← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Nader Alhaj Ali, Aρ. Υπόθεσης: 6376/11, 8/7/2011

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Nader Alhaj Ali, Aρ. Υπόθεσης: 6376/11, 8/7/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B144 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 6376/11 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Nader Alhaj Ali --------------------------- Ημερομηνία: 8/7/2011 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα E. Κληρίδου Για τον κατηγορούμενο: κ. Νικολαίδης Κατηγορούμενος παρών ----------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει έντεκα συνολικά κατηγορίες που αφορούν οι δύο πρώτες το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας (1η και 2η Κατηγ.), της παροχής ασύλου σε αλλοδαπό (3η Κατηγ.), του απαγορευμένου μετανάστη (4η Κατηγ.), της εισόδου στη Δημοκρατία από μη εγκεκριμένο λιμάνι (5η Κατηγ.),της επικίνδυνης οδήγησης (6η Κατηγ.), της παράλειψης συμμόρφωσης σε οδηγίες αστυνομικού με στολή (7η Κατηγ.), της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ασφάλεια έναντι τρίτου, χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας και χωρίς άδεια κυκλοφορίας (8η έως 11η κατηγορία αντίστοιχα). Αυτός παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων της 4ης, 5ης, 8ης μέχρι και 11ης κατηγορίας και αρνήθηκε ενοχή στις υπόλοιπες κατηγορίες (κατηγ. 1, 2, 3, 6 και 7) για τις οποίες διεξήχθη δίκη. Κατά την ακροαματική διαδικασία και προς υποστήριξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, μαρτυρία έδωσαν ο αστυφ. 3778 Α. Σωφρονίου (Μ.Κ.1),ο αστυφ.5259 Γ. Γεωργίου (Μ.Κ.2) και η Γ/αστυφ.3940 Χρ. Βασιλείου (Μ.Κ.3). Μετά δε την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, ο ίδιος έδωσε ένορκη μαρτυρία και κάλεσε ως Μ.Υ.1 τον Δρ. Χρ. Πηλάση. Δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα και ως τέτοια εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ότι τα όσα περιέχονται στα Τεκμήρια 2B και 3B αποτελούν πιστή μετάφραση των Τεκμηρίων 2A και 3A. Κατατέθηκαν επίσης ως Τεκμήρια 4 και 5 η κατάθεση του αστυφ.3158 Ν. Χριστοφή και το ένταλμα σύλληψης με συνημμένο τον όρκο που το υποστήριζε και το περιεχόμενο τους έγινε επίσης παραδεκτό ως προς την αλήθεια του και ως τέτοιο εγκρίθηκε επίσης από το Δικαστήριο. Σε μεταγενέστερο στάδιο κατά την εξέλιξη της διαδικασίας διαπιστώθηκε από τους συνηγόρους ότι τα δύο κείμενα που είχαν κατατεθεί ως οι καταθέσεις του κατηγορούμενου στην Αραβική γλώσσα ως Τεκμήρια 2Α και 3Α ήταν το ίδιο κείμενο, κάτι που έγινε ως αποτέλεσμα παραδρομής. Έτσι κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 η κατάθεση του κατηγορούμενου στην Αραβική γλώσσα ως το αρχικό κείμενο του Τεκμηρίου 2Β. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας μου έκαμαν πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας. Και οι τρείς κατάθεσαν με άμεσο, σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα διαδραματίσθηκαν χωρίς σε κανένα σημείο της μαρτυρίας τους να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία τους και γι' αυτό αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία τους. H M.K.3 προσήγαγε και εξ' ακοής μαρτυρία σε σχέση με τα στοιχεία που ο κατηγορούμενος έδωσε στον διερμηνέα και στον ιατροδικαστή. Μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32

