Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κλείτου Οικονόμου, Αρ. Υπόθεσης: 14122/10, 7 Ιουλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B143 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Eνώπιον: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14122/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Κλείτου Οικονόμου, από τη Λεμεσό Κατηγορούμενου --------------------- Ημερομηνία: 7 Ιουλίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν ο κ. Πουργουρίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της σεξουαλικής παρενόχλησης από εργοδότη, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 12, 30 και 35 του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου του 2002, Ν. 205(Ι)/2002, όπως τροποποιήθηκε, και 3 κατηγορίες για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, κατά το στάδιο της έναρξης της μαρτυρίας της παραπονούμενης, αστ. 3456 Σοφίας Βασιλείου, Μ.Κ.2, αυτή αναγνώρισε και υιοθέτησε την αρχική κατάθεση της που έδωσε στην αστυνομία και έτσι ζητήθηκε από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής όπως η εν λόγω κατάθεση κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος της κύριας εξέτασης της μάρτυρα. Σε αυτό το αίτημα η υπεράσπιση πρόβαλε ένσταση αναφορικά με ένα μέρος της εν λόγω κατάθεσης, το οποίο κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο: «...εν τω μεταξύ είχα ακούσει παράπονο από την συνάδελφο μου την Αστ3708 Παναγιώτα Γεωργίου με την οποία εργαζόμασταν στην ίδια βάρδια ότι σε προηγούμενο χρόνο είχε δεχθεί ενοχλήσεις από τον πιο πάνω. Συγκεκριμένα μου είχε πει ότι της έστειλε μηνύματα στο κινητό και της ζητούσε να τον συναντήσει για καφέ καθώς επίσης και ότι ενώ βρισκόταν υπηρεσία την πλησίασε, της πήρε το χέρι και της είπε «το ξέρεις ότι είσαι πολύ HOΤ;» Για να γίνει αντιληπτό το πλαίσιο του πιο πάνω αποσπάσματος, αυτό το μέρος παρουσιάζεται στην κατάθεση της Μ.Κ.2 μετά την αναφορά της σε επεισόδιο που επεσυνέβη την 1.1.2010, και ενώ αυτή βρισκόταν σε καθήκον στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λεμεσού, όταν πήγε στο μέρος «ο Β ΑΔΕ(Δ) Αστυνόμος Α΄, κος Κλείτος Οικονόμου», και σε κάποιο στάδιο αυτός πέρασε το χέρι του από τους ώμους της και την αγκάλιασε μιλώντας της με πολλή οικειότητα, και αυτή ένιωσε παράξενα αφού δεν είχε προσωπικά μιλήσει ξανά μαζί του. Αμέσως μετά από αυτή την αναφορά παρατίθεται το απόσπασμα που περιγράφεται πιο πάνω. Η ένσταση του συνηγόρου υπεράσπισης εστιάστηκε στο γεγονός ότι το εν λόγω απόσπασμα αφορά μαρτυρία για όμοια γεγονότα η οποία δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο κ. Πουργουρίδης, κατά την αγόρευση του επί του θέματος, ανέφερε ότι η μαρτυρία που επιχειρείται να εισαχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορεί να αποκλειστεί λόγω του ότι αυτή είναι εξ ακοής, αλλά αυτή αναφέρεται σε όμοια γεγονότα που είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα και, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να αποκλειστεί γιατί δημιουργεί προκατάληψη εναντίον του κατηγορούμενου. Ειδικότερα, ο κ. Πουργουρίδης εισηγήθηκε ότι για να γίνει αποδεκτή μαρτυρία αναφορικά με όμοια γεγονότα, αυτή πρέπει να έχει τέτοια εκπληκτική ομοιότητα με τα υπό κρίση γεγονότα έτσι ώστε αυτή να δημιουργεί την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος επιδεικνύει τέτοια συμπεριφορά που να μπορεί να κριθεί ένοχος για τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται, κάτι το οποίο δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Ήταν η εισήγηση του κ. Πουργουρίδη ότι αν το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι αυτή η μαρτυρία είναι αποδεκτή, τότε αυτή δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή σύμφωνα με τις πρόνοιες της επιφύλαξης του άρθρου 24
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, καθότι η αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα του κατηγορούμενου. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία ανέφερε ότι η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει εντός των εξαιρέσεων της αποδοχής μαρτυρίας για όμοια γεγονότα εφόσον αποσκοπεί στο να δείξει τη ροπή του κατηγορούμενου, να καταδείξει ότι οι πράξεις που συνιστούν τα υπό κρίση αδικήματα είναι σκόπιμες και όχι τυχαίες και να αντικρούσει τυχόν υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Η κα Δανιηλίδου εισηγήθηκε ότι η εν λόγω μαρτυρία παρουσιάζει σοβαρές ομοιότητες με τα υπό κρίση γεγονότα, εφόσον αφορούν πάλι παράπονο από αστυνομικό υφιστάμενη του κατηγορούμενου και εναντίον του ως προϊστάμενου της, εν ώρα υπηρεσίας και με παρόμοιο τρόπο διάπραξης. Ως εκ τούτου η κα Δανιηλίδου κάλεσε το Δικαστήριο όπως στο παρόν στάδιο κρίνει ότι η εν λόγω μαρτυρία είναι αποδεκτή, σημειώνοντας ότι αυτή θα τύχει αξιολόγησης στο όλο πλαίσιο της δίκης. Για τον σκοπό εξέτασης της ένστασης, κρίνω σκόπιμο αρχικά να αναφερθώ στις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Στις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας αναφέρεται ότι την 1η Ιανουαρίου 2010, στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος, ενώ ήταν εργοδότης της αστ. 3456 Σοφίας Βασιλείου, δηλαδή κατείχε τη θέση του Αστυνόμου Α΄ και ήταν Βοηθός Αστυνομικός Διευθυντής Διοίκησης και προϊστάμενος της προαναφερόμενης Σοφίας Βασιλείου, η οποία υπηρετούσε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό, προέβηκε σε πράξη που συνιστά σεξουαλική παρενόχληση, δηλαδή την αγκάλιασε και της είπε «την πελλή μου». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, στις 13.2.2010, ο κατηγορούμενος προέβη σε πράξη που συνιστά σεξουαλική παρενόχληση, δηλαδή αφού πρόσεξε ότι τα νύχια των χεριών της ήταν βαμμένα της πήρε το χέρι και συνέχιζε να το κρατά παρόλο που της είπε ότι απαγορεύεται και πρέπει να αλλάξει βαφή και ακολούθως την πλησίασε και της είπε «την πελλή μου». Οι λεπτομέρειες αδικήματος της τρίτης κατηγορίας αναφέρονται και πάλι στις ίδιες συνθήκες και στην ημερομηνία 19.2.2010, όταν ο κατηγορούμενος πήρε το χέρι της παραπονούμενης, ενώ αυτή βρισκόταν στο γραφείο του, και της είπε «είναι παγωμένα τα χεράκια σου» και ακολούθως την πλησίασε και αφού την αγκάλιασε, προσπάθησε δύο φορές να τη φιλήσει στο στόμα παρά την άρνηση της. Οι κατηγορίες 4 - 6 αφορούν το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης, το οποίο σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας, συνίσταται στο ότι ο κατηγορούμενος την 1.1.2010 αγκάλιασε την παραπονούμενη χωρίς την συγκατάθεση της, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πέμπτης κατηγορίας, αυτό συνίσταται στο ότι ο κατηγορούμενος στις 13.2.2010 πήρε το χέρι της παραπονούμενης και συνέχισε να το κρατά χωρίς την συγκατάθεση της, και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της έκτης κατηγορίας, αυτό συνίσταται στο ότι ο κατηγορούμενος στις 19.2.2010 αγκάλιασε την παραπονούμενη και προσπάθησε να τη φιλήσει στο στόμα χωρίς την συγκατάθεση της. Κατά την αγόρευση του ο κ. Πουργουρίδης παρέπεμψε στο σύγγραμμα Andrews & Hirst on Criminal Evidence, The Criminal Law Library, No. 4, στο οποίο ομολογουμένως γίνεται εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν το θέμα αποδοχής μαρτυρίας για όμοια γεγονότα, στις παραγράφους 15.20 - 15.68, σελ. 331 - 359. Το εν λόγω σύγγραμμα περιέχει επίσης διαφωτιστική αναφορά στη σχετική νομολογία επί του θέματος, από την οποία το Δικαστήριο άντλησε χρήσιμη καθοδήγηση. Η κα Δανιηλίδου, στη δική της αγόρευση, έκανε αναφορά στο σύγγραμμα Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ, του Γεώργιου Π. Κακογιάννη, στις παραγράφους 31-01 - 31-17, σελ. 742 - 754, με ειδική παραπομπή στην αγγλική υπόθεση Boardman v. DPP
(1974)3 All E.R. 887, η οποία είναι η βασική υπόθεση επί του θέματος. Αρχικά το Δικαστήριο επισημαίνει ότι στο παρόν στάδιο καλείται να αποφασίσει μόνο επί της δεκτότητας τέτοιας μαρτυρίας, και δεν θα ασχοληθεί με την αξιολόγηση αυτής ή τη βαρύτητα που θα αποδοθεί σε αυτή, κάτι το οποίο θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο στο πλαίσιο της δίκης. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι η διαδικασία διεξαγωγής της ποινικής δίκης, όπως αυτή καθορίζεται από το δικαιϊκό μας σύστημα, απαιτεί όπως η δεκτότητα μαρτυρίας αποφασίζεται στο στάδιο προσαγωγής της και όχι σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο. Επομένως αυτό είναι το κατάλληλο στάδιο για να αποφασίσω επί του θέματος, με βάση τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 24
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, η μαρτυρία που σκοπείται να προσκομιστεί στο παρόν στάδιο, και η οποία προέρχεται από την Μ.Κ.2, είναι εξ ακοής μαρτυρία, και ως τέτοια μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η τυχόν εφαρμογή της επιφύλαξης του εν λόγω εδαφίου του άρθρου 24 θα τύχει εξέτασης στο κατάλληλο στάδιο, αν αυτό καταστεί αναγκαίο για τον σκοπό έκδοσης της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου. Στο στάδιο αυτό θα ασχοληθώ πρώτα με το κατά πόσο η μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία για όμοια γεγονότα, με βάση το άρθρο 24
(2)του Κεφ. 9. Είναι καθιερωμένη η νομική αρχή ότι σε ποινικές υποθέσεις μαρτυρία αναφορικά με τον κακό χαρακτήρα ή τη ροπή του κατηγορούμενου να προβαίνει σε ποινικές πράξεις δεν είναι αποδεκτή για τον βασικό λόγο ότι η αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας δημιουργεί άδικη και αρνητική προκατάληψη εναντίον του κατηγορούμενου. Όμως η νομολογία αναγνωρίζει κάποιες εξαιρέσεις στον εν λόγω κανόνα, η μία εκ των οποίων είναι η αποδοχή μαρτυρίας για όμοια γεγονότα («similar fact evidence»). Όπως αναφέρεται πιο πάνω, η κλασική υπόθεση επί του θέματος είναι η Boardman v. DPP (ανωτέρω). Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, τέτοια μαρτυρία γίνεται αποδεκτή κατ΄ εξαίρεση και απαιτεί ένα μεγάλο βαθμό αποδεικτικής αξίας. Μαρτυρία προηγούμενης κακής συμπεριφοράς γενικά δεν γίνεται αποδεκτή ακόμα και όπου τείνει να δείξει ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε άλλα αδικήματα της ίδιας γενικής φύσης όπως αυτά για τα οποία κατηγορείται. Η μαρτυρία για όμοια γεγονότα πρέπει να έχει κάποια ιδιαίτερη σχετικότητα που ξεπερνά αυτό το όριο, και πρέπει να οδηγεί έντονα στο συμπέρασμα, όχι μόνο ότι ο κατηγορούμενος είναι ο τύπος του ατόμου που μπορεί να έχει τάση και ροπή να διαπράξει τα υπό κρίση αδικήματα, αλλά ότι ο κατηγορούμενος πρέπει στην πραγματικότητα να τα έχει διαπράξει. Στην εν λόγω υπόθεση το κριτήριο που καθιερώθηκε είναι αυτό της εκπληκτικής ομοιότητας («striking similarity»). Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «The basic rule must be that the admission of similar fact evidence (of the kind now in question) is exceptional and requires a strong degree of probative force. This probative force is derived, if at all, from the circumstances that the facts testified to by several witnesses bear to each other such a striking similarity that they must, when judged by experience and common sense, either all be true, or have arisen from a cause common to the witnesses or from pure coincidence.» Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο Δικαστής έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί τέτοια μαρτυρία αν ικανοποιηθεί ότι (α) η αποδεικτική της αξία σε σχέση με ένα επίδικο θέμα στη δίκη υπερτερεί έναντι της προκατάληψης που δημιουργείται και (β) δεν υπάρχει πιθανότητα συνεργασίας και συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων. Το Δικαστήριο στην εν λόγω υπόθεση άντλησε καθοδήγηση από τις υποθέσεις Makin v. Attorney General for New South Wales
(1894)AC 57, Harris v. DPP
(1952)1 All E.R. 1044, και DPP v. Kilbourne
(1973)1 All E.R. 440, από τις οποίες προκύπτει ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο υπάρχει τέτοια θεμελιώδης ενότητα μεταξύ των αδικημάτων έτσι ώστε η σύμπτωση να μην συνάδει με την κοινή λογική. Παράγοντες οι οποίοι μπορούν να αξιολογηθούν γι΄αυτό το θέμα είναι ο αριθμός των περιπτώσεων, η σχέση μεταξύ τους, το χρονικό διάστημα μεταξύ τους, οι συνθήκες, οι λεπτομέρειες και ο χαρακτήρας της μαρτυρίας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Harris v. DPP (ανωτέρω): «it is not possible to compile an exhaustive list of the sort of cases in which 'similar fact' evidence - to use a compendious phrase - is admissible. The question must always be whether the similar fact evidence taken together would do no more than raise or strengthen a suspicion that the accused committed the offence with which he is charged or would point so strongly to his guilt that only an ultra-cautious jury, if they accepted it as true, would acquit on the face of it. In the end-although the admissibility of such evidence is a question of law not of discretion- the question as I see it must be one of degree.» Παρόλο που η υπόθεση Boardman παραμένει η κλασική υπόθεση επί του θέματος, εν τούτοις μεταγενέστερες υποθέσεις θεωρούν ότι το κριτήριο της εκπληκτικής ομοιότητας είναι μεν ένας χρήσιμος όρος, εν τούτοις το καθοριστικό κριτήριο πρέπει να είναι η θετική αποδεικτική αξία (positive probative value) τέτοιας μαρτυρίας, όπως αναφέρθηκε στις υποθέσεις R. v. Rance
(1976)62 Cr. App. R. 118, R. v. Mansfield
(1977)65 Cr. App. R. 276, και R. v. Scarrott
(1987)Q.B. 1016. Στην τελευταία υπόθεση λέχθηκε επίσης ότι ακόμα και οι περιβάλλουσες συνθήκες μπορούν να ληφθούν υπόψη για την καλύτερη αντίληψη του αδικήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος κατηγορείται ή ακόμα τη φύση της μαρτυρίας για όμοια γεγονότα που ζητείται να προσκομιστεί. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Plainly some matters, some circumstances may be so distant in time or place from the commission of an offence as not to be properly considered when deciding whether the subject-matter of similar fact evidence display striking similarities with the offence charged. On the other hand, equally plainly, one cannot isolate, as a sort of laboratory specimen, the bare bones of a criminal offence from its surrounding circumstances and say that it is only within the confines of that specimen, microscopically considered, that admissibility is to be determined.» Κατ΄ αντιστοιχία, στην υπόθεση Rosemary Pauline West
(1996)2 Cr. App. R. 374, λέχθηκε ότι η παρουσία ανομοιοτήτων από μόνη της δεν επηρεάζει το θέμα της δεκτότητας και είναι απλώς ένα χαρακτηριστικό το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη κατά την αξιολόγηση της αποδεικτικής αξίας του συνόλου της μαρτυρίας που η Κατηγορούσα Αρχή επιθυμεί να προσαγάγει. Οι υποθέσεις William Frederick Ian Beggs
(1990)90 Cr. App. R. 430 και Jeffrey Wells
(1991)92 Cr. App. R. 24, κάνουν αναφορά στην υπόθεση Lunt
(1987)85 Cr. App. R. 241, η οποία συνοψίζει με διαφωτιστικό τρόπο τα κριτήρια που διέπουν το θέμα στο ακόλουθο απόσπασμα: «Having considered these authorities we would venture to suggest that the following guidelines can be collected from them:
(1)As a general rule the prosecution may not adduce evidence tending to show that the accused has been guilty of criminal acts other than those charged against him, or that the accused has a propensity to commit crimes of the kind charged.
