μια απλή θεώρηση της πρόσφατης νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιβεβαιώνει ακριβώς τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, καθώς επίσης ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε τέτοιας φύσης υποθέσεις είναι η ποινή φυλάκισης. Χαρακτηριστικά παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άριστου Ευαγόρου

(2001)2 Α.Α.Δ. 283, στην οποία το Εφετείο παραμέρισε τη χρηματική ποινή που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσίβλητο με ποινή άμεσης φυλάκισης: «H ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος με όλες τις σοβαρές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αυστηρή αντιμετώπιση του. Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η μαζική παράνομη κάθοδος αλλοδαπών στην Κύπρο πρέπει να οφείλεται και στην προσδοκία εργοδότησης τους. Αυτή η προσδοκία βέβαια καλλιεργείται από εργοδότες όπως τον εφεσίβλητο. Η απροθυμία των Κυπρίων εργοδοτών να εργοδοτήσουν παράνομα αλλοδαπούς θα αποτελούσε παράγοντα ανασταλτικό της παράνομης καθόδου τους στην Κύπρο. Θα προσθέταμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι προφανής ο οικονομικός στόχος και πρέπει όλοι να έχουν υπόψη ότι δεν είναι αρκετός ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους δια της παρανομίας. Χρηματική ποινή όχι μόνο δεν ενεργεί ως αποτρεπτική, όχι μόνο δεν αποτελεί επαρκή τιμωρία, αλλά στέλλει και λανθασμένα μηνύματα στους επίδοξους παραβάτες.» Η ίδια ακριβώς προσέγγιση υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311, στην οποία αφού έγινε αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κωνσταντινίδης, επεσήμανε το εξής: «Το μέγεθος της δημόσιας βλάβης που προκαλείται είναι τέτοιο που επιβάλλεται αυστηρή αντιμετώπιση από την οποία να εκπέμπεται το καθαρό μήνυμα πως κάθε ένας πρέπει να έχει στο μυαλό του πρώτα τον Νόμο και πως η αντίληψη ότι ενδεχομένως ένας μπορεί να δει πρώτα το συμφέρον της δουλειάς του, δεν είναι δυνατό να γίνει ανεκτή.» Επίσης παραπέμπω στην απόφαση επί του θέματος στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467, και στο πιο κάτω απόσπασμα: «Η σοβαρότητα των αδικημάτων της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών με όλες τις σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις που επιφέρουν έχουν εξεταστεί σε αριθμό υποθέσεων. (ίδε Mohamed El Feky κ.ά. v. Aστυνομίας [1996] 2 ΑΑΔ 16, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη, Ποινική Έφεση 6967 της 13/11/2000 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ, Ποινική Έφεση 6979 της 2/2/2001). Στην υπόθεση Μιχαήλ (πιο πάνω) τονίστηκε ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης στον εργοδοτούμενο πρέπει κατά κανόνα να συνοδεύεται και με ανάλογη ποινή για τον εργοδότη, έχοντας υπόψη ότι η προβλεπόμενη ποινή για τον εργοδότη είναι πιο αυστηρή από εκείνη που προβλέπεται για τον εργοδοτούμενο. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μονιάτη (που υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Μιχαήλ). "Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής πρ*οσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής τους συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάνουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγμα, η μαζική όπως διαπιστώθηκε, παράνομη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ' επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες, κρυφής απασχόλησης. Χρειάζεται, λοιπόν, για πρόσθετους λόγους αποτρεπτική ποινή για αδίκημα αυτής της φύσης και πράγματι, κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν ήταν ορθή η πρόσδοση τόσο αποφασιστικής σημασίας στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες."» Είναι πρόδηλο από τις νομικές αρχές που εκτίθενται πιο πάνω, ότι εκείνο το οποίο κατά κύριο λόγο βαρύνει στην τιμωρία τόσο στην περίπτωση του εργοδότη όσο και του αλλοδαπού είναι η ίδια η πράξη, ανεξάρτητα από τους υπόλοιπους σχετικούς παράγοντες όπως η διάρκεια της απασχόλησης, οι όροι αυτής και οι συνθήκες εργοδότησης. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γ. Γραμματικού (ανωτέρω), Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στ. Αθανασίου (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Μιχαήλ,
(2001)2 Α.Α.Δ. 74. Είναι καλά θεμελιωμένο από τη νομολογία ότι οι περιστάσεις του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όμως, όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 304, η σημασία των προσωπικών περιστάσεων και του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορούμενου αμβλύνεται όταν διαπιστώνεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245, και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
  1. Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνω υπόψη το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος εργοδότησε τον αλλοδαπό αφού του ζήτησε τα στοιχεία του και αυτός του έδειξε την εγγραφή του ως αιτητής πολιτικού ασύλου, ενώ είναι γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία. Δεν μου διαφεύγει ο λόγος για τον οποίο δημιουργήθηκε η όλη κατάσταση, όπως εξηγήθηκε από τον συνήγορο του πρώτου κατηγορούμενου στο Δικαστήριο, όμως δεν μπορώ να αποδεχθώ τον ισχυρισμό ότι το αδίκημα που ο πρώτος κατηγορούμενος διέπραξε είναι τυπικής μορφής καθότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου, το αδίκημα της παράνομης παραμονής συντελείται με αυτά τα δεδομένα και, εν πάση περιπτώσει ο πρώτος κατηγορούμενος όφειλε να ελέγξει τα έγγραφα του, το καθεστώς του εδώ και να βεβαιωθεί ότι δικαιούτο να τον εργοδοτήσει, πριν το πράξει, έστω και για το περιορισμένο χρονικό διάστημα που είχαν συμφωνήσει. Άλλωστε, σύμφωνα με τη νομολογία, οι συνθήκες εργοδότησης δεν ενέχουν ιδιαίτερη σημασία, αλλά εκείνο που ουσιαστικά τιμωρείται είναι η πράξη εργοδότησης αφ΄ εαυτής. Το γεγονός ότι ο αλλοδαπός βρισκόταν αρχικά νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι την απόρριψη της αίτησης του για πολιτικό άσυλο, όταν και κατέστη πλέον παράνομος εδώ, δεν διαφοροποιεί την παρούσα περίπτωση από τις εργοδοτήσεις αλλοδαπών που εισέρχονται και διαμένουν εδώ παράνομα, όπως έχει αναγνωριστεί στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση αρ. 242/2009, ημερ. 11.5.