(1)/04, η εξ' ακοής μαρτυρία, δεν αποκλείεται πλέον γι' αυτό μόνο το λόγο. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά την κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι θα πρέπει να προσδοθεί στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, πλήρης βαρύτητα. Και αυτό λόγω της καλής εντύπωσης που σχημάτισα για την συγκεκριμένη μάρτυρα, η οποία και όπως προαναφέρεται κατάθεσε με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα της γνωστοποιήθηκαν μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων της και γι' αυτό και το μέρος αυτό της μαρτυρίας της γίνεται πλήρως αποδεκτό. Ο κατηγορούμενος δεν μου έκαμε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η όλα στάση και συμπεριφορά του από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν τέτοια που καταδείκνυαν άτομο ανειλικρινές και καθόλου φιλαλήθη. Ενώ μέχρι τέλους της ακροαματικής διαδικασίας επέμενε στην αθωότητα του σε σχέση με το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας, υιοθέτησε ως μέρος της κύριας του εξέτασης δύο καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία, την μία ως Abdulah Haj Ali και την άλλη ως Nader Al Haj Ali. Από την πρώτη αυτή κατάθεση του προκύπτει περίτρανα ότι αυτός παρουσιάσθηκε ως ο αδελφός του Abdulah, δηλώνοντας επίσης ότι είναι νυμφευμένος με κοπέλλα από τη Ρουμανία την Ioana Chelou, γεγονότα τα οποία αναιρεί στη δεύτερη του κατάθεση, την οποία δίδει πλέον με το πραγματικό του όνομα και στην οποία περιγράφει τις συνθήκες που ήλθε στην Κύπρο και προβάλει τους λόγους που έδωσε στην αστυνομία ψεύτικα στοιχεία. Το αντιφατικό των θέσεων που προσπάθησε να προωθήσει προκύπτει περίτρανα από το γεγονός αυτό, το οποίο δεν ήταν και το μοναδικό στην όλη γραμμή υπεράσπισης. Ένα άλλο στοιχείο που το καταδεικνύει, είναι οι αντίθετες θέσεις που υποβλήθηκαν στους Μ.Κ.1 και 2 σε σχέση με τον τρόπο πρόκλησης του τραύματος που ο κατηγορούμενος υπέστη στο φρύδι. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 του υποβλήθηκε ότι, ο κατηγορούμενος τραυματίσθηκε με την άκρη του όπλου του συναδέλφου του δηλαδή του Μ.Κ.2. Σε αντίθεση με τη θέση αυτή, και κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2 υποβλήθηκε στον τελευταίο η θέση ότι, ο κατηγορούμενος υπέστη τον τραυματισμό από τον Μ.Κ.1 κατά το χρόνο της σύλληψης του, όταν, σύμφωνα πάντα με την υποβολή ο Μ.Κ.1, επιτέθηκε στον κατηγορούμενο χρησιμοποιώντας εναντίον του υπέρμετρη βία. Και όλα αυτά παρά το ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως ισχυρίσθηκε ότι δεν γνώριζε καν και δεν είδε από ποιό αντικείμενο χτυπήθηκε γιατί σύμφωνα με τη θέση του όταν τούτο συνέβηκε ήταν «δεμένος με χειροπέδες πιστάγκωνα και γυρισμένος στο πλάι». Ο κατηγορούμενος στα Τεκμήρια 3 Α και 3Β, στην δεύτερη δηλαδή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία παραδέχεται ότι έδωσε στην τελευταία τα στοιχεία του αδελφού του Abdulah Haj Ali, λέγοντας ότι το έπραξε επειδή φοβήθηκε λόγω του ότι βρίσκεται παράνομα στη Δημοκρατία. Παραδέχεται επίσης ότι τα ίδια στοιχεία έδωσε και στον ιατροδικαστή. Η βαρύτητα που πρέπει να δίδεται σε ομολογία ενοχής κατηγορουμένου, έγινε αντικείμενο σειράς αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αποτελεί καθιερωμένη αρχή πως μια εκούσια εξωδικαστική ομολογία κάποιου κατηγορουμένου, μπορεί να εισαχθεί ως μαρτυρία για απόδειξη των γεγονότων