(2)Notwithstanding the general rule, however, evidence is admissible as "similar fact" evidence if, but only if, it goes beyond showing a tendency to commit crimes of the kind charged and is positively probative in regard to the crime charged: see Rance
(1975)62 Cr. App. R. 118, 121; Scarrott
(1977)65 Cr. App. R.125, 129, [1978] Q.B. 1016, 1022.
(3)In order to decide whether the evidence is positively probative in regard to the crime charge it is first necessary to identify the issue to which the evidence is directed. Thus the evidence may be put forward, for example, to support an identification (where unusual points of similarity of appearance or method can be relevant and positively probative), or to prove intention, or to rebut a possible defence of accident or innocent association. In these several examples the answer to the question of what is positively probative may vary.
(4)Once the issue has been identified the question will be: will the "similar fact" evidence be positively probative, in the sense of assisting the jury to reach a conclusion on that issue on some ground other than the accused´s bad character or disposition to commit the sort of crime with which he is charged? «If the evidence of similar facts will not assist the jury to this end, it is irrelevant and inadmissible»: see Brazil (transcript, at p. 21).
(5)if the evidence is positively probative in the foregoing sense the judge will nevertheless have a discretion to exclude it if it «would probably have a prejudicial influence on the minds of the jury which would be out of proportion to its true evidential value»: see R. v. Sang
(1979)69 Cr. App. R. 282, 288, [1980] A.C. 402, 434". Στην προαναφερόμενη υπόθεση Jeffrey Wells (ανωτέρω) γίνεται αναφορά στο σύγγραμμα Phipson on Evidence,12η έκδοση, σελ. 449, όπου περιέχεται και πάλι διαφωτιστική αναφορά στις αρχές που διέπουν το θέμα, ως ακολούθως: «1. The admission of similar fact evidence is exceptional and requires a strong degree of probative force. 2. It is for the judge to decide firstly as a matter of law and then as a matter of discretion whether the evidence should be admitted. Two questions have to be answered: (
- i)is the evidence of similar fact admissible, i.e. relevant? (
- ii)Ιf so, should the judge refuse to admit it as a matter of discretion, i.e. does the prejudicial effect of the evidence outweigh its probative force? In practice the two questions tend to merge into one. As has been noted the reason for not admitting the evidence of similar facts is that such evidence may weigh too heavily with a jury. Hence the question can be put in this way: is there sufficient probative force in the similar fact evidence to get over the first hurdle of relevance and then over the much more difficult hurdle of outweighing the prejudicial effect? 3. To be admissible and gain the necessary probative force the evidence as to the «similar facts» and as to the main fact in issue must display such a close or striking similarity or such an underlying unity that, if accepted, would in common sense be inexplicable on grounds of coincidence. 4. In making his decision, the judge should apply common sense and experience. «In matters of experience he should keep close to current mores». 5. The admissibility of similar fact evidence does not depend upon any particular defence other than the general denial .. However, it is submitted that the nature of the defence or possible defence is one of the factors which the judge should take into account in considering whether the probative force of the similar fact evidence outweighs its prejudicial effect. The categories referred to in Makin v. Attorney General for New South Wales [1894] A.C. 57 cannot therefore be regarded as closed and are better regarded by way of example than as an exhaustive list. 6. The same rule as to admissibility applies to all cases. There is no special rule for cases involving homosexual misconduct". Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι ο σκοπός για τον οποίο ζητείται η προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας είναι, σύμφωνα με τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής, η απόδειξη ροπής του κατηγορούμενου και η απόκρουση υπεράσπισης του. Παρόλο που η διαδικασία βρίσκεται στο αρχικό στάδιο της ακρόασης, και μάλιστα στο στάδιο της προσκόμισης της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, και η υπεράσπιση του κατηγορούμενου δεν έχει αποκαλυφθεί, εν τούτοις αυτό δεν επηρεάζει την προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας για όμοια γεγονότα για τον σκοπό αντίκρουσης της υπεράσπισης, εν όψει του γεγονότος ότι η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης και μάλιστα της ένοχης πρόθεσης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Harris v. DPP (ανωτέρω). Οι ίδιες νομικές αρχές τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο, όπως αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Νικολάου & Υιοί Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1991)2 Α.Α.Δ 261, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα στην ενότητα των αρχών που διέπουν το θέμα (Βλ. την ανάλυση στον Arcbold Criminal Pleading Evidence & Practice σελ. 881 κ.επ.) πως όποια κι αν είναι η περίπτωση, μαρτυρία για όμοια γεγονότα είναι δυνατό να εισαχθεί εφ' όσο κρίνεται ότι είναι σχετική με κάποιο επίδικο ζήτημα έτσι που να μπορεί να έχει επίδραση πάνω στο τελικό θέμα της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου διαφορετικά είναι άσχετη. Πρέπει να σημειώσουμε ότι, ακόμα και στη περίπτωση που μαρτυρία για όμοια γεγονότα φαίνεται σχετική με κάποιο επίδικο ζήτημα, το Δικαστήριο μπορεί να την αποκλείσει αν κρίνει ότι η αποδεικτική της αξία είναι δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τον κίνδυνο δυσμενούς επηρεασμού που είναι δυνατό να δημιουργήσει η εισαγωγή της». Πριν ασχοληθώ με τη μαρτυρία που η Κατηγορούσα Αρχή επιθυμεί να προσκομίσει στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, κρίνω χρήσιμη την παράθεση κάποιων σχετικών αποφάσεων, ως παραδειγμάτων, για να διαφανεί ο τρόπος προσέγγισης του όλου θέματος. Στην υπόθεση Rex v. Armstrong
(1922)91 K.B. 904, ο εφεσείοντας κατηγορείτο για τον φόνο της συζύγου του με τη χορήγηση αρσενικού, και η υπεράσπιση του ήταν ότι η αποβιώσασα αυτοκτόνησε λαμβάνοντας αρσενικό το οποίο ο εφεσείοντας κατείχε για αθώο σκοπό. Κατά τη δίκη, μαρτυρία ότι ο εφεσείοντας προσπάθησε να δηλητηριάσει άλλο πρόσωπο με αρσενικό 8 μήνες μετά τον θάνατο της συζύγου του, έγινε αποδεκτή. Αποφασίστηκε ότι εφόσον ήταν σημαντικό για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει ότι το αρσενικό χορηγήθηκε προσχεδιασμένα από τον εφεσείοντα προς την σύζυγο του, η Κατηγορούσα Αρχή μπορούσε να προσφέρει μαρτυρία σε σχέση με τη μεταγενέστερη απόπειρα χορήγησης αρσενικού για να καταδείξει ότι ο εφεσείοντας είχε το αρσενικό όχι για τον ισχυριζόμενο αθώο σκοπό και έτσι αυτή η μαρτυρία ήταν αποδεκτή. Στην υπόθεση Boardman v. DPP (ανωτέρω) ο εφεσείοντας ήταν ο διευθυντής σχολείου με αγόρια μέχρι ηλικίας 19 ετών από διάφορες χώρες που ήθελαν να μάθουν Αγγλικά. Αντιμετώπιζε δύο κατηγορίες που αφορούσαν αδικήματα με ένα 16χρόνο αγόρι και ένα 17χρόνο αγόρι, που ήταν και τα δύο μαθητές του σχολείου. Τα δύο αγόρια, η μαρτυρία των οποίων δεν ήταν κατασκευασμένη, κατέθεσαν ότι ο εφεσείοντας επισκεπτόταν το υπνωτήριο των αγοριών κατά τις πρωινές ώρες και καλούσε το αγόρι να πάει μαζί του στο καθιστικό, όπου ο εφεσείοντας του ζητούσε να έχει τον ενεργό ρόλο, ενώ αυτός είχε τον παθητικό, σε ασελγείς πράξεις. Παρόλο που κρίθηκε ότι το γεγονός ότι ένας άντρας προσπαθεί να παρασύρει ένα νεαρό αγόρι να αναλάβει τον ενεργό ρόλο, ενώ αυτός να έχει τον παθητικό ρόλο, σε ασελγείς πράξεις, δεν είναι τόσο ασυνήθιστο χαρακτηριστικό, εν τούτοις υπήρχαν ομοιότητες μεταξύ των 2 εκδοχών, κυρίως οι νυκτερινές επισκέψεις του εφεσείοντα στο υπνωτήριο, που ορθά θεωρήθηκε ότι αυτή συνιστά μαρτυρία για όμοια γεγονότα και ο Δικαστής άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αποδοχής αυτής. Στην υπόθεση Norman Tricoglus