  2. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για τον πρώτο κατηγορούμενο, λαμβάνω επίσης υπόψη την άμεση παραδοχή και συνεργασία του με την αστυνομία, την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, που δείχνει την έμπρακτη του μεταμέλεια, και το λευκό ποινικό μητρώο του. Ακόμα λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του πρώτου κατηγορούμενου, όπως αυτές αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και εκτίθενται πιο πάνω, και ειδικότερα ότι ο κατηγορούμενος είναι οικογενειάρχης, με δύο ανήλικα παιδιά, και ο μοναδικός που επωμίζεται την συντήρηση της οικογένειας του. Επίσης λαμβάνω υπόψη το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είναι βιοπαλαιστής, η επιχείρηση που ο ίδιος προσπάθησε να δημιουργήσει δεν πήγε καλά, με αποτέλεσμα το 2007 να χρεοκοπήσει και τη δημιουργία χρεών, τα οποία ο κατηγορούμενος αδυνατεί να πληρώσει. Έκτοτε ο κατηγορούμενος παραμένει άνεργος, και σε αυτό προστέθηκαν τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει και τον αναγκάζουν να παίρνει φαρμακευτική αγωγή και να είναι ανίκανος για εργασία για ένα χρόνο. Ακόμα, λαμβάνω σοβαρά υπόψη τα προβλήματα υγείας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, όπως αυτά περιγράφονται στο Τεκμήριο Β. Ειδικά λαμβάνω υπόψη ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από παροξυντική ταχυκαρδία μετά λιποθυμικής κατάστασης, κυρίως μετά από ελαφρά κόπωση, συγκίνηση ή άγχος, και μάλιστα παρόλο που λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, υπάρχει ο κίνδυνος άμεσης επιδείνωσης της κατάστασης του με απρόβλεπτες συνέπειες ακόμα και για τη ζωή του. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, και με κύριο γνώμονα την σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε ο πρώτος κατηγορούμενος και έντονο το στοιχείο της αποτροπής, και χωρίς να παραγνωρίζω το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Ως εκ τούτου στον πρώτο κατηγορούμενο στην πρώτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω την εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του Νόμου 95/72 με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Θεωρώ χρήσιμο ν' αναφερθώ αρχικά στις υποθέσεις Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ. 21 , στις οποίες η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί αναστάληκε ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων των εν λόγω υποθέσεων κατά χρόνο μάλιστα που η ευχέρεια του Δικαστηρίου ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186 (Ι)/03, αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323 και ειδικότερα Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, ικανοποιούμαι ότι οι προσωπικές συνθήκες του πρώτου κατηγορούμενου είναι τέτοιες που δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Αυτές συνίστανται ουσιαστικά στην κατάσταση της υγείας του, όπως περιγράφεται στα Τεκμήρια Α και Β. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει χαρακτηριολογική διαταραχή και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, και μάλιστα αυτό τον καθιστά ανίκανο για εργασία, ενώ το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει είναι αυτό της παροξυντικής ταχυκαρδίας με λιποθυμική κατάσταση, κυρίως μετά από ελαφρά κόπωση, άγχος ή συγκίνηση. Αυτό φαίνεται ότι δεν αντιμετωπίζεται επαρκώς από τη φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνει και μάλιστα υπάρχει ο κίνδυνος υποτροπής της κατάστασης του με απρόβλεπτες συνέπειες ακόμα και για την ίδια του τη ζωή. Θεωρώ ότι υπό αυτές τις συνθήκες, η κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου είναι τέτοια που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να αναστείλει την έκτιση της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί, για να δώσει την ευχέρεια στον κατηγορούμενο να συνεχίσει τη φαρμακευτική αγωγή του και να παρακολουθεί γενικά την κατάσταση της υγείας του για να αποφευχθεί η οποιαδήποτε επιβάρυνση της με τον σοβαρό κίνδυνο που αυτή ενέχει. Ως εκ τούτου η έκτιση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον πρώτο κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Υπ.) ................. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Ποινή Αναφορά: Παράνομη Εργοδότηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.