που περιέχονται σε αυτή. Όμως, είναι επιθυμητό να αναζητείται και η εξακρίβωση της ορθότητας του περιεχομένου της και αυτό για να αποκλείεται με τον τρόπο αυτό η πιθανότητα λάθους. Το περιεχόμενο της ομολογίας, κρίνεται με βάση την αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που ενισχύει ή καταρρίπτει την αλήθεια της. Τούτο γίνεται για να βεβαιωθεί το Δικαστήριο κατά πόσο το περιεχόμενο της ομολογίας συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων. Έτσι το Δικαστήριο εξετάζει ως ξεχωριστό πραγματικό γεγονός κατά πόσο είναι ασφαλές ή όχι να στηριχθεί σε μια εξωδικαστική ομολογία (βλ. R v Lambrou 22 CLR 96, R v. Sfongaras 22 CLR 113, Gani v. Δημοκρατίας 1991 2 ΑΑΔ 134, Μάρτιν v. Δημοκρατίας 1994 2 ΑΑΔ 65, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας 1995 2 ΑΑΔ 51, Κίτα v. Δημοκρατίας 1996 2 ΑΑΔ 209 Ιακωβίδης v. Δημοκρατίας 1996 2 ΑΑΔ 110 και Ανδρέου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6667, ημερ. 22.3.2000). Στην Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, 225 λέχθηκαν τα εξής: «Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσον γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφ' εαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι' αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι' αν είναι η κατάθεση του κατηγορουμένου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ' αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της.» Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166, 172: «Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Μάρτιν ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65. Στην Ανδρέου (ανωτέρω) παρατέθηκε και το πιο κάτω απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση R. v. Mallinson
(1977)Crim.L.Rev, στην οποία λέχθηκε ότι απόφαση που στηρίζεται σε προφορική ομολογία δεν είναι κατ' ανάγκη ανασφαλής ή μη ικανοποιητική: 'Held, as to that ground, there was no principle to be gathered from the authorities, of universal or general application, that a conviction wholly or mainly resting on evidence of an oral confession could never be safe or satisfactory. It must in every case be a question to be decided on the particular facts.' Λαμβάνοντας υπόψη την προσκομισθείσα μαρτυρία, κρίνεται ότι η ομολογία του κατηγορουμένου στην αστυνομία που έδωσε με την κατάθεση του Τεκμήρια 3Α και 3Β, είναι γνήσια. Αυτός και μετά που έδωσε την πρώτη κατάθεση στην αστυνομία και αφού βέβαια αποκαλύφθηκε η πράξη του, ομολόγησε ότι παρουσιάσθηκε στην αστυνομία ως ο αδελφός του. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και σε συνάρτηση με τη γενικότερη αρνητική εντύπωση που σχημάτισα για τον κατηγορούμενο ως μάρτυρα της αλήθειας και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τη νομολογία, απορρίπτω τη μαρτυρία του, εκτός μόνο από αυτά που ανάφερε στην κατάθεση του Τεκμήρια 3Α και 3Β και από την ένορκη μαρτυρία του ότι όταν είδε τους αστυφύλακες ο ίδιος και ο συνοδηγός φοβήθηκαν γιατί ήταν και οι δύο παράνομοι, ότι γνώριζε ότι ο συνοδηγός του ήταν από τη Σύρια και ότι ήταν παράνομος και ότι παρουσιάσθηκε σε κάποιο αστυφύλακα ως Abdulah. Ως Μ.Υ.2 κλήθηκε και κατέθεσε ο ιατρός Δρ Χρ. Πηλάσας, ο οποίος εργάζεται στο τμήμα Α΄ Βοηθειών του γενικού νοσοκομείου Λεμεσού. Αυτός κατέθεσε με βάση το ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε (Τεκμήριο 7) αφού δεν μπορούσε να θυμηθεί την περίπτωση και τον κατηγορούμενο. Με βάση το περιεχόμενο του πιστοποιητικού και των όσων είχε καταγράψει σε αυτό, ανάφερε ότι, ο κατηγορούμενος πρέπει να του ανέφερε τα όσα καταγράφονται σε αυτό, ότι δηλαδή του αναφέρθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ότι τα τραύματα του προκλήθηκαν από τροχαίο ατύχημα. Ο μάρτυρας αυτός μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας, αφού κατάθεσε με άμεσο και σταθερό τρόπο όσα περιήλθαν σε γνώση του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, γι΄αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 12/4/2011 ο Μ.Κ.1 μαζί με άλλους δύο συναδέλφους του, τον Μ.Κ.2 και τον αστυφ. 2615 και ενώ βρίσκονταν σε υπηρεσία για στατικό έλεγχο ύποπτων οχημάτων έκανε σήμα σε όχημα το οποίο κατευθυνόταν βόρεια προς το μέρος τους να σταματήσει. Κατά το χρόνο αυτό ο Μ.Κ.1 φορούσε την αστυνομική στολή και φωσφορούχο γιλέκο χρώματος κίτρινου και κρατούσε φανάρι. Τότε το όχημα αυτό έσβησε τα φώτα του και έκαμε επαναστροφή, ακολουθώντας νότια κατεύθυνση και τρείς άλλοι αστυφύλακες που βρίσκονταν σε άλλο όχημα, ακολούθησαν το όχημα που έκαμε επαναστροφή. Κατόπιν επικοινωνίας που είχαν οι δύο αυτές ομάδες της αστυνομίας μέσω ασυρμάτου και κατόπιν μηνύματος από τη δεύτερη ομάδα ότι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΜΤ458 κατευθύνθηκε στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού με πορεία προς τη Λεμεσό, η πρώτη ομάδα, αυτή που αρχικά έκαμε σήμα στο όχημα να σταματήσει, κατευθύνθηκε στον αυτοκινητόδρομο με κατεύθυνση προς τη Λεμεσό και τοποθετήθηκε στον κυκλικό κόμβο Γερμασόγειας με σκοπό να ανακόψει το όχημα. Μετά πάροδο λίγων λεπτών το όχημα αυτό εισήλθε στον παρακαμπτήριο με κατεύθυνση τον κυκλικό κόμβο της Γερμασόγειας. Ο Μ.Κ.1 φορώντας φωσφορούχο γιλέκο και κρατώντας υπηρεσιακό φανάρι έκαμε σήμα στο όχημα να σταματήσει. Τότε ο οδηγός του οχήματος, ο οποίος όπως διαπιστώθηκε αργότερα ήταν ο κατηγορούμενος, έστριψε το όχημα προς το μέρος του Μ.Κ.1 χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα για να τον κτυπήσει. Ο Μ.Κ.1 αντιδρώντας, έτρεξε προς το κυγκλίδωμα και έπεσε στο έδαφος για να γλυτώσει, πιστεύοντας ότι κινδύνευε η ζωή του. Ο Μ.Κ.2, ο οποίος βρισκόταν στη νότια πλευρά του δρόμου και αντιλαμβανόμενος ότι η ζωή του συνάδελφου του κινδύνευε άμεσα, έριξε δύο πυροβολισμούς στο όχημα, κτυπώντας το, στον αριστερό πισινό τροχό. Τότε ο οδηγός ανέπτυξε ταχύτητα, έστρεψε το όχημα στην κανονική του πορεία και κατευθύνθηκε δυτικά. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 μαζί με τον αστυφ.2615 ως οδηγό και συνεπιβάτη τον Μ.Κ.2, επιβιβάστηκαν στο δικό τους όχημα το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο με αναμμένη τη μηχανή και στο οποίο τους ανέμενε ο οδηγός του, τρίτος συνάδελφος τους και ακολούθησαν το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΜΤ458. Όταν το τελευταίο έφθασε στον κυκλικό κόμβο Λινόπετρας έστριψε δεξιά και οδηγούμενο σε αντίθετη πορεία του κυκλικού κόμβου, ο οδηγός του έχασε τον έλεγχο και προσέκρουσε στο κυγκλίδωμα. Από το όχημα αυτό κατέβηκαν δύο άτομα. Αυτός που καθόταν στη θέση του συνοδηγού έτρεξε νότια και καταδιώχθηκε από τον Μ.Κ.2 μέχρι που ο τελευταίος τον έχασε. Το πρόσωπο αυτό ήταν Σύριος και διέμενε παράνομα στην Κύπρο. Αυτός που καθόταν στη θέση του οδηγού και ήταν ο κατηγορούμενος, επίσης Σύριος, άρχισε να τρέχει κατευθυνόμενος ανατολικά. Ο Μ.Κ.1 τον καταδίωξε τρέχοντας και όταν ο τελευταίος κάλυψε απόσταση τριακοσίων μέτρων περίπου, έχασε τον βηματισμό του και έπεσε στο έδαφος. Τότε ο Μ.Κ.1 ο οποίος κατά τη διάρκεια της καταδίωξης δεν έχασε οπτική επαφή με τον κατηγορούμενο, τον πλησίασε και τον ακινητοποίησε χρησιμοποιώντας ανάλογη βία, καθότι ο κατηγορούμενος, προσπαθούσε συνεχώς να διαφύγει. Αφού ο Μ.Κ.1 τον ακινητοποίησε, τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο κατηγορούμενος του απάντησε «ο φίλος μου ήταν παράνομος, γι' αυτό έφυγα». Ο Μ.Κ.1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο ο οποίος είχε αίμα στο μέτωπο και αιμορραγούσε στο δεξιό φρύδι για τα αυτόφωρα αδικήματα που είχε διαπράξει, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε «εγώ νόμιμος, αλλά φίλος μου παράνομος». Ο κατηγορούμενος αρνείτο να δώσει τα στοιχεία του στον Μ.Κ.1 και κανένα έγγραφο δεν εντοπίστηκε στην κατοχή του ή στο όχημα. Ακολούθως ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στην ΑΔΕ Λεμεσού όπου διευθετήθηκε η μετάβαση του στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 12/4/2011 η Μ.Κ.3 ανέλαβε την διερεύνηση υπόθεσης τροχαίων αδικημάτων και παροχής συνδρομής σε αλλοδαπό να διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία, αδικήματα που διαπράχθηκαν την ίδια ημέρα και ώρα 01.45 στην περιοχή Γερμασόγειας. Την ίδια μέρα και περί ώρα 10.00 στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης για τα αδικήματα της παροχής συνδρομής σε αλλοδαπό να διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία, της αλόγιστης και επικίνδυνης οδήγησης, της παράλειψης να σταματήσει σε σήμα αστυνομικού με στολή, της οδήγησης χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας, χωρίς άδεια κυκλοφορίας και χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας. Η Μ.Κ.3 επέστησε την προσοχή του κατηγορούμενου στο νόμο και αυτός απάντησε στα Ελληνικά «εντάξει κυρία». Στη συνέχεια και περί ώρα 17.10 και με τη βοήθεια διερμηνέα η Μ.Κ.3 έλαβε από τον κατηγορούμενο γραπτή συγκατάθεση του για να εξετασθεί από ιατροδικαστή. Όταν ρωτήθηκε μέσω του διερμηνέα για τα στοιχεία του, αυτός της έδωσε ως τέτοιο, το όνομα Abdullah Haj Αli. Στη συνέχεια και όταν ο κατηγορούμενος εξετάσθηκε από τον ιατροδικαστή Σοφοκλή Σοφοκλέους, έδωσε και πάλι τα ίδια στοιχεία. Στη συνέχεια η Μ.Κ.3, με τη βοήθεια και πάλι διερμηνέα και αφού πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για την υπόθεση που διερευνούσε και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, ο τελευταίος της έδωσε και πάλι το ίδιο όνομα, αναφέροντας ότι είναι από τη Συρία και ότι βρίσκεται στην Κύπρο νόμιμα, αφού είναι παντρεμένος με τη Ρουμάνα υπήκοο Ioana Chelou. Την ίδια μέρα η Chelou, κλήθηκε στο σταθμό και μόλις είδε τον κατηγορούμενο ανέφερε ότι δεν είναι ο σύζυγος της αλλά ο αδελφός του Nader Haj Αli και έδωσε και σχετική κατάθεση. Τότε ο κατηγορούμενος ανέφερε προφορικά στην παρουσία της Μ.Κ.3 και του διερμηνέα ότι είπε ψέματα και παρουσιάσθηκε ως ο αδελφός του, γιατί βρίσκεται παράνομα στην Κύπρο και δεν θέλει να απελαθεί. Αμέσως η Μ.Κ.3 τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, χωρίς ο κατηγορούμενος να απαντήσει οτιδήποτε. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος προέβη σε θεληματική κατάθεση στην οποία αναφέρει τα πραγματικά του στοιχεία και ότι στις 12/4/2011 σε αρκετές περιπτώσεις παρουσιάσθηκε ως ο αδελφός του. Ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε από την αστυνομία στο τμήμα Α΄ Βοηθειών του γενικού νοσοκομείου Λεμεσού, όπου και εξετάσθηκε από τον Μ.Υ.2, στον οποίο και ανέφερε ότι οι τραυματισμοί του προκλήθηκαν από τροχαίο ατύχημα. Ο κατηγορούμενος παρουσίαζε θλαστικό τραύμα άνωθεν του δεξιού φρυδιού στο οποίο και έγινε συρραφή 2 περίπου εκατοστών και εκχυμώσεις στα γόνατα. Του έγινε επίσης ακτινολογικός έλεγχος χωρίς να διαφανεί οποιαδήποτε οστική κάκωση και ο κατηγορούμενος απολύθηκε με οδηγίες. Όπως είναι νομολογημένο η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που την συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Η 1η και 2η κατηγορία αφορούν το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση του άρθρου 360 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με αυτό, «Όποιος, με σκοπό καταδολίευσης οποιουδήποτε προσώπου, παριστάνει τον ευατό του ψευδώς ότι είναι άλλο πρόσωπο, ζωντανό ή πεθαμένο, είναι ένοχο πλημελήμματος................................................................». Ο κατηγορούμενος και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων παρουσιάσθηκε στον αστυφ.3778 Α. Σωφρονίου και την αστυφ.3940 Χρ. Βασιλείου ως ο Abdulah Haj Ali. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος πράγματι παρουσιάσθηκε ψευδώς στην αστυφ. Βασιλείου ως άλλο πρόσωπο και συγκεκριμένα ως ο αδελφός του Abdulah, με σκοπό να την ξεγελάσει γιατί ο ίδιος βρισκόταν στην Κύπρο παράνομα, σε αντίθεση με τον αδελφό του, ο οποίος βρίσκεται νόμιμα στη Δημοκρατία της Κύπρου. Το ίδιο όμως δεν προέκυψε να έχει συμβεί με τον αστυφ. Σωφρονίου ο οποίος σε αντίθεση με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, είπε στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος δεν του έδινε τα στοιχεία του, χωρίς σε καμία στιγμή να αναφερθεί οτιδήποτε άλλο που να στοιχειοθετεί την 1η κατηγορία. Ούτε και αυτό που ο κατηγορούμενος ανέφερε στον Μ.Κ.1 ότι ήταν νόμιμος δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει να στοιχειοθετήσει την κατηγορία αυτή. Με βάση τα πιο πάνω κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε την 2η, όχι όμως και την 1η κατηγορία. Το αδίκημα της 3ης κατηγορίας προκύπτει από το άρθρο 19(η) του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, σύμφωνα με το οποίο: «Πρόσωπο το οποίο- ............................................................................................................(η) εν γνώσει του παρέχει άσυλο σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο αυτός γνωρίζει ή έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι ενέργησε κατά παράβαση του Νόμου αυτού ή οποιωνδήποτε Κανονισμών που εκδόθηκαν βάσει αυτού.........................................................................................................είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και εξαιρουμένης της περιπτώσεως που αναφέρεται στην παράγραφο (ζ) υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και του προστίμου». H έννοια του όρου «άσυλο», δεν δίδεται στον ίδιο τον νόμο. Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, η έννοια του όρου αυτού, δίδεται ως εξής: «
  2. ιερός και απαραβίαστος τόπος.......
  3. ο χώρος όπου παρέχεται προστασία και ασφάλεια σε καταδιωκόμενα πρόσωπα......................................... ΣΥΝ. καταφύγιο, κατάλυμα.
  4. φιλανθρωπικό ή νοσηλευτικό ίδρυμα που παρέχει στέγη, διατροφή, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και προστασία σε άτομα που έχουν ανάγκη, όπως..... .ΣΥΝ. ευαγές/κοινωφελές ίδρυμα». Όπως όμως συνολικά προκύπτει από τις πιο πάνω ερμηνείες, η έννοια του ασύλου προυποθέτει μεν κάποια ενέργεια που να αποσκοπεί στο να προστατεύσει και να παράσχει ασφάλεια σε πρόσωπο που καταδιώκεται, σε συνάρτηση όμως πάντα με την παροχή στο καταδιωκόμενο πρόσωπο της δυνατότητας να καταφύγει σε κάποιο τόπο ή χώρο. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνεται ότι η συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος επέδειξε, ότι δηλαδή και ενώ βρισκόταν μαζί με τον παράνομο αλλοδαπό στο αυτοκίνητο και προσπάθησαν να διαφύγουν όταν τους εντόπισαν οι αστυνομικοί και τους έκαμαν σήμα να σταματήσουν, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι είναι τέτοια που αποδεικνύει την «παροχή ασύλου». Κρίνεται συνεπώς ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία αυτή. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον έχει αποδειχθεί το αδίκημα της 6ης κατηγορίας, αυτό της επικίνδυνης οδήγησης, αφού με το κατηγορητήριο η οδήγηση που αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι μόνο αυτή. Τούτο προκύπτει από το άρθρο 7 του Ν. 86/72, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα׃ «Πας όστις, οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού, αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως δια το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον, ή ήτις ευλόγως θα αναμένετο να υπάρχη κατά τον εν χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος..........». Στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 119, λέχθηκε ότι σε μια τέτοια περίπτωση, αυτό που το Δικαστήριο αναζητά, είναι αν η συγκεκριμένη οδήγηση είναι επικίνδυνη. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Gosney,
(1971)55 Cr. App. Rep. 502, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββα, πιο πάνω, τονίστηκε, ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επικίνδυνης οδήγησης, χρειάζεται να αποδειχθεί αφενός, ότι δημιουργήθηκε μια επικίνδυνη κατάσταση από τον οδηγό και αφετέρου ότι αυτή, προκλήθηκε από κάποιο σφάλμα του οδηγού. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος αναφέρθηκε, πως δεν περιλαμβάνει απαραίτητα εσκεμμένη συμπεριφορά (deliberate misconduct) ή απερισκεψία (recklessness) ή πρόθεση για οδήγηση με τρόπο που δεν συνάδει με τα ορθά πρότυπα ή ηθικό σφάλμα (moral blame). Το σφάλμα πρέπει να: «εμπεριέχει αποτυχία. Πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια είναι αρκετό, έστω και αν είναι μικρό ή αποτελεί στιγμιαίο ολίσθημα ή κανένας κίνδυνος δεν θα προκαλείτο κανονικά από αυτό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί την μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν λογικά αποτελεί μια αιτία». Είναι, επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) (Βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Με βάση τα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί, προκύπτει ότι η οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου και ο τρόπος που οδήγησε ήταν επικίνδυνος. Αρχικά και όταν ο αστυφύλακας του έκαμε σήμα να σταματήσει, αυτός έσβησε τα φώτα του αυτοκινήτου που οδηγούσε και έκαμε επαναστροφή. Στη συνέχεια και αφού προσπάθησε να διαφύγει, ο Μ.Κ.1 σε άλλο σημείο, φορώντας φωσφόρο γιλέκο και κρατώντας υπηρεσιακό φανάρι του έκαμε σήμα να σταματήσει. Τότε ο κατηγορούμενος, έστριψε το όχημα προς το μέρος του Μ.Κ.1 χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα για να τον κτυπήσει. Όταν ο Μ.Κ.2 έριξε δύο πυροβολισμούς στο όχημα του κατηγορούμενου και κτύπησε τον αριστερό πισινό τροχό, ο κατηγορούμενος ανέπτυξε ταχύτητα, έστρεψε το όχημα στην κανονική του πορεία και κατευθύνθηκε δυτικά. Στη συνέχεια και στην προσπάθεια του να διαφύγει και όταν έφθασε στον κυκλικό κόμβο της Λινόπετρας έστριψε δεξιά και οδήγησε το αυτοκίνητο σε αντίθετη πορεία του κυκλικού κόμβου, οπόταν και έχασε τον έλεγχο και προσέκρουσε στο κυγκλίδωμα. Οι πιο πάνω ενέργειες του κατηγορούμενου να σβήσει τα φώτα του αυτοκινήτου που οδηγούσε, να κάμει επαναστροφή, να στρέψει το όχημα που οδηγούσε προς το μέρος του Μ.Κ.1 χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα για να τον κτυπήσει, να αναπτύξει στη συνέχεια ταχύτητα και να οδηγήσει το αυτοκίνητο σε αντίθετη πορεία του κυκλικού κόμβου, οπόταν και έχασε τον έλεγχο και προσέκρουσε στο κυγκλίδωμα, τίποτε άλλο δεν μπορούν να θεωρηθούν παρά ως επικίνδυνη οδήγηση η οποία μάλιστα εμπεριέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση και το στοιχείο της πρόθεσης εκ μέρους του κατηγορούμενου. Παραμένει τώρα να εξετασθεί εάν έχει αποδειχθεί το αδίκημα της παράλειψης συμμόρφωσης σε οδηγίες αστυνομικού με στολή (7η Κατηγ.). Ο Μ.Κ. 1, έκαμε σήμα στο όχημα το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος να σταματήσει. Κατά το χρόνο αυτό ο Μ.Κ.1 φορούσε την αστυνομική στολή και φωσφορούχο γιλέκο χρώματος κίτρινου και κρατούσε φανάρι. Ο κατηγορούμενος, όχι μόνο δεν σταμάτησε, αλλά αντίθετα έσβησε τα φώτα του αυτοκινήτου, δεικνύοντας με το τρόπο αυτό ότι δεν μπορεί παρά να είδε τον αστυφύλακα που του έκανε σήμα να σταματήσει, έκαμε επαναστροφή και άλλαξε πορεία. Στη συνέχεια και σε άλλο σημείο ο Μ.Κ.1 φορώντας και πάλι την στολή του και το φωσφορούχο γιλέκο και κρατώντας το υπηρεσιακό φανάρι, έκαμε σήμα στο όχημα του κατηγορούμενου να σταματήσει. Τότε αυτός, έστριψε το όχημα προς το μέρος του Μ.Κ.1 χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα για να τον κτυπήσει. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ο κατηγορούμενος όχι μόνο μία αλλά δύο φορές αγνόησε το σήμα που του έκαμε ο Μ.Κ.1 να σταματήσει. Κρίνεται λοιπόν ότι και η κατηγορία αυτή έχει αποδειχθεί. Συνακόλουθα βρίσκω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε εναντίον του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 2η, 6η και 7η κατηγορία. Συνακόλουθα βρίσκω τον κατηγορούμενο ένοχο στις κατηγορίες αυτές. Στις κατηγορίες 1 και 3, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάττεται. (Υπ.).......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: criminal/final Αναφορά: πλαστοπροσωπία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.