(1976)A.C. 16, ο εφεσείοντας κατηγορείτο για τον βιασμό της Α. Κρίθηκε ότι η μαρτυρία των Μ και C έτεινε απλώς να καταδείξει ότι ο εφεσείοντας είχε ροπή στο να προσεγγίζει γυναίκες που ήταν άγνωστες σε αυτόν και να προσπαθεί να τις βάλει στο αυτοκίνητο του για να έχει σεξουαλική επαφή μαζί τους, και ως τέτοια δεν ήταν αποδεκτή. Η μαρτυρία της G ήταν εκ πρώτης όψεως αποδεκτή καθότι υπήρχε μοναδική και εκπληκτική ομοιότητα στον τρόπο βιασμού των 2 γυναικών, όμως τελικά η καταδίκη του εφεσείοντα ακυρώθηκε λόγω της εσφαλμένης καθοδήγησης των ενόρκων αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της G σε σχέση με την ταυτότητα του δράστη. Στην υπόθεση Edward Reginald Mansfield
(1977)C.A. 276, το κατηγορητήριο περιείχε 3 κατηγορίες για εμπρησμό και αποδείχθηκε ότι και οι 3 φωτιές στα ξενοδοχεία είχαν ξεκινήσει σκόπιμα από το ίδιο πρόσωπο. Κρίθηκε ότι μαρτυρία αναφορικά με το πρόγραμμα των υπαλλήλων των ξενοδοχείων που υπέθετε ότι οι φωτιές ξεκίνησαν από υπάλληλο ενός εκ των ξενοδοχείων ήταν αποδεκτή μαρτυρία για να αποδείξει ποιος υπάλληλος ξεκίνησε τις φωτιές. Η εν λόγω υπόθεση διαχωρίστηκε από την υπόθεση Harris v. DPP (ανωτέρω) καθότι σε αυτή την περίπτωση υπήρχε συντριπτική μαρτυρία ότι σε σχέση με τις δύο πρώτες φωτιές, ο εφεσείοντας όχι μόνο ήταν στην περιοχή αλλά είχε αρκετή ευχέρεια να τις ξεκινήσει, και μετά συμπεριφερόταν με ύποπτο τρόπο. Αποφασίστηκε ότι αυτή η μαρτυρία για όμοια γεγονότα δεν μπορούσε να εξηγηθεί ως απλή σύμπτωση. Στην υπόθεση R. v. Scarrott
(1978)1 All E. R. 672, ο εφεσείοντας αντιμετώπιζε 7 κατηγορίες για διάφορα σεξουαλικά αδικήματα εναντίον νεαρών αγοριών. Αποφασίστηκε ότι η μαρτυρία για όμοια γεγονότα είχε δυνατή αποδεικτική αξία και εκπληκτική ομοιότητα αναφορικά με την ηλικία των αγοριών, τον τρόπο που η αντίσταση τους υπερνικείτο, την τοποθεσία των αδικημάτων και τα αδικήματα καθ΄ εαυτά, και επομένως ορθά έγινε αποδεκτή. Στην υπόθεση R. v. Barrington
(1981)1 All E.R. 1132, ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κατηγορίες για άσεμνη επίθεση εναντίον 3 νεαρών κοριτσιών, στο σπίτι του X. Η Κατηγορούσα Αρχή ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος δελέαζε τις παραπονούμενες στο σπίτι με την πρόφαση ότι χρειάζονταν ως φροντίστριες βρεφών, ενώ στην πραγματικότητα τις ήθελε για τις σεξουαλικές του επιθυμίες, καθότι όταν αυτές έφθαναν στο σπίτι ο κατηγορούμενος τους έδειχνε φωτογραφίες πορνογραφικού περιεχομένου, τους ζητούσε να ποζάρουν γυμνές για φωτογραφίες και ακολούθως προέβαινε σε άσεμνη επίθεση σε αυτές. Αυτή ήταν η μαρτυρία των παραπονούμενων. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι αυτή η μαρτυρία ήταν ένα μεγάλο ψέμα και σκευωρία των παραπονούμενων εναντίον του. Για να καταδειχθεί η αλήθεια της μαρτυρίας των παραπονούμενων και ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε με σύστημα, η Κατηγορούσα Αρχή, κατόπιν άδειας του Δικαστή, προσκόμισε μαρτυρία από άλλα 3 νεαρά κορίτσια που είπαν ότι αυτά, επίσης, οδηγήθηκαν στο εν λόγω σπίτι ως φροντίστριες βρεφών, ακολούθως τους υποδείχθηκε πορνογραφικό υλικό και τους ζητήθηκε να ποζάρουν γυμνές για φωτογραφίες. Σε καμία από αυτές δεν έγινε άσεμνη επίθεση. Αποφασίστηκε κατ΄ έφεση ότι η εν λόγω μαρτυρία ορθά έγινε αποδεκτή καθότι αποκάλυπτε χαρακτηριστικά που είχαν εκπληκτική ομοιότητα αναφορικά με τις συνθήκες που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων, είχαν δυνατή αποδεικτική αξία για να αποφασιστεί η αλήθεια των κατηγοριών εναντίον του κατηγορούμενου εφόσον έτεινε να καταδείξει ότι αυτός ήταν ένοχος για τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείτο. Επίσης αναφέρθηκε ότι δεν έγινε εισήγηση ότι αυτή η μαρτυρία έπρεπε να είχε αποκλειστεί για τον λόγο ότι ο δυσμενής επηρεασμός της υπεράσπισης ήταν πολύ μεγαλύτερος της αποδεικτικής της αξίας. Στην υπόθεση William Frederick Ian Beggs (ανωτέρω) ο εφεσείοντας, μαθητής, κατηγορείτο για φόνο και για 5 περιπτώσεις παράνομου τραυματισμού. Το Εφετείο έκρινε ότι ο πρωτόδικος Δικαστής έσφαλε στην απόφαση του ότι υπήρχαν εκπληκτικές ομοιότητες στα γεγονότα των κατηγοριών του τραυματισμού και του φόνου, αλλά κατέληξε ότι υπήρχαν εκπληκτικές διαφορές. Ειδικότερα, υπήρχε σοβαρή διαφορά στη φύση της βίας που ασκήθηκε, τα τραύματα που προκλήθηκαν στις κατηγορίες του τραυματισμού δεν προκλήθηκαν στα ευαίσθητα μέρη του σώματος του θύματος ενώ για την κατηγορία του φόνου έγινε επίθεση στον λαιμό, δεν υπήρχε σχέση μεταξύ των θυμάτων, και ούτε στον τύπο του όπλου. Επίσης λέχθηκε ότι ο δυσμενής επηρεασμός με την αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας ήταν τεράστιος και ως εκ τούτου η μαρτυρία για όμοια γεγονότα δεν δικαιολογούσε την συνεκδίκαση των κατηγοριών και η καταδίκη ακυρώθηκε. Στην υπόθεση Jeffrey Wells (ανωτέρω) ο εφεσείοντας καταδικάστηκε για τα αδικήματα της προμήθειας ναρκωτικών τάξεως Α, κατοχής με σκοπό την προμήθεια, κατοχής ναρκωτικών τάξεως Β, προμήθειας κοκαίνης σε δύο διαφορετικά πρόσωπα και κατοχής του ίδιου ελεγχόμενου φαρμάκου. Το Εφετείο αποφάσισε ότι λανθασμένα έγινε αποδεκτή μαρτυρία για όμοια γεγονότα σε σχέση με την κατηγορία 4 και τις κατηγορίες 10 - 12, καθότι υπήρχαν πολλές ανομοιότητες στα γεγονότα, έτσι ώστε η καταδίκη στις κατηγορίες 10 - 12 ακυρώθηκε. Ο πρωτόδικος Δικαστής βρήκε ότι ο τύπος του χαρτιού που βρέθηκε κατά τις δύο έρευνες και ο τρόπος με τον οποίο ήταν τυλιγμένο ήταν οι ίδιοι, ενώ δεν υπήρχε μαρτυρία για τον ίδιο τύπο του χαρτιού και οι τρόποι με τους οποίους γενικά χρησιμοποιείται το χαρτί για το τύλιγμα κοκαίνης είναι περιορισμένοι, τα σημάδια στο χαρτί δεν ήταν τα ίδια, η ποσότητα της συσκευασίας της κοκαίνης σε 1 - 1,5 γραμμάρια είναι συνήθης, τα υλικά με τα οποία τα ναρκωτικά ήταν αναμεμειγμένα διέφεραν, οι ζυγαριές που βρέθηκαν και στις δύο περιπτώσεις είναι απαραίτητες σε όλους τους εμπόρους ναρκωτικών και η ομοιότητα στην ποσότητα που ανευρέθηκε στις δύο περιπτώσεις δεν είναι εκπληκτική. Τέλος, στην υπόθεση Rosemary Pauline West (ανωτέρω) η εφεσείουσα και ο σύζυγος της συνελήφθηκαν μετά που αριθμός πτωμάτων βρέθηκε ενταφιασμένος κάτω από το σπίτι και τον κήπο τους. Ο σύζυγος αρχικά παραδέχθηκε ότι ο ίδιος σκότωσε όλα αυτά τα πρόσωπα και η εφεσείουσα δεν είχε ανάμειξη, ενώ αργότερα άλλαξε την εκδοχή του και είπε ότι η εφεσείουσα ήταν υπεύθυνη για όλους τους θανάτους. Η μαρτυρία για όμοια γεγονότα ήταν ότι τα θύματα, ενώ ήταν ζωντανά, είχαν δεμένο το στόμα, ήταν δεμένα με σχοινί και γυμνά. Όλα τα θύματα είχαν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση. Ήταν κοινό έδαφος ότι ο σύζυγος της εφεσείουσας συμμετείχε σε φόνους, ακρωτηριασμούς και ταφή των 7 θυμάτων και άλλων. Τα λείψανα των 9 θυμάτων, συμπεριλαμβανομένων των 7, ανασύρθηκαν από συγκεκριμένη διεύθυνση. Αυτά τα γεγονότα ήταν ικανά να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος, ο ακρωτηριασμός και ο διαμελισμός έγιναν στην εν λόγω διεύθυνση όπου έγινε και η σεξουαλική κακοποίηση. Κατά την ουσιώδη χρονική περίοδο, η εφεσείουσα ζούσε εκεί με τον σύζυγο και τα παιδιά της. Πέντε από τα 7 θύματα είχαν ταφεί στο κελλάρι στο οποίο η εφεσείουσα είχε κλειδί. Τελικά τα 4 δεν είχαν σχέση με την εν λόγω διεύθυνση. Όλες οι 7 βρέθηκαν με κάποιο τρόπο στην εν λόγω διεύθυνση. Επίσης, μαρτυρία για όμοια γεγονότα καταδείκνυε τον ενεργητικό ρόλο της εφεσείουσας μαζί με τον σύζυγο της σε πράξεις σεξουαλικής βίας. Το Εφετείο αποφάσισε ότι η μαρτυρία για όμοια γεγονότα ήταν αποδεκτή. Επίσης παραπέμπω στα συγγράμματα Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ, Γιώργου Π. Κακογιάννη, παρ. 31-03, σελ. 742-743, και Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2009, παρ. 13-48 - 13-52, σελ. 1526 - 1527, στις οποίες γίνεται ανάλυση αποφάσεων προγενέστερων της Boardman, στις οποίες έγινε αποδεκτή μαρτυρία για όμοια γεγονότα για να καταδειχθεί σύστημα ή σκοπός, ή να αντικρουστεί κάποια υπεράσπιση, όπως ατύχημα ή λάθος. Η πιο πάνω ανάλυση είναι πολύ διαφωτιστική στην καθοδήγηση του Δικαστηρίου για τον σκοπό έκδοσης της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης του αναφορικά με τη δεκτότητα ή μη της υπό κρίση μαρτυρίας. Η μαρτυρία που σκοπείται να παρουσιαστεί από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής συνίσταται στο ότι σε προγενέστερο χρόνο της 1.1.2010, συνάδελφος της Μ.Κ.2, με την οποία εργάζονταν στην ίδια βάρδια, δέχθηκε ενοχλήσεις από τον κατηγορούμενο, ο οποίος της έστειλε μηνύματα στο κινητό και της ζητούσε να τον συναντήσει για καφέ, και ότι την πλησίασε εν ώρα υπηρεσίας, της πήρε το χέρι και της είπε «το ξέρεις ότι είσαι πολύ HOT;» Χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση της εν λόγω μαρτυρίας, πράγματι αυτή παρουσιάζει κάποια ομοιότητα με τα επίδικα γεγονότα, καθότι δείχνει τον κατηγορούμενο να προσεγγίζει συνάδελφο αστυνομικό της οποίας είναι προïστάμενος, εν ώρα υπηρεσίας, να την προσεγγίζει, να της παίρνει το χέρι και να της λέει λόγια που ενδεχόμενα ενέχουν σεξουαλικό χαρακτήρα. Βέβαια, θεωρώ ότι αυτή η μαρτυρία είναι αρκετά αόριστη εφόσον δεν προσδιορίζεται ο χρόνος της εν λόγω συμπεριφοράς εκ μέρους του κατηγορούμενου και ειδικότερα οι συνθήκες αυτής, συμπεριλαμβανομένης της συχνότητας. Δεν παραγνωρίζω ακόμα ότι ο κατηγορούμενος φέρεται να έστελλε και μηνύματα στο κινητό της εν λόγω αστυνομικού, κάτι που δεν παρουσιάζεται στην επίδικη συμπεριφορά που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο. Ακόμα, στην υπό κρίση περίπτωση, ο κατηγορούμενος φέρεται να προέβη και σε ενέργειες έναντι της παραπονούμενης, δηλαδή την αγκάλιασε και προσπάθησε να τη φιλήσει, ενέργειες που δεν αποδίδονται στον κατηγορούμενο στην συμπεριφορά του έναντι της εν λόγω συναδέλφου της παραπονούμενης. Η απλή ομοιότητα που παρατηρείται μεταξύ μέρους της ισχυριζόμενης επίδικης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου προς την παραπονούμενη και της μαρτυρίας που σκοπείται να προσαχθεί καταδεικνύει, κατά την άποψη μου, τίποτε περισσότερο από κάποια τάση ή ροπή του κατηγορούμενου να προβαίνει σε τέτοιες πράξεις όπως αυτές για τις οποίες κατηγορείται στην παρούσα υπόθεση, κάτι το οποίο όμως δεν είναι αρκετό για να γίνει αποδεκτή τέτοια μαρτυρία. Θεωρώ ότι, με τα πιο πάνω δεδομένα, ελλείπει εκείνη η εκπληκτική ομοιότητα ή ακόμα εκείνες οι περιβάλλουσες συνθήκες που οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι τέτοια μαρτυρία είναι τόσο όμοια που δείχνει συστηματική συμπεριφορά εκ μέρους του κατηγορούμενου και μπορεί να οδηγήσει στην ενοχή του. Επομένως, όσον αφορά την προσπάθεια της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει αυτή τη μαρτυρία για να δείξει τη ροπή του κατηγορούμενου, δεν ικανοποιούμαι ότι αυτή είναι ιδιαίτερα σχετική εντός των παραμέτρων που θέτει η νομολογία και ως τέτοια δεν έχει τόσο δυνατή αποδεικτική αξία για να μπορέσει να γίνει αποδεκτή. Επιπλέον η εν λόγω μαρτυρία ζητείται να παρουσιαστεί για να αποδείξει πρόθεση εκ μέρους του κατηγορούμενου και να αντικρούσει τυχόν υπεράσπιση του. Ο βαθμός ομοιότητας δεν είναι τέτοιος που να αποκλείει το ενδεχόμενο σύμπτωσης ή άλλης λογικής, ακόμα και αθώας, εξήγησης. Όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω, η ομοιότητα δεν είναι τέτοιου βαθμού, που να καταρρίπτει τυχόν υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Καταλήγω ότι και πάλι ελλείπει το στοιχείο της δυνατής αποδεικτικής αξίας που χρειάζεται για να γίνει δεκτή τέτοια μαρτυρία προς τον σκοπό αυτό. Τέλος, έχοντας υπόψη τη φύση της εν λόγω μαρτυρίας, θεωρώ ότι τυχόν αποδοχή της θα προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό στον κατηγορούμενο και την υπεράσπιση του σε τέτοιο βαθμό που υπερτερεί έναντι της αποδεικτικής της αξίας στο πλαίσιο της παρούσας δίκης. Η μαρτυρία ότι σε κάποιο προγενέστερο χρόνο ο κατηγορούμενος προσέγγισε την αστυνομικό εν ώρα υπηρεσίας, της πήρε το χέρι και της είπε τα λόγια που εκτίθενται πιο πάνω, δημιουργεί σοβαρή προκατάληψη εναντίον του κατηγορούμενου, προκαλώντας μία αρνητική εικόνα για την συμπεριφορά του γενικά που είναι δυσανάλογη της αξίας αυτής της μαρτυρίας. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις R. v. Rodley
(1913)3 K.B. 468, Perkins v. Jeffery
(1915)2 K.B. 702, Noor Mohammed v. The King
(1949)A.C. 183, και Harris v. DPP (ανωτέρω). Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η εν λόγω μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. (Υπ.)............... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: ποινική/ενδιάμεση απόφαση/εκ πρώτης όψεως υπόθεση Αναφορά: Σεξουαλική παρενόχληση/Άσεμνη επίθεση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο