Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Anton Chaykovsliy, Αρ. Υπόθεσης: 17182/10, 5 Ιουλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B142 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17182/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Anton Chaykovsliy, από την Πολωνία Κατηγορούμενου --------------------- Ημερομηνία: 5 Ιουλίου 2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Κατηγορουμένος παρών, γι' αυτόν ο κ. Κλεάνθους Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος, κατόπιν παραδοχής του, κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει για το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα. Στις 23.7.2009 και περί ώρα 07.30 ο Σάββας Παπακυριάκου, 51 ετών, από τη Λεμεσό, μετέβη στον χώρο εργασίας του και συγκεκριμένα στο εργοστάσιο της εταιρείας «Ανδρέας Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ» στη βιομηχανική περιοχή του Ύψωνα, όπου εργάζεται ως πελεκάνος. Ενώ καθόταν στην κουζίνα του εργοστασίου και μιλούσε με συναδέλφους του, εισήλθε ο εργοδότης του, Μιχάλης Χριστοδούλου, ο οποίος του έκανε παρατήρηση για τα εργασιακά του καθήκοντα, λέγοντας του ότι κάποιος υπάλληλος του είχε αναφέρει ότι όταν βγαίνει για εξωτερικές δουλειές δεν εργάζεται κανονικά. Ο Παπακυριάκου υποψιάστηκε αμέσως τον κατηγορούμενο, αφού την προηγούμενη μέρα εργαζόταν μαζί του σε εξωτερική εργασία. Γύρω στις 08.00 της ίδιας μέρας, μετέβη στο εργοστάσιο και ο κατηγορούμενος, και τότε ο Παπακυριάκου, ο παραπονούμενος, τον πλησίασε ζητώντας να του πει τον λόγο για τον οποίο ανέφερε στον εργοδότη τους ότι δεν εργάζεται. Τότε ο κατηγορούμενος άρχισε να τον κοροιδεύει. Ο παραπονούμενος επέμενε να του πει τον λόγο και ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε δίνοντας του μια γροθιά στο πρόσωπο με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να πέσει στο έδαφος. Στην συνέχεια ο παραπονούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την σύζυγο του και της ζήτησε να μεταβεί στο εργοστάσιο για να τον μεταφέρει στο Νοσοκομείο, ενώ ταυτόχρονα της είπε να ειδοποιήσει την αστυνομία. Ο Χριστοδούλου αμέσως μετά το επεισόδιο πήγε στο μέρος όπου βρισκόταν ο παραπονούμενος και ο οποίος τον απείλησε με τη φράση «Εάν έρτει η αστυνομία και πιάσει τον Chaykovskiy θα βάλω να σε καθαρίσουν τζιαι η ζωή μου εμένα και εσένα έννα παιχτεί.» Ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου εξετάστηκε από επί καθήκοντι γιατρό των Α΄ Βοηθειών, η οποία διαπίστωσε ότι ο παραπονούμενος έφερε θλαστικό τραύμα στο μέτωπο, εκδορά στη μύτη, μικρότερη εκδορά στο αριστερό ζυγωματικό και μικρό αιμάτωμα στο κεφάλι. Στην συνέχεια υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο και διαγνώστηκε κάταγμα ρινικού οστού. Του δόθηκαν οι Α΄ Βοήθειες και απολύθηκε την ίδια μέρα. Μετά τη λήψη της καταγγελίας η οποία υποβλήθηκε στις 10.9.2009, η Γ/Αστ. 3712 Μ. Καδή ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Στις 15.9.2009 η Γ/Αστ. 3712 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ο οποίος μεταξύ άλλων ανέφερε ότι με τον παραπονούμενο ερχόταν συχνά σε αντιπαράθεση καθότι ο τελευταίος τον απειλούσε συχνά ότι θα του δημιουργήσει πρόβλημα στην Υπηρεσία Αλλοδαπών όσον αφορά το καθεστώς παραμονής του στην Κύπρο. Αναφορικά με το περιστατικό, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι την επίδικη μέρα ο παραπονούμενος ζήτησε να μάθει από αυτόν γιατί τον κατάγγειλε στον εργοδότη της ότι δεν εργάζεται κανονικά και ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν ανέφερε κάτι τέτοιο και του ζήτησε να μιλήσουν με ήρεμο τρόπο. Αμέσως ο παραπονούμενος του έδωσε μια γροθιά στο πρόσωπο και ο κατηγορούμενος ανταπέδωσε με τον ίδιο τρόπο με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να πέσει στο έδαφος. Την ίδια μέρα ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε «Παραδέχομαι ότι φταίω αλλά αυτός με προκάλεσε.» Τέλος, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος του κατηγορούμενου αναφέρθηκε στην ισχυρή πρόκληση που είχε από τον παραπονούμενο, καθότι ο παραπονούμενος τον απειλούσε ότι θα του δημιουργούσε πρόβλημα με την παραμονή του εδώ, και μάλιστα την επίδικη μέρα τον κτύπησε πρώτος και ο κατηγορούμενος ανταπέδωσε. Ο κ. Κλεάνθους πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι το επίδικο συμβάν οδήγησε στην απόλυση του παραπονούμενου από την εργασία του και φαίνεται ότι η καταγγελία έγινε για εκδικητικούς σκοπούς, καθότι αυτή έγινε δύο μήνες μετά το συμβάν ενώ ο κατηγορούμενος δεν προέβη σε καταγγελία για την επίθεση που δέχθηκε από τον παραπονούμενο. Ο κ. Κλεάνθους ανέφερε επίσης ότι ο τραυματισμός του παραπονούμενου δεν ήταν ιδιαίτερα σοβαρός εφόσον ελλείπει ιατρική μαρτυρία για οποιαδήποτε περαιτέρω θεραπεία που έλαβε ο παραπονούμενος. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και τόνισε ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται στην Κύπρο εδώ και 7 χρόνια χωρίς οποιοδήποτε προηγούμενο. Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 39 ετών και κατάγεται από την Ουκρανία. Η εν διαστάσει σύζυγος του είναι επίσης από την Ουκρανία και μαζί έχουν αποκτήσει ένα παιδί, ηλικίας 12 ετών, που είναι μαθητής στην Ουκρανία. Η εν διαστάσει σύζυγος του έχει ακόμα ένα παιδί ηλικίας 19 ετών από τον πρώτο της γάμο. Το εισόδημα του κατηγορούμενου ανέρχεται στα 1.386,67 ευρώ μηνιαίως από την εργασία του, ενώ έχει χρέη ύψους 2.000 ευρώ από την εργασία του για να καλύψει τα ιατρικά έξοδα της μητέρας του η οποία διαμένει στην Ουκρανία και διαγνώστηκε με καρκίνο, ενώ καταβάλλει το ποσό των 1.300 ευρώ μηνιαίως για τη διατροφή του γιου του στην Ουκρανία. Ο κατηγορούμενος φιλοξενείται σε δωμάτιο που του παραχωρείται από τον εργοδότη του, και βρίσκεται πάνω από το εργοστάσιο όπου εργάζεται. Ο κατηγορούμενος προέρχεται από οικογένεια χαμηλών εισοδημάτων. Είναι το πρώτο από τα δύο παιδιά της οικογένειας. Ο πατέρας του είναι απόφοιτος Λυκείου και εργάστηκε ως αστυνομικός. Η μητέρα του είναι επίσης απόφοιτος Λυκείου και εργάστηκε ως ιδιωτική υπάλληλος και αργότερα ως τραπεζικός υπάλληλος. Οι σχέσεις του κατηγορούμενου με τον αδελφό του και τους γονείς του είναι καλές. Το 1996 ο κατηγορούμενος παντρεύτηκε με την τώρα εν διαστάσει σύζυγο του και από τον γάμο τους απέκτησαν το προαναφέρομενο παιδί. Το 2004 το ζεύγος άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα με αφορμή την απόφαση του κατηγορούμενου να έρθει στην Κύπρο για να εργαστεί. Σήμερα βρίσκονται σε διάσταση, διατηρούν αραιή επικοινωνία, όμως ο κατηγορούμενος έχει συχνή επικοινωνία με το παιδί του. Ο κατηγορούμενος γεννήθηκε στην Ουκρανία και είναι απόφοιτος Λυκείου. Φοίτησε σε ιδιωτικό κολλέγιο στην Ουκρανία στον κλάδο μηχανικής αεροπλάνων, επάγγελμα το οποίο δεν άσκησε ποτέ του. Μετά την ολοκλήρωση της φοίτησης του, ασχολήθηκε με την αγοραπωλησία αυτοκινήτων. Ήταν συνέταιρος με ένα φίλο του, και αγόραζαν αυτοκίνητα από τη Γερμανία και τα μεταπωλούσαν στην Ουκρανία. Στην συνέχεια μετέβη στη Γερμανία για να εργαστεί αλλά λόγω του ότι δεν μπόρεσε να εργοδοτηθεί επέστρεψε στην Ουκρανία. Παρέμεινε εκεί για ένα μήνα, και μετά εργοδοτήθηκε σε ιδιωτική εταιρεία για 5 χρόνια ως ξυλουργός. Λόγω χαμηλών εισοδημάτων, αποφάσισε να σταματήσει και να έρθει στην Κύπρο για να εργαστεί. Εργοδοτήθηκε σε ιδιωτική εταιρεία ως ξυλουργός, επάγγελμα το οποίο ασκεί μέχρι σήμερα. Λόγω πρόσφατου εργατικού ατυχήματος, κτύπησε το πόδι του και βρίσκεται με άδεια ασθενείας. Ο κατηγορούμενος βρίσκεται στην Κύπρο εδώ και 7 χρόνια και η άδεια παραμονής του λήγει στις 27.8.
- Αναφορικά με το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται, αναγνωρίζει την σοβαρότητα του και εκφράζει μεταμέλεια. Τέλος, ο συνήγορος του κατηγορούμενου αναφέρθηκε στην άμεση παραδοχή του τόσο στην αστυνομία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου και το λευκό ποινικό μητρώο του και κάλεσε το Δικαστήριο να επιδείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια. Αν το Δικαστήριο ήθελε επιβάλει ποινή φυλάκισης, τότε ήταν η εισήγηση του κ. Κλεάνθους ότι συντρέχουν οι λόγοι που δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης. Η σοβαρότητα του αδικήματος της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, φαίνεται τόσο από την ίδια τη φύση του αδικήματος όσο και από τη προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή. Ως ανώτατο όριο ορίζεται φυλάκιση 7 ετών. Θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δείχνει ότι τέτοιας φύσης αδίκημα αντιμετωπίζεται με αυστηρή ποινή, που είναι συνήθως η ποινή φυλάκισης, η οποία κυμαίνεται από μερικούς μήνες μέχρι 6 χρόνια. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Ανδρέου v. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 81, Αεροπόρος v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 275 και Γενικός Εισαγγελέας v. Evans
(2005)2 A.A.Δ. 639. Σημασία βέβαια για το μέγεθος της ποινής έχουν οι συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 463. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι η παρούσα υπόθεση εκδικάζεται συνοπτικά. Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, διαφαίνεται ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν η στιγμιαία αντίδραση του και κορύφωση της προκλητικής στάσης που επεδείκνυε ο παραπονούμενος εναντίον του, εφόσον αυτός τον απειλούσε συχνά ότι θα του δημιουργούσε πρόβλημα με την παραμονή του εδώ μέχρι το επίδικο επεισόδιο κατά το οποίο ο παραπονούμενος του καταλόγισε λόγια που ο ίδιος φαίνεται ότι δεν είπε. Ακόμα, φαίνεται ότι ο παραπονούμενος ήταν πρόσωπο που προκαλούσε ένταση και προβλήματα στον χώρο εργασίας του, και αυτό επιβεβαιώνεται από τα ίδια τα γεγονότα, εφόσον αυτός απείλησε και τον εργοδότη του αμέσως μετά το επίδικο συμβάν. Φυσικά η κατάληξη του επίδικου επεισοδίου ήταν η απόλυση του παραπονούμενου από την εργασία του. Πέραν αυτής της πρόκλησης που έλαβε ο κατηγορούμενος από τον παραπονούμενο, σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έδωσε τη γροθιά στον παραπονούμενο μόνο μετά που αυτός δέχθηκε γροθιά από τον παραπονούμενο. Παρόλο που αυτό αναμφίβολα δεν αποτελεί δικαιολογία για την πράξη του κατηγορούμενου, εν τούτοις λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας για να καταδείξει όχι μόνο την πρόκληση που δεχόταν από τον παραπονούμενο αλλά και την έναρξη του βίαιου επεισοδίου από τον ίδιο τον παραπονούμενο. Αναφορικά με το στοιχείο της πρόκλησης παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Evans (ανωτέρω), Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 και Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327. Φυσικά λαμβάνω υπόψη ότι και ο κατηγορούμενος άρχισε να κοροϊδεύει τον παραπονούμενο πριν την άσκηση βίας από μέρους του παραπονούμενου. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου η φύση των τραυμάτων που προκάλεσε ο κατηγορούμενος στον παραπονούμενο, αλλά ακόμα και το γεγονός της καθυστέρησης στην καταγγελία του συμβάντος από αυτόν, εφόσον αυτό έγινε δύο μήνες μετά το συμβάν. Αυτό αποτελεί ένδειξη των κινήτρων του παραπονούμενου, χωρίς βέβαια να αναιρείται το αξιόποινο της πράξης του κατηγορούμενου, ο οποίος άλλωστε παραδέχθηκε ενοχή από την πρώτη στιγμή στην αστυνομία. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για τον κατηγορούμενο λαμβάνω υπόψη την άμεση παραδοχή του τόσο στην αστυνομία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου και το λευκό ποινικό μητρώο του. Ακόμα λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές του συνθήκες, όπως αυτές περιγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ένα μορφωμένο και φιλήσυχο άτομο, που ήρθε στην Κύπρο πριν 7 χρόνια, για σκοπούς εργοδότησης του, και εργάζεται χωρίς οποτεδήποτε να επιδείξει οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά. Αυτό επιβεβαιώνει και ο χρόνος διάπραξης του αδικήματος, καθότι αυτό συνέβη πριν από σχεδόν 2 χρόνια, χωρίς ο κατηγορούμενος να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη αξιόποινη πράξη. Επομένως, το Δικαστήριο εύλογα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το επίδικο επεισόδιο είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό, το οποίο αποδίδεται και στην προκλητική στάση του παραπονούμενου. Ο χρόνος που έχει παρέλθει από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι το στάδιο που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο είναι παράγοντας που θα ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντικός για τον κατηγορούμενο. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας κ.ά. v. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας v. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 και Γενικός Εισαγγελέας v. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71. Τέλος, λαμβάνω υπόψη ότι ο κατηγορούμενος έχει ένα ανήλικο παιδί το οποίο διαμένει στην Ουκρανία μαζί με τη μητέρα του, εν διαστάσει σύζυγο του κατηγορούμενου, και με το οποίο ο κατηγορούμενος διατηρεί επαφή και του αποστέλλει χρήματα για την συντήρηση του. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, και με κύριο γνώμονα την σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε ο κατηγορούμενος, καταλήγω ότι η μόνη κατάλληλη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες που προσμετρούν υπέρ του κατηγορούμενου και εκτίθενται πιο πάνω, δεν είναι ικανοί να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής, θα αντανακλούνται όμως στην έκταση αυτής. Ως εκ τούτου στον κατηγορούμενο στην πρώτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης για αναστολή της έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του Νόμου 95/72 με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Θεωρώ χρήσιμο ν' αναφερθώ αρχικά στις υποθέσεις Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ. 21 , στις οποίες η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί αναστάληκε ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων των εν λόγω υποθέσεων κατά χρόνο μάλιστα που η ευχέρεια του Δικαστηρίου ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186 (Ι)/03, αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323 και ειδικότερα Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, ικανοποιούμαι ότι οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος είναι τέτοιες στην προκειμένη περίπτωση που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Αυτές ουσιαστικά συνίστανται στην συνεχόμενη προκλητική στάση του παραπονούμενου έναντι του κατηγορούμενου και τις απειλές που του εκστόμιζε για να του δημιουργήσει πρόβλημα αναφορικά με το καθεστώς παραμονής του εδώ, και την κορύφωση της ενοχλητικής συμπεριφοράς του προς τον κατηγορούμενο με την επιμονή του ότι ο κατηγορούμενος είπε τα εν λόγω λόγια εναντίον του στον εργοδότη του, μέχρι μάλιστα που ο ίδιος ο παραπονούμενος επιτέθηκε πρώτος στον κατηγορούμενο με γροθιά και έτσι ο κατηγορούμενος την ανταπέδωσε. Μάλιστα η αντίδραση και συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν εντελώς στιγμιαία και χωρίς προσχεδιασμό, και έναντι ενός ατόμου του οποίου η συμπεριφορά ήταν κάπως προβληματική στον χώρο εργασίας του γενικότερα. Υπό αυτές τις συνθήκες, και έχοντας υπόψη τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος και το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, θεωρώ ότι δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί σε αυτόν για να συνεχίσει την εργασία του και παραμονή του εδώ με τον φιλήσυχο τρόπο που γενικά τον διακατέχει και να ενισχύει οικονομικά το παιδί του που βρίσκεται μακριά αλλά με το οποίο διατηρούν επαφή. Ως εκ τούτου η έκτιση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Υπ.) .................... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Ποινή Αναφορά: Βαριά σωματική βλάβη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο